Συνέχεια εκ του προηγουμένου...
Λοιπόν, όχι ότι κατάλαβαν και πολλά πράγματα οι βασιλογονείς, πήραν το συμβόλαιο με τη διευκρινιστική φράση, πήραν το μωρό που (προς μεγάλη τους κατάπληξη και απορία) κλαψούριζε και έληξαν άρον-άρον (αφού δεν είχαν φτάσει στα πρώτα γενέθλια) τη γιορτή για να φωνάξουν τον βασιλικό ιατρό, βέβαιοι ότι το μωρούδι (αυτό είναι δανεικό από την
Κοκό, που πολύ την ευχαριστούμε) ήτο ασθενές.
Ο ια
τρός που δεν επισκεπτόταν και ιδιαίτερα συχνά τα μωρά (αφού τα ευτυχή μωρά, ειδικά στα παραμύθια δεν ασθενούν), ενθουσιάστηκε και έφτασε πλήρως εξοπλισμένος, με τα ακουστικά του, τα ωτοσκόπια του, τα λαρυγγοσκόπια του το νευροσφυράκι (ξέρετε, αυτό με το οποίο ο Γ. Βογιατζής χτυπά το γόνατο του Κωνσταντάρα στην ταινία «Η γυναίκα μου τρελάθηκε», λίγο προτού ο Κωνσταντάρας πει τη μνημειώδη φράση: Τρεις ηλίθιους έχω γνωρίσει στη ζωή μου εμένα, εσένα και τον Μϋϋλερ) και γενικά όλα όσα συνιστούν τον εξοπλισμό ενός αξιοσέβαστου γιατρού. Με το που ξεκίνησε η εξέταση, μπροστά στα ανήσυχα μάτια του βασιλιά και της βασίλισσας, άρχισαν και τα παράδοξα. Αντί η φρεσκοβαφτισμένη πριγκίπισσα Μπλανς να σταθεί στο ύψος του αξιώματός της και της βασιλικής παραδόσεως, έπιασε τα ακουστικά και προσπάθησε να δέσει τον γιατρό παρέα με τον βασιλιά, έβαλε στη μύτη της το ωτοσκόπιο, προσπάθησε με το λαρυγγοσκόπιο να δει το αυτί του γιατρού και το μάτι της νταντάς που την κρατούσε, μασούλησε με μεγάλη βουλιμία τα ξυλάκια που της έβαζε ο γιατρός στο στόμα, χτύπησε επανειλημμένα με το σφυράκι τη βασιλομητέρα και γενικά έκανε ότι αναμένει κανείς από ένα ζωηρό μωρό στον παιδίατρο, αλλά δεν ήτο καθόλου αναμενόμενο από ένα πριγκιπομωρό. Ο γιατρός απεφάνθη ότι η πριγκίπισσα ήταν μια χαρά, αν και λίγο ζωηρότερη από το αναμενόμενο για μια πριγκίπισσα, και συμβούλευσε τους βασιλείς να ανησυχούν για την εκπαίδευση της μικρής και ουχί για την υγεία της.
Ο βασιλιάς και η βασίλισσα ησυχασμένοι πήραν το μωρό τους αγκαλιά, αντάμειψαν το γιατρό βάζοντας το ποσό της αμοιβής σε ένα φάκελο γιατί δεν τους βρισκόταν ένα πουγκί (και τώρα αντιλαμβάνεσθε πόθεν ξεκίνησαν τα προβλήματα των δημοσίων συστημάτων υγείας) και ξεκίνησαν έναν αναστοχασμό προσπαθώντας να εμπεδώσουν τα συμβάντα και να χαράξουν την από δω και πέρα πορεία τους. Άμαθοι όπως ήταν στις παραμυθοσυμβάσεις και τους γρίφους, διάβαζαν και ξαναδιάβασαν το νεραϊδοσυμβόλαιο (δεν τους βρισκόταν κι εύκολος ένας Κούγιας, ένας Αλεφαντάκης, κάποιος, ένας νομομαθής, ο Αρσένιος ίσως, να τους ανοίξει τα μάτια) φυσώντας, ξεφυσώντας καικατέληξαν να μεταφράσουν το τσίμπημα κυριολεκτικά και αποφάσισαν να απομακρύνουν ότι μπορούσε να τσιμπήσει τη Μπλάνς. Άρχισαν με τις βελόνες και τις καρφίτσες, πέρασαν στα ψαλίδια, τα μαχαίρια και τα πηρούνια και τελείωσαν με αυτές τις ανυπόφορες, αιωνόβιες θείες (βασιλικές ή μη) που έχουν τη συνήθεια ν’ αφήνουν το κραγιόν τους πάνω στα μάγουλα των μωρών άχ τι χαριτωμένα που με φτύνει το χρυσούλι μουουουου, και να τα κατατσιμπούν στα μαγουλάκια.
Έτσι μεγάλωναν τη Μπλάνς, σε όλη αυτή την ατμόσφαιρα ανακατωσούρας, οι βασιλείς καθώς είναι πολύ άβολο να πρέπει να φας το ψητό σου με κουτάλι, να μη βρίσκεται μια
παραμάνα να στηρίξεις το ξηλωμένο σου σιφόν και να πρέπει να μην καλείς τις θείες χωρίς να παρεξηγηθούν αυτές ή η βασιλοπεθερά σου που δεν καλείτε τη θεία σου την Ισμήνη που σ’ αγαπάει κι όταν ήσουν μικρή σε φρόντιζε (ναι, πώς φρόντιζε, να σου σπάει τα νεύρα και να σε γεμίζει σάλια και κοκκινίλες στα μάγουλα από τα τσιμπήματα!). Άσε που όλοι έπρεπε να ράβονται εκτός βασιλείου, να αγοράζουν τα πλεκτά τους από τους γειτόνοι και γενικά τα προληπτικά μέτρα του βασιλιά πλήττανε ανεπανόρθωτα την οικονομία του κράτους, άσε που δεν είχαν και κανένα αποτέλεσμα αφού η πριγκίπισσα, μεγάλωνε, γινόταν ένα πολύ όμορφο και χαριτωμένο κορίτσι, αλλά εύκολη δεν μπορούσες να την πεις... ολοένα κάτι την τσιμπούσε κι άρχιζε τις ερωτήσεις... Γιατί, νενέ, το νερό όταν βράζει βγάζει μπουρμπουλήθρες τσουκ το χέρι μέσα να πιάσουμε τη μπουρμπουλήθρα, να σου τρεις μήνες στο παθολογικο του παραμυθοπαίδων να τρέχουν οι βασιλογονείς, να σου απολυόταν και η νταντά... Γιατί, κυρία, όταν ανεβαίνω στο περβάζι βλέπω πιο κοντά τον ήλιο, τσούκ μια τούμπα από το περβάζι, να σου τέσσερεις μήνες στο ορθοπεδικό του παραμυθοπαίδων να τρέχουν οι βασιλογονείς, να σου απολυόταν η δασκάλα.... Πόσες φορές μπορώ κύριε να γυρίσω χωρίς να ζαλιστώ, τσούκ μια τούμπα στο παρκέ απ’ τις πολλές φούρλες, να σου δυο βδομάδες στο νευροχειρουργικό του παραμυθοπαίδων οι βασιλογονείς, να σου απολυόταν ο χοροδιδάσκαλος...
Αλλά τα χειρότερα ήταν η εκπαίδευση και η βιβλιοφαγία.... Τρεις νηπιαγωγίνες, έξι δημοδιδάσκαλοι, δύο
καθηγήτριες μπαλέτου τέσσερεις ξενογλωσοδάσκαλοι και 22 καθηγητές του σαβουάρ βιβρ κατέληξαν σε νευρολογικές κλινικές, μέχρι να φτάσει η Μπλανς στα δώδεκα. Γιατί το ένα γιατί το άλλο, πώς το ένα πώς το άλλο, πού το ένα πού το άλλο, ποιος το ένα ποιος το άλλο, πότε το ένα πότε το άλλο.... πολύ θέλει ο άνθρωπος??? Οι δάσκαλοι μπαινόβγαιναν στο παλάτι με απίστευτη ταχύτητα (πως αλλάζουν τα εκπαιδευτικά και εξεταστικά συστήματα στη χώρα μας, ένα ανά υπουργό, ενίοτε και δύο? ε, αυτό!). Τα δε βιβλία φτάνανε στο παλάτι με παλέτες. Αρχικά έχτισαν μια παιδική βιβλιοθήκη στη συνέχεια, έφτιαξαν μια δεύτερη αίθουσα δίπλα στην επίσημη βασιλική βιβλιοθήκη και τέλος άρχισαν να ποστιάζουν (που λέει και ο αχαιός καλός μου) στα υπόγεια σε ξύλινες ραφιέρες, κούτες και μπαούλα. Οι βασιλογονείς στην αρχή το διασκέδαζαν, βρε το σκασμένο, τι έξυπνο που ήταν, μετά άρχισαν να αγωνιούν (καθότι δεν ήταν και τα τέρατα μορφώσεως οι ίδιοι, ούτε είχαν ξανακούσει για τέτοια περίπτωση φιλομάθειας σε παραμυθοβασιλοπούλα) για την ανεύρεση κατάλληλου δασκάλου για το καμάρι τους και τέλος (καθότι δεν υπήρχε και τότε το πρόγραμμα της βιβλιοανταλλαγής) άρχισαν να απελπίζονται από τους όγκους βιβλίων (με τις φρέσκες σελίδες των οποίων κάθε τόσο κοβόταν η Μπλανς και τρέχαν με αιμορραγίες και μολύνσεις στο νοσοκομείο) που σωρεύονταν στο παλάτι.
Στα δώδεκα, όπως μέχρι τότε συνηθιζόταν, είπαν της μικρής ότι ήρθε η ώρα να σταματήσει η εκπαίδευση της και ν’ αρχίσει η αναζήτηση του κατάλληλου πρίγκηπος για την αποκατάστασή της. Η Μπλανς έπαθε τέτοια ταραχή και αποπροσανατολισμό, άρχισε να έχει κρίσεις υστερίας, να σπάει τα πιάτα και τα ποτήρια και να απειλεί ότι το ίδιο θα κάνει και με τα κεφάλια των μνηστήρων, που οι βασιλογονείς τρομαγμένοι αποφάσισαν να παρατείνουν τις σπουδές της, για να εξασφαλίσουν την πνευματική ισορροπία της κόρης και την ησυχία του σπιτιού τους και κάνοντας μια τεράστια υπέρβαση την έβαλαν μαζί με τα αγόρια των αυλικών να παρακολουθεί το πρόγραμμα της μέσης εκπαίδευσης της εποχής... Και έτσι, η Μπλανς έφτασε στα δεκαέξι, εποχή της ενηλικίωσης, για να νοιώσει το μεγαλύτερο τσίμπημα ζήλιας, απογοήτευσης και αδικίας της ζωής της... Τα αγόρια (είτε πιο χαζά είτε πιο έξυπνα από αυτήν) θα συνέχιζαν σε κάτι που ονομαζόταν πανεπιστήμιο, ενώ αυτή θα παρέμενε στον πύργο της. Τα πανεπιστήμια ΔΕΝ ήταν για κορίτσια. Έκλαψε, φώναξε, θύμωσε, τσίριξε, κράτησε μούτρα, μα γιατί, γιατί, γιατίιιιιιι, είμαστε στον δέκατο πέμπτο αιώναααα και μου λέτε ότι δεν έχω δικαιώματα (που να ξέρε για πόσα χρόνια ακόμα δε θα χε δικαιώματα...) δε γινόταν τίποτα, κανένα πανεπιστήμιο δε θα δεχόταν ένα κορίτσι. Άρχισε να μαραζώνει το κοριτσάκι, να κλείνετε με τις ώρες στις βιβλιοθήκες της, να μην τρώει, και να κοιμάται με τις ώρες, αφού δεν έβρισκε τίποτα ενδιαφέρον στο παλάτι...
Και τότε εμφανίστηκε η νεράιδα του Γιατί, να υλοποιήσει την υπόσχεση της βάφτισης. Το τσίμπημα της ενηλικίωσης σήμαινε το τέλος... Αμ, δε! Αμέσως οι βασιλείς έβγαλαν το συμβόλαιο και φώναξαν τη συμβολαιονεράιδα, που ήρθε τρέχοντας όσο της επέτρεπαν τα Μανόλο που κοπανάγαν στα μάρμαρα και η πένσιλ της Ντόνα Κάραν.Που πάτε μανδάμ?... Ήρθα να συλλέξω... πώς να συλλέξετε, κυρία μου? Τα μικρά γραμματάκια τα διαβάσατε?... Καλέ ποια μικρά και δεν έχω και το οματογιάλιο της πρεσβυωπίας?... Αυτά κυρία μου που λέει ότι αποτελειώνει δε σημαίνει μας την παίρνετε αλλά την αφήνετε όπου είναι και ψάχνει το τέλος.... Α, σας περικαλώ, λάθος κάμνετε, εκεί που είναι ναι, αλλά δεν ψάχνει μόνη της και τέλος... μη σφαχτούμε εδώ μέσα. Και να μην τα πολυλογούμε, αι δυο νεράιδαι έφτασαν σε εξωδικαστικό συμβιβασμό και η Μπλανς έμεινε να κοιμάται σε ένα δωμάτιο του πύργου μέχρι να βρεθεί από κάποιον το τέλος στο τσίμπημα στην καρδιά της...
Συνεχίζεται νατασσάκι....