"H ομορφιά του παρελθόντος είναι το αποτέλεσμα, όχι ο λόγος της νοσταλγίας"
Μ. Foucault
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οργή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οργή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2008

... δίχως εσένα...

Από την Κυριακή είμαι στους δρόμους φορτωμένη δικούς μου και αλλότριους στεναγμούς[i]. Τα μάτια μου είναι πρησμένα από τα δακρυγόνα, ο λαιμός μου καίει απ’ τις φωτιές και τα πόδια μου από τα γόνατα και κάτω δεν τα νοιώθω απ’ το περπάτημα.

Τόσο περπάτημα μ’ ένα κείμενο θλίψης μέσα στο βλέμμα μας[ii] κι όμως δεν έχω προχωρήσει βήμα. Κάθε φορά που γυρνώ το κεφάλι μου προς τα πίσω είμαι στην Τζαβέλα κι ο 15/χρονος (που ντρέπομαι πια ν’ αποκαλέσω με το μικρό του, έτσι όπως το έπιασαν στα στόματα τους –σε μια επίδειξη οικειότητας, σε μια προσπάθεια οικειοποίησης– και το βεβήλωσαν πολιτικοί, δημοσιογράφοι και ταγοί) πέφτει νεκρός.

Μου είναι κόπος να παρακολουθώ τηλεοράσεις, blog, ραδιόφωνα γεμάτα αποδείξεις βίας της πάνοπλης εξουσίας απέναντι στα εύθραυστα σώματα των εξεγερμένων παιδιών, μου είναι δύσκολο να κυκλοφορώ στην ενημέρωση αναζητώντας τις στάχτες της φωτιάς όπου κάηκα[iii].

Ανοίγω το TraceIP και με τρομάζει η έξαρση των επισκεπτών που αναζητούν μια πληροφόρηση, μια εικόνα και το μόνο που βρίσκουν είναι η ψυχή μου κομμένη με οδυνηρό ψαλίδι σε μικρά φύλλα, μικρά χαρτιά, αστραπές μικρές[iv].

Θέλω ν’ αλλάξω την ανάρτησή μου, θέλω να γίνω άλλου είδους νερό, άλλου είδους γλώσσα[v], θέλω να σπρώξω λίγο πιο κάτω αυτό το ποστ με τα ονόματα τόσων νεκρών, που η σιωπηλή παρουσία τους έμαθε την Ελλάδα πώς σιωπή δεν υπάρχει[vi]. Θέλω να γυρίσω στην εποχή της αθωότητας, τότε που οι λέξεις μου ανάβρυζαν σιωπή και χαμόγελο[vii], τότε που μπορούσα να γκρινιάζω για τα Χριστούγεννα και να καμαρώνω τα λογάκια του παιδιού μου, το οποίο περπατά με τα μάτια της δυο χιονοθύελλες[viii] στις πορείες της Αθήνας, αλλά χώρια από μένα, μακριά από μένα και με την ευλογία των δακρύων, των λουλουδιών και των μπαλονιών στα ΜΑΤ ν’ απαλύνουν τη θλίψη και την οργή της. Θέλω να φτιάξω μια ανάρτηση γελαστή αλλά η καρδιά μου είναι τρυπημένη απ’ τα βλέμματα χιλιάδων παιδιών, είναι γιομάτη καρφωμένα μαχαίρια[ix] και δεν τολμώ.

Δεν βρίσκω τι να γράψω για να πάω παρακάτω, με την ψυχή μου ένα σπήλαιο σιωπής[x]. Δεν καταλαβαίνω πώς και με τι να ερευνήσω τον χρόνο, το χώρο, τη μάζα της ύλης[xi]. Δεν ξέρω πώς να διώξω από το πρώτο πλάνο την εικόνα του νεκρού αγοριού. Μια εικόνα που γελάει, αντίθετα από τις εικόνες της μακριάς σειράς των νεκρών που προηγήθηκε, εικόνες σωμάτων καθημαγμένων από την εξουσία. Ο μικρός Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος αντιπαραθέτει μια γελαστή όρθια εικόνα του στις εικόνες ξαπλωμένων, διασωληνωμένων, παγωμένων σωμάτων, συντριμμένων από τη σύγκρουσή τους με την εξουσία.

Απέναντι στις πληγές, τους μώλωπες, τους πόνους και τον επιθανάτιο τρόμο των Λαμπράκη, Πέτρουλα, Κουμή, Κανελοπούλου, Καλτεζά, Τεμπονέρα, ο νεαρός (εν δυνάμει όπως και κάθε 15-χρονος) μαθητής μου αντιπαραβάλλει μια τυφλή οπή, το δάγκωμα του σκορπιού.

Ο μικρός πρίγκηπας Gregory, φύσει και θέσει όχημα της εξουσίας και των μηχανισμών καταστολής της, χάνεται δαγκωμένος απ’ αυτήν στο κέντρο της λίμνης και στο χαμό του την παρασέρνει στον πάτο. Αυτή η βύθιση, ωστόσο, ξεκόλλησε μια ολόκληρη κοινωνία από τον πάτο, όπου ήταν χρόνια τώρα κολλημένη. Της έδωσε έναν παλμό και μια ζωντάνια που τα είχε ξεχάσει.

Βρήκε ξανά την οργή της, άρχισε να αρθρώνει τα διάχυτα και αόριστα ερωτήματα, και να βαδίζει ενάντια στην εξουσία που υποθηκεύει τη ζωή και το μέλλον των παιδιών με βήματα βαριά που ακούγονται υπόκωφα ως μέσα στη μήτρα της γης[xii].

Η κοινωνία, άνοιξε τα μάτια της και βάλθηκε ποτάμι ξεχειλισμένο που έχει κατακλύσει το φράγμα του ήλιου[xiii] να καταδιώκει κραυγάζοντας αυτούς που δεν έπραξαν τίποτα δεν αναγνώρισαν τίποτα, που βυθισμένοι σε μια εκκωφαντική σιωπή δεν ανέλαβαν καμιά ευθύνη.

Ήλπιζα πώς απόψε το βράδυ, γυρνώντας από τη σιωπηλή διαμαρτυρία στο Σύνταγμα, όπου κατόρθωσα να κλάψω πλάι στην κόρη μου, μαζί με την κόρη μου, πώς μετά από αυτό το βράδυ ίσως να έσπαγε ο μαγικός κύκλος της βίας και να κατόρθωνα να γράψω κάτι αισιόδοξο όμως, ακόμη και με τη βοήθεια του Βρεττάκου, δεν τα καταφέρνω... ακόμα νοιώθω το στήθος μου σα να πήρε ένα δάσος φωτιά και να κάηκαν τα 24 γράμματα[xiv]



[i] Αποχαιρετισμός στην οδό Καραΐσκου

[ii] Αδιέξοδο

[iii] Αποχαιρετισμός

[iv] Η διανομή

[v] Ανθρακωρύχος

[vi] Ο χορός του κορυδαλλού

[vii] Ανασύνθεση

[viii] Ένας αητός

[ix] χρέος

[x] Ώρα 12 τη νύχτα

[xi] Επική ποίηση

[xii] Το αφηνιασμένο άλογο

[xiii] Η βρύση του πουλιού

[xiv] Μαίναλο