"H ομορφιά του παρελθόντος είναι το αποτέλεσμα, όχι ο λόγος της νοσταλγίας"
Μ. Foucault
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σαχλαμάρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σαχλαμάρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Μαΐου 2016

....Και ο λύκος με περιμένει....

Μια (διότι αυτά δεν συμβαίνουν και δεύτερη) φορά κι έναν (όχι πολύ καλό αλλά δεν θα τον έλεγες και χάλια) καιρό και σε έναν μακρινόν (διότι ως γνωστόν αυτά δεν συμβαίνουν ποτέ στον δικό μας) τόπο ήταν ένα κοριτσάκι που ζούσε σε ένα χωριό με ένα εσπεριδοειδοελαιοδάσος. Το κοριτσάκι μας ζούσε ευτυχισμένο  κολλημένο στην (από το τράβα τράβα μακραμέ) φούστα της μάνας της και καβάλα στο άλογο του πατέρα της και είχε δυο (κι άλλα είχε αλλά εμάς και δια την οικονομίαν της ιστορίας μας μάς ενδιαφέρουν μόνο αυτά τα) κουσούρια.  
Άλφον: Σιχαινόταν τα πράσινα (μη καρποφόρα) φυτά (η ταπεινή παραμυθοσυγγραφεύς δεν μπορεί να σας περιγράψει πόσα γιούκα, πόσες δράκαινες και πόσες τούγιες πήγαν από χεράκι της για να μη γεμίσουμε την ιστορία με βία και –κυριολεκτικά- ξεριζωμό) ενώ αντιθέτως λάτρευε τα (κατά προτίμηση) κόκκινα λέλουδα (τριαντάφυλλα, γαρύφαλλα, καμέλιες και άλλα πολλά) και (πού την έχανες πού την έβρισκες την άνοιξη)  μάζευε  κόκκινες ανεμώνες.   Βήτον (και κυρίαρχο πρέπει να ομολογήσουμε) όποτε ερχόταν η διοικητική συνέλευση των (ως γνωστόν διοικούντων ουχί μόνο του παραμυθιού μας αλλά και όλων των χωρών τα δάση και τις πολιτείες) αλεπούδων  αυτή πεισμόνως (και αγύριστο κεφάλι θα την έλεγες) και αδιαλείπτως συντασσόταν με τις (που τις φαίνονταν πιο συμπαθητικές πιθανά διότι δεν κατάφερναν ποτέ να συμμετάσχουν στη διοίκηση) κόκκινες αλεπούδες. Ε, όπως καταλαβαίνετε χωριό ήτο, στενοκέφαλοι χωρικοί ήτο, δάσος απομεμακρυσμένο ήτο, κάτι κουνάβια, κάτι κότες, κάτι σαθροβαθρακοί (άλλως γνωστοί και ως βούζες), κάτι τσακάλια ήτο, και αυτή αγύριστο κεφάλι ήτο, πολύ δεν ήθελε τις το κόλλησαν το παρατσούκλι η Κοκκινοκεφαλίτσα.
Η Κοκκινοκεφαλίτσα μας μεγάλωνε όπως όλα τα χαρούμενα παιδάκια των χωριών και των δασών, με σχολείο, πετροπόλεμο και κάτι άλλα παιχνίδια με λάστιχα ποδηλάτων, τσιγκάκια και κουρέλια που η συγγραφεύς (ούσα από πόλη παρότι της τα περιέγραψαν) δεν τα πολυκατάλαβε και με την καθοδήγηση και τις συμβουλές της μητρός της ώσπου εγένετω μια εξαιρετική νέα με ιδιαίτερον τάλαντον στη μαγειρική.  Συχνά πυκνά της ανέθετε η μητέρα την ευθύνη της βρώσης και της πόσης αυτών που περιποιούντο τις συγκομιδές από το (όσο) δάσος (ανήκε στην οικογένειά της) κι έτσι  έφτιαχνε συχνά πυκνά καλαθάκια  για να τα μεταφέρει σε αυτούς, αναγόμενη εις την εφευρέτρια του αγροτοεργατικού πικνίκ μετά την αυθεντική Κοκκινοσκουφίτσα που ήτο, ως γνωστόν, η εφευρέτρια του πικνίκ γενικώς (ευτυχώς που έχετε τη συγγραφέα να καλύπτει τα γνωσιακά σας κενά).
Τα προβλήματα της Κοκκινοκεφαλίτσα μας ξεκίνησαν από την αρχή της ενηλικίωσής της καθώς άρχισε και ξέφευγε και όλο και διαπίστωνε ελλείψεις στο χωριό και το δάσος που μέχρι τότε δεν είχε παρατηρήσει. Ελλείψεις τύπου σαμπουάν (και ας μην ήτο και γούος ενδ γο βρε αδερφέ), τζίν (όχι το ποτό το άλλο, το ρούχο αν και τώρα που το σκέφτομαι κι από το ποτό ψιλοέλλειψη θα είχαν), καλού γούστου, τρόπων, συνεννόησης ανάμεσα εις χωρικούς και κατοίκους του δάσους, ατομικών ελευθεριών, καλών ταινιών (μιλάμε είχε γονατίσει από τον Ξανθόπουλο και το κλάμα της Βούρτση), σάλτσας μπεσαμέλ, (δυστυχώς) πόρων διαβίωσης και καρότων. Αποφάσισε λοιπόν να μετοικήσει σε μεγαλύτερο δάσος και χωριό όπου δεν υπήρχαν οι προαναφερθείσες ελλείψεις. Πήρε λοιπόν το καλαθάκι της, το εγέμισε καλούδια (τύπου κάπαρη, λάδι, ελιές, μακαρονόπιτα, γλυκό νεραντζάκι και κρασί) και είδη πρώτης ανάγκης (τύπου φούστα-μπλούζα, μολύβι ματιών, τσιγάρα, το «ένα βήμα μπρος δύο πίσω» του Λένιν, έναν δίσκο του Αγγελόπουλου –πάρε κατάλαβε– και μια τράπουλα για δηλωτή) και ελλείψει γιαγιάς ξεκίνησε να βρει μια μακρινή θεία.  
Πριν φύγει πήρε και την ευχή και  τη συμβουλή της μάνας της κάτι τύπου «Σύρε παιδί μου στο καλό και την καλή την ώρα αλλά κοίτα μη χαζεύεις και κοιτάς γύρω-γύρω στο δάσος που είναι οι ανεμώνες (διότι οι μάνες πάντα ξέρουν). Και κοίτα μην κάνεις του κεφαλιού σου (ως προείπαμε οι μάνες είναι μεγάλες connaisseurs της φύσης των παιδιών τους) και φύγεις από τον κεντρικό δρόμο, διότι στα μεγαλύτερα δάση κρύβονται και κυκλοφορούν και οι κακοί λύκοι». Η Κοκκινοκεφαλίτσα μας εσυγκατένευσε (διότι αγύριστο κεφάλι ήντουνε, κορόιδο δεν ήντουνε να μπει σε καυγάδες τύπου «άσε μας ρε μάνα, πρωινιάτικα, δεν έχω πιει ούτε καφέ κι έχω και  δρόμο μπροστά μου»  αντί να πεί ένα απλό) «Μάλιστα μητέρα» αλλά, ως ήτο φυσικό και λόγω και του νεαρού της ηλικίας, μόλις έβγαλε το αβρό ποδαράκι της παπούτσι νούμερο τριανταοχτώ (πληροφορία ωστόσο άχρηστη εδώ καθότι δεν διηγούμεθα τη Σταχτοπούτα) από την πατρική οικία άναψε τσιγάρο δρόμο πήρε δρόμο άφησε, κοίταξε κατά πού να στρίψει να βρει ανεμώνες.
Εδώ το παραμύθι έχει μια απρόσμενη (δια)στροφή διότι (και μέσα στο πλαίσιο του εν τω πατρογονικώ δάσει καλλιεργούμενου ρητού «του στραβού κοράκου το γούρμο σύκο του πέφτει») η Κοκκινοκεφαλίτσα μας κατά τις εις το μεγάλο δάσος (απερίσκεπτες και ό,τι του φανεί του Λωλοστεφανή) περιπλανήσεις της πριχού (και νομοτελειακώς) πέσει επάνου στον κακό λύκο έπεσε στον ξυλοκόπο ο οποίος κρατούσε βενζινοπρίονο, τρυπάνι, κατσαβίδι στο ένα χέρι και έναν δίσκο της Μαργαρίτας Ζορμπαλα (ξαναπάρε και κατάλαβε) στο άλλο. Τη γοήτευσε, τον γοήτευσε (τι να πει κανείς) και ενώνοντας το καλαθάκι της, τα εργαλεία του, κάτι σούβλες κάτι χύτρες, ένα (όχι ατμο)σίδερο, κι ένα καναπεδοκρέβατο βρέθηκαν ύπανδροι και  (διατί να το κρύψωμεν άλλωστε;) ευτυχισμένοι.
Το κακό είναι ότι της Κοκκινοκεφαλίτσας μας άρχισαν (αιφνιδίως και απροσμένως) να τις τελειώνουν οι δικοί και οι συγγενείς αφήνοντας την (ήτο που ήτο τσίου) ακόμη πιο αποπροσανατολισμένη ακόμη πιο (μόνη) στον κόσμο της κι έτσι (αφού δεν υπήρχε και μάνα να της βάλει μια φωνή, να της στείλει ένα sms, ένα voice-mail υπενθύμισης ήταν και ο ξυλοκόπος «Κοκκινοκεφαλιτσούλι και Κοκκινοκεφαλιτσούλι» σιγά μην της επιβαλλόταν) βρέθηκε να περιπλανιέται όλο και  πιο βαθιά στα μονοπάτια του μεγάλου δάσους. Κι εκεί (διότι τη γλύτωσε μία, τη γλίτωσε δύο… πόσο να τη γλιτώνει, παραμύθι γράφουμε δεν είμαστε και ο μάγος Χουντίνι) έπεσε πάνω στον Λύκο….
Η αλήθεια είναι ότι αγνώριστο δεν θα τον έλεγες. Να κάτι αυτιά, να κάτι δόντια, να κάτι νυχάρες να κάτι τρίχες στον πόδη… όσο και να προσπάθησε κάτω από το καπέλο, το παλτό το πανακρίβου και  τη γόβα τη Louboutin πάλι το λυκοτόμαρο φαινόταν. Έλα όμως που η (όχι και τόσο χαζή αλλά σίγουρα σε ψιλοκαταθλιψάρα) Κοκκινοκεφαλίτσα  μας  είχε πάθει (ο τόνος στο α γαλλομαθές αναγνωστικό κοινόν μου) fixation με δαύτον και τον (και αντιστρόφως βεβαίως και για να είμαστε τίμιοι και αυτός την) ακολουθούσε κατά πόδας. Όπου η Κοκκινοκεφαλίτσα και ο (ειρήσθω εν παρόδω, ζευγαρωμένος και με κουτάβια) Λύκος από πίσω. Κι έτσι (και για να μην τα πολυλογούμε)  τι από δάση σε διοικητικές υπηρεσίες και από βουνά σε ιατρεία έτρεχαν μαζί Λύκος και Κοκκινοκεφαλίτσα, τι από λίμνες σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις και από θάλασσες σε ευαγή ιδρύματα περιπλανιόνταν μαζί Κοκκινοκεφαλίτσα και Λύκος, τι από λόφους σε εργασιακούς χώρους και από κοιλάδες σε διασκεδαστομαγαζάδικα βρέθηκαν για να εξερευνούν Λύκος και Κοκκινοκεφαλίτσα άλλο να σας τα διηγούμεθα και άλλο να τα βλέπετε.
Το ζήτημα όταν συναναστρέφεσαι τον Λύκο είναι ότι ο Λύκος είναι σπανίως ο χαμένος διότι (κακά τα ψέματα και παρά τις περί του αντιθέτου προπαγάνδες σε γελοία παραμύθια τύπου «Ο Λιλύκος και η Αφρούλα» ή ο «Διαβαστερός Λύκος και η σωτηρία του Φαλακροκόρακα» με τα οποία δεν επιθυμούμε να έχουμε σχέση) ο Λύκος είναι σαρκοφάγος. Αφού αναγνωρίσουμε ότι η ανοίκεια συναναστροφή ψιλο(καιπροσωρινα)έβγαλε την Κοκκινοκεφαλίτσα μας από την κατατονική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει θα συνεχίσουμε τη διήγηση λέγοντας ότι (ακουσίως αλλά και θλιβερώς) η Κοκκινοκεφαλίτσα άρχισε να παρατηρεί, ότι καλή η συναναστροφή αλλά είχε αρχίσει και (ξαναματά χρησιμοποιώντας τις πατροπαράδοτες σοφές ρήσεις του αρχικού της δάσους) «έσωνε». Μια της έλειπε ένα δάχτυλο, (μπα κάπου θα μου έπεσε είμαι τόσο ξεμυαλισμένη), μια της έλειπε ένα κομμάτι από το πόδι (μάλλον πάει καλά η δίαιτα που θα αρχίσω από Δευτέρα) μια της έλειπε μια σπλήνα, ένα κομμάτι από το συκώτι και λοιπά (που δεν σας περιγράφουμε για να μην κάνουμε το παραμύθι splatter που δεν είναι και από τα αγαπημένα μας λογοτεχνικοκινηματογραφικά είδη) όργανα, των οποίων αδυνατούσε να ερμηνεύσει (όταν την αντιλαμβανόταν) την απώλεια (αφού ο Λύκος παρέμενε υπεράνω υποψίας). Κάτι ψιλοψιθύριζε αραιά και που για τον Λύκο ο ξυλοκόπος (που όσο να πεις στο δάσος τριγυρνούσε, δέντρα έκοβε, όλο και κάποιες λυκοφωλιές είχε συναντήσει, όλο και με κάποιους λύκους είχε έρθει αντιμέτωπος) αλλά με τα «Κοκκινοκεφαλιτσούλι» του και την (πραγματικά εξωπραγματική και δημιουργούσα πανικό, ειδικά στην παραμυθοσυγγραφέα) αδυναμία του η Κοκκινοκεφαλίτσα μας δεν τον επήρε στα σοβαρά.
Και ξαφνικά, κάτι η αποψίλωσις των δασών από κατοίκους και ζώα δασών και χωριών που ήθελαν διακοποδάνειο και μεζονέτα με κήπο στα προάστια, κάτι η ανικανότητα των πρασινομπλέ αλεπούδων να διαχειριστούν τους πόρους των δάσων και των χωριών άφησαν τον ξυλοκόπο με το βενζινοπρίονο στο χέρι και την Κοκκινοκεφαλίτσα χωρίς δρόμους να παίρνει και να αφήνει και γενικώς (δυστυχώς τι είχαμε τι χάσαμε) αμφότερους με  ελαχιστοποιημένους πόρους. Και έτσι (ξαναματαακουσίως και θλιβερώς) επέστρεψε στο εσπεριδοελαιοδάσος της, όπου (ευτυχωδυστυχώς και αντιθέτως με το αρχικής εμπνεύσεως παραμύθι) δεν ζούσε η μάνα της να της πει «Μωρή, ποιος σε κατάντησε έτσι? Κομμάτια σου λείπουν», φέρνοντας και τον ξυλοκόπο μαζί της.
Το καλό με τις επιστροφές είναι ότι απομακρύνουν τους λύκους καθώς κάνουν την πρόσβαση στη (μέχρι τούδε αφειδώς και ανοήτως προσφερόμενη από το θύμα) τροφή δυσχερή και (ενίοτε) εγείρουν ανησυχίες για αξιώσεις δια τα πάρε να ‘χεις, κομματάκια του εαυτού που έχουν ήδη καταναλώσει. Το κακό είναι ότι οδηγούν σε απολογισμούς. Και αυτού του είδους οι απολογισμοί δεν μπορούν παρά να έχουν μια αποκάλυψη:
Δεν μπορείς, δεν θέλεις κι ούτε πρόκειται ποτέ να εξολοθρεύσεις τον λύκο
και ένα συμπερασματοερώτημα:
Ο λύκος, κουκλίτσα μου, πάντα λύκος ήταν. 
Η Κοκκινοκεφαλίτσα πού είχε το μυαλό της?

                                                                                                                                                     

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2009

... έρμο παιδί....

-Μαμά, την τύφλα τους δεν ξέρουν οι εφημερίδες!!!

-...................(ωχ, παναγία μου, τι θ' ακούσω πάλι??)

-Μεγάλη μλκία, αυτό που γράφουν για Γολγοθάδες και εξετάσεις....

-................... (αν δεν μιλήσω, λες η συνέχεια να μη με στείλει???)

-Αν είχαν κάνει σε σχολείο έπρεπε να ξέρουν ότι αυτό που ζητούν από τα παιδιά δεν είναι να ανέβουν το Γολγοθά.....

-.......................(συνεχίζει το έργο της εξόντωσης, απτόητη)

-Είναι να περπατήσουν πάνω στη Νεκρά Θάλασσα....

-....................(ζω?)

-Κι όταν λέω Νεκρά Θάλασσα εννοώ την ηλιθιότητα ΚΑΙ του σχολείου ΚΑΙ των καθηγητών ΚΑΙ της ύλης ΚΑΙ των θεμάτων ΚΑΙ των παπαγάλων ΚΑΙ της βαθμολόγησης στο τέλος!!!

-...................(ΔΕΝ ζω, είναι σίγουρο....)




Υ.Γ. Καλό μήνα απανταχού γονείς!!

Τετάρτη 1 Απριλίου 2009

... των σπλάγχνων μου...

  • έλεος! Δεν αντέχω πια! Συνεχώς τσακωνόμαστε για βλακείες και λάθη...
  • Ναι, μαμά μου, αλλά πρέπει να μας αναγνωρίσεις κάτι..
  • τι?
  • Ποτέ δεν τσακωνόμαστε για το ίδιο λάθος δυο φορές.....
Υ.Γ. Καλό μήνα απανταχού γονείς!

Σάββατο 28 Μαρτίου 2009

... ηλιοτρόπια...

Η άνοιξη είναι ωραία τρα λα λα!
Αν παραβλέψεις ότι ο Μάρτης (που είναι γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης) μας μούλιασε εφέτος και δε μας αφήνει να φορέσουμε το ολοκαίνουργιο πουκάμισο μεσ' στο λέλουδο και την κλάρα (άσχετο: όταν περάσει τούτη η μόδα κι επιστρέψουμε στα γνωστά καλά καφέ και μαύρα μας, όλ' αυτά τα χρωματουλιά ΜΕ λέτε τι θα τα κάμουμε? Τες παν! επιστρέφω στην άνοιξη)...
Η άνοιξη είναι ωραία τρα λα λα!
Αν ξεπεράσεις την απαισιοδοξία που διασπείρει ο ισχυρισμός του Τ.S. Eliott ότι ο Απρίλης είναι ο σκληρότερος μήνας, αφού τι ξέρει αυτός από μεσογειακή άνοιξη? Σε μια έρημη χώρα διαβιούσε....
Η άνοιξη είναι ωραία τρα λα λα!
Αν λησμονήσεις ότι ο Μάης (που μας έφτασε εμπρός βήμα ταχύ) αντί να είναι ο μήνας των λουλουδιών γίνεται ο μήνας των μεγάλων σφαγών σε Γυμνάσια και Λύκεια κι όπου αντί να πλέκουμε στεφάνια, συλλέγουμε τα μαργαριτάρια ανεπαρκών μαθητών ανέτοιμων καθηγητών...
Κι αφού τεκμηριώσαμε το ευωχές της άνοιξης ερχόμαστε στο δια ταύτα:
Η άνοιξη είναι ωραία τρα λα λα! πλην όμως είναι και η εποχή της (ωχ!) κηπουρικής...
Και καλά όταν έχεις κήπο. Καλείς τον επαγγελματία, τον σουλουπώνει, κουρεύει και τους καλλωπιστικοί θάμνοι (καθότι καλλιτέχνης) στρόγγυλους και μένεις εσύ να αναρωτιέσαι πότε φύτρωσε το γλειφιτζούρι στη μέση του γκαζόντος (το γκαζόν του γκαζόντος -κλίνεται κατά το παρόν) και τέλος πάντων ζείς εσύ καλά και ο επαγγελματίας καλύτερα (και πλουσιότερα). Αν όμως έχεις βεραντούλα με γλάστρες? Ποιον να καλέσεις χωρίς να ρεζιλευτείς σε φίλους γνωστούς (και φυσικά τον επαγγελματία)???
Αρχικά επιστρατεύεις τον καλόνε σου... Μια - δυο - τρεις... ε, στο 19 ήρθε κι έγκωσε ο χριστιανός. Τα στήλωσε και έκαμε τη μεγάλη εξέγερση
-Αν θες γλάστρες μόνη σου....
Στην αρχή το παίρνεις αψήφιστα (έλα, μωρέ, θα του περάσει -ΑΜ, ΔΕ!!)
Μετά το παίρνεις γαλύφικα (έλα, γλυκέ μου, δες πόσα άλλα κάνω εγώ στο σπίτι -ΤΙΠΟΤΑ)
Μετά το παίρνεις πατριωτικά (έλα, καλέ μου, αφού ο Κακλαμάνης βραβεύει τα πράσινα μπαλκόνια -Μένουμε ΧΑΛΑΝΔΡΙ κι επιπλέον ΔΕΝ ΤΟΝ ΨΗΦΙΖΟΥΜΕ)
Μετά το παίρνεις παρακλητικά (έλα, μωρό μου, καν' το για το χατήρι μου και θα δεις εγώ -Γιατί τόσα χρόνια για ποιανού το χατήρι το κάνει? Και ΤΙ ακριβώς είδε???)
Και τέλος το παίρνεις πεισματικά (θα το κάνω μόνη μου και ΔΕΝ θα σου ξανμιλήσω ΠΟΤΕ -Αμήν και πότε!!)
Κι έτσι εμπλέκεσαι στη χαρωπή διαδικασία κηπουρική βεράντας, για να καταλάβεις από το πρώτο βήμα, που είναι η επίσκεψη στο φυτώριο, πόσο ανεπαρκής είσαι γι αυτό που ανέλαβες...
Μπαίνεις, λοιπόν, στο φυτώριο και βρίσκεσαι να περνάς ανάκριση πρώτου (μη σε πω και δεύτερου και τρίτου) βαθμού, από τον φυτωριοϊδιοκτήτη για το αν στο μπαλκόνι σου έχει ήλιο, πού έχει ήλιο, πότε έχει ήλιο, πού το πιάνει ο αγέρας, πότε το πιάνει ο αγέρας, πού είναι ο βοριάς, αν πιάνει πάγος, πότε πιάνει πάγος, αν το βράδυ πέφτει υγρασία, πόση υγρασία, πού έχει περισσότερη υγρασία, πόσα τετραγωνικά είναι το μπαλκόνι, πόσες παλιές γλάστρες έχεις, ώστε να υπολογίσει πόσες ακόμα πρέπει να προστεθούν για να είναι κατανεμημένα τα φυτά σωστά σε ζαρντινιέρες, μεγάλες γλάστρες, μεσαίες γλάστρες και μικρά γλαστράκια που θα μπουν σε πολλαπλά σταντ, στο τραπέζι και σε σημεία που δε φανταζόσουν ότι πηγαίναν γλάστρες... Σε περίπτωση, δε, που αποτολμήσεις να διακόψεις την ανάκριση -καλέ, εγώ τρεις τέσσερις γλαστρούλες ήθελα να βάλω- το βλέμα απαξίωσης του φυτωριούχου θα σε πείσει ότι αφού δεν έχεις εμπεδώσει από τη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Κηπουρικής το κεφάλαιο περί αστικής κηπουρικής, κακώς κάκιστα τρώς το χρόνο του...
Ας υποθέσουμε τώρα, ότι ανταπεξήλθες ηρωικά στην ανάκριση και ο καλός φυτοεπαγγελματίας αποφάσισε ότι ΔΕΝ είσαι χαμένη υπόθεση και συνεχίζει να ασχολείται μαζί σου... Τα δυσκολότερα έρχονται.
Ο αξιολογότατος ανθοπωλητής θεωρεί ότι για να φτιάξεις τις γλαστρούλες σου πρέπει να μάθεις να ξεχωρίζεις τη φοβερή gryllotalpa-vulgaris (την ποια?), που είναι έντομο από την calceolaria herbeohybrida (ορίστε?) που είναι φυτό και φοβερή λιχουδιά για την πρώτη. Πρέπει να μπορείς να τον παρακολουθήσεις να αραδιάζει
φυτά που είναι φυλλώδη και φυτά που είναι ανθοφόρα,
φυτά που θέλουν ίσκιο, φυτά που θέλουν ήλιο και φυτά που θέλουν ίσκιο επτά με οχτώ και ήλιο έντεκα με μία (τη νύχτα, νομίζω),
φυτά που θέλουν κρύο, φυτά που θέλουν ζέστη και φυτά που θέλουν κρύο Ιούνιο και Ιούλιο και Δεκέμβριο πρέπει να τα έχεις σε θερμοκρασία 36 βαθμών Κελσίου,
φυτά που θέλουν απάγκιο και φυτά που κάνουν απάγκιο στα άλλα φυτά (οι εθελοντές των φυτών ένα πράγμα),
φυτά που θέλουν παρέα και φυτά που είναι παντελώς αντικοινωνικά (ΣΕ λέει η αφελάνδρα με την πεπερόμια, οι καλύτερες φίλες, αντίθετα η καλαγχόη με τη γλωξίνια ούτε κουβέντα δεν αλλάζουν)
φυτά που θέλουν πολύ νερό και φυτά που θέλουν σπάνιο πότισμα και φυτά που πίνουν το νερό τους τρεις με πέντε από πηγή Αθαμανικών Ορέων με 14 άλατα και 22 ιχνοστοιχεία αλλιώς μουτρώνουν και δε βλέπεις άνθος ούτε για δείγμα.
Οι διαμαρτυρίες σου - καλιέ, εγώ δυο μαργαρίτες και δυο ζουμπούλια ήθελα να βάλω η χριστιανή- αντιμετωπίζονται με το υποτιμητικό βλέμα του ανθοεπιστήμονα, ο οποίος έχει ήδη σχεδιάσει τη βεράντα σου και είναι απολύτως πεπεισμένος ότι είναι μια ασήμαντη λεπτομέρεια η διαφωνία σου.
Κι έφτασε η αποφράς ώρα που θεωρείς ότι έληξες τα ζητήματα... Η προηγούμενη κακή στιγμή έχει περάσει, ο φυτοεπαγγελματίας σε έχει συγχωρήσει που τόλμησες να φτάσεις στο μαγαζί του χωρίς να είσαι συνδρομήτρια στο "Urban gardening for Total Idiots" (για τουλάχιστον 36 τεύχη) και το εντόπιο "Μπαλκόνι Φυτά και ο Άσχετος Κηπουρός" και θεωρεί ότι έχει καλύψει τα γνωστκά σου κενά. Έχεις περάσει και από το ταμείο, όπου κοιτώντας την απόδειξη στα χέρια σου αναρωτιέσαι μην τυχόν και αγόρασες μετοχές στο φυτώριο (και στην Mosanto, μη σε πω) και τώρα πρέπει να φορτώσεις τις αγορές οι οποίες πέρα από τα φυτά, περιλαμβάνουν:
  • Αρκετό χώμα για να ξεκινήσεις δική σου χωματουργική επιχείρηση "Μπαζώνονται ρέματα Ο Μήτσος"
  • Γλάστρες, πιατάκια, ζαρντινιέρες και σταντ ικανά να αναζωογονήσουν τις παρακμάζουσες κεραμοποιείες του Αμαρουσίου και τέλος
  • Τόσα υγρά, στερεά και αέρια λιπάσματα και εντομοκτόνα και με τόσες οδηγίες (μία κουταλιά του γλυκού μπλε λίπασμα τρεις με πέντε το απόγευμα και μισή κουταλιά της σούπας πράσινο λίπασμα δώδεκα με μία το βράδυ, μισό ψέκασμα από το κόκκινο εντομοκτόνο το πρωί, πρό ποτίσματος και εν τέταρτο του ψεκάσματος από το άσπρο εντομοκτόνο το απόγευμα μετά το πότισμα) που σε κάνουν να αναρωτιέσαι ΠΩΣ ΣΤΟ ΔΑΙΜΟΝΑ η ογδοντάχρονη γιαγιά σου βάζει στο χέρι της στη σακούλα του σουπερμάρκετ που περιέχει τα εκατοντάδες φάρμακά της και πιάνει το σωστό φάρμακο στη σωστή ώρα και παίρνει τη σωστή δόση.
Η φόρτωση, λοιπόν, είναι απλή αν έχεις φορτηγό, έστω ένα αγροτικό. Είναι όμως εξαιρετικά πολύπλοκη αν έχεις ένα απλό Ι.Χ. Εγώ κοίτα να δεις έχω Ι(ιιιι).Χ(χχχχ). ... μικρό.... ΠΟΛΥ ΜΙΚΡΟ... Στο δεύτερο σακί χώμα απλά ΔΕΝ υπήρχε πορτμπαγκάζ (ελληνιστί σκευοφόρος). Για καλή μου τύχη, βέβαια, είναι σχεδόν συναρμολογούμενο. Οπότε, όσοι από εσάς είδατε ένα κίτρινο Πούντο (εκεί!) κάμπριο να περνά ανθισμένο και καταπράσινο στους δρόμους του Χαλανδρίου, μπορείτε να ησυχάσετε, δεν μετατρέπει η κρίση τα αμάξια σε κινούμενες γλάστρες. Εγώ το μετέτρεψα σε "Μεταφοραί Φυτών ο Χρηστάρας" και αυτό για μια και μόνη φορά (του χρόνου θα πάω με νταλίκα στο φυτώριο, να 'χω και την αξιοπρέπειά μου).
Και τώρα στέκομαι στο μπαλκόνι, με εκατοντάδες γλάστρες, γλαστράκια, φυτά και φυτάκια, λιπάσματα και εντομοκτονάκια και αναρωτιέμαι ποιον ψυχολογικό εκβιασμό να χρησιμοποιήσω για να επανέλθουμε στην τάξη και να φυτέψει τα φυτά ο (που νογά) καλός μου, αλλιώς τα βλέπω να θνήσκουν εντός δεκαημέρου από τη φύτευση....


Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009

... ψήνονταν στον πυρετό...

Είναι απίστευτο, ότι 60 - 80 εκατομμύρια φιλικά (για τον άνθρωπο) μικρόβια ζουν σε κάθε τετραγωνικό εκατοστό του δέρματός μας. Δυστυχώς, κάποιο από αυτά αποφάσισε να αυτονομηθεί, να αφήσει τις φιλικότητες και τις αηδίες και να περάσει σε εχθροπραξίες κατακυριεύοντας πολύ περισσότερο ζωτικό χώρο, απ' ότι του αναλογεί. Και καθώς με βρήκε απροετοίμαστη, με κατατρόπωσε το άθλιο....
Το καλό με τις ιώσεις είναι ότι σε βάζουν σε μια διαδικασία γνωριμίας με το σώμα σου... Το κακό είναι ότι το κάνουν με επώδυνο τρόπο.
Εγώ, για παράδειγμα, εξ' αιτίας της ίωσής μου, έμαθα ότι το ανθρώπινο σώμα είναι ένας εξαιρετικά πολύπλοκος μηχανισμός στον οποίο βρίσκονται 206 οστά, 600 μυς και περισσότερες από 1200 μυοσκελετικές ενώσεις. Το κακό είναι ότι το έμαθα διότι πονούσαν όλα αυτά τα κόκαλα από το πιο μικρό που (δεν θυμάμαι πώς στην οργή λέγεται και ΔΕΝ είμαι το νατασσάκι για να τρέχω στους Γούγληδες αλλά ξέρω ότι σίγουρα) βρίσκεται στο αυτί μας, ως το μηριαίο που είναι το πιο μεγάλο. Βεβαιώθηκα, επίσης, τόσο για τον αριθμό των μυών, καθώς από τον μικροσκοπικό stapedius (κάνω την έξυπνη τώρα) στο κέντρο του αυτιού ως τον μέγα ραχιαίο, που είναι ο μεγαλύτερος, ήταν όλοι απολύτως (και ανεπανόρθωτα) πιασμένοι, όσο και για τον αριθμό των ενώσεων, αφού όλες έκαναν αυτόν τον ήχο σκουριασμένης πόρτας σε κάθε μου (επώδυνη) κίνηση.
Βέβαια, αυτή η ίδια ίωση με έβαλε και σε μια διαδικασία αμφισβήτησης των πληροφοριών που συλλέγεις. Για παράδειγμα έμαθα ότι (πάντα σύμφωνα με τους επιστημόνους) κατά μέσο όρο ο άνθρωπος ανοιγοκλείνει τα βλέφαρα του μέσα σε μια μέρα 9365 φορές. Ωστόσο, έχω βάσιμες υποψίες ότι αυτή η πληροφορία είναι λαθεμένη, καθώς τις τελευταίες μέρες αυτή η λειτουργία είναι πρακτικά αδύνατη. Τα βλέφαρά μου, τα οποία ζυγίζουν πάνω από 100 κιλά (κι ας έρθουν οι ανατόμοι να με διαψεύσουν) το καθένα, παραμένουν πεισματικά στο κλειστό (ρίψατε σημείωμα στη χαραμάδα και θα επικοινωνήσουμε σύντομα μαζί σας).
Ταυτόχρονα, μέσω της ίωσης, διαπιστώνεις ότι οι μετατροπές των συνθηκών λειτουργίας, αυτού του εξαιρετικού μηχανισμού, δημιουργεί αρκετές απρόσμενες βλάβες. Με τη θερμοκρασία μου, για παράδειγμα, να πηγαινοέρχεται στους 39ο C, είναι σίγουρο ότι έκαιγα πολύ περισσότερο από τους 100.000 νευρώνες, που υποτίθεται ότι χάνονται κατά μέσον όρο καθημερινά από τον ανθρώπινο εγκέφαλο. Αυτό σημαίνει ότι από τους 100.000.000 νευρώνες, που (σύμφωνα με έγκυρες έρευνες) περιέχει ο ανθρώπινος (λέμε τώρα) εγκέφαλός μου, πρέπει να έχω ένα σοβαρό έλλειμμα, το οποίο εξηγεί το ακίνητο και απλανές βλέμμα της αγελάδας, με το οποίο κοιτώ τους γύρω μου, και τον απίστευτο πονοκέφαλο, που κάνει αδύνατη την παρακολούθηση οποιασδήποτε συζήτησης περιέχει συλλήψεις συνθετότερες της (υπερβατολογικά απόλυτης) έννοιας του ΘΡΥΛΟΥ.
Αυτή η απώλεια νευρώνων πρέπει να φταίει για τις αδιανόητες εμμονές, που με κατακυριεύουν, όπως το να προσπαθώ να επιβεβαιώσω κατά πόσο το ανθρώπινο σώμα έχει 45 μίλια νεύρα. Ακόμη, βέβαια, δεν έχω κατορθώσει να τα μετρήσω, καθώς είναι ένα κουβάρι στα πάτωμα, μπροστά στον καναπέ μου όπου τα διάφορα μέλη του σώματός μου τα αναζητούν και προσπαθούν να τα ξεμπερδέψουν, μπας και κατορθώσουν να υλοποιήσουν έστω κάποιες απλές κινήσεις, όπως να σηκώθεί το χέρι μου και να απαντήσει στο τηλέφωνο που (χειροτερεύοντας τον πονοκέφαλό μου) χτυπά δαιμονισμένα ή να κατορθώσουν τα πόδια μου να φτάσουν στο νεροχύτη, ώστε τα χέρια μου να γεμίσουν ένα ποτήρι νερό από τη βρύση και να καταπιώ (προσπαθώντας να καταπολεμήσω τον πονοκέφαλό μου) ένα παυσίπονο.
Η ίωση είναι ο καλύτερος τρόπος για να διαπιστώσεις πόσο σημαντικές είναι ικανότητες του ανθρώπινου οργανισμού που συνήθως θεωρείς αυτονόητες. Για παράδειγμα από τις 50.000 διαφορετικές μυρωδιές, που υποτίθεται ότι αντιλαμβάνεται η ανθρώπινη μύτη εγώ αυτή τη στιγμή αντιλαμβάνομαι... καμία...! Τσιγάρο, ποτό, τα αθλητικά της Ν., η άμμος της γάτας, τα σουβλάκια που τρώνε αυτοί οι σπαστικοί (και παντελώς απρόθυμοι να μου συμπαρασταθούν, ως οικογένεια) δίπλα μου, η (παντελώς αηδία, παρ' όλες τις καλές προθέσεις της μαμάς μου) κοτόσουπα που τρώω εγώ, ε! όλα μια μυρωδιά... Τη μυρωδιά της αρρώστιας.
Μια ιώση χρησιμεύει επίσης για να αποκτήσεις εμπειρίες άλλων μορφών ζωής. Για παράδειγμα από τα 5-8 λίτρα αέρα που (πάντα σύμφωνα με έγκυρους επιστημονικούς κύκλους) ένας άνθρωπος εισπνέει κάθε λεπτό, είναι ζήτημα αν εγώ κατορθώνω να προσλάβω τα μισά. Γεγονός που με κάνει να ακούγομαι σαν τη Λάση μετά από πολύωρο κυνήγι γάτας.
Η ίωση, παρεμπιπτόντως, μπορεί να κάνει τους γύρω σου ευτυχισμένους για απροσδόκητους λόγους. Για παράδειγμα, καθώς οι μύες που χρησιμοποιεί ο άνθρωπός για να προφέρει μια και μόνο λέξη είναι 72 και επειδή (το εμπεδώσαμε) οι δικοί μου πονάνε φριχτά, περιορίζομαι (προς μεγάλη ικανοποίηση τόσο της Ν. όσο και του Μ. ) σε ήχους όπως μμμμμ! γκγκγκγκγ! που, όσο να πεις, παραπάνω από άντε πέντε, άντε δέκα μύες δε θα χρειάζονται. Αυτό περιορίζει σημαντικά την επικοινωνία μέσ στο σπίτι, αλλά αυξάνει την ηρεμία και τη δυνατότητα να εκλείψουν διάφορες παρεξηγήσεις.
Άσχετα από την ίωση πάντως, το συκώτι του μέσου ανθρώπου ζυγίζει περίπου δύο κιλά, αλλά το δικό σας πρέπει να είναι αρκετά βαρύτερο, τόση ώρα που σας το πρήζω. Γι αυτό λέω να την κάνω σιγά σιγά, με περιμένουν θερμόμετρα, ασπιρίνες και μια αρκετά θυμωμένη Ν. καθώς δεν ευοδώνονται οι προσπάθειές της να κολλήσει και να γλυτώσει κανα δυο μέρες σχολείο...


Τρίτη 3 Ιουνίου 2008

.. παίζοντας καστανιέτες και χορεύοντας...














- έλα, μαμά...
-.....
-Στην Πειραιώς...
-.....
-Σ' ένα πολιτιστικό... κέντρο να το πώ? πολυχώρος να το πώ? ρημάδι να το πω? πάρκινγκ να το ...??
-....
-Τι πα να πει γιατί ρημάδι, ρε μάνα? Κάτι αποθήκες είναι και...
-....
-Ναι το ξέρω ότι πολλές αποθήκες γίνονται πολιστικοί χώροι... αλλά κοιτάζουν να τις σουλουπώσουν, να τους βάλουν κάνα τζά...
-...
-Όχι, και καθόλου ρε μαμά, έχει κάποια τζάμια, αλλά αν βγάλανε λεφτά από τις περυσινές παραστάσεις, θα έπρεπε να βάλουν και τα υπόλ...
-....
- Ήταν σολντ αούτ?????... ΠΟΥ το έμαθες το σολντ άουτ μαμ...
-....
- Όχι μαμά μου, δεν σε σνομπάρω, απλά λέ....
-....
- Τέλος πάντων μαμά, αφού ήταν σολντ αούτ, ένας λόγος παραπάνω να βάλουν κάνα τζάμι να μην ακούγονται και τ' αυτοκίνητα κι οι μηχανές που παρκάρ' ...
-....
-Τι πού παρκάρουν, ρε μαμά? Απ' έξω από τους χώρ...
-....
-Ναι μαμά μου, έχει πολλούς χώρους και τα αυτοκίνητα είναι μέσα εκει πού...
-....
-Ναι μαμά, καλά κάνουν και έχουν πάρκινγκ μέσα, γιατί πού να αφήσουμε τα ρημάδια μας (παρεμπιπτόντως εμείς πήγαμε με τη μηχανή), αλλά αφού όλες οι παραστάσεις δεν κρατούν την ίδια ώρα, καταλαβαίνεις τι γίνεται, όταν οι μισοί φεύγουν και οι άλλοι μισοί προσπαθούν να παρακολ....
-....
-Ναι η δική μας παράσταση τελειώσε. Η Μήδεια του Παπαϊωάννου συνεχ...
-...
-Τι πάει να πει ρε μαμά, γιατί δεν είμαστε στη Μήδεια? δε βρήκαμε εισιτήρ....
-...
-Όχι μαμά μου, δεν είμαι αμελής, σε δυο ώρες είχαν τελειώσ...
-...
-Καλά μαμά μου, θα φροντίσω να τον δούμε ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ τον χειμώνα στο Παλλ...
-...
-Ο Μ? Δίπλα μου είναι, αλλά δε μου μιλάει... Μαμά, νομίζω θα κάνει καιρό να μου μιλήσ...
-...
-Τίποτα δεν του έκανα, ρε μάνα... Απλά, η παράστασ...
-...
-Το Passo D0bl..
-....
-Ναι, ο χορός ... Ναι, αυτός με τις ταυρομαχ....
-...
-Όχι, δεν ήταν ακριβώς χορογραφία, μαμά μου... Κι εγώ έτσι νόμιζα, αλλά τελικά ήταν ένα είδος περφορμ...
-...
-Δεν μπορώ να λέω την περφορμάνς, δρώμενο, ρε μαμά μου φαίνεται γελοί...
-...
-Πόσο κράτησε? Τι να σου πω... λιγότερο από μια ώρ...
-...
-Να πω την αλήθεια, βρε μαμά μου, εγώ δεν το πολυκατάλαβ....
-...
-Όχι, σου λέω, δεν χορεύαν, δεν είχει κάν μουσικ...
-....
-Καλά, όχι και τελείως μούγκα... Ακούγονταν κάτι παράσιτα, κάτι βιομηχανικοί ήχοι, κάτι τύμπαν...
-....
-Αφού σου λέω δεν χορεύαν, βρε μανούλα μου... Δυο μεσήλικες βγήκαν στη σκηνή και...
-...
-Τι σκηνικό? Φαντάσου, το βιβλίο της Καλομοίρας στη Ευροβιζιόνα χωρίς την καρδούλα ανοιγμένο και γεμάτο πηλό σε...
-...
-Όχι και λάσπη, βρε μαμά....Το κάθετο φύλλο του βιβλίου, λευκός πηλός και το οριζόντιο καφ...
-...
-Όχι δεν χορεύαν μεσ στη λάσπη μαμά μου... Σκάβανε και βαράγανε το κάτω φύλλ...
-...
-Όχι με τα χέρια τους μανούλα μου? Κάτι τσάπες είχανε, κάτι ρόπαλα του μπέηζ μπωλ, κάτι κόπανους που κοπανάγαν οι γυναίκες τα ρούχα στις νεροτριβές που είχαμε δεί στο λαογραφικό μουσ...
-....
-Όοοοχι, όχι όλη την ώρα, μετά άρχισαν να δέρνουν το πάνω φύλλο, να το γδέρνουν, να του πετούν κομμάτια από το κάτ....
-...
- Γιατί να σου λέω ψέματα μαμάκα μου, αλήθεια... μετά άρχισαν να βάζουν κάτι γλάστρες, και κάτι κιούπια και κάτι βάζα άψητα, από φρέσκο πήλο, στο κεφάλι τους και να τα χτυπάνε, να τα πλάθουν, να τους ανοίγουν τρύπ...
-...
-όχι μαμά, δεν σε κοροϊδεύω, μετά ο ένας που ήταν ένας ισπανός εικαστικ...
-...
-Δε θυμάμαι, βρε μαμά... Κάτσε να δω το πρόγραμμα... Α, να Miquel Barcelo !
-...
Ήταν κοντός και ο μεγαλύτερος από τους δ...
-....
-Ο άλλος? κάτσε, εδώ το λέει... ήταν ο Josef Nadj, ένας γάλλος χορογράφ...
-...
-Αυτός ήταν ψηλός και αδύνατ..
-...
-Ναι, θα σου πώ, κάτσε!!! Ο εικαστικός άρχισε να βάζει στο κεφάλι του χορογράφου και στα χέρια του, και στην πλάτη του πολλά τέτοια πήλινα άψητα και να τον κοπανάει και να τα πλάθει και ...
-...
-Ναι, βρε μαμά μου, αλήθεια σου λέω... Και μετά τον κόλησε πάνω στον λευκό πηλό και πήρε και έβαφε λευκό όλο το σκηνικό και τον χορογράφο μαζί με ένα σωλήνα πίεσης (νομίζω ότι έτσι μου το είπε ο Μ, που κόντευε να πνιγεί από τα γέλια δίπλα μου και με έκανε και ρεζίλ...
-...
-Καλά, ομολογώ κι εγώ γέλαγα, αλλά πιο διακριτικά και κάτι κορίτσια δυο τρεις σειρές πίσω από εμας και κάτι διάσπαρτοι σε όλο το θεατράκι, αλλά μια κυρία τα αγριοκοίταξε και τους έκανε παρατηρ...
-...
-Τι πα να πει ρε μάνα, σιγά μην της χάλασαν τη μυσταγωγία? Αφού της άρεσ...
-...
-Σε πληροφορώ ότι τους αποθέωσαν στο τέλ...
-...
-Βεβαίως και το κατάλαβαν ρε μάνα, ήθελαν να δείξουν πώς είναι να είσαι μέρος του εικαστικού συμβάντ...
-...
-Να σου πώ, την αλήθεια, από κάποιο σημείο και πέρα το νόημα γίνεται αντιληπτό, απλά δεν ήταν αυτό που περιμέναμ...
-...
-Όχι δεν το διάλεξε ο Μ... εγώ το διάλ...
-...
-Ναι μαμά μου, το ξερω ότι εγώ διάλεξα και την παράσταση που ο Ορφέας και η Ευρυδίκη διαδραματιζόταν στο νεκροτομ...
-...
-Ναι μαμά μου, εγώ διάλεξα και την άλλη που ο Ναμπούκο διεξαγόταν στο Άουσβ...
-...
-Εντάξει μαμά, εγώ φταίω, που τον είχα πάει και σ' εκείνο το κουκλόσπιτο του Ιμπσεν, που αντί να φύγει η Νόρα σκοτώνει τον αντρ...
-...
-ΠΟΥ στην ευχή θυμήθηκες και την Αντιγόνη με τη Βουγιουκλάκη? Δεν έφταιγα εγώ τότε, απλά εκείνο το Σ/Κ είχε ρεπ...
-....
-Ε, εντάξει! και ο Κιμούλης Οιδίποδας με τη Γαληνέα Ιοκάστη ήταν ένα λάθ...
-...
-Τι θες να πεις, μαμά, καλύτερα να είχα πάει στην Κάιλι με εκείνον τον φίλο μου απ' τη Θεσσαλονίκη? ΠΟΥ ΤΗΝ ΞΕΡΕΙΣ ΕΣΥ ΤΗΝ ΚΑΪΛΙ ΜΑΜΆ?????

Τετάρτη 2 Απριλίου 2008

το σχήμα του κρύβει λαμπρή πολεμική στολή...


Κάποια στιγμή μέσα στην αδιάλειπτη επαναληπτικότητα του χρόνου γεννήθηκαν 25 μιλιταριστικά παιχνίδια προκαθορισμένα μορφικά και υλικά (αφού ενουσιώθηκαν από το ίδιο παλιό μολυβένιο κουτάλι). Η πρώτη οντογενετική εμπειρία τους, που δομήθηκε με το άνοιγμα του κουτιού που υποκαθιστούσε το στρατοκρατικής έμπνευση κατάλυμα τους, ήταν η μη-συνωμοσιολογική έκπληξη (ενθουσιασμός θα μπορούσαμε να πούμε) ενός παιδιού. Καθώς θέτονταν εν παρατάξει, διαπιστώθηκε ότι η μορφική ομοιοστασία τους διαταρασσόταν από το τελευταίο (που μπήκε στο καλούπι) στρατιωτάκι που ίστατο (κατά ένα πόδι) ελλιπές υλικά, ωστόσο χωρίς καμιά διαταραχή της συναισθηματικής (μηδέ της σωματικής) του ισορροπίας.

Στο πεδίο τοποθέτησής τους, παρατήρησαν ένα απαρτισμό παιχνιδο-υποκειμενικοτήτων με εξέχουσα παρουσία έναν πύργο χάρτινο, στη θύρα του οποίου στέκονταν μια υπερβατικού κάλλους μπαλαρίνα. Ο ΑΜΕΑ μολυβένιος στρατιώτης, μην εντοπίζοντας το δεύτερο (σηκωμένο en arabesque attitude) πόδι της χορεύτριας νόμισε ότι διέκρινε σε αυτή μια ασυμμετρική αμοιβαιότητα, που δημιουργούσε μια ανεπίγνωστη δυνατότητα συμβιωτικής ταύτισης και ελλοχεύοντας πίσω από μια ταμπακέρα επικέντρωσε την προσοχή του σε αυτή.

Με το επερχόμενο της νύχτας, δημιουργήθηκε στο πεδίο των παιχνιδιών ένας ενεργός αλλοτροπισμός, όπου όλα τα παιχνιδο-όντα με μια παμμορφιστική αντίδραση στον ιθυφαλλισμό της εξουσίας των ανθρώπων, άρχισαν να διασκεδάζουν. Οι μόνοι που διατήρησαν ένα principium individuationis ήταν ο στρατιώτης, που δεν άφηνε την χορεύτρια από το οπτικό του πεδίο και εκείνη που παρέμενε σε μια αναστοχαστική παθητικότητα.

Κατά τη σημειολογικά χρονική εμπέδωση της αλλαγής της μέρας, με μια ιρασιοναλιστική κίνηση (που ανέτρεπε τη φαινομενολογικά χρηστική υπόστασή της), από την ταμπακέρα πετάχτηκε ένα τρολ το οποίο με χαρακτηριστικό βατταρισμό, επιδόθηκε στον φρονηματισμό του ΑΜΕΑ στρατιώτη απαγορεύοντάς του να επικεντρώνεται στην μπαλαρίνα, επισείοντας ρεβανσιστικές απειλές.

Την επόμενη ημέρα, ο άνεμος, επιδεικνύοντας έναν ασυγχώρητο (και εν πολλοίς αδικαιολόγητο) φαβοριτισμό προς το τρολ, παρέσυρε τον στρατιώτη από το ανοιχτό παράθυρο. Ο στρατιώτης βρέθηκε με έντονο αλλοκεντρικό πρόβλημα, αφού η ξιφολόγχη σφηνώθηκε στα πλακάκια και το μοναδικό πόδι βρέθηκε στον αέρα.

Το αγοράκι και η ταξικού προκαθορισμού προλετάρια που υπηρετούσε στο σπίτι κατέβηκαν να το αναζητήσουν, αλλά καθώς ο (μενσεβικικά οριοθετημένος) στρατιώτης (εμφορούμενος από έναν λανθάνοντα, στρατιωτικό γκομπινισμό) δεν τους κάλεσε, τον προσπέρασαν, με αποτέλεσμα να παραμείνει επί μακρώ (και εν μέσω βροχής) σε μια διαιρετότητα του μη αποφασιστού....

Όταν, ωστόσο, κόπασε η καταιγίδα, δυο σταχανοβιτικής προέλευσης ανήλικοι τον εντόπισαν και (σε μια προδήλως λανθασμένη εμπειριοκριτική ερμηνεία της στολής του) τον μπάρκαραν σε μια χάρτινη βάρκα. Ο στρατιώτης διατηρώντας τον ναρκισσιστικά κατευναστικό ιντιβιντουαλισμό του (άρα χωρίς επικλήσεις βοηθείας), αποδέχτηκε το γεμάτο κλυδωνισμούς ταξίδι μέσα στο ρεύμα που είχε δημιουργήσει η βροχή διατηρώντας πάντα την επικέντρωσή του μπροστά και σφίγγοντας (με λιβιδινική σχεδόν εμμονή) το όπλο του.

Η βάρκα σύντομα μπήκε στο άνοιγμα μιας πλάκας τοσούτως σκοτεινής ώστε ο στρατιώτης ανασύνθεσε κατηγορητικά τον αμοραλισμό του τρολ και σε μια σενσουαλιστική ανάμνηση της μπαλαρίνας, ευχήθηκε να ήταν μαζί του. Με συγγνωστή αδιαφορία και πίστη στις αρχές του διεθνισμού και της παγκοσμιοποίησης, προσπέρασε τον οριοθετικό εθνικισμό του αρουραίου, που (αυτοπροσδιοριζόμενος ως υπονομοφύλακας) τον κατεδίωξε ζητώντας του διαβατήρια και διόδια και συνέχισε να ακολουθεί το ρεύμα ωσότου αντιμετώπισε τον (συγκριτικά προς το μέγεθός του) καταρράχτη, όπου το ρυάκι ενώθηκε με τον υπόνομο.

Η βάρκα διαλύθηκε εις τα εξ ων συνετέθη και ο στρατιώτης (παράλληλα με την οντολογική πραγματικότητα) βυθίστηκε σε μια ρελατιβιστικά ανώτατη θλίψη για την απώλεια της μπαλαρίνας. Εκείνη την στιγμή η ποσιβιτιστική μεταφυσικότητα των παραμυθιών, του πρόσφερε καταφύγιο στο στομάχι ενός ψαριού.

Η ασυνεχής τονικότητα των κινήσεων του ψαριού (που δημιουργούσε έντονο πρόβλημα ναυτίας στον στρατιώτη) κάποια στιγμή διεκόπη και ο ιντετερμινισμός του σκοταδιού αντικαταστάθηκε από την περφεξιονιστική υλικότητα του φωτός. Η μαγείρισσα, που άνοιξε την κοιλιά του ψαριού, με μια επανιδιοποιητική κίνηση τον μετέφερε στην αίθουσα των παιχνιδιών ώστε να επιδειχθεί η επιτελεστικά γόνιμη γενναιότητά του. Αυτό δημιούργησε ρηγματώσεις στη μετριόφρονη υποκειμενικότητα του στρατιώτη κάνοντάς τον να παρατηρεί αμήχανα τον περιβάλλοντα χώρο, όπου διαπίστωσε ότι είχε επιστρέψει στο γνωστό δωμάτιο, ενώ μπροστά του βρισκόταν το αντικείμενο του πόθου του, η μπαλαρίνα.

Ωστόσο το ευτυχές τέλος παρακάμφθηκε καθώς, σε μια αιφνιδιαστικά αφιλότεχνη πράξη, ένα από τα αγόρια τον έριξε στη φωτιά αποδομώντας την φυσική και πνευματική υπόστασή του. Ο στρατιώτης, εγκλωβισμένος σε μια αμφιθυμικότητα, αδυνατούσε να προσδιορίσει αν η θέρμη που τον κατέτρωγε προερχόταν από την πυρά ή τον έρωτα.

Η διατάραξη της διπολικότητας αποκαταστάθηκε καθώς η χορεύτρια, εξ’ αιτίας της παρεμβατικότητας του αέρα (που αντελήφθη την ενδογενή απελπισία της), βρέθηκε φλεγόμενη δίπλα του.

Την επαύριο του συμβάντος, στο τζάκι ο υπερπροσδιορισμός της εμμένειας του έρωτά τους είχε σχηματίσει μια μολυβένια καρδιά με μια πούλια στο κέντρο της...

(Σήμερα είναι η παγκόσμια ημέρα παιδικού βιβλίου, ακριβώς στα γεννέθλια του μεγάλου παραμυθά Άντερσεν και είπα να κάνω μια αποδομιστική μεταφορά του γνωστού παραμυθιού. Έτσι, τώρα, όλοι ξέρουμε γιατί ο Βέλτσος γράφει ποίηση, ο Derrida φιλοσοφία, η Πάνια παρουσιάζει τα παρατράγουδα, ο Νικ Κέηβ γυρίζει δίσκους, εγώ έχω μπλογκ κι ο Άντερσεν συνοδεύει τα όνειρα όλων των παιδιών του κόσμου)

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2008

Εγώ η γυναίκα, η εργαζόμενη, η σύντροφος, η μάνα....

Το γραπτό που ακολουθεί είναι (απ' ότι μου είπαν) ΕΝΤΕΛΩΣ αυθεντικό (αλλά και se non e vero, e ben trovato), από επιτήρηση και μόλις μου το έστειλαν... Απολαύστε το!!!!!!!!!



Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2008

...resolutions...


Μια μέθη ωραία με κατακλύζει

δίχως καθόλου να φοβηθώ πώς παραπαίω

όρθια κάνω την πρόποση αυτή (Mallarmé)...


Είμαι έτοιμη να σφίξω καλά τη δειλία μου

μην πλημμυρίσει λόγια και τούτη η απόφαση μου (Δημουλά)...


λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα,

λόγια κενά, «καπνός κι αιθάλη» (Καββαδίας)...


το βράδυ να βγαίνω έξω

απ’ το δωμάτιό μου εκεί μέσα τα γνωρίζω όλα (Rilke)...


να μη φωνασκώ και να συμφύρομαι

με τους υπαίθριους ρήτορες και τους αγύρτες (Αναγνωστάκης)...


ν’ αποδιώξω τα ανέντιμα πλήθη

που σύρονται από τις σκιές και τολμούν

να μ’ αντικρύσουν καταπρόσωπο (Yeats)...


όλων των τάξεων τους μικροαστούς,

να πιάσω,

εδώ και τώρα

να τους τα χώσω

και να τους μαστιγώσω (Mayakovsky)...


Μ’ ένα κίτρινο χρυσό,

λαμπερό

να βάψω το μαύρο αισχρό και θλιβερό τοπίο

που το τρυπούν σκληρά

τα νυσταγμένα φώτα των ηλεκτρικών λαμπτήρων (Εγγονόπουλος)...


ν’ ανέβω σε ανεξερεύνητους πλανήτες

να πετάω

πάνω από τα γήινα και τα συμπλέγματά μου (Γώγου)...


ν’ ανακαλύψω την ομορφιά

σαν πέφτει από ουράνια ύψη, σαν αναδύεται από τα βάθη της αβύσσου

σαν μπλέκει την ευεργεσία με το έγκλημα (Beaudelaire)...


να κοιμούμαι κι η καρδιά μου να ξαγρυπνά

κοιτάζοντας τ’ άστρα στον ουρανό και το δοιάκι

και πώς ανθοβολά το νερό στο τιμόνι (Σεφέρης)...


να βρω πού διασταυρώνονται οι αρμονίες

σκοποί λαϊκοί, άκρες από κονσέρτα αρχόντων, από-

μεινάρια ύμνων για δημόσια χρήση (Rimbaud)...


ν’ ακούω το αηδόνι,

που γεμίζει την έρημο με άθραυστες μουσικές

και πάντα κελαηδά (Eliott)...


να δω την αρχή, την άνθιση και το τέλος της γόνιμης περιόδου, εκεί

όπου όλες οι δυνατότητες τελικά θα πραγματοποιηθούν και θ’ αντικατοπτριστούν

στην καταπληκτική εκείνη στιγμή που

δεν θα υπάρχει κανένας πόθος (Ν. Βαλαωρίτης)....


να περάσω τον καιρό των ανταγωνισμών,

να στερέψουν οι επιθυμίες

να μπορέσουμε να κοιτάξουμε μαζί το ίδιο σημείο ματαιότητας (Ρίτσος)...


αγνή να περπατήσω

αφού τα δάκρυά που με προδώσαν και οι ταπεινώσεις

θα γίνουν πνοές και ανέσπερα πουλιά (Ελύτης)...


να έχω το θάρρος

χίλιες φορές ακόμα ν’ αγαπήσω

χίλιες φορές ακόμα ν’ αντικρύσω

τον χάροντα στη θύρα μου επισκέπτη (Πούσκιν)...


κι όταν ρίχνει στη μάχη τη μία πίσω απ’ την άλλη

τις μεραρχίες του ο θάνατος

να του κλείσω κατάμουτρα την πόρτα και

να του ρίξω από την πάνω ντάπια,

ότι έναν τον έχουμε τον αξεπέραστο επιτελή

τον κανονιέρη Έρωτα (Κακναβάτος)...


να συνουσιάζομαι εκστατική κι ακόρεστη, μ’ ένα μπουκάλι μπύρα

έναν αγαπημένο, ένα πακέτο τσιγάρα, ένα κερί

πέφτοντας απ’ το κρεβάτι και συνεχίζοντας

στο πάτωμα και στο διάδρομο και

να τελειώνω λιποθυμώντας στον τοίχο (Ginsberg)…


να μην ξεχάσω αυτό το φέγγος στο σταθμό,

το πάθος που ξεπερνά την ευφροσύνη του κορμιού και από

σάρκα γίνεται πνευματική αγωνία (Ασλάνογλου)...


να μείνω στιλπνή και συμπαθής χοάνη,

ακμάζουσα μέσα στα χρώματα της ύλης (Εμπειρίκος)...


να μάθω το παιδί να μη φοβάται το σκοτάδι (Λειβαδίτης)...


κι όταν όλοι φεύγουνε και αν μένει τελευταία

πάντα να είναι ορθή και πάντα να ‘ναι ωραία (Καρυωτάκης)...


την κάμαρά μου να γεμίζουν τα φωτεινά μάτια των γονιών μου

κι ένα άνθος να μένει η αγάπη τους που πήρα (Πολυδούρη)...


να παραμείνω εν πλήρη συγχύσει αθώα (Κατσαρός)...


κι αυτή που είμαι

να συγχωρεί αυτή που ήμουν (Celan)...