"H ομορφιά του παρελθόντος είναι το αποτέλεσμα, όχι ο λόγος της νοσταλγίας"
Μ. Foucault
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Ιουνίου 2010

...Τραγούδια λὲς ἀθῶα?

Λοιπόοοον, τι λέγαμε?
Α, ναι! το νήμα και πώς να το ξαναπιάσετε... Με τον μόνο τρόπο που υπάρχει: μια καινούργια εμφάνιση, μια διαφορετική φιλοσοφία και ένα ποστ του ασχέτου, όπου δώσ' του κλώτσο να γυρίσει παραμύθι (όχι και τόσο, αλλά πάντως άκαιρο) ν' αρχινήσει.... Μια φορά κι έναν καιρό ήμουν...
Εγώ, που (λέω ότι) έχω μια φίλη Κρητικιά το γνωστόν και μη εξαιρετέον νατασάκιον, το οποίο γελά κάπου στα δυτικά προάστια και ξεσηκώνομαι εγώ στα (όσο να πεις) βόρεια προάστια (που το πάω άραγε?). ...
Τελευταίως (λέω ότι) απέκτησα κι έναν φίλο Κρητικό, τον Χ. ο οποίος ψιθυρίζει στο γραφείο του κι ενημερώνομαι για τα καθέκαστα εγώ στο τέρμα του ορόφου (που το πάω άραγε??)
Επίσης (λέω ότι) έχω επί δεκαπέντε συναπτά έτη ένα κολητό βάσανο που σπούδασε στην Κρήτη (και γι αυτό κατέχει όλα, και όταν λέμε όλα εννοούμε όλα τα χαρακτηριστικά των κρητικών του πείσματος και της απειθαρχίας συμπεριλαμβανομένων) την Α., η οποία μονίμως ξεσηκώνεται για διάφορες σταυροφορίες, προτζεκτ και δραστηριότητες, που μαντέψτε ποιος πληρώνει αμα τη εγκαταλείψει τους: ΕΓΩ! (μα τέλος πάντων που το παώ?)
Το πάω στον Ψαραντώνη... εκεί το πάω. Στον Ψαραντώνη που η Α. αποφάσισε ότι είναι το απόλυτο must του φεστιβάλ Αθηνών, Βύρωνος, Πέτρας ει μη και Αβινιόν και Σάλτσμπουργκ κι έτσι βρέθηκα χαλεπήν νύχτα εις το Ηρώδειον, σε συναυλία Ψαραντώνη Αγγελάκα περιτριγυρισμένη από νεαρόκοσμο (ανέβαζα το μέσο όρο ηλικίας... ΔΕΝ σας λέω τίποτα) και άπειρους, άπειρους ΑΠΕΙΡΟΥΣ Κρητικούς (ΠΟΥ στην οργή βρέθηκαν ΤΟΣΟΙ Κρητικοί?) με χαρακτηριστική προφορά (αυτό με το ότι διατηρούν την προφορά τους είναι ακόμη ένα χαρακτηριστικό των κρητικών που με αφήνει άφωνη κάθε, μα κάθε φορά) και ακόμα χαρακτηριστικότερη συμπεριφορά. Κι εκεί αποκαλυπτικώ τω τρόπω κατενόησα τις εξής αλήθειες σχετικά με την Κρήτη, τους Κρητικούς και τους φίλους μου:
  1. Οι Κρητικοί έχουν τη φασαρία μέσα στο αίμα τους....Μπορούν να γίνουν αντιληπτοί (Να, αγάπη μου, αυτός είναι ένας Κρητικός) από τη χαρακτηριστική μεγαλοφωνία τους, ασχέτως μέρους, ώρας και συνθηκών (Ήρθε, άρα, η ώρα να ζητήσω συγγνώμη από το Νατασσάκιον, τον Χ. και την Α. για κάθε φορά που τους παρότρυνα να μιλούν, γελούν, διαφωνούν, θυμώνουν πιο χαμηλόφωνα, στην ουσία δλδ, τους ζητούσα να πάνε ενάντια στη φύση τους.). Ένα ολόκληρο Ηρώδειο ήταν μια φωνή. όπου Κρητικός (σηκωνόταν από το αριστερό πάνω διάζωμα και) καλούσε Κρητικόν (διαγώνια εις κάτω δεξιόν διάζωμα) χωρίς (φυσικά)τη χρήση κινητού(τι να το κάμω σύντεκνε το κινητόν, αφού θωρώ τονε) και εκείνος τον αντιλαμβανόταν !!!!!!!!!!!!!!!!!!
  2. Οι Κρητικοί έχουν την τσικουδιά στο αίμα τους (Δεν είμαι σίγουρη, μήπως η τσικουδιά ΕΙΝΑΙ το αίμα τους) και γι αυτό είναι ικανοί να την περάσουν λαθραία παντού (και όταν λέμε παντού εννοούμε ΠΑΝΤΟΥ, του Ηρωδείου συμπεριλαμβανομένου) διότι δεν είναι νοητή διασκέδαση, ακρόαση, μυσταγωγία με τον Ψαραντώνη, ζωντανό θρύλο και απόκοσμο ον, να παίζει τις λύρες του (αλήθεια σας λέω έπαιξε με πολλές. Δεν ξέρω μην του έσπαγαν από την κακομεταχείριση, όπως του Χέντριξ οι κιθάρες) χωρίς πιώμα και τους θεατοακροατές ντίρλα!!!!!!
  3. Οι Κρητικοί έχουν την τραγωδία και την υπερβολή στο αίμα τους... Όπου ο Ψαραντώνης στο πρώτο μέρος της συναυλίας (δεν τραγουδά, ακριβώς αλλά) ως Φήμιος με τη συνοδεία λύρας αφηγείται μια κρητική παραλογή, μια τραγική ιστορία (μπροστά στην οποία το "Τραγούδι του νεκρού αδερφού" είναι αριστοφανική κωμωδία, ένα επεισόδιο του Χοντρού Λιγνού) με ένα μαύρο καβαλάρη καβάλα σ' ένα μαύρο άλογο, που φορά ένα μαύρο πουκάμισο και τον κατατρέχει μια ακόμη πιο μαύρη μοίρα που τον οδηγεί στον φόνο της αγαπημένης του και συνεκδοχικά στην απόλυτη δυστυχία (απόσπασμα στο βίδεον). Κι εκεί που εγώ (ως άσχετη αστομεγαλωμένη και αμύητη) λέω: ε, δεν είμαστε με τα καλά μας.... Φωνή (όρα αλήθεια νούμερον 1) ουρανομήκης ακούγεται: ΕΙΣΑΙ Ο ΔΙΑΣΣΣΣΣ!!!!! και το Ηρώδειο σείεται από τα χειροκροτήματα αποδοχής (των αποδέλοιπων Κρητικών και μη, αλλά ωστόσο μυημένων) αφήνοντάς με άναυδη!!!!!!!!!! Και τελευταία αλήθεια:
  1. Οι Κρητικοί έχουν και το έπος μέσα στο αίμα τους. Πρέπει να ζουν πάντα με πάθος, πάντα σε εξέγερση, πάντα επιθυμώντας να ξεπεράσουν κάποιο όριο, παντα επιθυμώντας να καθυποτάξουν έναν εχθρό (Έτσι εξηγείται το ότι όταν τελείωσαν -ή δεν τους επιτρεπόταν- να σκοτώνονται στον τόπο, τους πήγαν να σκοτωθούν στη Μακεδονία, στη Θράκη και δεν θυμάμαι πού αλλού, όπουτέλος πάντων υπήρχε νταβαντούρι και θανατικό, αναταραχή και σκοτωμός ). Σ' αυτό το πλαισιάκι, ο Ψαραντώνης, θεωρώντας τη μουσική υλική πραγματικότητα, θέλει να κάνει το σώμα του ένα μ' αυτή, είναι σίγουρος (ΣΙΓΟΥΡΟΤΑΤΟΣ) ότι μπορεί να κάνει ένα το σώμα του ενα μ΄αυτήν, χτυπιέται και αδυνατεί να κατανοήσει γιατί, γιατί μα γιατί ΔΕΝ γίνεται ένα με αυτή, αγανακτεί και παλεύει να εξαϋλωθεί, να φύγει σαν νότα, να πετάξει πάνω από τα κεφάλια μας ενώ ταυτόχρονα και αντίστροφα πασχίζει να καθυποτάξει αυτή την άτιμη τη μουσική που του διαφεύγει, να τη δέσει στη γη, να την λιώσει κάτω απ τη φτέρνα του στιβαλιού του, να τη συντρίψει και να την επιστρέψει στα σωθικά του...

Η περι ης ο λόγος συναυλία με έκανε να κατανοήσω επίσης ότι η ομογενοποίση λαδιού με νερό, είναι δύσκολη κι ίσως όταν πετυχαινει να είναι η ευτυχέστερη των συγκυριών και η τέχνη να βρίσκει τη δικαίωσή της, αλλά στο Ηρώδειο αυτό ΔΕΝ συνέβη παρά σε ένα μικρό βαθμό. Ο κόσμος χεροκρότησε (καθώς πολλοί από αυτούς, ειδικά οι νεαρότεροι, πρέπει να ήρθαν, βασικά, για να τον ακούσουν) ζεστά, πολύ ζεστά τον Αγγελάκα, αλλά για τον Ψαραντώνη έριξε το Ηρώδειο κάτω. Κι εγώ (που παρεμπιπτόντως θεωρώ τον Αγγελάκα σημαντικό ποιητή και όχι απλό τραγουδοποιό) θα αναρωτιέμαι πάντα αν δυο στιγμές της συναυλίας υπήρξαν ή ίσως τις δημιούργησε η καχυποψία μου και η συνήθεια μου να παρατηρώ τα σώματα ανιχνεύοντας μηνύματα που πιθανά και να μην εκπέμπουν.



Ξεκινά, λοιπόν, ο καλός τραγουδοποιός με αναφορά στους θανάτους στη φλοτίλα που μετέφερε βοήθεια στη Γάζα λέγοντας ότι η σιωπή είναι συνενοχή και γι αυτό το πρώτο τραγούδι που θα έλεγαν από κοινού με τον Δία (όρα αλήθεια νο 3) θα ήταν αφιερωμένο στο γεγονός.... Όλα καλά ως εδώ και μπράβο του και μπράβο του Ψαραντώνη (αν υποθέσουμε ότι ο Δίας είχε ακριβή εικόνα της πραγματικότητας στη γη) και μπράβο και εμάς ως κοινού που συμμετέχουμε σε συναυλίες με προβληματισμένους καλλιτέχνες. Πλην όμως ξεκινώντας ο Ψαραντώνης τη θεϊκή του λύρα ο κόσμος, σχεδόν με εξαρτημένο αντανακλαστικό, ξεκινά να χτυπά ρυθμικά παλαμάκια κι ο Αγγελάκας, θεωρώντας απαραίτητη προϋπόθεση για το hommage τη σιωπή (που έχει οριστεί ως συνενοχή, αν ενθυμείστε λίγο παραπάνω) κάνει νόημα στο κοινό να σταματήσουν..... ορίζοντας ως συμμετέχουσα στο πένθος μόνο την ακοή, αντε και την όραση? (Εγώ στοιχηματίζω ότι οι κρητικοί τραγουδούν τους νεκρούς τους, όπως οι Μανιάτες ή οι Ηπειρώτες, μη σου πως θα τους συνοδεύουν με ριζίτικα και λύρες στις τελευταίες τους κατοικιές, συμμετέχοντας στο πένθος με όλο τους το σώμα) Και το κοινό σταμάτησε και στο τέλος τους χειροκρότησε αλλά (εμένα μου φάνηκε ότι) δεν του το συγχώρησε.
Και προχωρά η συναυλία και το κοινό χειροκροτά και φτάνει άσμα μοιρασμένο στους δυο καλλιτέχνες και ξεκινά ο Ψαραντώνης τη θεϊκή του λύρα και προχωρά να τραγουδά και φυσικά (όρα αλήθεια νούμερον 4) ξεχνά την πρόβα (αν υποθέσουμε οτι μπορεί να κάνει πρόβα για ντουέτο ο Ψαραντώνης) και συνεχίζει να τραγουδά εκεί που πρέπει να τραγουδήσει ο έντεχνος... Και ο έντεχνος κάνει την ιεροσυλία: ακουμπά τον Δία και ο Θεός (ίσως και λίγο ξαφνιασμένος) σταματά για να συνεχίσει ο Αγγελάκας και να ολοκληρώσουν μαζί. Κι αυτό ήταν το τελευταίο άσμα και ο κόσμος χειροκρότησε ζεστά, αλλά το ατόπημα της προσπάθειας να μπει σε αυλάκι ο Ποταμός (ΜΕ φαίνεται -που λένε και στο εξωτικό Ντεπώ την πατρίδα του Ινδίκτου) σημειώθηκε στο συλλογικό υποσυνείδητο.
Και (γι αυτό είμαι σίγουρη) δεν έχει σημασία ποιο τραγούδι, ποια τραγούδια είπε ο Ψαραντώνης, αφότου έφυγε ο Αγγελάκας. Σημασία έχει ότι αυτό που πίεζε τα διαζώματα, η επιβολή μιας θεωρίας της τέχνης που προσπαθούσε να εντάξει ότι έβρισκε ανένταχτο στους κανόνες της (καλλιτέχνες, εκτέλεση και κοινό).... που προσπαθούσε να βρει κανάλι να χωρέσει το πρωτεϊκό της τέχνης του Ψαραντώνη και την ανταπόκριση σε αυτό με το ένστιχτο (και ουχί καθόλου με τη λογική και την παιδεία) του κοινού.... που προσπαθούσε να λειάνει τις αδρές γραμμές της μουσικής του Δία και την πρωτόγονη σχεδόν σωματική ανταπόκριση των θεατών-ακροατών, τράβηξε τη βαριά σκιά του πάνω από τις κερκίδες και το Ηρώδειο σειόταν στην αρχή, στη μέση στα ρεφραίν και στα τελειώματα των τραγουδιών.
Και όλο αυτό το τεράστιο (έχω πολλά λόγια τελικά μέσα μου)ποστ επιστροφής δεν μπορεί παρά να είναι αφιερωμένο στους φίλους μου από την Κρήτη (λόγω καταγωγής ή λόγω επιλογής) και φυσικά αφορμή για να ομολογήσω δημοσίως ότι η συναυλία των Αγγελάκα, Ψαραντώνη (που εγώ ήξερα μόνο ως θρύλο δεν είχα ακούσει ποτέ και δεν είχα δει ποτέ live) με έκανε να αλλάξω για πάντα την άποψή μου για την τέχνη.
Τέλος:
νατασάκιον, Χ , Α. και άγνωστε συνθεατή έχετε δίκιο:
Ο ΨΑΡΑΝΤΩΝΗΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΙΑΣ

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2008

... Κι ἡ Πηνελόπη η φρόνιμη...

Υπάρχει η νομιμοποίηση της κριτικής? Ποιος νομιμοποιείται να κρίνει και πότε?

Πάντα αναρωτιέμαι αν γι αυτά που διαβάζω, που βλέπω, που ακούω υπάρχει κάποιος που τον αφορά η παρ-ανάγνωσή μου, η παρ-όραση, το παρ-άκουσμά μου και η απάντησή μου βγαίνει πάντα αυθόρμητα: Όχι, κανείς, αφού στην πραγματικότητα αδυνατώ (κι ούτε που θέλω άλλωστε) να νομιμοποιήσω την κριτική μου, αδυνατώ να εμπεδώσω την ιδέα του κρίνειν, την ηθελημένη επιλογή ανάμεσα σε δύο πόλους τον θετικό και τον αρνητικό.

Μην μπερδευτείτε, όμως. Μέσω της αδυναμίας μου, τιμώ και θαυμάζω απεριόριστα τους κριτικούς γιατί θεωρώ ότι στέκονται σε μια διασταύρωση. Βρίσκονται, ακριβώς στον χιασμό επιστημοσύνης και ποιητικής, μόνο που, νομοτελειακά, η επιστημολογία ανάγεται στο ισχυρό μέλος του χιασμού και (υποκλέπτοντας από την ποιητική το όπλο της, τη ρητορική) αντί να επικοινωνεί έναν νόημα, κοινωνεί ένα επι-νόημα (που θα έλεγε και ο Βέλτσος, -θα σας πεθάνω στα λινκάκια, σήμερα, πάρτε το απόφαση).

Κι αυτά που διαβάζεις, ακούς, βλέπεις και συστήνεις ή αποτρέπεις τους φίλους/ες σου από το να κάνουν το ίδιο? Συνιστούν κριτική? Μπααα! Εγώ το ονομάζω προτίμηση και αυτό στέκεται σε ένα άλλο σταυροδρόμι. Αυτό της εμπειρίας και της μοναδικότητας μου. Μπορεί οι προτιμήσεις μου να αντιφάσκουν αισθητικά, να χάσκουν νοηματικά, ν’ απειλούν ή να δυσαρεστούν την ατομικότητα άλλων και κυρίως να πρήζουν τον καλό μου, αλλά η απάρνησή τους αντιτίθεται στην ηθική επιταγή της αυτονομίας μου –λέω, τώρα εγώ (και συμφωνεί μαζί μου και ο παλαιός των διανοητών ο Derrida). Έτσι λοιπόν, έχω μια λίστα δίπλα στα ποστ μου με τη γνώμη μου γι αυτά που διαβάζω, όπου κάθε κρίση μου παραμένει αυθαίρετη και αναιτιολόγητη μη διεκδικώντας αξία θεσφάτου, περιχαράσσοντας ωστόσο τη μοναδικότητά μου.

Εκεί, λοιπόν, πάνω-πάνω στη λίστα εδώ και κάνα τεσσάρι-πέντε μέρες βρίσκεται η Ντία Μέξη-Τζόουνς με την Πηνελόπη και τον Τζόνι της κι ενώ είχα αποφασίσει απλά να τους ταξινομήσω με όλη τη χαρά που μου πρόσφερε η ανάγνωσή τους, τελικά κάτι (που είπε η Penelope, αλλά δεν το ομολογώ, έτσι κι αλλιώς αυτή ξέρει) με κάνει να θέλω να γράψω κάτι παραπάνω. Όχι εν είδει κριτικής (αφού θεωρώ ότι δεν διαθέτω ούτε τα επιστημονικά φόντα, ούτε την ηθική νομιμοποίηση ν’ αξιολογήσω και να ταξινομήσω ένα έργο) αλλά σαν ένα ποστ διαλόγου με τη φίλη μου, σαν ένα ποστ ένταξης σε μια λέσχη ανάγνωσης (που εγκαινίασε ο Ντροπαλός) του έργου της κας. Μέξη-Τζόουνς, όπου συζητώντας για τον Τζόνι, αποδεχόμενοι τη μυθοπλασία του Τζόνι, διαπιστώνουμε ότι αναγιγνώσκουμε και γράφουμε διαφορετικά, πιθανά μιλώντας και για διαφορετικά πράγματα.

Το "Ο Τζόνι κι εγώ" είναι ένα κείμενο με αυτοβιογραφικές προεκτάσεις που στέκεται ανάμεσα στη μυθοπλασία και την αυτοαναφορά κι έτσι, αν με ρωτάτε –που δε με ρωτάτε, αλλά θα σας πω anyhow–απαιτεί μια σπειροειδή κατανόηση, μια αναγνώριση των κειμενικών του λειτουργιών και όχι μια ερμηνεία (όπως μας ματα-ξανα-λέει ο μπερδεμενομπερδευτικός Βέλτσος). Η Penelope, η διαδικτυακή περσόνα της κας Ντίας Μέξη Τζόουνς (που για μένα την αντικαθιστά –χωρίς να την υποκαθιστά– αφού η διαδικτυακή της υπογραφή, με την οποία τη γνώρισα, αυτονομήθηκε –όπως ήταν προορισμένη να κάνει– από τον/την κάτοχό της σε μια αδιάλειπτη περιπλάνηση) σε ένα βιβλίο-ημερολόγιο, με γραμμική εξέλιξη (μεγάλη ανακούφιση, μετά απ' όλα αυτά τα διακειμενικά και α-χρονικά μεταμοντέρνα που με/μας -αν θέλετε- κατατρύχουν) και που συνεχώς παραπέμπει στον εαυτό του, απλώνει τον μύθο της σε τρεις άξονες:

Της ανατροπής –κι αν η Οδύσσεια ήταν Πηνελοπιάδα?

Της γλώσσας – η ουσία της γλώσσας γράφεται πάντα σε μια και μοναδική γλώσσα?

Της ταυτότητας –αναγγέλλεται η ταυτότητα, αποδίδεται ή κατακτάται?

Η ανατροπή απαντά στη ρήση ενός σπουδαίου φιλοσόφου (νομίζω του Χάρρυ Κλυνν) τη δεκαετία του 80, ότι η δυστυχία του Έλληνα είναι ότι είναι ένας άνθρωπος-αλλού. Όπου και να βρίσκεται θέλει να βρεθεί κάπου αλλού. Και σ’ αυτή την περιπλάνηση υπάρχει πάντα πίσω μια υφαίνουσα-ξεϋφαίνουσα Πηνελόπη στην αναμονή. Αν όμως...

Αν αντί για τον Οδυσσέα ταξίδευε για το αλλού η Πηνελόπη, πώς θα είχε εξελιχθεί το ομηρικό έπος? Αν η Ωγυγία δεν ήταν στη Μεσόγειο, αλλά στον Ατλαντικό κι αν η Καλυψώ ήταν Τζόνι, πώς θα είχε εξελιχθεί η ιστορία του σεβάσμιου επικού?

Η περιπλάνηση της Πηνελόπης είναι μια θηλυκή απάντηση κατανόησης απέναντι στον επεκτατισμό, τον θάνατο και τον ιμπεριαλισμό της περιπλάνησης του Οδυσσέα. Η Πηνελόπη δεν αντιμάχεται τους Λωτοφάγους, τους προσφέρει τις συνταγές της, δεν τυφλώνει τους Κύκλωπες, τους αναγκάζει να σωπάσουν, δεν κλέβει τα βόδια του Ήλιου, τα ανταλλάσσει με τα καλούδια της θείας και της μητέρας της. Η Πηνελόπη δε χώνει το σπαθί της στο λαιμό της Κίρκης για να λύσει τα μάγια της, χώνει το αλβιονάκι στην αγκαλιά του Τζόνι. Δεν διεκδικεί την επιστροφή της σπίτι (που έτσι κι αλλιώς δεν είναι σίγουρη αν είναι η Ωγυγία ή η Ιθάκη), δεμένη στο κατάρτι για να αποφύγει τη γοητεία των Σειρηνών, κατεβαίνει απ’ το πλοίο και επιβάλλει τη δική της γοητεία συνομιλώντας στη γλώσσα τους.

Μια γλώσσα, που το εκπληκτικό παιχνίδι της Penelope με τη μορφή και το περιεχόμενο (η φωνητική απόδοση των λέξεων της Αλβιόνας), την αδειάζει από το νόημά της. Η απώλεια της λατινικής μορφής της λέξης, εξατμίζει το σημαινόμενό της. Στο κείμενο της, η Penelope γίνεται η Βαβέλ, (που δεν είναι το όνομα του πύργου, όπως μαθαίναμε παιδιά, αλλά έτσι ονομάζει ο Θεός τον εαυτό του την στιγμή που καταστρέφει τον πύργο –της νόησης– για να επιβάλλει τη γλωσσική διαφορά) και μεταφέρει τις λέξεις της Αλβιόνας στην Ελλάδα, μετατρέποντας τες σε κενά σημαινόμενα.

Η ελληνική μορφή μεταγράφει το βρετανικό νόημα (με την έννοια της νοητικής κατασκευής) αφ' ενός ομολογώντας τη διαφυγή του, αφ' ετέρου παραπέμποντας στο βαθύτερο φόβο της απώλειας του ίχνους της γλώσσας που ενώ δίνει τη μορφή αφήνεται πίσω. Το νόημα της Αλβιόνας αενάως διαφεύγει από την Penelope ενώ την ίδια στιγμή υφέρπει εντός της, αποζητώντας να γεμίσει το κενό της λησμονούμενης γλώσσας. Κι έτσι, η Ελληνίδα πλάνης (για την οποία θα ήτο υπερήφανος ο σοφός εκλιπών Derrida) ταλαντεύεται ανάμεσα στα δυο νοήματα που κομίζουν εναλλάξ το διαβατήριο και η ταυτότητα.

Μια αμφιβάλλουσα ταυτότητα, η οποία με το (επίσης) πολύ έξυπνο εύρημα του πιο προσωπικού εγγράφου της Penelope, που πότε εμφανίζεται πότε εξαφανίζεται αναδεικνύει τον ενδότερο φόβο της Penelope: την απομάκρυνση από τον ίδιο τον εαυτό της. Κάθε φορά που η ταυτότητα αναγγέλεται, κάθε φορά που οριοθετείται η ένταξη, λαμπιόνια που αναβοσβήνουν μες στο μυαλό της Penelope σχηματίζουν τη φράση: προσοχή παγίδα. Η διστακτικότητα της Penelope για το πού θα σταθεί το εκκρεμές της ζωής της μετατρέπεται σε κρίση ταυτότητας που φτάνει να την απειλεί με το πρόσωπο μιας άλλης στην ταυτότητα της.

Και φυσικά, η οριστική στάση του εκκρεμούς έρχεται με το παιδί. Η Penelope διαιρείται, αποκτά τον έτερο εαυτό, τον άλλο (στην περιπτωσή της την άλλη) πέρα από τον εαυτό. Κι αυτή η άλλη, το αλβιονάκι της, αγκυρώνει την Penelope στο χώμα της Αλβιόνας. Η ταυτότητά της τής προτείνεται από τον τόπο και τον χρόνο, αλλά εμπεδώνεται, τελικά, από τον καρπό της., από την ίδια. Η Penelope και το αλβιονάκι τη στιγμή που βρίσκουν η μια την άλλη κάνουν και ένα δώρο η μία στην άλλη. Στο αλβιονάκι, προσφέρεται μια αμβλύνουσα τη βρετανικότητα, συσσωρευμένη κληρονομιά 3000 ετών (αδειασμένη επάνω της με το όνομα Σοφία), από τη μητέρα, τη γιαγιά, τη θεία και μια μακριά σειρά γυναικών της γενιάς της που φτάνει ως τη μυθική Πηνελόπη, την ίδια στιγμή που το αλβιονάκι προσφέρει στη μητέρα της τη ρίζα. Το αλβιονάκι χαρίζει στην Penelope το χώμα της Αλβιόνας, του Τζόνι, του αδερφού, του πατέρα, του παππού και μιας μακριάς σειράς ανδρών της γενιάς της που φτάνει ως τον δυσοίωνο Beowulf.


Εγώ πάντως Penelope dearest (για να κλέψω και τη ritsmas) θα βγάλω το βιβλίο από την τσάντα μου, θα το βάλω στη λίστα με τα διαβασμένα-κερδισμένα και θα περιμένω το επόμενο.

Τρίτη 3 Ιουνίου 2008

.. παίζοντας καστανιέτες και χορεύοντας...














- έλα, μαμά...
-.....
-Στην Πειραιώς...
-.....
-Σ' ένα πολιτιστικό... κέντρο να το πώ? πολυχώρος να το πώ? ρημάδι να το πω? πάρκινγκ να το ...??
-....
-Τι πα να πει γιατί ρημάδι, ρε μάνα? Κάτι αποθήκες είναι και...
-....
-Ναι το ξέρω ότι πολλές αποθήκες γίνονται πολιστικοί χώροι... αλλά κοιτάζουν να τις σουλουπώσουν, να τους βάλουν κάνα τζά...
-...
-Όχι, και καθόλου ρε μαμά, έχει κάποια τζάμια, αλλά αν βγάλανε λεφτά από τις περυσινές παραστάσεις, θα έπρεπε να βάλουν και τα υπόλ...
-....
- Ήταν σολντ αούτ?????... ΠΟΥ το έμαθες το σολντ άουτ μαμ...
-....
- Όχι μαμά μου, δεν σε σνομπάρω, απλά λέ....
-....
- Τέλος πάντων μαμά, αφού ήταν σολντ αούτ, ένας λόγος παραπάνω να βάλουν κάνα τζάμι να μην ακούγονται και τ' αυτοκίνητα κι οι μηχανές που παρκάρ' ...
-....
-Τι πού παρκάρουν, ρε μαμά? Απ' έξω από τους χώρ...
-....
-Ναι μαμά μου, έχει πολλούς χώρους και τα αυτοκίνητα είναι μέσα εκει πού...
-....
-Ναι μαμά, καλά κάνουν και έχουν πάρκινγκ μέσα, γιατί πού να αφήσουμε τα ρημάδια μας (παρεμπιπτόντως εμείς πήγαμε με τη μηχανή), αλλά αφού όλες οι παραστάσεις δεν κρατούν την ίδια ώρα, καταλαβαίνεις τι γίνεται, όταν οι μισοί φεύγουν και οι άλλοι μισοί προσπαθούν να παρακολ....
-....
-Ναι η δική μας παράσταση τελειώσε. Η Μήδεια του Παπαϊωάννου συνεχ...
-...
-Τι πάει να πει ρε μαμά, γιατί δεν είμαστε στη Μήδεια? δε βρήκαμε εισιτήρ....
-...
-Όχι μαμά μου, δεν είμαι αμελής, σε δυο ώρες είχαν τελειώσ...
-...
-Καλά μαμά μου, θα φροντίσω να τον δούμε ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ τον χειμώνα στο Παλλ...
-...
-Ο Μ? Δίπλα μου είναι, αλλά δε μου μιλάει... Μαμά, νομίζω θα κάνει καιρό να μου μιλήσ...
-...
-Τίποτα δεν του έκανα, ρε μάνα... Απλά, η παράστασ...
-...
-Το Passo D0bl..
-....
-Ναι, ο χορός ... Ναι, αυτός με τις ταυρομαχ....
-...
-Όχι, δεν ήταν ακριβώς χορογραφία, μαμά μου... Κι εγώ έτσι νόμιζα, αλλά τελικά ήταν ένα είδος περφορμ...
-...
-Δεν μπορώ να λέω την περφορμάνς, δρώμενο, ρε μαμά μου φαίνεται γελοί...
-...
-Πόσο κράτησε? Τι να σου πω... λιγότερο από μια ώρ...
-...
-Να πω την αλήθεια, βρε μαμά μου, εγώ δεν το πολυκατάλαβ....
-...
-Όχι, σου λέω, δεν χορεύαν, δεν είχει κάν μουσικ...
-....
-Καλά, όχι και τελείως μούγκα... Ακούγονταν κάτι παράσιτα, κάτι βιομηχανικοί ήχοι, κάτι τύμπαν...
-....
-Αφού σου λέω δεν χορεύαν, βρε μανούλα μου... Δυο μεσήλικες βγήκαν στη σκηνή και...
-...
-Τι σκηνικό? Φαντάσου, το βιβλίο της Καλομοίρας στη Ευροβιζιόνα χωρίς την καρδούλα ανοιγμένο και γεμάτο πηλό σε...
-...
-Όχι και λάσπη, βρε μαμά....Το κάθετο φύλλο του βιβλίου, λευκός πηλός και το οριζόντιο καφ...
-...
-Όχι δεν χορεύαν μεσ στη λάσπη μαμά μου... Σκάβανε και βαράγανε το κάτω φύλλ...
-...
-Όχι με τα χέρια τους μανούλα μου? Κάτι τσάπες είχανε, κάτι ρόπαλα του μπέηζ μπωλ, κάτι κόπανους που κοπανάγαν οι γυναίκες τα ρούχα στις νεροτριβές που είχαμε δεί στο λαογραφικό μουσ...
-....
-Όοοοχι, όχι όλη την ώρα, μετά άρχισαν να δέρνουν το πάνω φύλλο, να το γδέρνουν, να του πετούν κομμάτια από το κάτ....
-...
- Γιατί να σου λέω ψέματα μαμάκα μου, αλήθεια... μετά άρχισαν να βάζουν κάτι γλάστρες, και κάτι κιούπια και κάτι βάζα άψητα, από φρέσκο πήλο, στο κεφάλι τους και να τα χτυπάνε, να τα πλάθουν, να τους ανοίγουν τρύπ...
-...
-όχι μαμά, δεν σε κοροϊδεύω, μετά ο ένας που ήταν ένας ισπανός εικαστικ...
-...
-Δε θυμάμαι, βρε μαμά... Κάτσε να δω το πρόγραμμα... Α, να Miquel Barcelo !
-...
Ήταν κοντός και ο μεγαλύτερος από τους δ...
-....
-Ο άλλος? κάτσε, εδώ το λέει... ήταν ο Josef Nadj, ένας γάλλος χορογράφ...
-...
-Αυτός ήταν ψηλός και αδύνατ..
-...
-Ναι, θα σου πώ, κάτσε!!! Ο εικαστικός άρχισε να βάζει στο κεφάλι του χορογράφου και στα χέρια του, και στην πλάτη του πολλά τέτοια πήλινα άψητα και να τον κοπανάει και να τα πλάθει και ...
-...
-Ναι, βρε μαμά μου, αλήθεια σου λέω... Και μετά τον κόλησε πάνω στον λευκό πηλό και πήρε και έβαφε λευκό όλο το σκηνικό και τον χορογράφο μαζί με ένα σωλήνα πίεσης (νομίζω ότι έτσι μου το είπε ο Μ, που κόντευε να πνιγεί από τα γέλια δίπλα μου και με έκανε και ρεζίλ...
-...
-Καλά, ομολογώ κι εγώ γέλαγα, αλλά πιο διακριτικά και κάτι κορίτσια δυο τρεις σειρές πίσω από εμας και κάτι διάσπαρτοι σε όλο το θεατράκι, αλλά μια κυρία τα αγριοκοίταξε και τους έκανε παρατηρ...
-...
-Τι πα να πει ρε μάνα, σιγά μην της χάλασαν τη μυσταγωγία? Αφού της άρεσ...
-...
-Σε πληροφορώ ότι τους αποθέωσαν στο τέλ...
-...
-Βεβαίως και το κατάλαβαν ρε μάνα, ήθελαν να δείξουν πώς είναι να είσαι μέρος του εικαστικού συμβάντ...
-...
-Να σου πώ, την αλήθεια, από κάποιο σημείο και πέρα το νόημα γίνεται αντιληπτό, απλά δεν ήταν αυτό που περιμέναμ...
-...
-Όχι δεν το διάλεξε ο Μ... εγώ το διάλ...
-...
-Ναι μαμά μου, το ξερω ότι εγώ διάλεξα και την παράσταση που ο Ορφέας και η Ευρυδίκη διαδραματιζόταν στο νεκροτομ...
-...
-Ναι μαμά μου, εγώ διάλεξα και την άλλη που ο Ναμπούκο διεξαγόταν στο Άουσβ...
-...
-Εντάξει μαμά, εγώ φταίω, που τον είχα πάει και σ' εκείνο το κουκλόσπιτο του Ιμπσεν, που αντί να φύγει η Νόρα σκοτώνει τον αντρ...
-...
-ΠΟΥ στην ευχή θυμήθηκες και την Αντιγόνη με τη Βουγιουκλάκη? Δεν έφταιγα εγώ τότε, απλά εκείνο το Σ/Κ είχε ρεπ...
-....
-Ε, εντάξει! και ο Κιμούλης Οιδίποδας με τη Γαληνέα Ιοκάστη ήταν ένα λάθ...
-...
-Τι θες να πεις, μαμά, καλύτερα να είχα πάει στην Κάιλι με εκείνον τον φίλο μου απ' τη Θεσσαλονίκη? ΠΟΥ ΤΗΝ ΞΕΡΕΙΣ ΕΣΥ ΤΗΝ ΚΑΪΛΙ ΜΑΜΆ?????

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2008

Ηamlet reloaded....

Όπως κάθε μαθητής της Πρώτης Προκαταρκτικής (εγώ με την απορία τι είναι προκαταρκτικό και τι εντός μαθήσεως θα πεθάνω) αγγλικού φροντιστηρίου γνωρίζει το To be είναι το βοηθητικό ρήμα ΕΙΜΑΙ...

Ο μικρός Βασιλάκης Ρώτας πάλι. σ’ εκείνο το συγκεκριμένο μάθημα είχε κάνει κοπάνα (ίσως πάλι να έκανε ιδιαίτερα στο σπίτι του και η αγγλοδιδάσκουσα να μην έδωσε και μεγάλη σημασία στο μαθησιακό κενό του), βοήθησε και η απεγνωσμένη αναζήτηση της ρίμας και του μέτρου (στην ωριμότητά του πλέον ο λογοτέχνης και θεατρικός συγγραφεύς) κι έτσι το μεγαλύτερο υπαρξιακόοντολογικό δίλημμα όλων των εποχών το to be or not to be «να είσαι ή να μην είσαι» (έστω «να υπάρχεις ή να μην υπάρχεις») στην Ελλάδα έγινε «να ζει κανείς ή να μη ζει» χάνοντας το νόημά του, προς μεγάλη απογοήτευση του Άγγλου βάρδου, που ακόμα (αν και όχι μόνο γι’ αυτό) γυρνά στον τάφο του.

Ο έλλην τώρα (που είναι γνωστό με πόση τελειομανία, κλασικοφιλία και ευρύτατη θεατρική παιδεία διάγει τον βίον του), ακριβώς λόγω αυτού του ερμηνευτικού προβληματακίου της οντολογίας του μύθου του Δανού πρίγκηπα, ψιλοσνομπάρει τα κλασικά ανεβάσματα του Άμλετ του Σεξπίρου (άσε που η πλήρης εκδοχή του έργου είναι τέσσερεις ώρες και τα ελληνικά θέατρα έχουν άβολες καρέκλες, πανάκριβο μπαρ με αγενείς barwomen και εξαιρετικά προβληματικές τουαλέτες) και αναζητεί εναλλακτικές εκδοχές που να καλύπτουν τις οντολογικές και φιλοσοφικές αναζητήσεις του (και να μην του κοστίζει η γρανίτα σαμπάνια).

Τέτοιες εκδοχές προσφέρει αφειδώς η αγγλοσαξονική και γενικώς η δυτική θεατροπαραγωγή, η οποία έχει ασχοληθεί εκτενέστατα με το ζητηματάκι, έχει αναγνωρίσει τις ισορροπίες του περίφημου μονόλογου, όπου το υψιπετές συνταιριάζεται με το χαμερπές και το πνευματικό συμπληρώνει θαυμαστά το σωματικό κι έχει φροντίσει (αλλάζοντάς του, συνήθως, τα πετρέλαια) να το μετατρέψει από όπερα, της οποίας το λιμπρέτο είναι βασισμένο σε προσαρμογή (άλλή μια αιώνια απορία μου: τι είναι αυθεντικό, τι μεταγραφή, τι βασισμένο και τι λογοκλοπή, αλλά τέλος πάντων) του Δουμά (sic!), μέχρι ταινία με τον ό,τι-θέλουν-οι-γυναίκες-braveheart Mel Gibson....

Στο καπάκι διάφοροι δραματουργοί (ζηλώσαντες τη δόξα των Ιμπσεν, Ο’ Νιλ, ει μη και του ίδιου του Σεξπίρου) φρόντισαν να δανειστούν το οντολογικό του Άμλετ, ώστε να αναδείξουν τα σύγχρονα υπαρξιακά, βλέπε του Tom Stoppard's το Rosencrantz & Guildenstern Are Dead, το Hamletmachine του Heiner Müller (και άλλα τα οποία προφανώς αγνοώ, καθώς θεατρόφιλη, θεατρόφιλη, αλλά μην το παρακάνουμε κι όλας...) αποδεικνύοντας, για άλλη μια φορά, ότι όσο περισσότερο περιμένουμε τον Γκοντό (ναι το ξέρω ότι αυτός είναι από άλλη δραματουργική σχολή, αλλά εμένα αυτός μου συμπλήρωνε το νόημα, μη σας πω ότι εκφράζει και το οντολογικό μου άψογα), τόσο λιγότερες οι πιθανότητες να έρθει...

Επειδή όμως ημείς (ως παρέα, ως οικογένεια, ως ζεύγος αλλά και ενίοτε κατά μόνας) είμεθα επίμονοι και δεν σταματούμε να αναζητούμε τη λύση του διλλήματος, Τρίτη βράδυ μέσα στο βαρύ χριστοδούλειο πένθος (που υπόρρητα έθετε το ερώτημα: τι είναι ο άνθρωπος? τι είναι ο θάνατος? τις μου εστί πλησίον? τι ώρα είναι η παράσταση? κ.α. να μη σας κουράζω τώρα και κλέβω και τη δουλειά από τον Γιανναρά) και το ακόμη βαρύτερο ψοφόκρυο (που μας έβαζε στο κρύο κλίμα της Ελσινόρης και την παγωνιά του θανάτου που υποφώσκει στο κάστρο, στις τάφρους, στις ακτές, τις λεωφόρους και τα σοκάκια)... βρεθήκαμε στο Soul stereo να παρακολουθούμε άλλη μια πρωτοποριακή παράσταση έξι πολύ (αλλά μιλάμε για πολύ) νεαρών (και ταλαντούχων) παιδιών, εις εκ των οποίων ο Γιάννης, το έτερο ήμισυ της Μετεωρίτης (παρεμπιπτόντως κούκλος στην παράσταση με το κόκκινο γυαλί), το Άμλετ reloaded (αυτό τώρα πώς θα το μεταφράζαμε στα ελληνικά?), αγνώστου εις εμέ συγγραφέως.

Ομολογώ ότι δεν είχα ξαναπαρευρεθεί σε παρόμοια εκδήλωση τεατράλε, όπου οι ηθοποιοί μπαίνουν μαζί με τους θεατές στο μπαράκι αναζητώντας τη θέση τους πείθοντας μας όλους ότι οι θέσεις είναι αριθμημένες και κάνοντας μας να αναζητούμε στο εισιτήριο το νούμερο μας (τελικά τα νούμερα ήμασταν εμείς που φάγαμε τόσο εύκολα το happening των - γλυκύτατων, το είπα ή το ξέχασα? - παιδιών), οπότε γοητεύτηκα (και σας τα λέω για να ζηλέψετε). Επειδή, φυσικά, δεν υπήρχαν αριθμημένες θέσεις, βολεύει και το μέγεθός μου, εγώ χώρεσα πάνω στο ηχείο, ενώ η υπόλοιπη παρέα βολεύτηκε σε σκαμπό του μπαρ και καναπέδες. Ως μπόνους (που είμαι καλό κορίτσι petite et raffinée) είχα το ποτάκι μου και κάπνιζα και το τσιγάρο μου, άρα ήμουν εξαιρετικά άνετα, ήταν κι ο καλός μου μακριά, άρα κανείς δε με γκρίνιαζε, το παιδί μου κοιμόταν στη φίλη της άρα κανείς δε με σκότιζε στο κινητό, το θέαμα (εδώ δειλά θα μπω στα χωράφια του Γεωργουσόπουλου αλλά θα με συγχωρήσετε και όταν μου κάνει τη μήνυση ο σεβάσμιος πλην χολερικός κριτικός, θα προβάλετε ως υπερασπιστικό επιχείρημα την καλή μου προαίρεση...) ήταν πάνω από τον μέσο όρο πολλών συμβατικών παραστάσεων (ανέφερα ότι ο Γιάννης ήταν κούκλος με το κόκκινο γυαλί??) άρα πέρασα εξαιρετικά.

Τα (πολύ όμορφα και γοητευτικά, σε περίπτωση που δεν το έχω ήδη επισημάνει) παιδιά απόδωσαν με μεράκι και συγκινητικό (στην αρχαία του έννοια της αγάπης προς την τέχνη) ερασιτεχνισμό το (αποδεκτό, αν και αρκετά αμερικάνικο κατ’ εμέ) κείμενο, χόρεψαν (παρεμπιπτόντως έχω να προτείνω στη βουλή των Ελλήνων – και την Ευρωβουλή, αν χρειαστεί – να απαγορέψει δια νόμου στους άντρες – πλην ελαχίστων εξαιρέσεων – να χορεύουν), αποδόμησαν με επιτυχία το σεξπιρικό εργάκι, (με την Οφηλία και τον ίδιο τον Άμλετ, οι μόνοι που εμφανίζονται στην παράσταση, να παραπέμπουν από το ελισαβετιανό θέατρο ως την κομέντια ντελ άρτε και το γαλλικό μπουλβάρ), ακύρωσαν τους σεξπιροθεωμενοαναλύοντες (αν και μέσα από τις στερεοτυπικά χαζές γυναίκες και τον αρχετυπικά επιφανειακό αρσενικό) και συνέδεσαν το οντολογικό και τη μεταφυσική αναζήτηση του 1600 με τις σεξουαλικές νευρώσεις του 2000 (σε μια αρκετά ενδιαφέρουσα τελική σκηνή όπου οι ηθοποιοί βομβαρδίζουν ο ένας τον άλλο με τα εσωτερικά τους νοήματα αντικατοπτρισμένα εντός της δράσης του Άμλετ), χωρίς να κάνουν το Σέξπιρ να γυρνά στον τάφο του.

Και επειδή όπως λέει και ο Γιάννης/Walter (μήπως λησμόνησα να τονίσω ότι το κόκκινο γυαλί του είναι το κερασάκι στην τούρτα της παράστασης?) σε κάποια στιγμή στην παράσταση (για τους Rosencrantz & Guildenstern) δεν έχει σημασία ποιος είναι ποιος, όλα τα παιδιά συμμετείχαν σε μια συλλογική προσπάθεια που κάνει το θεατή να μη θεωρεί ότι «απώλεσε την ημέρα (ή μάλλον τη νύχτα)».

Εμείς περάσαμε πολύ όμορφα, στη συνέχεια κατεβήκαμε και στο κάτω μοδάτο, αλλά όχι πολύ δήθεν, μπαρ (ίσως βοήθησε και η Τρίτη, το ψοφόκρυο, το πένθος και ότι πρέπει να μιλάς δυο ξένες γλώσσες για να κυκλοφορήσεις στην Ευριπίδου βράδυ) και συνεχίσαμε το ποτό (ώσπου από κάποια στιγμή και μετά κυκλοφορούσε αίμα στο αλκοόλ μας) και σας το συστήνουμε (χωρίς αναρωτήσεις αυτή τη φορά) ανεπιφύλακτα...

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2007

...Περί Logoτυπων....

Εδώ και μερικές μέρες ο Sandman με κάλεσε σε ένα παιχνίδι:
Που θα ήθελες να δεις το Logo σου?
Όσο κι αν η ερώτηση φαίνεται αθώα, κρύβει (αμέσως μετά από το τελευταίο γραμματάκι της) μια τεράστια χαράδρα αναρωτήσεων στην οποία κινδυνεύεις να πέσεις....
Τι είναι το Logo (όχι στη φυσική του αλλά στην μετα-διάστασή του)?
Μήπως "θέλω να δω", σημαίνει θέλω να κάνω μια δήλωση για εμένα στους άλλους?
Το παιχνίδι αυτό πόσο αφορά στα όρια που ονειρευόμαστε να ξεπεράσουμε αλλά φοβούμενοι τις πληγές τις δικές μας (ίσως και των άλλων) παραμένουμε να κοιτάζουμε διστακτικά???
Η λογοτυπική αυτή έκθεση αφορά όχι μόνο στους φίλους μου κι εμένα αλλά και σε όλους όσους έχουν πρόσβαση στον blogoχώρο μου... Θέλω όλα αυτά τα (αδιάκριτα) μάτια, να κοιτούν το ξεγύμνωμα ενός (έστω και ελάχιστου) κομματιού από την ψυχή μου?
Αυτή η λογοτυπική αλυσίδα, χρησιμεύει στο να γνωρίσουμε ο ένας τον άλλο ή απλώς όλοι θα αναζητήσουμε έναν τρόπο να ξεπεράσουμε τους άλλους σε πρωτότυπες ιδέες και άψογη εκτέλεση?
Κι εκεί που τα ερωτήματα με κατακλύζαν και αγχωνόμουν γιατί περνούσε κι ο καιρός (αν σε καλούν για καφέ δεν πας για after), ξέσπασε μια απρόσμενη διαφωνία στο προηγούμενο post για τον Ριχάρδο και είδα το φως το αληθινό....
Τα ερωτήματά μου δεν ήταν παρά εκφράσεις του Ναρκισισμού μου.... Στην πραγματικότητα απλώς κωλυσιεργούσα γιατί είμαι μια αδέξια με τα υπολογιστικά προγράμματα γενικώς και με τα προγράμματα επεξεργασίας εικόνας ακόμα περισσότερο. Αρνιόμουν να ανεβάσω ποστάκι γιατί ήξερα ότι δε θα μπορούσα να συναγωνιστώ ούτε την τεχνική αρτιότητα των Sandman και Ίνδικτου, ούτε την πρωτοτυπία των θεμάτων που συνάντησα στα περισσότερα blogα που συμμετείχαν στο παιχνίδι και με μαζοχιστική ικανοποίηση επισκεπτόμουν...
Κι έτσι για άλλη μια φορά η ζωή έδωσε τη λύση στα διλήμματα και τα ερωτήματα: Δεν ήταν ζήτημα που ΗΘΕΛΑ να δω το logo μου, ήταν που ΕΠΡΕΠΕ να το δω....
στην προσωπογραφία μου, δια χειρός Νταλί...

Υ.Γ. Καθώς ετοιμαζόμουν να κλείσω αυτό το ποστ και έβαλα την προεπισκόπηση για να δω τι έχω γράψει και τι λινκ θα βάλω, διαπίστωσα οτι (προς χαρά μεγάλη του Ίνδικτου και της Just me) δεν υπάρχει καμια αναφορά σε κανέναν φιλοσοφοκοινωνιολογοδιανοούμενο και μου ΄ρθε στο μυαλό ένα σχόλιο του Ίνδικτου, για ένα βιβλίο που θα έπρεπε να έχει το logo μου, όπου άφηνε για μένα υπονοούμενα (δλδ, όχι και τόσο υπονοούμενα, ξεκάθαρα το έλεγε ο -υποθέτω- χριστιανός) ότι κοιμάμαι με τον Foucault στο μαξιλάρι μου και ξυπνώ με τον Bergson στο μυαλό μου.... Επειδή όμως, στην (απλή και καθόλου σκληρή) πραγματικότητα μου... κοιμάμαι (συνήθως) με τον καλό μου και ξυπνάω (από τις φωνές του καμαριού μου) με την ουρά του Θέμου στο πρόσωπό μου, το μοναδικό βιβλίο όπου θα ήθελα να δω το logo μου είναι αυτό:
όπου θεωρώ ότι οι ήρωες ζουν τον απόλυτο έρωτα...

Υ.Γ. 2 Τώρα τι μου ΄ρθε στο μυαλό? Ότι κανένας (μυθιστορηματικός ή μη) έρωτας δεν είναι απόλυτος αν δεν υπάρξει η κρίση της παρέκκλισης, του παιχνιδιού, της αμαρτωλής φαντασίωσης και (ευκταία) υλοποίησης. Οπότε, καλό θα ήταν να έβαζα το logo μου ΚΑΙ εδώ:
διότι αν είναι να αμαρτήσεις ε... να αξίζει τον κόπο...

Υ.Γ.3 Όπως κάθε φορά που τελειώνει ο ρόλος μου σε κάποιο παιχνίδι, προβληματίζομαι για το σε ποιον/α (που θα έχει διάθεση και δε θα αισθανθεί άβολα) συνblogίτη/ίσα θα περάσω τη μπάλλα. Ειδικά αυτά τα παιχνίδια-πυραμίδες (με πολλαπλούς παραλήπτες) παρουσιάζουν την ειδική δυσκολία ότι δεν ξέρεις αν αυτός που θέλεις να καλέσεις έχει ήδη δεχτεί πρόσκληση. Εγώ πάντως δεν μπορώ παρά να απευθύνω την πρόσκληση στον (σύνηθες θύμα των ιδιοτροπιών μου) Adaeus, στην (πρώτη που με κάλεσε σε παιχνίδι) Νερίνα, στον (συνοπερόφιλο) Farinelli στην (αμφίθυμη απέναντι στο επερχόμενο εορταστικό πνεύμα) Just me και στην (συν-γαβρίνα) Afrodiet

Υ.Γ.4 όποιος/α έχει λάβει και απ' άλλού πρόσληση παρακαλώ να πιστέψει στην καλή μου πρόθεση και την καλοπροαίρετη άγνοιά μου...