"H ομορφιά του παρελθόντος είναι το αποτέλεσμα, όχι ο λόγος της νοσταλγίας"
Μ. Foucault
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παιχνίδια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παιχνίδια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Μαΐου 2008

...γράφει πολλά...










Σήμερα το βλόγον φορά τα καλά του γιατί φιλοξενεί την καλύτερη και πιο αγαπημένη φίλη του. Η Jo μου, αποφάσισε να ανταποκριθεί στην πρόσκληση (αν τολμούσε ας έκανε κι αλλιώς, η απειλή κατά την πρόσκλησή της ήτο σαφής) και να παίξει το παιχνιδάκι. Ξέρω ότι οι χειρογραφο συλλέκτες μας θα χαρούν πολύ, αν και οι κανόνες ερμηνεύτηκαν μάλλον χαλαρά στην περίπτωσή της και ξέρω επίσης ότι είμαι περήφανη που τη φιλοξενώ...

Κυριακή 13 Απριλίου 2008

Το βράδυ ετούτο κάρφωσε μ’ επιμονή το νου μου...

Μετά από πρόσκληση του Adaeus σε blogoπαίχνιδο σας παρουσιάζω
Το αλφαβητάρι του σωστού εμμονικού
Αποδεχόμαστε την εμμονή μας και, χαμογελώντας σαν την κουκουβάγια, καμαρώνουμε το ωραιότερο, εξυπνότερο, ευαισθητότερο, χαριτωμενότερο και καλυτερότερο παιδί του κόσμου, το δικό μου!!!!
Βιαζόμαστε να κρύψουμε (από όσους αντιμετωπίζουν με συγκαταβατικότητα τις εμμόνες) το 10ο sms, 12ο τηλέφωνο και 4ο e-mail της ημέρας σε (και από) αυτόν που αξεδιάλυτα (αν και αγνοώντας σε τι περιπέτεια έμπαινε) έδεσε τη ζωή του μαζί μου για πάντα...
Γελάμε με τις εμμονές μας (και καλά αυτοσαρκαζόμενοι) μπροστά στους άλλους και, μόλις στρίψουν την πλάτη τους, τρέχουμε να ξαναβάλουμε το βιβλίο που ακούμπησαν στη σωστή (και με βιβλιοθηκονομική λογική και επιμέλεια επιλεγμένη) θέση του (κατά ήπειρο – χώρα – θέμα – συγγραφέα) για να ξέρω πού (κι ας μη χρειάστηκε τα τελευταία είκοσι χρόνια) να ψάξω...
Διαχωρίζουμε την εμμονή από την (ωφέλιμη) συνήθεια και έτσι συνεχίζουμε να κουβαλάμε πάντα στην τσάντα μας ένα βιβλίο (τώρα πια και γυαλιά πρεσβυωπίας) το οποίο ανοίγω, όπου ξέρω ότι θα παραμείνω πάνω από πέντε λεπτά, χωρίς να κατηγορηθώ για εμμονική....
Εμμονή χωρίς φοβία δε νοείται και γι αυτό είναι νομιμοποιημένο να κλείνω όλες τις σίτες όταν οι μπαλκονόπορτες είναι ανοιχτές, ώστε να μην εισβάλλει στο σπίτι κανένα φτερωτό μεγέθους μεγαλυτέρου του κουνουπιού, καλώ τους γείτονες σε βοήθεια επί τη εμφανίσει μιας νυχτοπεταλούδας (όχι ότι οι άλλες τυγχάνουν καλύτερης υποδοχής), τηλεφωνώ στον Μ. μες στη νύχτα να αντιμετωπίσει (πιθανά με ξόρκια, γιατί η φυσική του παρέμβαση είναι προφανώς αδύνατη) τον κατσαριδοεισβολέα και εκκενώνουμε το σπίτι στα Σ. με την αρωγή της Πυροσβεστική κατά την ανακάλυψη σκορπιού (μπρρρρρρ!)...
Ζηλεύουμε τους ανθρώπους που (χρησιμοποιώντας είκοσι χρόνια τον ίδιο χαρτοκόπτη, πέφτοντας από την ίδια πλευρά στο κρεβάτι τους) δεν έχουν εμμονές...
Ηθικότροπες προτροπές γύρω από τις εμμονές δε γίνονται δεκτές ως επιχειρήματα και δε δημιουργούν ηθικά ή οντολογικά εμπόδια στο να χτενίζω τον Θέμο κάθε φορά που βρίσκω μια τούφα του στο χαλί...
Θεσπίζουμε ένα θεωρητικό πλαίσιο μέσα στο οποίο να μπορεί να ευσταθεί ως έλλογη ερμηνεία η αναγκαιότητα ενημέρωσης, που με ωθεί να διαβάζω όλα τα ειδησεογραφικά sites να αγοράζω μια συντηρητική και μια (λέμε τώρα) προοδευτική εφημερίδα κάθε μέρα και τρεις (ενίοτε τέσσερις) εφημερίδες κάθε Σάββατοκύριακο (που φυσικά δεν προλαβαίνουμε να διαβάσουμε ολοκληρωμένα)...
Ίσως (λέω ίσως) να είναι αλήθεια εμμονή το ακριβώς παραπάνω και «διαβάζω ολοκληρωμένα» την εφημερίδα δεν σημαίνει διαβάζω ως και τα εφημερεύοντα φαρμακεία, τις ανακοινώσεις των νικητών των διαφημιστικών διαγωνισμών ακόμα και το νούμερο των σελίδων...
Καταγράφουμε ενδελεχώς και με ειλικρίνεια όλα αυτά, που αργότερα θα καταπολεμήσουμε ως εμμονές, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά το συγκεκριμένο ροζ μπικ μηχανικό μολυβάκι (το οποίο κράτησα ως αναμνηστικό από σετ των τριών) που αγόρασα στη Ν. όταν πρωτοπήγε στην Α΄ Δημοτικού και παθαίνω κρίσεις υστερίας όταν δεν βρίσκω...
Λαμβάνοντας σοβαρά υπ’ όψη μας τις ψυχοθεραπευτικές διαστάσεις των εμμονών, παραβλέπουμε το οικολογικό έγκλημα και δικαιολογούμε το ότι αφήνω το νερό στο βραδινό ντους να τρέχει επάνω μου μέχρι να αδειάσει ο ηλιακός, διώχνοντας όλη την ένταση της ημέρας, αλλιώς είναι αδύνατο να κοιμηθώ...
Μαντεύουμε πάντα το κακόβουλο σχόλιο, που θα κάνουν όσοι ταυτίζουν την εμμονή με το συναισθηματικό δέσιμο, οπότε τους απαγορεύω να σχολιάζουν και να μιλούν απαξιωτικά για τις παπακομηχανικές επιδόσεις του Ριχάρδου και την άρνησή μου να τον αποσύρω από την κυκλοφορία...
Νομίζω ότι έχω φτάσει στη μέση, άρα πρέπει απαραιτήτως να επανελέγξω ώστε να διορθώσω ότι έχω γράψει ως τώρα, που θα το ξαναελέγξω στο τέλος ώστε να κάνω τις λειτουργικά απαραίτητες μετατροπές, και (φυσικά) θα το ξανακοιτάξω αφού το αναρτήσω ώστε να εντοπίσω τις ατέλειες και τα προβληματικά σημεία του κειμένου ώστε να μπω στην επεξεργασία και να τα βελτιώσω, ενώ σε μια δεύτερη και τρίτη ανάγνωση της διορθωμένης ανάρτησης θα ανακαλύψω πόσα λινκ ξέχασα ώστε να επιστρέψω στην επεξεργασία και να τα προσθέσω...
Ξεχνάμε (κατ' εξαίρεση) την εμμονή μας για χάρη ενός ανώτερου στόχου και αγοράζουμε μια μετάφραση/απόδοση, έστω και αν δεν υπάρχει το πρωτότυπο στην αριστερή σελίδα, ώστε να ακούσω το Λόρκα μέσα από το στόμα του Γκάτσου να λέει:
«... Καιγόμουνα, ήμουν γιομάτη πληγές και απομέσα κι απόξω, κι ο γιος σού ήτανε μια σταλιά νερό κι εγώ από κείνη τη σταλιά τα καρτέραγα όλα, γή, χώμα, παιδιά, ευτυχία. Αλλά ό άλλος ήταν ένα ποτάμι σκοτεινό γιομάτο κλαριά, που ερχόταν κοντά μου βουίζοντας και τραγουδώντας μουρμουριστά ανάμεσα στα καλάμια...»

Ορκιζόμαστε σε κάθε ευκαιρία ότι θα ξεπεράσουμε τις εμμονές, αλλά μην ονομάζουμε και εμμονές τα πάντα, ακόμη και τη σωστή σειρά των κουκλομαξιλαριών στο κρεβάτι της Ν., που μονίμως βάζει λάθος ο Μ., αναγκάζοντάς με μετά να διορθώνω τη σειρά μεγέθους και σχήματος με τελευταίο το φίδι και το καβούρι...
Προσεταιρίζομαστε άτομα με ίδιες ή παρεμφερείς απόψεις και έτσι δημιουργούμε ένα πεδίο όπου είναι απόλυτα φυσιολογικό και καθόλου εμμονικό το ότι είναι αδύνατο να καπνίσω όταν κάθομαι στον υπολογιστή κι έτσι κάνω άνα εικοσάλεπτο, τέταρτο, δεκάλεπτο διάλειμμα για να στρίψω τσιγάρο...
Ρισκάρουμε ακόμη και την αντιπάθεια όλων προσπαθώντας να υπερασπιστούμε τις εμμονές μας όταν αυτές εμπλέκονται με τα κοινωνικά πρότυπα και επιμένω να επιβάλω την παρουσία μου σε αντροπαρέες που βλέπουν ποδόσφαιροβολλεϋομπασκετοααγώνες, να έχω άποψη και να κάνω και σχόλια...
Σύμβουλεύουμε τους νεώτερους να αποφεύγουν την εμμονική ενασχόληση 24 ώρες το 24ώρο με τη γραφή και τον σχολιασμό στα μπλόγκα φίλων και εχθρών αφού στο κάτω, κάτω βρε αδερφέ δεν είναι και απαραίτητο να απαντώ και στην παραμικρότερη αιτίαση ή να υπερασπίζομαι μέχρι τέλους τη θέση μου σε δικά, φίλια και εχθρικά βλόγα....
Τονίζουμε ότι άλλο εμμονή και άλλο θρησκευτική προσήλωση στα ιερά και όσια, δίνοντας τους να καταλάβουν ότι ο Θρύλος ΔΕΝ είναι εμμονή, είναι ΘΡΗΣΚΕΙΑ...
Υποψιαζόμαστε ότι όλοι έχουν αντιληφθεί την εμμονή μας και επιτήδες αφήνουν ένα ντουλάπι ανοιχτό για να γελάνε όταν (αφού ζητήσω επανειλημμένα από τον κοντινότερο, που κάνει ότι δεν ακούει, να το κλείσει) σηκώνομαι και το κλείνω μόνη μου σειχτηρίζοντας...
Φανταζόμαστε ότι χωρίς εμμονές η ζωή μας θα ήταν τόσο ανούσια σα να μην ακούγεται συνέχεια η μουσική το σπίτι μου, σαν να μην μπορώ να ακούσω κάθε μέρα όπερα, και για να συνέλθω από το σοκ βάζω να ξανακούσω για άλλη μια φορά το Abdelazar suite...
Χτίζουμε με προσοχή το προφίλ του εμμονικού αφήνοντας να διαφανούν μόνο οι εμμονές που είναι κοινωνικά αποδεκτές, ενώ επιμελώς αποκρύπτουμε ότι αδυνατώ να φτιάξω φαγητό με κρέμα γάλακτος χωρίς να πιω τη μισή από το κουτί, κερδίζοντας κιλά, χάνοντας χρήματα και κάνοντας τον Μ. να απορεί πόσο πολύ εξατμίζεται η κρέμα γάλακτος κατά το μαγείρεμα....
Ψάχνουμε έναν τρόπο να υπερβούμε τις εμμονές που βλάπτουν, και κάποια στιγμή ξεπερνώντας την απέχθειά μου για την πρακτική (ειδικά με τους κλασικούς Έλληνες συγγραφείς) της ΕΣΤΙΑΣ και άλλων εκδοτικών οίκων, να εκδίδουν (χωρίς να υπάρχει θεματολογικός –τριλογία ή οντολογικός –όγκος) σε δυο ή τρεις τόμους βιβλία και να διαβάσω τους δυο τόμους του Γιούγκερμαν ή τους έξι τόμους της τριλογίας των Πανθέων (δλδ, αν είχε τα δικαιώματα, σε πόσους τόμους θα εξέδιδε τον Οδυσσέα του Joyce??) ή οποιοδήποτε άλλο έργο (σε παραπάνω από έναν τόμο) που τόσα χρόνια ΔΕΝ έχω διαβάσει...
Ώρες είναι να ισχυριστείτε πως έχω υπερβολικά πολλές εμμονές η χειρότερη εκ των οποίων είναι τα μακροσκελή κείμενα κι έτσι ο sandman και η gatti αρνηθούν να ανταποκριθούν στην πρόσκλησή μου...

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2008

...ωχ......

Με βρήκατε στην υποχρεωτική χιονοαργία και με εκμεταλλεύεστε... Αλλά χαλάλι σας/σου Sandman (για να γίνομαι πιο σαφής και για να ξέρουν όλοι ότι η δική σου πρόσκληση είναι η αιτία που ταλαιπωρούνται...)

Λοιπόν βήμα πρώτον: Απλώνω το χέρι μου ακριβώς δίπλα μου και πάνω στο πολυμηχάνημα (το οποίο παρεμπιπτόντως αρνείται να επικοινωνήσει με τον υπολογιστή και έτσι ο μόνος ρόλος του πια -τουλάχιστον μέχρι να έρθει ο συνήθης σωτήρας μου ο Γ.- είναι του ραφιού/βιβλιοαποθήκης) βρίσκω το πάνω πάνω βιβλίο....

Βήμα δεύτερον: Το ανοίγω στη σελίδα 123 (τι χαρά καινούργιο κεφάλαιο το 11, ζευγάρια του άσσου, με εντελώς ύπουλο τίτλο: la douceur des peines... Τι σημαίνει? Ας πούμε η ηδύτης των ποινών...)

Βήμα τρίτον: πάω στην πέμπτη πρόταση.... και την περιφρονώ, τη χρησιμοποιώ ως σημείο για να ορίσω τις επόμενες τρεις (η μοίρα του ενδιαμέσου: χωρίς αυτόν δε γίνεται τίποτα, αλλά στο τέλος κανείς δεν μπορεί να θυμηθεί ποιος ακριβώς ήταν)

Βήμα τέταρτον: αντιγράφω τις τρεις επόμενες (έκτη, έβδομη και όγδοη) προτάσεις (Ξύνω το κεφάλι μου... Ο όρος του παιχνιδιού λέει από τελεία σε τελεία. Ναι... Αλλά αν ενδιάμεσα υπάρχουν άνω και κάτω τελείες, οπως εδώ? αν υπάρχουν αποσιωπητικά? αν υπάρχει πρόταση σε εισαγωγικά? Προκρίνω τη λύση που με βολεύει. Η πρόταση με τις άνω τελείες αφού δεν έχει κεφαλαίο ΔΕΝ θεωρείται πρόταση, αυτή όμως μέσα στα εισαγωγικά μετράει ως πρόταση - αφού κοιτώντας την επομενη διαπιστώνω ότι είναι από τις αγαπημένες του συγγραφέα... Τεράστια, με άπειρα κόμματα και άνω τελείες, παρεκβάσεις και παρενθέσεις... α πα πα πα!)

Trouver pour un crime le châtiment qui convient, c’est trouver le désavantage dont l’idée soit telle qu’elle rende définitivement sans attrait l’idée d’un méfait. Art des énergies qui se combattent, art des images qui s’associent, fabrication de liaisons stables qui défient le temps : il s’agit de constituer des couples de représentation à valeurs opposées, d’instaurer des différences quantitatives entre les forces en présence d’ établir un jeu de signes-obstacles qui puissent soumettre le mouvement des forces à un rapport de pouvoir. « Que l’idée de supplice soit toujours présente au cœur de l’homme faible et domine le sentiment qui le pousse au crime »

Ωραίαααααα! Άντε και το αντέγραψα... Τι λέει? Να το αφήσω αμετάφραστο? θα με πουν ψώνιο, που νομίζω ότι όλοι αντιλαμβάνονται την γαλλικήν... Να το μεταφράσω? θα με πούν επιδειξία γνώσεων... Μιλάμε για εντελώς lose lose κατάσταση... αποφασίζω να αποδεχτώ το δεύτερο σκώμμα και το μεταφράζω ή μάλλον το αποδίδω (διότι θυμηθείτε: η μετάφραση είναι σαν τη γυναίκα. Όσο ωραιότερη τόσο λιγότερο πιστή -να βρε! γι αυτό εγώ είμαι πιστή, ως Πηνελόπη μη σου πω...)

Το να βρεθεί για ένα έγκλημα η αρμόζουσα τιμωρία, έγκειται στο να βρεθεί εκείνο το μειονέκτημα του οποίου η ιδέα είναι τέτοια ώστε να αποστερεί οριστικά από την ιδέα του αδικήματος τα θέλγητρα της. Είναι μια τέχνη αλληλοσυγκρουόμενων ενεργειών, τέχνη συνδεόμενων εικόνων, δόμηση σταθερών συνδέσμων που να περιφρονούν το χρόνο: συνίσταται στη δημιουργία αναπαραστατικών εικόνων με αντιτιθέμενες αξίες, στην καθιέρωση ποσοτικών διαφορών ανάμεσα στις υπάρχουσες δυνάμεις, στην εγκατάσταση ενός παιχνιδιού σημείων-εμποδίων που μπορούν να υποβάλουν την κίνηση των δυνάμεων στον συσχετισμό της εξουσίας. «Ότι η ιδέα της τιμωρίας είναι πάντα παρούσα στην καρδιά του αδύναμου ανθρώπου εξουσιάζοντας το συναίσθημα που τον ωθεί στο έγκλημα»

Άντε και το μετέφρασα... Τι θέλει όμως να πει ο ποιητής? Η αρχική μου σκέψη είναι να σας κάνω μια ανάλυση περί τιμωρίας, επιτήρησης και εξουσίας, για να το σκεφτεί πολυυυυυυυ καλά ο Sandman (ή οποίος άλλος θελήσει) πριν να με ξανακαλέσει σε blogoπαίχνιδο, αλλά λυπάμαι τους αποδέλοιπους. Έτσι θα προσπαθήσω να το νοηματοδοτήσω ώστε να μην παραμείνει ένα ακατανόητο, άρα απωθητικό κείμενο στο blog μου, αλλά πολύ συνοπτικά ώστε να μην προσθέσω και μια ακατανόητη ανάλυση επιπλέον...

Μη νομίζετε, δε, ότι ξέχασα τον τίτλο του βιβλίου... απλώς σας τον κρατούσα για το τέλος... για να μη μου τρομάξετε από την αρχή.... Ειναι το Surveiller et Punir (από τους Φουκούς μου, που λέει και η αγαπημένη μου Α. όταν με πειράζει επειδή, πραγματικά, όπου και να απλώσεις το χέρι σου σ' αυτό το σπίτι σε έναν ρημαδο Foucault θα πέσεις, όχι τόσο γιατί είναι πολλοί -οι Φουκοί- αλλά επειδή εγώ είμαι τσαπατσούλα....) τι σημαίνει? ας πούμε... επιτήρηση και τιμωρία... και πραγματεύεται ακριβώς αυτό το πολύπλοκο (που εμείς θεωρούμε αυτονόητο, χωρίς να είναι) ερώτημα: τι είναι έγκλημα? και πώς τιμωρείται?

Ο καλός παππούς Foucault, σ' αυτό το κεφάλαιο και μ' αυτές τις σειρές, ανοίγει το ζήτημα της εξουσίας που υφίσταται στον ορισμό του τι είναι έγκλημα και του ποια είναι η δέουσα ποινή Πρεσβεύει ότι το πρώτο βήμα ορισμού και αντιστοίχισης είναι να αφαιρεθεί από την πράξη η ιδεολογία που της επιτρέπει να τελείται και παράλληλα η συνέπεια να είναι τέτοια ώστε η παραβατικότητα να καθίσταται ασύμφορη. Η εξουσία (είτε με τη μορφή του κράτους, είτε με τη μορφή των θεσμών και των μηχανισμών) επιτυγχάνει τον ορισμό του σύστήματος έγκλημα-τιμωρία μέσα από τη δημιουργία ενός συστήματος αλληλοσυγκρουόμενων εικόνων (καλό-κακό, σωστό-λάθος), διαφοροποιήσεων ανάμεσα στις δυνάμεις (το θετικό είναι ισχυρότερη δύναμη, το αρνητικό λιγότερο ισχυρή, το αίσθημα ηθικότητας είναι εντονότερο-η ανηθικότητα είναι υποτασσόμενη δύναμη) και της κινητοποίησής τους ανάλογα με τις επιθυμίες της (καθώς αυθαίρετα ορίζει αυτό το κακό και το καλό, το σωστό και το λάθος το θετικό και το αρνητικό). Η βασική δε νομιμοποίηση της εγκαθίδρυσης του συστήματος πρόερχεται από την επιβολή της θρησκειοψυχαναλυτικής προσέγγισης ότι ο φόβος και η γνώση της τιμωρίας είναι εμπεδωμένα στο άτομο ώστε να τον καθοδηγούν στο να αποφύγει ή να αποπειραθεί (και συνήθως να αποκρύψει) το έγκλημα.

Σταματώ εδώ, γιατί ξαφνικά έχω την αίσθηση ότι αυτό που έγραψα εγώ είναι πιο δυσνόητο ακόμα κι από αυτό που έγραψε ο σοφός μακαρίτης διανοητής και κρίμα είναι... Και περνώ στο πέμπτο και αγαπημένο μου βήμα... Αν και ο Sandman με πρόλαβε και έδωσε πάσα στη ritsmas (η οποία κάθολου δε με απογοήτευσε, δε θα μπορούσε να διαβάζει κάτι άλλο) υπάρχουν ένα σωρό άλλοι για τις αναγνωστικές συνήθειες των οποίων είμαι περίεργη κι έτσι οι πέντε πρώτοι που μου έρχονται στο μυαλό (ο αγαπημένος μου adaeus, που τη γλίτωσε στο προηγούμενο παιχνίδι, η απρόσμενη single mamma, η χειμαρρώδης just me, o σκωπτικός Alexis B και ο νεοφερμένος menteur) δεν είναι δύσκολη επιλογή (το αν θα ανταποκριθούν, είναι μια άλλη θλιβερή ιστορία -και γι αυτούς και για μένα!)


Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2008

...ωραίος καιρός για ποίηση...

Fresco
Ο Fra Giovani σιωπηλός οδήγαε τη γραφίδα
το αγγελικό σου πρόσωπο χυμένο στη σπουδή
Ορθός ο δούλος δίπλα σας, μακρύς σα νεροφίδα
έτριβε τ' αγια χρώματα σε πέτρινο γουδί

Όργανο σε ξεχάσανε σε ποια κλειστή ροτόντα,
που δεν την ελειτούργησε λιβάνι και παπάς?
Από νωρίς ξεχάστηκες τους βιαστικούς ρωτώντας.
Όθε αγαπάς νυχτώθηκες, μπαίνεις και δε χτυπάς

Σκουφί, σωκάρδι βυσσινί φορώ, μακρύ στιλέτο.
Χρυσόβουλη βαστάω γραφή κι ένα πουγγί φλουριά.
Σκύβεις, κοιτάζεις το νερό που ρέει στο καναλέτο,
γυρνάς, διώχνεις το δούλο σου και σβήνεις τα κεριά.

Άσχημος είμαι, Αμαρτωλός, σε φρέσκο του Ανωνύμου
χυμένο είναι το μάτι μου με χτύπημα σφυριού,
τ' αυτί κομμένο κι έχασα μια νύχτα τη φωνή μου
στη ναυμαχία του Μισιριού.

Κι αυτός ωραίος όπως εσύ, ψηλός, porca miseria!
το σχήμα του κρύβει λαμπρή πολεμική στολή.
Χαϊδεύει τα δυο χέρια σου, τα ευλογημένα χέρια,
πέφτει το ράσο του ο σταυρός γλιστράει και σε φιλεί

Με το καράβι του Θησέα σ' αφήσαμε στη Νάξο.
Γυμνή, μ' ένα στα πόδια σου θαλασσινό σκουτί.
Σε ποιες σπηλιές εκρύφτηκες και πως να σε φωνάξω?
Κοστάρω κι όλο με τραβά μακριά το καραντί.

Ένα κοπάδι ελέφαντες, μαϊμούδες και καμήλες
σου κουβαλούσαν σε μακρύ ποντόνι τα προικιά.
Μα τάπιε ανεμορούφουλας απέξω από τις Μύλες
και ξέστρωσες το νυφικό κρεβάτι σου Θιακιά.
(Ν.Καββαδίας Τραβέρσο 1975)

Δε χρειάστηκε να το σκεφτώ πολύ όταν ο Sandman με κάλεσε στο blogoπαίχνιδο: γράψε το αγαπημένο σου ποίημα. Μπορεί να περιπλανήθηκα στα blog όσων έπαιξαν πριν από μένα, να συνάντησα από αθώα τρίστιχα ως σαγηνευτικές και επίμοχθες στιχοπλοκές, μπορεί να ζήλεψα κάποιους/ες, όχι τόσο για τις επιλογές τους, όσο γιατί είχαν τέτοια πανέμορφα ποίηματα (που εγώ πρώτη φορά άκουγα όπως το ποίημα του Gaiman που ανάρτησε το Elafini ως αφιέρωση στον Sandman) και μπορούσαν να ονειρευτούν, μπορεί κατά καιρούς να περνάω διάφορες ποιητικές φάσεις (καθ' ότι καταναλώνω την ποίηση με ρυθμούς φαστ φουντ, και επιστρέφοντας σχεδόν ψυχαναγκαστικά σε πράγματα που έχω ξαναδιαβάσει και μου φαίνεται ότι κάπου τα θυμήθηκα), αλλά ούτε στιγμή δεν αμφιταλαντεύτηκα... Το fresco είναι το αγαπημένο μου ποίημα ...
(αυτό το γράφω Κυριακή βράδυ, αφού ξέχασα,μεσ' στη φούρια μου ν' ανεβάσω το ποστάκι και να φύγω για τας εξοχάς, ότι πρέπει (άσε που θέλω κι όλας...) να προσκαλέσω κάποιον στο blogoπαίχνιδο. Θα ήθελα λοιπόν να προσκαλέσω στο παιχνίδι τη Μετεωρίτη - καθυστερημένο δώρο για τα γενέθλιά της, τον Navigator -που μόλις επέστρεψε για να μου θυμίσει ότι λατρεύω τη δική του ποίηση- τον Άκη, για να τον προκαλέσω να ξαραχνιάσει το blog του και την Afrodiet, γιατί εμείς οι γάβροι-τι τα θέτε- είμαστε σέχτα....)

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2007

...Περί Logoτυπων....

Εδώ και μερικές μέρες ο Sandman με κάλεσε σε ένα παιχνίδι:
Που θα ήθελες να δεις το Logo σου?
Όσο κι αν η ερώτηση φαίνεται αθώα, κρύβει (αμέσως μετά από το τελευταίο γραμματάκι της) μια τεράστια χαράδρα αναρωτήσεων στην οποία κινδυνεύεις να πέσεις....
Τι είναι το Logo (όχι στη φυσική του αλλά στην μετα-διάστασή του)?
Μήπως "θέλω να δω", σημαίνει θέλω να κάνω μια δήλωση για εμένα στους άλλους?
Το παιχνίδι αυτό πόσο αφορά στα όρια που ονειρευόμαστε να ξεπεράσουμε αλλά φοβούμενοι τις πληγές τις δικές μας (ίσως και των άλλων) παραμένουμε να κοιτάζουμε διστακτικά???
Η λογοτυπική αυτή έκθεση αφορά όχι μόνο στους φίλους μου κι εμένα αλλά και σε όλους όσους έχουν πρόσβαση στον blogoχώρο μου... Θέλω όλα αυτά τα (αδιάκριτα) μάτια, να κοιτούν το ξεγύμνωμα ενός (έστω και ελάχιστου) κομματιού από την ψυχή μου?
Αυτή η λογοτυπική αλυσίδα, χρησιμεύει στο να γνωρίσουμε ο ένας τον άλλο ή απλώς όλοι θα αναζητήσουμε έναν τρόπο να ξεπεράσουμε τους άλλους σε πρωτότυπες ιδέες και άψογη εκτέλεση?
Κι εκεί που τα ερωτήματα με κατακλύζαν και αγχωνόμουν γιατί περνούσε κι ο καιρός (αν σε καλούν για καφέ δεν πας για after), ξέσπασε μια απρόσμενη διαφωνία στο προηγούμενο post για τον Ριχάρδο και είδα το φως το αληθινό....
Τα ερωτήματά μου δεν ήταν παρά εκφράσεις του Ναρκισισμού μου.... Στην πραγματικότητα απλώς κωλυσιεργούσα γιατί είμαι μια αδέξια με τα υπολογιστικά προγράμματα γενικώς και με τα προγράμματα επεξεργασίας εικόνας ακόμα περισσότερο. Αρνιόμουν να ανεβάσω ποστάκι γιατί ήξερα ότι δε θα μπορούσα να συναγωνιστώ ούτε την τεχνική αρτιότητα των Sandman και Ίνδικτου, ούτε την πρωτοτυπία των θεμάτων που συνάντησα στα περισσότερα blogα που συμμετείχαν στο παιχνίδι και με μαζοχιστική ικανοποίηση επισκεπτόμουν...
Κι έτσι για άλλη μια φορά η ζωή έδωσε τη λύση στα διλήμματα και τα ερωτήματα: Δεν ήταν ζήτημα που ΗΘΕΛΑ να δω το logo μου, ήταν που ΕΠΡΕΠΕ να το δω....
στην προσωπογραφία μου, δια χειρός Νταλί...

Υ.Γ. Καθώς ετοιμαζόμουν να κλείσω αυτό το ποστ και έβαλα την προεπισκόπηση για να δω τι έχω γράψει και τι λινκ θα βάλω, διαπίστωσα οτι (προς χαρά μεγάλη του Ίνδικτου και της Just me) δεν υπάρχει καμια αναφορά σε κανέναν φιλοσοφοκοινωνιολογοδιανοούμενο και μου ΄ρθε στο μυαλό ένα σχόλιο του Ίνδικτου, για ένα βιβλίο που θα έπρεπε να έχει το logo μου, όπου άφηνε για μένα υπονοούμενα (δλδ, όχι και τόσο υπονοούμενα, ξεκάθαρα το έλεγε ο -υποθέτω- χριστιανός) ότι κοιμάμαι με τον Foucault στο μαξιλάρι μου και ξυπνώ με τον Bergson στο μυαλό μου.... Επειδή όμως, στην (απλή και καθόλου σκληρή) πραγματικότητα μου... κοιμάμαι (συνήθως) με τον καλό μου και ξυπνάω (από τις φωνές του καμαριού μου) με την ουρά του Θέμου στο πρόσωπό μου, το μοναδικό βιβλίο όπου θα ήθελα να δω το logo μου είναι αυτό:
όπου θεωρώ ότι οι ήρωες ζουν τον απόλυτο έρωτα...

Υ.Γ. 2 Τώρα τι μου ΄ρθε στο μυαλό? Ότι κανένας (μυθιστορηματικός ή μη) έρωτας δεν είναι απόλυτος αν δεν υπάρξει η κρίση της παρέκκλισης, του παιχνιδιού, της αμαρτωλής φαντασίωσης και (ευκταία) υλοποίησης. Οπότε, καλό θα ήταν να έβαζα το logo μου ΚΑΙ εδώ:
διότι αν είναι να αμαρτήσεις ε... να αξίζει τον κόπο...

Υ.Γ.3 Όπως κάθε φορά που τελειώνει ο ρόλος μου σε κάποιο παιχνίδι, προβληματίζομαι για το σε ποιον/α (που θα έχει διάθεση και δε θα αισθανθεί άβολα) συνblogίτη/ίσα θα περάσω τη μπάλλα. Ειδικά αυτά τα παιχνίδια-πυραμίδες (με πολλαπλούς παραλήπτες) παρουσιάζουν την ειδική δυσκολία ότι δεν ξέρεις αν αυτός που θέλεις να καλέσεις έχει ήδη δεχτεί πρόσκληση. Εγώ πάντως δεν μπορώ παρά να απευθύνω την πρόσκληση στον (σύνηθες θύμα των ιδιοτροπιών μου) Adaeus, στην (πρώτη που με κάλεσε σε παιχνίδι) Νερίνα, στον (συνοπερόφιλο) Farinelli στην (αμφίθυμη απέναντι στο επερχόμενο εορταστικό πνεύμα) Just me και στην (συν-γαβρίνα) Afrodiet

Υ.Γ.4 όποιος/α έχει λάβει και απ' άλλού πρόσληση παρακαλώ να πιστέψει στην καλή μου πρόθεση και την καλοπροαίρετη άγνοιά μου...

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2007

...Ελλάδα Βοσνία 3-2







Στην αρχή όλα πάνε μια χαρά. Μάλλον είναι θέμα μεγέθους (είμαι μικροσκοπική και δε γίνομαι εύκολα αντιληπτή). Δυστυχώς δεν είμαι και μουγκή (κάθε άλλο μάλιστα, λαλίστατη η χρυσή σας!) οπότε αναπόφευκτα θ’ ανοίξω το στόμα μου, λέγοντας κάτι όπως ρεεεε! ή ουάου! και νομοτελειακά έχει έρθει η στιγμή της κρίσης (Πού να τολμήσω κι ολόκληρη λέξη: όπως φάουλ, οφ σάιντ, γκοοοοολ!)….
Στην αρχή ψάχνουν να εντοπίσουν τη φωνή (έχουν ακόμα μια ελπίδα ότι κάνουν λάθος) μετά ακολουθεί μια παγωμένη σιωπή (όπου συνήθως εγώ εκνευρίζομαι και λέω το χαρακτηριστικό – και ευφράδες – «ε, τι?»). Η επόμενη φάση περιλαμβάνει το σούσουρο και τον ψίθυρο... Κάποιοι οικτίρουν τον καλό μου που του κατσικώνομαι ακόμη και στ’ αθλητικά (οι υπόλοιποι τον οικτίρουν έτσι κι αλλιώς που του προέκυψα γενικώς). Τέλος περνάμε στα μεγαλόφωνα σεξιστικά σχόλια (και υπ’ όψην, οι φίλοι μας είναι, όπως λέει και ο Bourdieu, κάτοχοι ενός σχετικά υψηλού κοινωνικού και πολιτισμικού κεφαλαίου) γύρω από την ανικανότητα του εγκεφάλου της γυναίκας να αντιληφθεί τη λογική του αθλήματος (ξεκινάμε με το ότι η μπάλα είναι στρογγυλή), τη φυσική αδυναμία της να παρακολουθήσει το παιχνίδι (γιατί ο κύριος με τα κίτρινα δεν παίρνει την μπάλα?) και γενικά την ασυμβατότητα των όρων φίλαθλος και γυναίκα (ο Γκατούσο δεν είναι ιταλική τσάντα, είναι ποδοσφαιριστής). Οι φίλοι μου (και όχι μόνο) θεωρούν ότι οι όροι άθλημα και θηλυκό αυτοναιρούνται, ειδικά όταν πρόκειται για άθλημα παραδοσιακά (ότι και να σημαίνει αυτό) ανδρικό, όπως το μπάσκετ, το χάντμπολ ή το πόλο και ακόμα χειρότερα το ποδόσφαιρο Φόρμουλα 1 είναι απαγορευμένη λέξη).
Ε, τι να κάνουμε τώρα? Ομολογώ (και τύπτομαι) είμαι ένα αντιφατικό πλάσμα. Από τη μια λατρεύω να κλαίω στην όπερα και από την άλλη τρελαίνομαι για βίαια αθλήματα με γρήγορες εναλλαγές, όπως το kick-boxing, το ice-hockey, και λατρεύω το ποδόσφαιρο. Δυστυχώς τα αποδεκτά για γυναίκες αθλήματα όπως το βόλεϊ, το τένις ή οι καταδύσεις με καμία σωματική επαφή ανάμεσα στους παίκτες δε μ’ ενθουσιάζουν καθόλου.
Ε, τι να γίνει? Από τη μια στήνομαι στις ουρές με τις ώρες να βρω εισιτήρια για μπαλέτα και πρωτοποριακές ομάδες χορού και από την άλλη φανατίζομαι με μηχανοκίνητα αθλήματα, όπως η Formula1 και το MotoGP ή αθλήματα με έντονη σωματική προσπάθεια όπως η ελληνορωμαϊκή ή η κωπηλασία. Και με αφήνουν παγερά αδιάφορη τα αθλήματα που υμνούν τη χάρη και την αρμονία όπως η ρυθμική αγωνιστική γυμναστική ή το πατινάζ στον πάγο.
Έχω αναρωτηθεί άπειρες φορές και ήρθε η ώρα να εκφράσω και δημόσια την απορία μου:
Για ποιο λόγο δημιουργώ τέτοια αμηχανία στους συν-θεατές μου και (είναι σίγουρο) προβληματίζω τους παραγωγούς του αθλητικού θεάματος και των αθλητικών εκπομπών (έχετε προσέξει κάτι διαφημίσεις για αφρολουτρομακιγιάζ που κάνουν δειλά την εμφάνισή τους ανάμεσα σε αυτοκινητοξυριστικόεργαλεία και ουισκομπυρομηχανές? Ε, σε μένα απευθύνονται) ενώ κάνω τον Ντε Κουμπερτέν (που ήθελε - σοφά και φαλλοκρατικά σκεπτόμενος - μετά την απαγόρευση της συμμετοχής αθλητριών, να απαγορέψει την είσοδο ΚΑΙ των θεατριών στο γήπεδο) να γυρίζει στον τάφο του????
Η αλήθεια είναι ότι ο αθλητισμός (και ειδικά ο αγωνιστικός ομαδικός) απαιτεί την αποδοχή και τη συμμόρφωση με τους κανόνες (διαιτητή άρχοντα του αγώνα!!) και την καθεστηκυία τάξη (Ρεχάγκελ θεέ!) για την επίτευξη του τελικού στόχου, που δεν είναι άλλος από τη νίκη (πόνεσε η τριάρα Μουσλίμοβιτς?). Άρα, μήπως η διάρρηξη ενός στερεότυπου έστω και αυτό του θεατή (η εισαγωγή της γυναίκας ως θεατή) δημιουργεί σοβαρές ανατροπές στη νοηματοδότηση του αθλήματος, κάνοντας αμφίβολη τη νίκη?
Κι ενώ στους φιλάθλους των ομάδων (ειδικά του ποδοσφαίρου) δημιουργείται το αίσθημα του ανήκειν σε μια κοινότητα, μήπως η συμπερίληψη της γυναίκας σε αυτή την κοινότητα είναι αδιανόητη αφού οι γυναίκες (από την Ελένη της Τροίας ως την Ελένη Λουκά) είναι ένας συνεχής κίνδυνος στην αρραγή ενότητα της κοινότητας?
Σ’ αυτή την κοινότητα της αθλοθέασης είναι επιτρεπτή η έκφραση αισθημάτων όπως η θλίψη με σωματικές εκδηλώσεις όπως τα δάκρυα. Μήπως λοιπόν η παρουσία της γυναίκας είναι ανεπιθύμητη καθώς λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας (η αρχετυπική σύγκρουση εκφρασμένη με το "Στο καλό καημέ μου πικρέ/ και μην κλάψεις για μένα ποτέ/ οι άντρες δεν κλαίνε, δεν κλαίνε" – Μαρινέλλα – μπάαα… "Όσοι δεν πόνεσαν, άστους να λένε/ κι όμως κυρία μου οι άντρες κλαίνε" – Καζαντζίδης), αποκλείοντας τη συναισθηματική εκτόνωση της φόρτισης? Σ’ αυτή την κοινότητα όπου οι παρέες των αντρών θεατών εκφράζουν τον ενθουσιασμό τους και εκτονώνουν τα αισθήματα τους αγκαλιαζόμενοι και χοροπηδώντας μήπως το σώμα της γυναίκας (σε μια απόλυτη έλλειψη απόστασης) δημιουργεί αμηχανία, καθώς η μόνη επαφή που αντιλαμβάνεται το αρσενικό αφορά στη σεξουαλική οικειότητα?
Επιπλέον (έστω και οριακά) στον αθλητισμό, τόσο μέσα στο γήπεδο, όσο και στις (αληθινές ή εικονικές) κερκίδες η (σωματική ή λεκτική) βία είναι μια (παραβατική μεν) αποδεκτή (δε) συμπεριφορά για τους άνδρες. (Σε τελική ανάλυση το ποδόσφαιρο – και μάλιστα η διαμεσολαβημένη από την τηλεόραση μορφή του – δεν είναι τίποτα άλλο από την αποθέωση του καταφέρνω-τα-πάντα-με-τον-τσαμπουκά μου «ανδρισμού»). Σε μια κοινωνία, ωστόσο, όπου μόνο οι γατούλες και οι Μπάρμπι είναι αποδεκτές μορφές θηλυκότητας και μια γυναίκα με την αδρεναλίνη (καθόλου ανδρικό προνόμιο, αγόρια, σας διαβεβαιώ) στα ύψη προκαλεί αποστροφή, μήπως η ίδια συμπεριφορά από τη μεριά μιας γυναίκας πέρα από το ότι θεωρείται αντιασθητική, γίνεται και τρομερά απειλητική για τον άντρα που αισθάνεται να αμφισβητείται η ίδια του η φύση από αυτή την έκδηλη επιθετικότητα?
Σε μια μετα-βιομηχανική εποχή όπου η δύναμη του αρσενικού έχει μετατεθεί από τον πόλεμο και την χειρωνακτική εργασία στο συμβολικό επίπεδο και στη σεξουαλική (καθώς συλλήβδην γαμιούνται οι αδερφές, οι μάνες και οι γυναίκες αντιπάλων και διαιτητών) κυριαρχία, μήπως το συν-ωρυόμενο σώμα της γυναίκας συμμετέχει εν δυνάμει σ’ αυτή την επίδειξη συμβολικής δύναμης? Μήπως από σώμα υφιστάμενο τη σεξουαλική κυριαρχία του αρσενικού, γίνεται ένας ενοχλητικός ισότιμος συν-κάτοχος της ίδιας δυνατότητας σεξουαλικής κυριαρχίας (κι έτσι ξαναθυμούνται το ΠΟΙΟΣ/ΤΙ σέρνει καράβι και μελαγχολούν για τη χαμένη τους ψευδαίσθηση…)?
Και τέλος αλλά όχι τελευταίο (ιεραρχικά) η αθλοθέαση πάει πακέτο με την κριτική και την αμφισβήτηση. Ο οπαδός μπορεί να σχεδιάσει καλύτερα από τον προπονητή, να εκτελέσει ακριβέστερα από τον παίκτη και φυσικά να κρίνει ορθότερα από τον διαιτητή. Μήπως αυτή η δυνατότητα αμφισβήτησης δεν είναι δυνατό να παραχωρηθεί σε μια γυναίκα, καθώς η αμφισβήτηση της ανδρικής κρίσης ή ικανότητας από το θηλυκό φέρει άλλη μια (μη επιτρεπτή) ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης του απολύτως ανδροκρατούμενου αθλοχώρου (εδώ είναι αδιανόητη η κριτική προσέγγιση σε άλλους κι άλλους χώρους όπου η γυναίκα είναι πλέον - λέμε τώρα - αποδεκτή) μια αμφισβήτηση της ίδιας της ανδρικής ταυτότητας?
Και έρχομαι τώρα να θέσω το τελικό ερώτημα (ρητορικό…): Με τόσα προβλήματα που δημιουργώ μου αξίζει ή όχι η πυρά της άθλιας φιλαθλοπροβληματικής οπαδού και ανατρεπτικόαθλοθεάτριας?

Παρασκευή 27 Ιουλίου 2007

σιωπή....

1. Κάτω ἀπ᾿ τὰ ροῦχα μου δὲ χτυπᾶ πιὰ ἡ παιδική μου καρδιὰ

Λησμόνησα τὴν ἀγάπη πού ῾ναι μόνο ἀγάπη

Μανώλης Αναγνωστάκης


2. Εσβησε το κερί και μαζί του έσβησαν τα γκρίζα μάτια σου,

μέσα στο σκοτάδι ψηλάφισα το κορμί σου κι ήταν υγρό,

ιδρωμένο από την ανείπωτη σαγήνη της αγκαλιάς μας.

Εκλεισα τα μάτια και συ έλειπες...

έλειπες, έλιωσε το κερί, κερί και η αγάπη, έμεινε η έλλειψη...


Η αλήθεια είναι ότι άργησα να (όχι, βέβαια, ότι μου πέρασε από το μυαλό να μην) ανταποκριθώ στο κάλεσμα του Adaeus, καθώς όλη την προηγούμενη εβδομάδα ήμουν σκοπιά κάτω απ’ τη ροδακινιά (στην πραγματικότητα γιαρμαδιά, που πληροφορήθηκα ότι είναι είδος υπό εξαφάνιση και άρα έπρεπε να την προστατέψω με νύχια και με δόντια και ας έχω τύψεις για τη βερικοκιά, την αμυγδαλιά, τις ακακίες και τις ελιές κι όλα τα περιφρονημένα υπόλοιπα λουλούδια μας). Παραφυλούσα, μια χαζή εξοπλισμένη με τα λάστιχα (του ποτίσματος, όχι αυτά που παίζαμε πηδώντας όταν ήμασταν κοριτσάκια έναν αιώνα πίσω), φορώντας τη στολή του εθελοντή δασοπυροσβέστη: μπλουζάκι μακό (αν και δεν βρήκα αρκετά ξεχειλωμένο), σορτσάκι χακί, σαγιονάρα (αλήθεια, αυτές οι πλαστικές οι καφέ, πού στην ευχή κυκλοφορούν ακόμα;) και μαντήλι στο λαιμό (που το τραβάμε λίγο κάτω από το στόμα μόλις εμφανιστούν οι κάμερες), προετοιμάζοντας τα σχεδιαγράμματα διαφυγής για τους γονείς, την αδερφή και την κόρη μου (πρώτα τα γυναικόπαιδα, βλέπεις) και απαντώντας στο κινητό ανά πεντάλεπτο (καθότι ο καλός μου, εγκλωβισμένος στην Αθήνα, μας πληροφορούσε τι λένε τα ραδιόφωνα και απαιτούσε να τον διαβεβαιώσουμε ότι είναι υπερβολές).
Υπό αυτές τις συνθήκες, ήταν λογικό …κάτω απ’ τα ρούχα μου να μη χτυπά πια ἡ παιδική μου καρδιά… Σήμερα, αμφιβάλλω αν υπήρξε ποτέ (είτε κάτω είτε πάνω απ’ τα ρούχα μου) αυτή η παιδική καρδιά. Αυτές τις μέρες, είμαι σίγουρη ότι γεννήθηκα, γεννηθήκαμε ενήλικες, σε έναν κόσμο με αποστεγνωμένες καρδιές, σ’ έναν κόσμο που επιτρέπει στις καρδιές μας (στην καρδιά του) μόνο έναν χτύπο άρρυθμο και άκομψο. Βρεθήκαμε να διασχίζουμε τη ζήση μας με μια ήδη γέρικη, κουρασμένη και ανίκανη να αναγνωρίσει και να μην καταστρέψει την ομορφιά καρδιά…
Και (είμαι σίγουρη πια) κάποιοι συνωμοτούν για να λησμονήσω (αν υποθέσουμε ότι κάποτε την έζησα, τη γεύτηκα, την αναγνώρισα) την αγάπη που ‘ναι μόνο αγάπη και ποίηση και μουσική. Να χάσω από μπροστά μου την ομορφιά και το γέλιο. Και το χειρότερο? Συνωμοτούν, ώστε το παιδί μου, βομβαρδισμένο από τις Καρβελοπάνιες (και την αισθητική τους), τους Τριανταευαγγελόπουλους (και τον καταγγελτικό, πολτό τους), τους Πολύδωρογιακουμάτους (και την απολιτική πολιτική τους) τους Κατσικοκαλογερόπουλους (και τις παράνομες χωματερές/δαυλούς τους, τα αυθαίρετα κτίσματα/φυτίλια τους, τα μπαζωμένα ρέματα/δυναμίτες τους κι από κοντά να οι κιτς παραδοσοεκδηλώσεις τους, άρτος και θεάματα για μια επαρχιακή ρωμαϊκή αρένα), τους εμπρηστοαθώους (και την κριτική του καφενείου τους, γιατί σιγά μην πήγαιναν ποτέ να περιπολήσουν στα καμένα, σιγά μην έκαναν αυτοί τη δουλειά της πυροσβεστικής) να μην τη μάθει ποτέ, αυτή την αγάπη που είναι μόνο αγάπη.
Εντάξει, φέτος τη γλιτώσαμε τη ροδακινιά. Και το λιχούδικό μου θα τριγυρνάει πάλι από το δεκαπενταύγουστο από κάτω της, σέρνοντας τον παππού της απ’ το χέρι: Ακόμα παππού? Κανένα δεν έγινε? Γιατί αργούν? Γιατί, γλυκιά μου, είναι αυτή η προσμονή, που τα κάνει τόσο νόστιμα, είναι αυτή η αναμονή κάτω απ’ το δέντρο που κάνει το χρώμα τους τόσο ζωηρό, είναι αυτή η καθυστέρηση που κάνει το ζουμί (που με εκνευριστική συνέπεια λεκιάζει τα τζιν και τα μπλουζάκια σου, καθώς η πρώτη δαγκωνιά σου κόβει το φρούτο στις αρχές του Σεπτέμβρη), τόσο γλυκό. Φέτος, η αγάπη γλίτωσε κρυμμένη στις φυλλωσιές του δέντρου που φύτεψαν χρόνια πριν ο πατέρας κι ο καλός μου...
Ο καλός μου... μ' ένα σώμα παγωμένο, να το κρατώ μέσα στο σκοτάδι του Σαββατόβραδου και με υγρά (κι ας λένε ότι οι άντρες δεν κλαίνε) μόνο τα χρυσαφιά (μα γκρίζα απ’ τον καπνό) μάτια του.
Παρ’ όλο το σβηστό κερί, η νύχτα είναι μέρα καθώς οι φλόγες γλύφουν, ακόμα, όλο το διάσελο κι η αγκαλιά μου δε σαγηνεύει, ούτε καν παρηγορεί. Δεν μπορεί να παρηγορήσει για όλα τα μέρη που εκείνος αγάπησε και μ’ έμαθε να αγαπώ τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια και δεν υπάρχουν πια. Για όλα τα δάση από έλατα, βελανιδιές και αγριομηλιές, που χαθήκαμε με τη μηχανή, με το τζίπ, με τα πόδια και τώρα μένουν σιωπηλά αποκαΐδια. Για το φαράγγι που κατέβαινα στις αρχές του καλοκαιριού με την κόρη μου να μαζέψουμε ρίγανη και θυμάρι, να πλατσουρίσουμε στο ποτάμι και να δούμε αν οι γυρίνοι έγιναν βατράχια και τώρα είναι ένας τάφος.
Κλείνω τα μάτια, κλείνει τα μάτια όχι γιατί λείπω από δίπλα του, όχι γιατί λείπει από δίπλα μου… αυτό που λείπει, πια, είναι ο βωμός (στην κυριολεξία) σε μια κουφάλα πλάτανου που βάφτισα το παιδί μου 14 χρόνια πριν και το ξωκλήσι δίπλα του τού 16ου αι., που κεραυνοβολήθηκαν. Λείπουν τα πατρικά των φίλων μας στα βουνά, τα χτήματα που μου έδειξε πώς μαζεύουν το κεράσι, λείπουν τα λευκά κουρτινάκια στ’ ανοιχτά παράθυρα στο σπίτι της θεια-Ρήνας, που τώρα χάσκουν ψυχές βγαλμένες...
Ναι, Adaeus, αυτό έμεινε: Η ΕΛΛΕΙΨΗ…και η σιωπή.
Αυτή η ιστορία με τις μπάλες που πηγαινοέρχονται, έχει μια δυσκολία εν μέσω καλοκαιριού, Adaeusάκο μου, σε περίπτωση που δεν το κατάλαβες. Ο βαθμός δυσκολίας, βέβαια, ποικίλει, γιατί άλλο μια εικονίτσα/μπάλα, που τη στέλνεις στον άλλον (τον ΕΝΑΝ άλλον), ο οποίος γράφει το κειμενάκι του (ή σε γράφει ανάλογα με τη διάθεσή του) και πετά την μπάλα σε έναν, άντε η Νερίνα που είναι λίγο πιο ιδιόρρυθμη την πέταξε σε δυο τρεις) κι άλλο ΔΥΟ κείμενα με ΠΕΝΤΕ παραλήπτες… Πού θα βρεθούν οι πέντε χρυσέ μου, μέσ’ στο κατακαλόκαιρο? Στις ξαπλώστρες είναι όλοι… Κι όσοι ανοίγουν τα λαπτόπια, χρυσά τα πληρώνουν τα βονταφόνια και τα γουίντια, με τη δική σου την προβληματάρα θα ασχολούνται? Κι εγώ σου λέω τους βρήκες (Κουνούπι, Άκη, Έμιλυ, Ναπολέων, Tάσο ακούτε?)... Τα δυο κειμενάκια? ΠΟΥ θα τα βρω τα δυο κειμενάκια?
Λοιπόν, αν και ο Καβαδίας φάρος στα διαβάσματά μου, θα επιλέξω μια φράση (που νομίζω, αφορά σε όλο το bloggoχωριό) από τον Μπέκετ:

"Μόνο ό,τι έχει ειπωθεί υπάρχει."

και σε στυλ μποντλερικό (που λέει κι ο Καββαδίας) ας σκαρώσω κι εγώ μία φρασούλα:
"Κι αν η φωνή μου χάνεται σε πλήθος λέξεις,
εσύ, ξεριζωμένη αλήθεια κι ομορφιά, να ΄ρχεσαι
μεσ' στην ευτέλεια του λόγου μου κρυμένη..."
Δεν έχω ξανακάνει πρόσκληση σε παιχνίδι, αλλά ελπίζω οι πέντε της παρένθεσης (μέσα στις διακοπές τους ή μετά από αυτές) να βρούν το χρόνο και την επιθυμία...

Τρίτη 17 Ιουλίου 2007

Catch the ball

Μια χαρά καθόμουν στην παραλία μου. Κρατούσα στο χέρι και τ' αστέρια της Βερενίκης (όχι δεν είμαι ποιητική σαν τη Μαριαλένα, απλά ο Γκετζ έγραψε άλλο ένα μαθηματικό μυθιστόρημα) ενώ ο καλός μου και η κόρη μου είχαν μεταφέρει την ομπρέλα μας δυο πετσέτες πιο αριστερά και έκαναν ότι είναι απορροφημένοι στο βιβλίο τους (και για να τους καρφώσω, Μεγαλοκοπέλα μου, κανείς τους δεν εκτιμά την Όστεν). Έκαναν επίσης και ότι δεν με ξέρουν καθώς είμαι, λέει, εντελώς γελοία με το πρεσβυωπικό γυαλί του φαρμακείου ΚΑΤΩ από το γυαλί του ηλίου (και τι να κάνω? να διαβάζω με σύστημα Μπράιγ?). Και ενώ προσπαθώ να ανταπεξέλθω στο καλοκαίρι της καλής (ελπίζω να μην ακούει, ή μάλλον διαβάζει, ο Adaeus) μάνας, κόρης και συζύγου.....τσούπ (όχι, το σωστό είναι γκουπ!) μου ήρθε στο κεφάλι η μπάλα της Νερίνας!!! Έχετε ιδέα όταν μια μπάλλα διασχίζει όλη την Ελλάδα και σε βρίσκει στο κεφάλι πόσο πονάει? Ξερή έμεινα…. Άσε που έχασα τη σελίδα μου, άσε που χρειάζομαι καινούργια γυαλιά, άσε που έμεινα να κοιτάζω την μπάλλα ως καθυστερημένο: "Τι 'ν' τούτο"... για πάαααρα πολλή ώρα (βέβαια είμαι και διάσημη για τον απίστευτο χρόνο που χρειάζομαι για να εκτιμήσω καταστάσεις, και να προκρίνω λύσεις, αλλά ας μην το κάνουμε τώρα θέμα, το κάνει η Τζο και φτάνει).
Και αφού μου πήρε ώρα πολλήηηη (έφτασε απογευματάκι να το σκέφτομαι, ενώ αντιμετώπιζα τους αιμοβόρους συγγενείς του Κουνουπιού), αποφάσισα ότι αυτή η συγκεκριμένη μπάλα μπορεί να αντιμετωπιστεί ως φιλοσοφικό πρόβλημα, αφού όπως σοφά είπε ο, εδώ και χρόνια αποδημήσας, Βιτγκενστάιν (ο οποίος ήτο και μέγας φιλόσοφος, οπότε δε μας παίρνει να τον αγνοούμε!) φιλοσοφικό είναι κάθε πρόβλημα που έχει τη μορφή "δε βγάζω άκρη". Κι εγώ κοιτώντας τη φωτό, να παριστάνει άθελά της (και μακριά από την αρχική της λειτουργία) τη μπάλα σε ένα ερζατς παιχνίδι, δείχνω να αδυνατώ να κατανοήσω ένα (τουλάχιστον) χαρακτηριστικό της. Την απουσία...
Εδώ, κυριαρχεί μια απουσία. Όχι μια απουσία νοήματος (δεν είμαι τόσο απαισιόδοξη όσο η Just me, ούτε τόσο φιλοσοφημένη όσο ο Ροϊδης) αλλά η φυσική, σωματική απουσία.
Λείπει αυτός που θα καθίσει «…σ’ ένα τραπέζι με καρό τραπεζομάντιλο…», όπως λέει ο Βαρβέρης. Αυτός που θα απολαύσει το σαξόφωνο, που παίζει στο dvd (μη χαίρεσαι Άκη, δεν σκοπεύω να ανεβάσω το τραγούδι, άσε που δεν ξέρω και ποιο είναι, καλύτερα να απευθυνθείς στον Ινδικτο), αυτός που θα ακολουθήσει τον σκύλο στην αυλή για να παίξει μαζί του, με μια αληθινή μπάλα αυτή τη φορά.
Κι αναρωτιέμαι (για να διατηρήσω και την εκτίμηση της Κερασιάς) τι τον έδιωξε από το πλάνο?
«…η αγωνία που φέρνει η μοναξιά δίπλα στον άλλο, η μοναξιά μέσα στον άλλο, η μοναξιά μέσα στο πάθος του άλλου…», όπως λέει ο Ασλάνογλου???
Ή μήπως τον έβγαλε επίτηδες από το πλάνο ο φωτογράφος θέλοντας (ακολουθώντας και πάλι τον Ασλάνογλου) να πει
«…Μου αρκεί να γεύομαι της απουσίας σου την αίσθηση
μου αρκεί να γεύομαι του ιδεατού σου κόσμου την αφή…»???
Τέλος πάντων όπως ο Ρίτσος
"...Να φανούν ζητώντας τ’ αφανέρωτα,
σύντομα με πρόφτασε το βράδυ...". Ανάβω τσιγάρο (κακή συνήθεια Τάσο το ξέρω) στη βεράντα, μπροστά στα πόδια μου ο Κορινθιακός και έρχεται στο μυαλό μου ο, πατέρας του ρομαντισμού, Ρίλκε που σε μια από τις ελεγείες του Ντουίνο (σιγά μη θυμάμαι ποια!) λέει ότι ο άνθρωπος δεν είναι ευτυχισμένος σε έναν ερμηνευμένο κόσμο... Δε βαριέσαι λοιπόν! Θα αφήσω (ακούγοντας τον Lex, που πιστεύει ότι το κάθετι θα δείξει στην ώρα του...) αυτή την μπαλα να παραμένει "... a heap of broken images..." στην Wasteland του T.S. Eliot...

Κι αφού πω, όπως ο Κακναβάτος
"...Ιδού το βίωμά μου πρώιμο άλφα
Των αλαλήτων ..."

Πιάνω τη μπάλα στα χέρια μου και αύτη τη φορά δεν μου χρειάζεται καθόλου χρόνος για να σκεφτώ σε ποιον θα κάνω πάσα. Στον πιο αγαπημένο μου στη blogoσφαιρα: Εϊ, Adaeus!! CATCH THE BALL