1. Κάτω ἀπ᾿ τὰ ροῦχα μου δὲ χτυπᾶ πιὰ ἡ παιδική μου καρδιὰ
Λησμόνησα τὴν ἀγάπη πού ῾ναι μόνο ἀγάπη
Μανώλης Αναγνωστάκης
2. Εσβησε το κερί και μαζί του έσβησαν τα γκρίζα μάτια σου,
μέσα στο σκοτάδι ψηλάφισα το κορμί σου κι ήταν υγρό,
ιδρωμένο από την ανείπωτη σαγήνη της αγκαλιάς μας.
Εκλεισα τα μάτια και συ έλειπες...
έλειπες, έλιωσε το κερί, κερί και η αγάπη, έμεινε η έλλειψη...
Η αλήθεια είναι ότι άργησα να (όχι, βέβαια, ότι μου πέρασε από το μυαλό να μην) ανταποκριθώ στο κάλεσμα του Adaeus, καθώς όλη την προηγούμενη εβδομάδα ήμουν σκοπιά κάτω απ’ τη ροδακινιά (στην πραγματικότητα γιαρμαδιά, που πληροφορήθηκα ότι είναι είδος υπό εξαφάνιση και άρα έπρεπε να την προστατέψω με νύχια και με δόντια και ας έχω τύψεις για τη βερικοκιά, την αμυγδαλιά, τις ακακίες και τις ελιές κι όλα τα περιφρονημένα υπόλοιπα λουλούδια μας). Παραφυλούσα, μια χαζή εξοπλισμένη με τα λάστιχα (του ποτίσματος, όχι αυτά που παίζαμε πηδώντας όταν ήμασταν κοριτσάκια έναν αιώνα πίσω), φορώντας τη στολή του εθελοντή δασοπυροσβέστη: μπλουζάκι μακό (αν και δεν βρήκα αρκετά ξεχειλωμένο), σορτσάκι χακί, σαγιονάρα (αλήθεια, αυτές οι πλαστικές οι καφέ, πού στην ευχή κυκλοφορούν ακόμα;) και μαντήλι στο λαιμό (που το τραβάμε λίγο κάτω από το στόμα μόλις εμφανιστούν οι κάμερες), προετοιμάζοντας τα σχεδιαγράμματα διαφυγής για τους γονείς, την αδερφή και την κόρη μου (πρώτα τα γυναικόπαιδα, βλέπεις) και απαντώντας στο κινητό ανά πεντάλεπτο (καθότι ο καλός μου, εγκλωβισμένος στην Αθήνα, μας πληροφορούσε τι λένε τα ραδιόφωνα και απαιτούσε να τον διαβεβαιώσουμε ότι είναι υπερβολές).
Υπό αυτές τις συνθήκες, ήταν λογικό …κάτω απ’ τα ρούχα μου να μη χτυπά πια ἡ παιδική μου καρδιά… Σήμερα, αμφιβάλλω αν υπήρξε ποτέ (είτε κάτω είτε πάνω απ’ τα ρούχα μου) αυτή η παιδική καρδιά. Αυτές τις μέρες, είμαι σίγουρη ότι γεννήθηκα, γεννηθήκαμε ενήλικες, σε έναν κόσμο με αποστεγνωμένες καρδιές, σ’ έναν κόσμο που επιτρέπει στις καρδιές μας (στην καρδιά του) μόνο έναν χτύπο άρρυθμο και άκομψο. Βρεθήκαμε να διασχίζουμε τη ζήση μας με μια ήδη γέρικη, κουρασμένη και ανίκανη να αναγνωρίσει και να μην καταστρέψει την ομορφιά καρδιά…
Και (είμαι σίγουρη πια) κάποιοι συνωμοτούν για να λησμονήσω (αν υποθέσουμε ότι κάποτε την έζησα, τη γεύτηκα, την αναγνώρισα) την αγάπη που ‘ναι μόνο αγάπη και ποίηση και μουσική. Να χάσω από μπροστά μου την ομορφιά και το γέλιο. Και το χειρότερο? Συνωμοτούν, ώστε το παιδί μου, βομβαρδισμένο από τις Καρβελοπάνιες (και την αισθητική τους), τους Τριανταευαγγελόπουλους (και τον καταγγελτικό, πολτό τους), τους Πολύδωρογιακουμάτους (και την απολιτική πολιτική τους) τους Κατσικοκαλογερόπουλους (και τις παράνομες χωματερές/δαυλούς τους, τα αυθαίρετα κτίσματα/φυτίλια τους, τα μπαζωμένα ρέματα/δυναμίτες τους κι από κοντά να οι κιτς παραδοσοεκδηλώσεις τους, άρτος και θεάματα για μια επαρχιακή ρωμαϊκή αρένα), τους εμπρηστοαθώους (και την κριτική του καφενείου τους, γιατί σιγά μην πήγαιναν ποτέ να περιπολήσουν στα καμένα, σιγά μην έκαναν αυτοί τη δουλειά της πυροσβεστικής) να μην τη μάθει ποτέ, αυτή την αγάπη που είναι μόνο αγάπη.
Εντάξει, φέτος τη γλιτώσαμε τη ροδακινιά. Και το λιχούδικό μου θα τριγυρνάει πάλι από το δεκαπενταύγουστο από κάτω της, σέρνοντας τον παππού της απ’ το χέρι: Ακόμα παππού? Κανένα δεν έγινε? Γιατί αργούν? Γιατί, γλυκιά μου, είναι αυτή η προσμονή, που τα κάνει τόσο νόστιμα, είναι αυτή η αναμονή κάτω απ’ το δέντρο που κάνει το χρώμα τους τόσο ζωηρό, είναι αυτή η καθυστέρηση που κάνει το ζουμί (που με εκνευριστική συνέπεια λεκιάζει τα τζιν και τα μπλουζάκια σου, καθώς η πρώτη δαγκωνιά σου κόβει το φρούτο στις αρχές του Σεπτέμβρη), τόσο γλυκό. Φέτος, η αγάπη γλίτωσε κρυμμένη στις φυλλωσιές του δέντρου που φύτεψαν χρόνια πριν ο πατέρας κι ο καλός μου...
Ο καλός μου... μ' ένα σώμα παγωμένο, να το κρατώ μέσα στο σκοτάδι του Σαββατόβραδου και με υγρά (κι ας λένε ότι οι άντρες δεν κλαίνε) μόνο τα χρυσαφιά (μα γκρίζα απ’ τον καπνό) μάτια του.
Παρ’ όλο το σβηστό κερί, η νύχτα είναι μέρα καθώς οι φλόγες γλύφουν, ακόμα, όλο το διάσελο κι η αγκαλιά μου δε σαγηνεύει, ούτε καν παρηγορεί. Δεν μπορεί να παρηγορήσει για όλα τα μέρη που εκείνος αγάπησε και μ’ έμαθε να αγαπώ τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια και δεν υπάρχουν πια. Για όλα τα δάση από έλατα, βελανιδιές και αγριομηλιές, που χαθήκαμε με τη μηχανή, με το τζίπ, με τα πόδια και τώρα μένουν σιωπηλά αποκαΐδια. Για το φαράγγι που κατέβαινα στις αρχές του καλοκαιριού με την κόρη μου να μαζέψουμε ρίγανη και θυμάρι, να πλατσουρίσουμε στο ποτάμι και να δούμε αν οι γυρίνοι έγιναν βατράχια και τώρα είναι ένας τάφος.
Κλείνω τα μάτια, κλείνει τα μάτια όχι γιατί λείπω από δίπλα του, όχι γιατί λείπει από δίπλα μου… αυτό που λείπει, πια, είναι ο βωμός (στην κυριολεξία) σε μια κουφάλα πλάτανου που βάφτισα το παιδί μου 14 χρόνια πριν και το ξωκλήσι δίπλα του τού 16ου αι., που κεραυνοβολήθηκαν. Λείπουν τα πατρικά των φίλων μας στα βουνά, τα χτήματα που μου έδειξε πώς μαζεύουν το κεράσι, λείπουν τα λευκά κουρτινάκια στ’ ανοιχτά παράθυρα στο σπίτι της θεια-Ρήνας, που τώρα χάσκουν ψυχές βγαλμένες...
Ναι, Adaeus, αυτό έμεινε: Η ΕΛΛΕΙΨΗ…και η σιωπή.
Αυτή η ιστορία με τις μπάλες που πηγαινοέρχονται, έχει μια δυσκολία εν μέσω καλοκαιριού, Adaeusάκο μου, σε περίπτωση που δεν το κατάλαβες. Ο βαθμός δυσκολίας, βέβαια, ποικίλει, γιατί άλλο μια εικονίτσα/μπάλα, που τη στέλνεις στον άλλον (τον ΕΝΑΝ άλλον), ο οποίος γράφει το κειμενάκι του (ή σε γράφει ανάλογα με τη διάθεσή του) και πετά την μπάλα σε έναν, άντε η Νερίνα που είναι λίγο πιο ιδιόρρυθμη την πέταξε σε δυο τρεις) κι άλλο ΔΥΟ κείμενα με ΠΕΝΤΕ παραλήπτες… Πού θα βρεθούν οι πέντε χρυσέ μου, μέσ’ στο κατακαλόκαιρο? Στις ξαπλώστρες είναι όλοι… Κι όσοι ανοίγουν τα λαπτόπια, χρυσά τα πληρώνουν τα βονταφόνια και τα γουίντια, με τη δική σου την προβληματάρα θα ασχολούνται? Κι εγώ σου λέω τους βρήκες (Κουνούπι, Άκη, Έμιλυ, Ναπολέων, Tάσο ακούτε?)... Τα δυο κειμενάκια? ΠΟΥ θα τα βρω τα δυο κειμενάκια?
Υπό αυτές τις συνθήκες, ήταν λογικό …κάτω απ’ τα ρούχα μου να μη χτυπά πια ἡ παιδική μου καρδιά… Σήμερα, αμφιβάλλω αν υπήρξε ποτέ (είτε κάτω είτε πάνω απ’ τα ρούχα μου) αυτή η παιδική καρδιά. Αυτές τις μέρες, είμαι σίγουρη ότι γεννήθηκα, γεννηθήκαμε ενήλικες, σε έναν κόσμο με αποστεγνωμένες καρδιές, σ’ έναν κόσμο που επιτρέπει στις καρδιές μας (στην καρδιά του) μόνο έναν χτύπο άρρυθμο και άκομψο. Βρεθήκαμε να διασχίζουμε τη ζήση μας με μια ήδη γέρικη, κουρασμένη και ανίκανη να αναγνωρίσει και να μην καταστρέψει την ομορφιά καρδιά…
Και (είμαι σίγουρη πια) κάποιοι συνωμοτούν για να λησμονήσω (αν υποθέσουμε ότι κάποτε την έζησα, τη γεύτηκα, την αναγνώρισα) την αγάπη που ‘ναι μόνο αγάπη και ποίηση και μουσική. Να χάσω από μπροστά μου την ομορφιά και το γέλιο. Και το χειρότερο? Συνωμοτούν, ώστε το παιδί μου, βομβαρδισμένο από τις Καρβελοπάνιες (και την αισθητική τους), τους Τριανταευαγγελόπουλους (και τον καταγγελτικό, πολτό τους), τους Πολύδωρογιακουμάτους (και την απολιτική πολιτική τους) τους Κατσικοκαλογερόπουλους (και τις παράνομες χωματερές/δαυλούς τους, τα αυθαίρετα κτίσματα/φυτίλια τους, τα μπαζωμένα ρέματα/δυναμίτες τους κι από κοντά να οι κιτς παραδοσοεκδηλώσεις τους, άρτος και θεάματα για μια επαρχιακή ρωμαϊκή αρένα), τους εμπρηστοαθώους (και την κριτική του καφενείου τους, γιατί σιγά μην πήγαιναν ποτέ να περιπολήσουν στα καμένα, σιγά μην έκαναν αυτοί τη δουλειά της πυροσβεστικής) να μην τη μάθει ποτέ, αυτή την αγάπη που είναι μόνο αγάπη.
Εντάξει, φέτος τη γλιτώσαμε τη ροδακινιά. Και το λιχούδικό μου θα τριγυρνάει πάλι από το δεκαπενταύγουστο από κάτω της, σέρνοντας τον παππού της απ’ το χέρι: Ακόμα παππού? Κανένα δεν έγινε? Γιατί αργούν? Γιατί, γλυκιά μου, είναι αυτή η προσμονή, που τα κάνει τόσο νόστιμα, είναι αυτή η αναμονή κάτω απ’ το δέντρο που κάνει το χρώμα τους τόσο ζωηρό, είναι αυτή η καθυστέρηση που κάνει το ζουμί (που με εκνευριστική συνέπεια λεκιάζει τα τζιν και τα μπλουζάκια σου, καθώς η πρώτη δαγκωνιά σου κόβει το φρούτο στις αρχές του Σεπτέμβρη), τόσο γλυκό. Φέτος, η αγάπη γλίτωσε κρυμμένη στις φυλλωσιές του δέντρου που φύτεψαν χρόνια πριν ο πατέρας κι ο καλός μου...
Ο καλός μου... μ' ένα σώμα παγωμένο, να το κρατώ μέσα στο σκοτάδι του Σαββατόβραδου και με υγρά (κι ας λένε ότι οι άντρες δεν κλαίνε) μόνο τα χρυσαφιά (μα γκρίζα απ’ τον καπνό) μάτια του.
Παρ’ όλο το σβηστό κερί, η νύχτα είναι μέρα καθώς οι φλόγες γλύφουν, ακόμα, όλο το διάσελο κι η αγκαλιά μου δε σαγηνεύει, ούτε καν παρηγορεί. Δεν μπορεί να παρηγορήσει για όλα τα μέρη που εκείνος αγάπησε και μ’ έμαθε να αγαπώ τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια και δεν υπάρχουν πια. Για όλα τα δάση από έλατα, βελανιδιές και αγριομηλιές, που χαθήκαμε με τη μηχανή, με το τζίπ, με τα πόδια και τώρα μένουν σιωπηλά αποκαΐδια. Για το φαράγγι που κατέβαινα στις αρχές του καλοκαιριού με την κόρη μου να μαζέψουμε ρίγανη και θυμάρι, να πλατσουρίσουμε στο ποτάμι και να δούμε αν οι γυρίνοι έγιναν βατράχια και τώρα είναι ένας τάφος.
Κλείνω τα μάτια, κλείνει τα μάτια όχι γιατί λείπω από δίπλα του, όχι γιατί λείπει από δίπλα μου… αυτό που λείπει, πια, είναι ο βωμός (στην κυριολεξία) σε μια κουφάλα πλάτανου που βάφτισα το παιδί μου 14 χρόνια πριν και το ξωκλήσι δίπλα του τού 16ου αι., που κεραυνοβολήθηκαν. Λείπουν τα πατρικά των φίλων μας στα βουνά, τα χτήματα που μου έδειξε πώς μαζεύουν το κεράσι, λείπουν τα λευκά κουρτινάκια στ’ ανοιχτά παράθυρα στο σπίτι της θεια-Ρήνας, που τώρα χάσκουν ψυχές βγαλμένες...
Ναι, Adaeus, αυτό έμεινε: Η ΕΛΛΕΙΨΗ…και η σιωπή.
Αυτή η ιστορία με τις μπάλες που πηγαινοέρχονται, έχει μια δυσκολία εν μέσω καλοκαιριού, Adaeusάκο μου, σε περίπτωση που δεν το κατάλαβες. Ο βαθμός δυσκολίας, βέβαια, ποικίλει, γιατί άλλο μια εικονίτσα/μπάλα, που τη στέλνεις στον άλλον (τον ΕΝΑΝ άλλον), ο οποίος γράφει το κειμενάκι του (ή σε γράφει ανάλογα με τη διάθεσή του) και πετά την μπάλα σε έναν, άντε η Νερίνα που είναι λίγο πιο ιδιόρρυθμη την πέταξε σε δυο τρεις) κι άλλο ΔΥΟ κείμενα με ΠΕΝΤΕ παραλήπτες… Πού θα βρεθούν οι πέντε χρυσέ μου, μέσ’ στο κατακαλόκαιρο? Στις ξαπλώστρες είναι όλοι… Κι όσοι ανοίγουν τα λαπτόπια, χρυσά τα πληρώνουν τα βονταφόνια και τα γουίντια, με τη δική σου την προβληματάρα θα ασχολούνται? Κι εγώ σου λέω τους βρήκες (Κουνούπι, Άκη, Έμιλυ, Ναπολέων, Tάσο ακούτε?)... Τα δυο κειμενάκια? ΠΟΥ θα τα βρω τα δυο κειμενάκια?
Λοιπόν, αν και ο Καβαδίας φάρος στα διαβάσματά μου, θα επιλέξω μια φράση (που νομίζω, αφορά σε όλο το bloggoχωριό) από τον Μπέκετ:
"Μόνο ό,τι έχει ειπωθεί υπάρχει."
και σε στυλ μποντλερικό (που λέει κι ο Καββαδίας) ας σκαρώσω κι εγώ μία φρασούλα:
"Κι αν η φωνή μου χάνεται σε πλήθος λέξεις,
εσύ, ξεριζωμένη αλήθεια κι ομορφιά, να ΄ρχεσαι
μεσ' στην ευτέλεια του λόγου μου κρυμένη..."
Δεν έχω ξανακάνει πρόσκληση σε παιχνίδι, αλλά ελπίζω οι πέντε της παρένθεσης (μέσα στις διακοπές τους ή μετά από αυτές) να βρούν το χρόνο και την επιθυμία...