"H ομορφιά του παρελθόντος είναι το αποτέλεσμα, όχι ο λόγος της νοσταλγίας"
Μ. Foucault
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Μαΐου 2016

....Και ο λύκος με περιμένει....

Μια (διότι αυτά δεν συμβαίνουν και δεύτερη) φορά κι έναν (όχι πολύ καλό αλλά δεν θα τον έλεγες και χάλια) καιρό και σε έναν μακρινόν (διότι ως γνωστόν αυτά δεν συμβαίνουν ποτέ στον δικό μας) τόπο ήταν ένα κοριτσάκι που ζούσε σε ένα χωριό με ένα εσπεριδοειδοελαιοδάσος. Το κοριτσάκι μας ζούσε ευτυχισμένο  κολλημένο στην (από το τράβα τράβα μακραμέ) φούστα της μάνας της και καβάλα στο άλογο του πατέρα της και είχε δυο (κι άλλα είχε αλλά εμάς και δια την οικονομίαν της ιστορίας μας μάς ενδιαφέρουν μόνο αυτά τα) κουσούρια.  
Άλφον: Σιχαινόταν τα πράσινα (μη καρποφόρα) φυτά (η ταπεινή παραμυθοσυγγραφεύς δεν μπορεί να σας περιγράψει πόσα γιούκα, πόσες δράκαινες και πόσες τούγιες πήγαν από χεράκι της για να μη γεμίσουμε την ιστορία με βία και –κυριολεκτικά- ξεριζωμό) ενώ αντιθέτως λάτρευε τα (κατά προτίμηση) κόκκινα λέλουδα (τριαντάφυλλα, γαρύφαλλα, καμέλιες και άλλα πολλά) και (πού την έχανες πού την έβρισκες την άνοιξη)  μάζευε  κόκκινες ανεμώνες.   Βήτον (και κυρίαρχο πρέπει να ομολογήσουμε) όποτε ερχόταν η διοικητική συνέλευση των (ως γνωστόν διοικούντων ουχί μόνο του παραμυθιού μας αλλά και όλων των χωρών τα δάση και τις πολιτείες) αλεπούδων  αυτή πεισμόνως (και αγύριστο κεφάλι θα την έλεγες) και αδιαλείπτως συντασσόταν με τις (που τις φαίνονταν πιο συμπαθητικές πιθανά διότι δεν κατάφερναν ποτέ να συμμετάσχουν στη διοίκηση) κόκκινες αλεπούδες. Ε, όπως καταλαβαίνετε χωριό ήτο, στενοκέφαλοι χωρικοί ήτο, δάσος απομεμακρυσμένο ήτο, κάτι κουνάβια, κάτι κότες, κάτι σαθροβαθρακοί (άλλως γνωστοί και ως βούζες), κάτι τσακάλια ήτο, και αυτή αγύριστο κεφάλι ήτο, πολύ δεν ήθελε τις το κόλλησαν το παρατσούκλι η Κοκκινοκεφαλίτσα.
Η Κοκκινοκεφαλίτσα μας μεγάλωνε όπως όλα τα χαρούμενα παιδάκια των χωριών και των δασών, με σχολείο, πετροπόλεμο και κάτι άλλα παιχνίδια με λάστιχα ποδηλάτων, τσιγκάκια και κουρέλια που η συγγραφεύς (ούσα από πόλη παρότι της τα περιέγραψαν) δεν τα πολυκατάλαβε και με την καθοδήγηση και τις συμβουλές της μητρός της ώσπου εγένετω μια εξαιρετική νέα με ιδιαίτερον τάλαντον στη μαγειρική.  Συχνά πυκνά της ανέθετε η μητέρα την ευθύνη της βρώσης και της πόσης αυτών που περιποιούντο τις συγκομιδές από το (όσο) δάσος (ανήκε στην οικογένειά της) κι έτσι  έφτιαχνε συχνά πυκνά καλαθάκια  για να τα μεταφέρει σε αυτούς, αναγόμενη εις την εφευρέτρια του αγροτοεργατικού πικνίκ μετά την αυθεντική Κοκκινοσκουφίτσα που ήτο, ως γνωστόν, η εφευρέτρια του πικνίκ γενικώς (ευτυχώς που έχετε τη συγγραφέα να καλύπτει τα γνωσιακά σας κενά).
Τα προβλήματα της Κοκκινοκεφαλίτσα μας ξεκίνησαν από την αρχή της ενηλικίωσής της καθώς άρχισε και ξέφευγε και όλο και διαπίστωνε ελλείψεις στο χωριό και το δάσος που μέχρι τότε δεν είχε παρατηρήσει. Ελλείψεις τύπου σαμπουάν (και ας μην ήτο και γούος ενδ γο βρε αδερφέ), τζίν (όχι το ποτό το άλλο, το ρούχο αν και τώρα που το σκέφτομαι κι από το ποτό ψιλοέλλειψη θα είχαν), καλού γούστου, τρόπων, συνεννόησης ανάμεσα εις χωρικούς και κατοίκους του δάσους, ατομικών ελευθεριών, καλών ταινιών (μιλάμε είχε γονατίσει από τον Ξανθόπουλο και το κλάμα της Βούρτση), σάλτσας μπεσαμέλ, (δυστυχώς) πόρων διαβίωσης και καρότων. Αποφάσισε λοιπόν να μετοικήσει σε μεγαλύτερο δάσος και χωριό όπου δεν υπήρχαν οι προαναφερθείσες ελλείψεις. Πήρε λοιπόν το καλαθάκι της, το εγέμισε καλούδια (τύπου κάπαρη, λάδι, ελιές, μακαρονόπιτα, γλυκό νεραντζάκι και κρασί) και είδη πρώτης ανάγκης (τύπου φούστα-μπλούζα, μολύβι ματιών, τσιγάρα, το «ένα βήμα μπρος δύο πίσω» του Λένιν, έναν δίσκο του Αγγελόπουλου –πάρε κατάλαβε– και μια τράπουλα για δηλωτή) και ελλείψει γιαγιάς ξεκίνησε να βρει μια μακρινή θεία.  
Πριν φύγει πήρε και την ευχή και  τη συμβουλή της μάνας της κάτι τύπου «Σύρε παιδί μου στο καλό και την καλή την ώρα αλλά κοίτα μη χαζεύεις και κοιτάς γύρω-γύρω στο δάσος που είναι οι ανεμώνες (διότι οι μάνες πάντα ξέρουν). Και κοίτα μην κάνεις του κεφαλιού σου (ως προείπαμε οι μάνες είναι μεγάλες connaisseurs της φύσης των παιδιών τους) και φύγεις από τον κεντρικό δρόμο, διότι στα μεγαλύτερα δάση κρύβονται και κυκλοφορούν και οι κακοί λύκοι». Η Κοκκινοκεφαλίτσα μας εσυγκατένευσε (διότι αγύριστο κεφάλι ήντουνε, κορόιδο δεν ήντουνε να μπει σε καυγάδες τύπου «άσε μας ρε μάνα, πρωινιάτικα, δεν έχω πιει ούτε καφέ κι έχω και  δρόμο μπροστά μου»  αντί να πεί ένα απλό) «Μάλιστα μητέρα» αλλά, ως ήτο φυσικό και λόγω και του νεαρού της ηλικίας, μόλις έβγαλε το αβρό ποδαράκι της παπούτσι νούμερο τριανταοχτώ (πληροφορία ωστόσο άχρηστη εδώ καθότι δεν διηγούμεθα τη Σταχτοπούτα) από την πατρική οικία άναψε τσιγάρο δρόμο πήρε δρόμο άφησε, κοίταξε κατά πού να στρίψει να βρει ανεμώνες.
Εδώ το παραμύθι έχει μια απρόσμενη (δια)στροφή διότι (και μέσα στο πλαίσιο του εν τω πατρογονικώ δάσει καλλιεργούμενου ρητού «του στραβού κοράκου το γούρμο σύκο του πέφτει») η Κοκκινοκεφαλίτσα μας κατά τις εις το μεγάλο δάσος (απερίσκεπτες και ό,τι του φανεί του Λωλοστεφανή) περιπλανήσεις της πριχού (και νομοτελειακώς) πέσει επάνου στον κακό λύκο έπεσε στον ξυλοκόπο ο οποίος κρατούσε βενζινοπρίονο, τρυπάνι, κατσαβίδι στο ένα χέρι και έναν δίσκο της Μαργαρίτας Ζορμπαλα (ξαναπάρε και κατάλαβε) στο άλλο. Τη γοήτευσε, τον γοήτευσε (τι να πει κανείς) και ενώνοντας το καλαθάκι της, τα εργαλεία του, κάτι σούβλες κάτι χύτρες, ένα (όχι ατμο)σίδερο, κι ένα καναπεδοκρέβατο βρέθηκαν ύπανδροι και  (διατί να το κρύψωμεν άλλωστε;) ευτυχισμένοι.
Το κακό είναι ότι της Κοκκινοκεφαλίτσας μας άρχισαν (αιφνιδίως και απροσμένως) να τις τελειώνουν οι δικοί και οι συγγενείς αφήνοντας την (ήτο που ήτο τσίου) ακόμη πιο αποπροσανατολισμένη ακόμη πιο (μόνη) στον κόσμο της κι έτσι (αφού δεν υπήρχε και μάνα να της βάλει μια φωνή, να της στείλει ένα sms, ένα voice-mail υπενθύμισης ήταν και ο ξυλοκόπος «Κοκκινοκεφαλιτσούλι και Κοκκινοκεφαλιτσούλι» σιγά μην της επιβαλλόταν) βρέθηκε να περιπλανιέται όλο και  πιο βαθιά στα μονοπάτια του μεγάλου δάσους. Κι εκεί (διότι τη γλύτωσε μία, τη γλίτωσε δύο… πόσο να τη γλιτώνει, παραμύθι γράφουμε δεν είμαστε και ο μάγος Χουντίνι) έπεσε πάνω στον Λύκο….
Η αλήθεια είναι ότι αγνώριστο δεν θα τον έλεγες. Να κάτι αυτιά, να κάτι δόντια, να κάτι νυχάρες να κάτι τρίχες στον πόδη… όσο και να προσπάθησε κάτω από το καπέλο, το παλτό το πανακρίβου και  τη γόβα τη Louboutin πάλι το λυκοτόμαρο φαινόταν. Έλα όμως που η (όχι και τόσο χαζή αλλά σίγουρα σε ψιλοκαταθλιψάρα) Κοκκινοκεφαλίτσα  μας  είχε πάθει (ο τόνος στο α γαλλομαθές αναγνωστικό κοινόν μου) fixation με δαύτον και τον (και αντιστρόφως βεβαίως και για να είμαστε τίμιοι και αυτός την) ακολουθούσε κατά πόδας. Όπου η Κοκκινοκεφαλίτσα και ο (ειρήσθω εν παρόδω, ζευγαρωμένος και με κουτάβια) Λύκος από πίσω. Κι έτσι (και για να μην τα πολυλογούμε)  τι από δάση σε διοικητικές υπηρεσίες και από βουνά σε ιατρεία έτρεχαν μαζί Λύκος και Κοκκινοκεφαλίτσα, τι από λίμνες σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις και από θάλασσες σε ευαγή ιδρύματα περιπλανιόνταν μαζί Κοκκινοκεφαλίτσα και Λύκος, τι από λόφους σε εργασιακούς χώρους και από κοιλάδες σε διασκεδαστομαγαζάδικα βρέθηκαν για να εξερευνούν Λύκος και Κοκκινοκεφαλίτσα άλλο να σας τα διηγούμεθα και άλλο να τα βλέπετε.
Το ζήτημα όταν συναναστρέφεσαι τον Λύκο είναι ότι ο Λύκος είναι σπανίως ο χαμένος διότι (κακά τα ψέματα και παρά τις περί του αντιθέτου προπαγάνδες σε γελοία παραμύθια τύπου «Ο Λιλύκος και η Αφρούλα» ή ο «Διαβαστερός Λύκος και η σωτηρία του Φαλακροκόρακα» με τα οποία δεν επιθυμούμε να έχουμε σχέση) ο Λύκος είναι σαρκοφάγος. Αφού αναγνωρίσουμε ότι η ανοίκεια συναναστροφή ψιλο(καιπροσωρινα)έβγαλε την Κοκκινοκεφαλίτσα μας από την κατατονική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει θα συνεχίσουμε τη διήγηση λέγοντας ότι (ακουσίως αλλά και θλιβερώς) η Κοκκινοκεφαλίτσα άρχισε να παρατηρεί, ότι καλή η συναναστροφή αλλά είχε αρχίσει και (ξαναματά χρησιμοποιώντας τις πατροπαράδοτες σοφές ρήσεις του αρχικού της δάσους) «έσωνε». Μια της έλειπε ένα δάχτυλο, (μπα κάπου θα μου έπεσε είμαι τόσο ξεμυαλισμένη), μια της έλειπε ένα κομμάτι από το πόδι (μάλλον πάει καλά η δίαιτα που θα αρχίσω από Δευτέρα) μια της έλειπε μια σπλήνα, ένα κομμάτι από το συκώτι και λοιπά (που δεν σας περιγράφουμε για να μην κάνουμε το παραμύθι splatter που δεν είναι και από τα αγαπημένα μας λογοτεχνικοκινηματογραφικά είδη) όργανα, των οποίων αδυνατούσε να ερμηνεύσει (όταν την αντιλαμβανόταν) την απώλεια (αφού ο Λύκος παρέμενε υπεράνω υποψίας). Κάτι ψιλοψιθύριζε αραιά και που για τον Λύκο ο ξυλοκόπος (που όσο να πεις στο δάσος τριγυρνούσε, δέντρα έκοβε, όλο και κάποιες λυκοφωλιές είχε συναντήσει, όλο και με κάποιους λύκους είχε έρθει αντιμέτωπος) αλλά με τα «Κοκκινοκεφαλιτσούλι» του και την (πραγματικά εξωπραγματική και δημιουργούσα πανικό, ειδικά στην παραμυθοσυγγραφέα) αδυναμία του η Κοκκινοκεφαλίτσα μας δεν τον επήρε στα σοβαρά.
Και ξαφνικά, κάτι η αποψίλωσις των δασών από κατοίκους και ζώα δασών και χωριών που ήθελαν διακοποδάνειο και μεζονέτα με κήπο στα προάστια, κάτι η ανικανότητα των πρασινομπλέ αλεπούδων να διαχειριστούν τους πόρους των δάσων και των χωριών άφησαν τον ξυλοκόπο με το βενζινοπρίονο στο χέρι και την Κοκκινοκεφαλίτσα χωρίς δρόμους να παίρνει και να αφήνει και γενικώς (δυστυχώς τι είχαμε τι χάσαμε) αμφότερους με  ελαχιστοποιημένους πόρους. Και έτσι (ξαναματαακουσίως και θλιβερώς) επέστρεψε στο εσπεριδοελαιοδάσος της, όπου (ευτυχωδυστυχώς και αντιθέτως με το αρχικής εμπνεύσεως παραμύθι) δεν ζούσε η μάνα της να της πει «Μωρή, ποιος σε κατάντησε έτσι? Κομμάτια σου λείπουν», φέρνοντας και τον ξυλοκόπο μαζί της.
Το καλό με τις επιστροφές είναι ότι απομακρύνουν τους λύκους καθώς κάνουν την πρόσβαση στη (μέχρι τούδε αφειδώς και ανοήτως προσφερόμενη από το θύμα) τροφή δυσχερή και (ενίοτε) εγείρουν ανησυχίες για αξιώσεις δια τα πάρε να ‘χεις, κομματάκια του εαυτού που έχουν ήδη καταναλώσει. Το κακό είναι ότι οδηγούν σε απολογισμούς. Και αυτού του είδους οι απολογισμοί δεν μπορούν παρά να έχουν μια αποκάλυψη:
Δεν μπορείς, δεν θέλεις κι ούτε πρόκειται ποτέ να εξολοθρεύσεις τον λύκο
και ένα συμπερασματοερώτημα:
Ο λύκος, κουκλίτσα μου, πάντα λύκος ήταν. 
Η Κοκκινοκεφαλίτσα πού είχε το μυαλό της?

                                                                                                                                                     

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2008

... χρόνια σιωπής...

Και ας τελειώσουμε...

Με την Μπλανς στον ψηλότερο πύργο σε ύπνο ατελείωτο, ένα σύννεφο θλίψης τύλιξε τη χώρα και από ευτυχία (να ξερνάς) κατέληξε σε (μελό της δεκαετίας του 60, να ξαναξερνάς) όλη τη χώρα να κλαίει και να οδύρεται και οι γιατροί (καλά, μη φανταστείτε, ούτε ένας Χάουζ, ένας Σέπαρντ, κανείς της προκοπής να κάνει μια ριζοσπαστική διάγνωση, να κλείσει το παραμύθι εδώ και να γλιτώσετε) να μπαίνουν καλήν και να βγαίνουν κακώς από το παλάτι αναζητώντας τη θεραπεία. Το μόνο, βέβαια, που κατόρθωσαν ήταν να καταγραφεί αναλυτικότατα το ιστορικό για τις επόμενες ιατρικές γενεές και όχι μόνο.


Όταν απελπίστηκαν από τους γιατρούς, οι έρμοι οι γονείς, στράφηκαν στο υπερβατολογικό και πιάσαν τους ναούς, τις μονές και της σκήτες αναζητώντας τη λύση σ’ ένα (που δεν ερχόταν) θαύμα. Τι τάματα, τι προσκυνήματα, τι αναθήματα, τι ολονυχτίες, τι εξορκισμοί, τι αφιερώματα, χωρίς να το καταλάβουν βρέθηκε το παλάτι, και οι περιβάλλοντες χώροι, που (με μια αυθαίρετη ερμηνεία από μέρους των μοναχονομομαθών) σήμαινε το σύνολο της παραμυθοχώρας, στην κυριότητα της μονής ΒατοΠΕΔΙΟΥ, που τότε έγινε ΒατοΠΑΙΔΙΟΥ (ευτυχώς που μπαίνετε στο τίμιον τούτο βλόγον και βρίσκετε τις ερμηνείες σε όλες σας τις απορίες), αφού το βασιλοΠΑΙΔΙ ήταν κι αυτό μέσα στα προς ανταλλαγή αγαθά. Οι βασιλείς πήραν έκπληκτοι μια πράξη ανταλλαγής (επικυρωμένη από το Νομικό Συμβούλιο του κράτους) όπου τους πληροφορούσε ότι κατά τη διάρκεια κάποιου προσκυνήματος, με κάποιο χρυσόβουλο, τα είχαν ανταλλάξει όλα με μια καλύβη στα όρια του βασιλείου (εκεί που εντέλει αποσύρθηκαν, αφού φίλησαν μια τελευταία φορά το αγαπημένο τους κοριτσάκι και έζησαν μέχρι το τέλος των ημερών τους) και όλοι οι υπήκοοι μπορούσαν (αν ήθελαν ας έκαναν κι αλλιώς) να εργάζονται ως κολλήγοι (από τον ηγούμενο, πρέπει να βγαίνει αυτή η λέξη) και του μανα(επειδή εκτρέφει μανάρια)στηριού.


Η μονή, από εκείνη τη μέρα και πέρα, επανειλημμένα προσπάθησε να ανταλλάξει το παλάτι με ακίνητα σε εμπορικότερα σημεία (διότι το τάμα του Εφραίμ στη Μεγαλόχαρη ήτο η δημιουργία ιερού εμπορικού κέντρου, όπου θα άνοιγαν καταστήματα πώλησης κομποσκοίνιων πολυτελείας, οίκοι ωτ-κουτύρ με την τελευταία μόδα στα ράσα –μοναχικά και ιερατικά-, εκδοτικοί οίκοι με βιούς αγίων -και λιγότερο αγίων, αλλά που ωστόσο είχαν μέσο-, μουλτιπλεξ κινηματογράφους με μεγάλα ποσοστά κέρδους από το ευλογημένο ποπ-κορν κ.λ.π –φαντάζομαι το ‘χετε το μεγαλόπνοο σχέδιο του φωτισμένου ιερομόναχου). Το εγχείρημα ωστόσο έβρισκε σοβαρό πρόσκομμα στην ύπαρξη του κλειστού δωματίου με την κοιμωμένη Μπλανς, (που όσο να πεις έδινε έναν σπούκι -μπρρρ!- αέρα στο κάστρο) κι έτσι κανένας σοβαρός κτηματομεσιτκός επενδυτής (καθώς όλοι είχαν και τα προβλήματά τους με τις επισφαλείς επενδύσεις σε σύνθετα προϊόντα στεγαστικής πίστης που είχαν καταρρεύσει, όπως το σπιτάκι της μάγισσας στο Χανς και Γκρέτελ, ή τον πύργο της κακιάς νεράιδας στη Ραπούνζελ, δημιουργώντας τεράστια προβλήματα κρίσης της αξιοπιστίας του παραμυθοκαπιταλισμού και άρα παρατεταμένης παραμυθοΰφεσης) δεν αναλάμβανε το ρίσκο μιας τέτοιας επένδυσης. Έτσι το παλάτι έμενε κλειστό με τα βάτα να το κατακλύζουν (αφού σιγά μη φρόντιζε η μονή για τη συντήρησή του, εφόσον δεν ήταν παραγωγικό) και τους αιώνες να περνούν.Και ξαφνικά, μια ωραία πρωΐα έφτασε έξω από το παλάτι νεαρός συντηρητής έργων τέχνης και αποκαταστάτης παλαιών κτηρίων (οκτάμηνης σύμβασης στο Υπουργείο Πολιτισμού αλλά που τον παραμύθιαζαν ότι θα μονιμοποιηθεί) επιφορτισμένος με τη μελέτη για την αναπαλαίωση του πύργου, ο οποίος είχε περάσει πια στην κυριότητα του Δημοσίου, αφού η μονή τον είχε ανταλλάξει με υγροβιότοπο προστατευμένο από το δίκτυο Νατούρα (που αργότερα με θαυματουργό τρόπο η Παναγία –φυσικά με τη γήινη βοήθεια επενδυτών- θα μετέτρεπε σε γήπεδα γκολφ για στελέχη με παραμυθένιες –κυριολεκτικά- αποδοχές).


Ο νεαρός, ανοίγοντας δωμάτια, καταμετρώντας έργα τέχνης, υπολογίζοντας στατικότητες και δομικούς συντελεστές, έφτασε και στη σοφίτα της Μπλανς. Έκθαμβος κοίταξε τη νεαρή που κοιμόταν (αλήθεια, τώρα που το σκέφτομαι, αυτό εννοούν τα περιοδικά μόδας και ομορφιάς όταν μιλάνε για beauty sleep? Όχι γιατί αν εννοούν αυτό, ν’ αρχίσω να το σκέπτομαι!) με ένα βίντατζ νυχτικό και είδε μπροστά του και το χοντρό βιβλίο με όλο το ιστορικό που είχαν κατά καιρούς γράψει οι γονείς αλλά και ιατροί, μοναχοί, κομπογιανίτες (και λοιποί εκμεταλευτές του ανθρώπινου πόνου) με επισυναπτόμενο το συμβόλαιο των νεράιδων. Τα διάβασε και τα δυο πολύ προσεκτικά, έξυσε το κεφάλι του στοχαστικά, και έσκυψε πάνω από τη Μπλανς: Σήκω, Μπλανς, πρέπει να γραφτείς στο Πανεπιστήμιο.... Η Μπλάνς, ω, του θαύματος (ΟΚ, το ξέρετε όλοι ότι θα ξυπνήσει, αλλά κάντε τους έκπληκτους, μου χαλάτε το σασπένς της ιστορίας) άνοιξε τα μάτια και αμέσως εμφανίστηκαν και οι δυο νεράιδες έτοιμες να βουτήξουν η μια την άλλη.


Αυτό είναι το τέλος, μανδάμ, πάρτε την κατάρα σας και ξέρετε τι να την κάνετε, έλεγε η συμβολαιογραφονεράιδα, ενώ με το bluetooth στ’ αυτί (ε, εντάξει! τι να κάνουμε? πέσαμε σε φασιον-βίκτιμ και τεκνο-φρικ νεράιδα, τι θέλετε να την απολύσω?) προσπαθούσε ταυτόχρονα να συνεννοηθεί με την παραμυθοπολεοδομία για τη νέα άδεια κατασκευής του νέου σπιτιού των τριών λυκακίων (αφού για άλλη μια φορά το προηγούμενο το εγκρέμισε ο Ρούνυ-Ρούνυ το ύπουλο κακό γουρούνι). Τι λέτε μανδάμ, διαβάσατε τα συνυπογραφόμενα? Που είναι το τέλος? Ρωτήστε να διείτε τι τσιμπήματα έχει ακόμα... φώναζε η νεράιδα του Γιατί. Α, δε θέλω να αμφισβητείτε την καλή τη πίστη λύση του συμβολαίου ανταπαντούσε η συμβολαιονεράιδα, Ποια καλή πίστη, μανδάμ, εδώ μιλάμε για σαφή καταπάτηση των δικαιωμάτων μου, θα καταφύγω στο Παραμυθοδικαστήριο Νεραϊδικών Δικαιωμάτων... Τόσο απορροφήθηκαν στην ανταλλαγή επιχειρημάτων που καθόλου δεν πρόσεξαν ότι είχαν μείνει μόνες στο δωμάτιο.


Καθώς κατέβαιναν τις σκάλες, αλήθεια, πάνε οι γυναίκες στο Πανεπιστήμιο?.... ρώτησε η Μπλανς για άλλη μια φορά τον νεαρό. Φυσικά, και στο Πολυτεχνείο και στα ΤΕΙ και μη σου πω, πιο πολλές γυναίκες πάνε πια παρά άντρες. Και, Μπλανσούλα, μην ανησυχείς, παραμύθι είναι. Θα πάρεις υποτροφία για να σπουδάσεις κι όταν τελειώσεις θα βρεις αμέσως δουλειά και θα αμείβεσαι με έναν δίκαιο μισθό και θα έχεις φτάσει στο τέλος των αναζητήσεών σου...


Η Μπλανς τον κοίταξε σκεφτική... νομίζω λαογράφος, αναλυτής τπαραμυθιών θέλω να γίνω.


Κι αυτό δεν είναι το τέλος, είναι η αρχή για καινούργια, ολοκαίνουργα παραμύθια....


(Έτσι, νατασσάκι μου, για να έχεις μια άλλη εκδοχή της -που τόσο αγαπώ- ωραίας κοιμωμένης και να σταματήσεις να τη μισείς...)

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2008

... ελευθερία της σιωπής....

Συνέχεια εκ του προηγουμένου...
Λοιπόν, όχι ότι κατάλαβαν και πολλά πράγματα οι βασιλογονείς, πήραν το συμβόλαιο με τη διευκρινιστική φράση, πήραν το μωρό που (προς μεγάλη τους κατάπληξη και απορία) κλαψούριζε και έληξαν άρον-άρον (αφού δεν είχαν φτάσει στα πρώτα γενέθλια) τη γιορτή για να φωνάξουν τον βασιλικό ιατρό, βέβαιοι ότι το μωρούδι (αυτό είναι δανεικό από την Κοκό, που πολύ την ευχαριστούμε) ήτο ασθενές.

Ο ιατρός που δεν επισκεπτόταν και ιδιαίτερα συχνά τα μωρά (αφού τα ευτυχή μωρά, ειδικά στα παραμύθια δεν ασθενούν), ενθουσιάστηκε και έφτασε πλήρως εξοπλισμένος, με τα ακουστικά του, τα ωτοσκόπια του, τα λαρυγγοσκόπια του το νευροσφυράκι (ξέρετε, αυτό με το οποίο ο Γ. Βογιατζής χτυπά το γόνατο του Κωνσταντάρα στην ταινία «Η γυναίκα μου τρελάθηκε», λίγο προτού ο Κωνσταντάρας πει τη μνημειώδη φράση: Τρεις ηλίθιους έχω γνωρίσει στη ζωή μου εμένα, εσένα και τον Μϋϋλερ) και γενικά όλα όσα συνιστούν τον εξοπλισμό ενός αξιοσέβαστου γιατρού. Με το που ξεκίνησε η εξέταση, μπροστά στα ανήσυχα μάτια του βασιλιά και της βασίλισσας, άρχισαν και τα παράδοξα. Αντί η φρεσκοβαφτισμένη πριγκίπισσα Μπλανς να σταθεί στο ύψος του αξιώματός της και της βασιλικής παραδόσεως, έπιασε τα ακουστικά και προσπάθησε να δέσει τον γιατρό παρέα με τον βασιλιά, έβαλε στη μύτη της το ωτοσκόπιο, προσπάθησε με το λαρυγγοσκόπιο να δει το αυτί του γιατρού και το μάτι της νταντάς που την κρατούσε, μασούλησε με μεγάλη βουλιμία τα ξυλάκια που της έβαζε ο γιατρός στο στόμα, χτύπησε επανειλημμένα με το σφυράκι τη βασιλομητέρα και γενικά έκανε ότι αναμένει κανείς από ένα ζωηρό μωρό στον παιδίατρο, αλλά δεν ήτο καθόλου αναμενόμενο από ένα πριγκιπομωρό. Ο γιατρός απεφάνθη ότι η πριγκίπισσα ήταν μια χαρά, αν και λίγο ζωηρότερη από το αναμενόμενο για μια πριγκίπισσα, και συμβούλευσε τους βασιλείς να ανησυχούν για την εκπαίδευση της μικρής και ουχί για την υγεία της.


Ο βασιλιάς και η βασίλισσα ησυχασμένοι πήραν το μωρό τους αγκαλιά, αντάμειψαν το γιατρό βάζοντας το ποσό της αμοιβής σε ένα φάκελο γιατί δεν τους βρισκόταν ένα πουγκί (και τώρα αντιλαμβάνεσθε πόθεν ξεκίνησαν τα προβλήματα των δημοσίων συστημάτων υγείας) και ξεκίνησαν έναν αναστοχασμό προσπαθώντας να εμπεδώσουν τα συμβάντα και να χαράξουν την από δω και πέρα πορεία τους. Άμαθοι όπως ήταν στις παραμυθοσυμβάσεις και τους γρίφους, διάβαζαν και ξαναδιάβασαν το νεραϊδοσυμβόλαιο (δεν τους βρισκόταν κι εύκολος ένας Κούγιας, ένας Αλεφαντάκης, κάποιος, ένας νομομαθής, ο Αρσένιος ίσως, να τους ανοίξει τα μάτια) φυσώντας, ξεφυσώντας καικατέληξαν να μεταφράσουν το τσίμπημα κυριολεκτικά και αποφάσισαν να απομακρύνουν ότι μπορούσε να τσιμπήσει τη Μπλάνς. Άρχισαν με τις βελόνες και τις καρφίτσες, πέρασαν στα ψαλίδια, τα μαχαίρια και τα πηρούνια και τελείωσαν με αυτές τις ανυπόφορες, αιωνόβιες θείες (βασιλικές ή μη) που έχουν τη συνήθεια ν’ αφήνουν το κραγιόν τους πάνω στα μάγουλα των μωρών άχ τι χαριτωμένα που με φτύνει το χρυσούλι μουουουου, και να τα κατατσιμπούν στα μαγουλάκια.


Έτσι μεγάλωναν τη Μπλάνς, σε όλη αυτή την ατμόσφαιρα ανακατωσούρας, οι βασιλείς καθώς είναι πολύ άβολο να πρέπει να φας το ψητό σου με κουτάλι, να μη βρίσκεται μια παραμάνα να στηρίξεις το ξηλωμένο σου σιφόν και να πρέπει να μην καλείς τις θείες χωρίς να παρεξηγηθούν αυτές ή η βασιλοπεθερά σου που δεν καλείτε τη θεία σου την Ισμήνη που σ’ αγαπάει κι όταν ήσουν μικρή σε φρόντιζε (ναι, πώς φρόντιζε, να σου σπάει τα νεύρα και να σε γεμίζει σάλια και κοκκινίλες στα μάγουλα από τα τσιμπήματα!). Άσε που όλοι έπρεπε να ράβονται εκτός βασιλείου, να αγοράζουν τα πλεκτά τους από τους γειτόνοι και γενικά τα προληπτικά μέτρα του βασιλιά πλήττανε ανεπανόρθωτα την οικονομία του κράτους, άσε που δεν είχαν και κανένα αποτέλεσμα αφού η πριγκίπισσα, μεγάλωνε, γινόταν ένα πολύ όμορφο και χαριτωμένο κορίτσι, αλλά εύκολη δεν μπορούσες να την πεις... ολοένα κάτι την τσιμπούσε κι άρχιζε τις ερωτήσεις... Γιατί, νενέ, το νερό όταν βράζει βγάζει μπουρμπουλήθρες τσουκ το χέρι μέσα να πιάσουμε τη μπουρμπουλήθρα, να σου τρεις μήνες στο παθολογικο του παραμυθοπαίδων να τρέχουν οι βασιλογονείς, να σου απολυόταν και η νταντά... Γιατί, κυρία, όταν ανεβαίνω στο περβάζι βλέπω πιο κοντά τον ήλιο, τσούκ μια τούμπα από το περβάζι, να σου τέσσερεις μήνες στο ορθοπεδικό του παραμυθοπαίδων να τρέχουν οι βασιλογονείς, να σου απολυόταν η δασκάλα.... Πόσες φορές μπορώ κύριε να γυρίσω χωρίς να ζαλιστώ, τσούκ μια τούμπα στο παρκέ απ’ τις πολλές φούρλες, να σου δυο βδομάδες στο νευροχειρουργικό του παραμυθοπαίδων οι βασιλογονείς, να σου απολυόταν ο χοροδιδάσκαλος...


Αλλά τα χειρότερα ήταν η εκπαίδευση και η βιβλιοφαγία.... Τρεις νηπιαγωγίνες, έξι δημοδιδάσκαλοι, δύο καθηγήτριες μπαλέτου τέσσερεις ξενογλωσοδάσκαλοι και 22 καθηγητές του σαβουάρ βιβρ κατέληξαν σε νευρολογικές κλινικές, μέχρι να φτάσει η Μπλανς στα δώδεκα. Γιατί το ένα γιατί το άλλο, πώς το ένα πώς το άλλο, πού το ένα πού το άλλο, ποιος το ένα ποιος το άλλο, πότε το ένα πότε το άλλο.... πολύ θέλει ο άνθρωπος??? Οι δάσκαλοι μπαινόβγαιναν στο παλάτι με απίστευτη ταχύτητα (πως αλλάζουν τα εκπαιδευτικά και εξεταστικά συστήματα στη χώρα μας, ένα ανά υπουργό, ενίοτε και δύο? ε, αυτό!). Τα δε βιβλία φτάνανε στο παλάτι με παλέτες. Αρχικά έχτισαν μια παιδική βιβλιοθήκη στη συνέχεια, έφτιαξαν μια δεύτερη αίθουσα δίπλα στην επίσημη βασιλική βιβλιοθήκη και τέλος άρχισαν να ποστιάζουν (που λέει και ο αχαιός καλός μου) στα υπόγεια σε ξύλινες ραφιέρες, κούτες και μπαούλα. Οι βασιλογονείς στην αρχή το διασκέδαζαν, βρε το σκασμένο, τι έξυπνο που ήταν, μετά άρχισαν να αγωνιούν (καθότι δεν ήταν και τα τέρατα μορφώσεως οι ίδιοι, ούτε είχαν ξανακούσει για τέτοια περίπτωση φιλομάθειας σε παραμυθοβασιλοπούλα) για την ανεύρεση κατάλληλου δασκάλου για το καμάρι τους και τέλος (καθότι δεν υπήρχε και τότε το πρόγραμμα της βιβλιοανταλλαγής) άρχισαν να απελπίζονται από τους όγκους βιβλίων (με τις φρέσκες σελίδες των οποίων κάθε τόσο κοβόταν η Μπλανς και τρέχαν με αιμορραγίες και μολύνσεις στο νοσοκομείο) που σωρεύονταν στο παλάτι.


Στα δώδεκα, όπως μέχρι τότε συνηθιζόταν, είπαν της μικρής ότι ήρθε η ώρα να σταματήσει η εκπαίδευση της και ν’ αρχίσει η αναζήτηση του κατάλληλου πρίγκηπος για την αποκατάστασή της. Η Μπλανς έπαθε τέτοια ταραχή και αποπροσανατολισμό, άρχισε να έχει κρίσεις υστερίας, να σπάει τα πιάτα και τα ποτήρια και να απειλεί ότι το ίδιο θα κάνει και με τα κεφάλια των μνηστήρων, που οι βασιλογονείς τρομαγμένοι αποφάσισαν να παρατείνουν τις σπουδές της, για να εξασφαλίσουν την πνευματική ισορροπία της κόρης και την ησυχία του σπιτιού τους και κάνοντας μια τεράστια υπέρβαση την έβαλαν μαζί με τα αγόρια των αυλικών να παρακολουθεί το πρόγραμμα της μέσης εκπαίδευσης της εποχής... Και έτσι, η Μπλανς έφτασε στα δεκαέξι, εποχή της ενηλικίωσης, για να νοιώσει το μεγαλύτερο τσίμπημα ζήλιας, απογοήτευσης και αδικίας της ζωής της... Τα αγόρια (είτε πιο χαζά είτε πιο έξυπνα από αυτήν) θα συνέχιζαν σε κάτι που ονομαζόταν πανεπιστήμιο, ενώ αυτή θα παρέμενε στον πύργο της. Τα πανεπιστήμια ΔΕΝ ήταν για κορίτσια. Έκλαψε, φώναξε, θύμωσε, τσίριξε, κράτησε μούτρα, μα γιατί, γιατί, γιατίιιιιιι, είμαστε στον δέκατο πέμπτο αιώναααα και μου λέτε ότι δεν έχω δικαιώματα (που να ξέρε για πόσα χρόνια ακόμα δε θα χε δικαιώματα...) δε γινόταν τίποτα, κανένα πανεπιστήμιο δε θα δεχόταν ένα κορίτσι. Άρχισε να μαραζώνει το κοριτσάκι, να κλείνετε με τις ώρες στις βιβλιοθήκες της, να μην τρώει, και να κοιμάται με τις ώρες, αφού δεν έβρισκε τίποτα ενδιαφέρον στο παλάτι...


Και τότε εμφανίστηκε η νεράιδα του Γιατί, να υλοποιήσει την υπόσχεση της βάφτισης. Το τσίμπημα της ενηλικίωσης σήμαινε το τέλος... Αμ, δε! Αμέσως οι βασιλείς έβγαλαν το συμβόλαιο και φώναξαν τη συμβολαιονεράιδα, που ήρθε τρέχοντας όσο της επέτρεπαν τα Μανόλο που κοπανάγαν στα μάρμαρα και η πένσιλ της Ντόνα Κάραν.Που πάτε μανδάμ?... Ήρθα να συλλέξω... πώς να συλλέξετε, κυρία μου? Τα μικρά γραμματάκια τα διαβάσατε?... Καλέ ποια μικρά και δεν έχω και το οματογιάλιο της πρεσβυωπίας?... Αυτά κυρία μου που λέει ότι αποτελειώνει δε σημαίνει μας την παίρνετε αλλά την αφήνετε όπου είναι και ψάχνει το τέλος.... Α, σας περικαλώ, λάθος κάμνετε, εκεί που είναι ναι, αλλά δεν ψάχνει μόνη της και τέλος... μη σφαχτούμε εδώ μέσα. Και να μην τα πολυλογούμε, αι δυο νεράιδαι έφτασαν σε εξωδικαστικό συμβιβασμό και η Μπλανς έμεινε να κοιμάται σε ένα δωμάτιο του πύργου μέχρι να βρεθεί από κάποιον το τέλος στο τσίμπημα στην καρδιά της...

Συνεχίζεται νατασσάκι....

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2008

... μες τη χιλιετή σιωπή

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς ευτυχισμένος και χαμογελαστός (να τα θησαυροφυλάκια γεμάτα, να οι υπήκοοι μέσα στην ευμάρεια και την υποταγή, και ούτε ένας γείτονας σαν την Τουρκία ή τη FYROM να του σπάνε τα νεύρα), η βασιλογυναίκα του δίπλα μέσα στην ευτυχία να κεντά χρυσοκλωστές και μαντιλάκια (που τι να τα κάνει? Αφού όλοι ζούσαν μες στην ευτυχία ποιος να κλάψει, ποιος να νοιώσει αδυναμία και φυσικά ποιος να κολλήσει συνάχι), οι αυλικοί μέσα στην τιμιότητα και την καλοσύνη (πώς είναι οι δικοί μας υπηρεσιακοί παράγοντες? ε, καμία σχέση! Αυτοί γυρνούσαν με ένα δίλεπτο από τη μια άκρη της χώρας στην άλλη γυρεύοντας αυτόν που ο φοροεισπράκτορας το παρακράτησε γιατί δεν του ευρίσκονταν τα ρέστα) οι κυρίες επί των τιμών η μία ωραιοτέρα, κομψοτέρα και χρυσοχεροτέρα της άλλης (και μάστα όχι αλλά Μ. Ντενίση, τρία στρώματα πηλός κι από πάνω μια στρώση τερρακότα, όοοοοχι καθόλου. Τόσο εντελώς φυσικές κι αυθεντικές που θα ‘καναν την Κάτια Ζυγούλη να σκάσει απ’ το κακό της) οι δε υπήκοοι και υπηκόες ζούσαν τέτοια άνετη ζωή, είχαν τέτοια καλή διάθεση όλη την ώρα, που στα φανάρια, οι τροχονόμοι ήταν επιφορτισμένοι να υποχρεώνουν τους εποχούμενους να ΜΗΝ παραχωρούν προτεραιότητα γιατί (ευγένεια στην ευγένεια και περάστε εσείς δεν πειράζει θα περάσω εγώ μετά από σας) δεν προχωρούσε κανείς.

Μια χώρα μέσα στην τρελή χαρά (να ξερνάς δλδ, τόση ευτυχία) κι όλα αυτά γιατί στην προηγούμενη παραμυθοαπογραφή (εκατόν πενήντα χρόνια πριν, διότι υπάρχουν και αρκετές αντικειμενικές δυσκολίες στους παραμυθοαπογράφους, ειδικά με τις απογραφές στα δρακόσπιτα όπου εκεί που μόλις ρωτήσει ο παραμυθοαπογραφοϋπάλληλος πόσα δρακοπαίδια έχετε μανδάμ δράκου? δεν προλαβαίνει η δρακοχριστιανή να απαντήσει 34 μέχρις εχθές καλέ...και να σου ο δράκος τρώει μες στη νύχτα καμιά δωδεκάδα, ανατρέποντας διαρκώς τις παραμυθοστατιστικές. Είναι κι αυτοί οι πρίγκηπες που μόλις ο παραμυθοσυγγραφέας τους βάλει ένα σπαθί στο χέρι καθαρίζουν χώρες ολόκληρες και στρατούς ατελείωτους, να σου η καθυστέρηση στην παραμυθοαπογραφή) είχε γίνει λάθος και η Νεράιδα του Γιατί δεν είχε πληροφορηθεί την ύπαρξη της χώρας....


Anyhow και να μην μακρυγορούμε, ήταν τόσο ευτυχείς ο εις με την έτερη, οι δυο μαζί με το κράτος και το κράτος με αυτούς... που όταν η βασίλισσα άρχισε να γίνεται διπλή και τρίδιπλη, να κάνει επιδρομές τη νύχτα στο ψυγείο και να ζητά από τις καλοπροαίρετες μονίμως (όχι έχει τελειώσει το ωράριό μου να πάτε μόνη σας να τον φτιάσετε τον ντάκο) υπηρέτρες σάντουιτς με ψωμί τσιαπάτα, πάστα ελιάς, κρέμα γάλακτος, σαλάμι Νάπολι, παρμεζάνα ρετζιάνο και μαρμελάδα αχλάδι, να ρωτά καλιε σεις ποιος μαγερεύει ντουλμαδάκια και μου έσπασε ο μύτος??? και γενικώς να έχει όλα εκείνα τα συμπτώματα που προοικονομούν ότι η αξιωματικά αποδεκτή πρόσθεση 1+1=2 δεν είναι απαραίτητα και αληθής σε όλες τις συνθήκες, δεν είχαν άλλη χαρά να κάνουν διότι θα πήγαιναν από αποπληξία (και θα τελείωνε εδώ το παραμύθι, τι κρίμα γι’ αυτούς τι ανακούφισή για σας).


Όταν, δε, γεννήθηκε η βασιλοκόρη, η χώρα ζούσε σε παραλήρημα χαράς για εβδομάδες, μήνες... Ξεκίνησαν τα γλέντια στη γέννηση και στα βαφτίσια ακόμα τρωγοπίνανε, χορεύαν και έριχναν κανονιοβολισμούς από τις πολεμίστρες των κάστρων. Κάναν τόση φασαρία που ξύπνησαν την (αρκετά στριφνή είναι η αλήθεια και με λόγια που τσιμπούσαν) νεράιδα του Γιατί, και ρώτησε γιατί γινόταν τόση φασαρία, γιατί αυτή δεν ήξερε την χώρα και γιατί τέλος πάντων δεν την είχαν καλέσει στη βάπτιση. Κι αφού πήρε απάντηση σε όλα τα γιατί της, αποφάσισε να πάει έστω και ακάλεστη, γιατί στο κάτω-κάτω είχε υποχρέωση να κάνει κι αυτή ένα δώρο στο βασιλομωρό, και γιατί είναι παραμυθοπαράδοση, εξ’ άλλου τα βασιλοπαίδια να έχουν νεραϊδονονές.


Φτάνει λοιπόν η καλή (αλλά παρεξηγημένη) σου στο γλέντι της βάφτισης και ζητά να αναγγελθεί στο βασιλιά ως υψηλή καλεσμένη και προχώρησε να δει το μωρό που το είχανε σε μια ροζ βασιλοκούνια, με ροζ, ροδιά, και καραμελί μωρουδιακά. Ο βασιλιάς βεβαίως διαπορών ερώτησε πώς είπατε? Ορίστε? Συγγνώμη κυρία μου ποια είστε? Κι εκεί η αγνοημένη έπαθε ΤΟ ντελίριουμ τρέμενς? Γιατί δεν με γνωρίζουτε? Γιατί δεν με καλέσατε? Γιατί δεν υπάρχει θέση με καρτελάκι με το όνομά μου στο τραπέζι? Γιατί σερβίρετε πρώτα το κόκκινο και μετά το λευκό κρασί? Γιατί βγάλατε για κύριο πιάτο τον αρνή κι όχι μοσχάρι που κάνουνε στα σικ τραπέζα? Γιατί όλοι γύρω-γύρω χαχανίζουν? Γιατί αυτό το μωρό τρώει τον δάχτυλο του ποδιού του και δεν γκλαίει όπως κάνει κάθε μωρό που σέβεται τον εαυτό του στη βάφτιση? Γιατί το έχετε, καλέ, το βρέφος μες στα ροζουλιά? Και άλλες τέτοιες απορίες που πολύ προβλημάτισαν το βασιλοζεύγος και το άφησαν ώρα ενεό, να κοιτά μια τη νεράιδα του Γιατί που ανέβαζε στροφές (και δεν καταλαβαίνανε και τι τρέχει, αφού, όπως προείπαμε, κανείς δεν εκνευριζότανε στη χώρα) και μια το κοριτσάκι που το είχε πάρει στα χέρια της η νεράιδα και όλο και άλλαζε συμπεριφορά κι από εκεί που ήταν ολογέλαστο και ροζ-ροζ γινόταν όλο και πιο νευρικό κι όλο και πιο σκοτεινό.... μάλλον γιατί το τσιμπούσαν τα λόγια της νεράιδας του Γιατί... Κι εκεί έγινε το μοιραίο λάθος. Η βασιλομάνα, άπλωσε τα χέρια να πάρει πίσω το μωρό να δει τι έπαθε καλέ το πουλάκι μου κι η νεράιδα καταπροσβεβλημένη σηκώθηκε να φύγει, αλλά θυμήθηκε (να τους έλειπε των χριστιανών, δλδ με τέτοια μούτρα που το έκανε) το δώρο που έπρεπε να φέρει και μέσα στην τσαντίλα της τους είπε πάντα τα λόγια μου, να την τσιμπούν και το τσίμπημα της ενηλικίωσης να την αποτελειώσει. Οι βασιλογονείς έμειναν άναυδοι και ρωτούσαν ο ένας τον άλλο, τι εννοούσε να την αποτελειώσει? Κάποιος πιο υποψιασμένος από γειτονική (που όσο να πεις τις τράβαγε τις περιοδικές στενοχώριες της) χώρα τους το σφύριξε και πάθανε ΤΟΝ ντουβρουτζά... Μέσα σε ένα λεπτό, ανατράπηκαν όλες οι ευτυχείς σιγουριές τους και εκφράσανε το πρώτο τους μα ΓΙΑΤΙ τους έκανε τέτοιο δώρο? Και οδηγήθηκαν στην πρώτη τους θλίψη (που αμφότεροι την πέρασαν για δυσπεψία, τόσο άσχετοι ήταν οι ευτυχείς) και στις πρώτες τους υποψιασμένες σκέψεις.


Ευτυχώς, βέβαια, που υπάρχουν ατελείωτες νεράιδες στα παραμύθια κι έτσι όλο και κάποια φτάνει αργοπορημένη και τη σκαπουλάρουνε οι ήρωες (και ακόμα συχνότερα οι ηρωίδες). Στην περίπτωσή μας η αργοπορημένη ήταν η συμβολαιονεράιδα, η οποία συντάσσοντας τα προγαμιαία συμβόλαια της Σταχτομπούτας είχε ξεχαστεί και θυμήθηκε τη βάφτιση μόλις κοίταξε το νεραϊδοφάιλοφαξ (τι? δεν μπορούν να είναι χάι τεκ οι νεράιδες? says who?) κι ήρθε τρέχοντας με το ταγεράκι της δουλειάς και την Κέλυ ανα χείρας (ενώ είχε κανονίσει τουαλέτα από του Οσκαρ ντε λα Ρεντα και κλάτς από του Ζούλια) κι ήταν μες στην κακή χαρά. Την ώρα, λοιπόν, που γινόταν το σκηνικό στεκόταν ακριβώς από πίσω από τη νεράιδα του Γιατί, ήταν και στις κακές της, φορούσε και η άλλη μια αηδία Βερσάτσε μες στο πλουμίδι και την παγιέτα, ήρθε και της γύρισε ο μάτης!!!! Τι μας λέτε μανδάμ? Έτσι χωρίς υπογραφή χωρίς συμβόλαιο, χωρίς δικηγορόσημο? Τι θα απογίνουμε εμείς? Απόκληραι θα καταλήξουμε παρέα με τον Καλούση και την Μπουρμπούλια και θα αλωνίζουνε αι Πελέκηδες? Και τσούκ, να σου και συντάσσει μια δικαστική πράξη ακυρώνοντας εν μέρει το πρότερον δώρο με μια διευκρινιστική ερμηνεία της τελευταίας πρότασης σε να βρει eventually το τέλος.....

Νατασσάκι, συνεχίζεται.....

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2008

... μιαν άλλη ιστορία...

Είναι μόλις η δεύτερη φορά που αναρτώ ένα ποστ παρακινημένη από άλλον μπλόγκερ, αλλά τα παραμύθια και οι συμβολισμοί τους είναι ένα από τα κουμπιά (βλέπε εμμονές) μου... Έτσι ενώ ξεκίνησα να γράφω ένα σχόλιο στο ποστ της mamma, βρέθηκα να προσπαθώ να ταξινομήσω έναν ωκεανό από σκέψεις και επιχειρήματα για το αν τα κλασικά παραμύθια αξίζει να διαβάζονται ή αν πια απορρίπτονται...

Κορίτσια (και αγόρια) μην πυροβολείτε τον Άντερσεν, τον Περό τους Γκρίμ και τους παλιούς παραμυθάδες, αφήστε να πυροβολήσουμε όλοι μαζί τον «κότσυφα (που) απαιτεί το δάσος να σωθεί», τον «ποτέ πια δε θα μαλώσουμε» κι όλες αυτές τις ρυθμιστικοδιδακτικές σαχλαμάρες που προσπαθούν να μας πείσουν ότι διδάσκουν τα παιδιά μας τον (με την καρτεσιανή έννοια της λέξης) ορθό λόγο καλύτερα από τα κλασικά τα κλασικότερα και τα κλασικότατα παραμύθια, όπως είναι η Χιονάτη, όπως είναι η Πεντάμορφη και το Τέρας, όπως είναι η Σταχτομπούτα, όπως είναι η Κοκκινοσκουφίτσα, όπως είναι ο Κοντορεβυθούλης, όπως είναι ο Χανς και η Γκρέτελ, όπως είναι η πριγκίπισσα και το μπιζέλι... όπως είναι.... όπως είναι.... όπως είναι....

Θέστε (μαζί μ’ εμένα που διαρκώς και με διαστροφική εμμονή αναρωτιέμαι) ένα ζήτημα:

Μήπως σε κάθε ανάγνωση παραμυθιού που λέει ότι η Σταχτομπούτα και η Χιονάτη και η Πεντάμορφη και η Ωραία Κοιμωμένη είναι οι άβουλες και ανεγκέφαλες σκλάβες που περιμένουν τον ουρανόσταλτο σωτήρα, ότι η πριγκίπισσα με το μπιζέλι και η πριγκίπισσα που φίλησε τον βάτραχο είναι οι ανεγκέφαλες κακομαθημένες, ότι η Κοκκινοσκουφίτσα έχει αντιοικολογική συνείδηση, ότι ο Πρίγκηπας της Χιονάτης, της Σταχτομπούτας, της Κοιμωμένης, και ο Βάτραχος της άλλης (η οποία παρεμπιπτόντως γιατί δεν έχει όνομα???) είναι οι αηδείς φαλλοκράτες που παρεμβαίνουν για να επιβάλλουν την παρουσία τους καταπιέζοντας τα άβουλα θηλυκά κι ότι ο Κοντορεβυθούλης ή ο Χανς και η Γκρέτελ, είναι σιχαμερά σπλάτερ,... μήπως, λέω, υπάρχει και άλλη ανάγνωση του (κάθε) παραμυθιού?

Μήπως αυτά τα παραμύθια προσφέρουν μια ανακούφιση από τις ανέκφραστες συγκρούσεις και τις φοβίες, από τις ένοχες επιθυμίες, τους ανομολόγητους πόθους και τις βαθιά θαμμένες τύψεις και απουσίες???

Θέλετε παραδείγματα?

Ποια πιο πιο πιο πιο πιο πιο πιο πιο (νομίζω το ‘χετε) κρυφή και ταυτόχρονα καταδικαστική σύγκρουση από την (υποφώσκουσα από την κούνια ως το φέρετρο -ενίοτε και μετά από αυτό) σύγκρουση της κόρης (ποια δεν έχει σκεφτεί ότι δεν είναι το φυσικό παιδί της μητέρας της αλλά υιοθετημένη?) με τη μητέρα??????

Ποιος πιο υπόρρητος ανταγωνισμός από αυτών ανάμεσα στα αδέρφια (πείτε μου αν είμαι η μόνη που βλέπω τον εαυτό μου παιδί να τσακώνομαι και να δέρνομαι μέχρι αίματος με τη μικρή μου αδερφή μου την οποία, παρεμπιπτόντως, υπεραγαπούσα και υπεραγαπώ - και συνήθως υπερπροστάτευα και υπερπροστατεύω σπάζοντάς της τα νεύρα- ενώ και αυτή με υπεραγαπούσε και με υπεραγαπά)???????

Ποια μεγαλύτερη απουσία από αυτή του μονίμως (και μιλάω για τις φυσιολογικές περιπτώσεις, πολλώ δε μάλλον για τα διαζύγια και τις μονογονεϊκές οικογένειες) απόντος πατέρα (η κόρη μου να στέκεται μπροστά στην πόρτα και να λέει στον εμβρόντητο καλό μου που προσπαθεί να προλάβει τη δουλεία –ο παρατονισμός ηθελημένος– του «αν φύγειχ χια είναι χια να πεχιάνεις και γιε χιέλω» -όπως έχω τονίσει το παιδί μου αγνοούσε τα χειλικά και οδοντικά φωνήεντα επί μακρώ) με την εξαιρετικά περιορισμένη συμμετοχή στην ανατροφή του παιδιού, τόσο λόγω συνθηκών (άγρια ωράρια, champions league ενίοτε γκόμενες...) όσο και λόγω της (ευτύχως όλο και εξαλειφόμενης) κουλτούρας (του έλληνος υιού ελληνίδος μάνας –τα μικρά εσκεμμένα επίσης, εις πείσμα του Μοζίλος που θέλει να τα κεφαλαιώσει)?????

Ποια δυσκολότερη διαχείριση από αυτή του (φυσιολογικά επερχόμενου) θανάτου (συνήθως υπεραγαπημένων) γιαγιάδων και των παππούδων????

Για πιάστε τώρα τις φιγούρες των παραμυθιών....

Τι ακριβώς κάνει η κακιά μητριά (στη Χιονάτη, στη Σταχτομπούτα, στη Ραπούνζελ και ξεχνάω πια τις άλλες....) μήπως προσφέρει ακριβώς τη μετάθεση και την εκτόνωση της οργής? Μήπως με τα βάσανα της ηρωίδας από την κακιά μητριά προσφέρεται στο κοριτσάκι (και στο αγοράκι, ας μη γελιόμαστε) κατ’ αρχάς η ταύτιση και στη συνέχεια η μετάθεση της οργής αφού... Πόσο ίδια με τα βάσανα της Χιονάτης και τις αγγαρείες της Σταχτομπούτας δεν είναι οι επιταγές της άμετρα και αέναα απαιτητικής μητέρας? Πόσο κοινή η απόρριψη αφού κάθε προσπάθεια αποτυγχάνει να φτάσει στην –παρ’ όλες τις προσπάθειές του– ανικανοποίητη μητέρα? Πόσο ίδια φυλακισμένο με την Ραπούνζελ δεν είναι το κοριτσάκι (και το αγοράκι ενίοτε περισσότερο) τόσο από την φυσική όσο και από την φαντασιακή εξουσία της μητέρας? Μήπως μέσα από την κατίσχυση της Χιονάτης πάνω στην πνιγμένη μητριά, και της Χηναρούς πάνω στην κλεισμένη στο μπαούλο με τα καρφιά μητριά, και της Ραπουνζέλ στην γκρεμισμένη από τον πύργο μητριά, αίρεται η ενοχή του μίσους προς τη μητέρα (αφού η φιγούρα ΔΕΝ είναι η μητέρα, απλά εκτελεί χρέη μητέρας) και το παιδί εκτονώνει έναν συμπιεσμένο προς τη μητέρα θυμό (που αλλιώς παράγει τον Πιέρ Ριβιέρ)? Μήπως τέλος αυτή η κατά κανόνα θανάτωση της μητριάς σε συνδυασμό με τη (μοναδική τότε δυνατή) διαφυγή, της δημιουργίας του δικού οίκου δεν προσφέρεται η απελευθέρωση από τη μητρική εξουσία και –δυστυχώς– η εγκαθίδρυση μιας νέας (μητρικού τύπου) εξουσίας?

Και τι ακριβώς κάνουν οι (ουδεπόποτε όμαιμες) αδερφές και οι (παραδόξως, πάντα όμαιμοι) αδερφοί.... Γιατί της Σταχτομπούτας, είναι άσχημες και κακές όταν η Σταχτομπούτα είναι καρακουκλάρα και άγγελος και φυσικά παίρνει τον πρίγκηπα ενώ αυτές καταλήγουν στα πλυσταριά του κάστρου? Γιατί η αδερφή της Ροδιάς βγάζει βατράχια και (όχι μεταφορικά όπως εγώ) αγκάθια απ’ το στόμα όταν η Ροδιά βγάζει λίρες (ελισσαβετιανές φαντάζομαι γιατί οι γεωργιανές είναι μικρότερης αξίας) και ρόδα και φυσικά την παίρνει ο βασιλιάς, ενώ την κακιά αδερφή την παίρνει το ποτάμι? Γιατί οι (εδώ όμαιμες, αλλά εξίσου κακές και ύπουλες) αδερφές της Πεντάμορφης ζητούν χρυσά και λούσα όταν αυτή ζητά ένα τριαντάφυλλο (το γιατί είναι αυτό το δυσκολότερο θα το δούμε στο κεφάλαιο πατήρ) και φυσικά καταλήγει στο παλάτι του (προσωρινά) Τέρατος, ενώ αυτές μένουν γεροντοκόρες στο αρχοντικό του έμπορα? Γιατί οι μεγάλοι γιοί του μυλωνά είναι απατεώνες που ρίχνουν τον μικρότερο αδερφό και του δίνουν μόνο τον (Παπουτσωμένο) γάτο, ενώ αυτός τα καταφέρνει να γίνει βασιλιάς? Γιατί τ’ αδέρφια του Ιβάν Τσάρεβιτς είναι δειλοί και κρυψίνοες ενώ αυτός αγνός και γενναίος κι έτσι ανακαλύπτει το Πουλί της φωτιάς??? Μήπως έτσι (αφού ο άλλος διαρκώς υπονομεύει και υποβλέπει) γίνεται δυνατή η έκφραση του (πρώτου που βιώνει το παιδί) ανταγωνισμού, του αδερφικού και νομιμοποιείται η βίωση των αρνητικών αισθημάτων απέναντι σε (...τέσσερα, τρία, δύο) ένα πρόσωπο ταμπού? Μήπως η κατίσχυση του/της ήρωα/ίδας με την καλοσύνη, την εξυπνάδα, την ομορφιά την υπομονή, την πίστη απέναντι στην απάτη, την ψευτιά, τον δόλο την κακοπιστία οδηγεί στην εκμάθηση (ώστε να μην καταλήξει ένας Πιέρ Ριβιέρ) του θεμιτού και του αθέμιτου στις (όλες τις μετέπειτα) αντιπαραθέσεις? Μήπως η δικαίωση του ήρωα (και της ηρωίδας από κοντά) επιτρέπει στο παιδί να αποδεχτεί χωρίς ενοχές την ενδόμυχη επιθυμία του να υπερισχύσει και να κατακτήσει μια καλύτερη θέση στην καρδιά του/ων γονιού/ων, να διεκδικήσει την περίσσεια της αγάπης του/ων γονιού/ων εις βάρος του/ης άλλου/ης? Μήπως αυτή η συμβολική τιμωρία και θανάτωση της θετής αδερφής και του όμαιμου αδερφού απομακρύνει τις τύψεις για τη θανάσιμη και βασανιστική ζήλεια απέναντι στον εχθρικό άλλο που (παρεισφρέοντας στη ζωή του και προσπαθώντας να καταχραστεί τους πόρους -της αγάπης-, τον χώρο -της αγκαλιάς-, ακόμα και τη ζωή την ίδια του ήρωα ή της ηρωίδας) διεκδικεί το ίδιο κομμάτι από την προσοχή, την τρυφερότητα, τη φροντίδα του/ων γονιού/ων????

Και ποιος είναι αυτός ο άγνωστος του παραμυθιού, ο πατέρας? Γιατί σχεδόν πάντα ο πατέρας είναι ή νεκρός ή απών? Γιατί ο βασιλιάς πεθαίνει αφήνοντας την Χιονάτη στα νύχια της Κακιάς Μάγισσας? Γιατί ο πατέρας της Πεντάμορφης δυσκολεύεται τόσο να της βρει το τριαντάφυλλο? Γιατί ο Τσάρος πιστεύει τους μεγάλους γιούς ότι ο μικρότερος τον πρόδωσε? Γιατί ο πατέρας της Γκρέτελ και του Χανς συμφωνεί τόσο άβουλα με τη μάνα να αφήσουν τα παιδιά στο δάσος και γιατί στον Κοντορεβυθούλη ο ένας πατέρας είναι αυτός που επιβάλλει την εγκατάλειψη, ενώ ο πατέρας δράκος ξεγελιέται τόσο εύκολα και σκοτώνει τα δικά του τα παιδιά, ώστε να γλιτώσουν ο Κοντορεβυθούλης και τ’ αδέρφια του ενώ ο πατέρας τη Ωραίας Κοιμωμένης παρ’ όλες τις απαγορεύσεις αδυνατεί να την προστατέψει? Μήπως γιατί η (φυσική) απουσία του πατέρα στο παραμύθι λειτουργεί ανακουφιστικά ταυτιζόμενη με τον (συνήθως) απόντα από το σπίτι πατέρα? Μήπως η έλλειψη της πατρικής φιγούρας, ενίοτε η υπο-παρουσία της στο παραμύθι λειτουργεί νομιμοποιητικά στον (κατά βάση κι ας μην το παραδεχόμαστε) μητριαρχικό χαρακτήρα της οικογένειας? Μήπως η δυσκολία να αρθεί ο πατέρας στο ύψος των περιστάσεων, επιτρέπει την αμφισβήτηση της πατρικής εξουσίας από τη μεριά του αγοριού και τη διαφυγή από αυτή από τη μεριά του κοριτσιού, ώστε να δομηθεί μια ζωή εκτός συμπλεγμάτων (αλλιώς ο Πιέρ Ριβιέρ καραδοκεί...)? Μήπως η υποταγή της φιγούρας του πατέρα στη μητριά, τη μητέρα, τη μάγισσα λειτουργεί αποτρεπτικά στην εξάρτηση της κόρης από αυτόν, την ωθεί να ζητήσει τον (φυσιολογικό) έρωτα εκτός της οικίας, όπου την πρωτοκαθεδρία (θα) διατηρεί (εσαεί) η φιγούρα της μάνας? Μήπως η δυσχέρεια του πατέρα να ανταπεξέλθει στις απλές επιθυμίες (όπως το τριαντάφυλλο της Πεντάμορφης) κάνει κατανοητή την αδυναμία έκφρασης και βίωσης της αγάπης που παρουσιάζεται συνήθως στις σχέσεις παιδιού πατέρα? Μήπως η αδυναμία (ενίοτε η άρνηση) του πατέρα να προστατέψει το παιδί δεν αποτελεί ένα μάθημα αυτονομίας, μια αποδοχή της ανάγκης προστασίας του εαυτού μας με ίδια μέσα από ότι μας απειλεί, όπως ο λαβύρινθος που αφήνεται ο Κοντορεβυθούλης σηματοδοτεί τη δυσκολία ένταξης στην ενήλικη ζωή? Και τέλος μήπως ο θάνατος του πατέρα δε σηματοδοτεί την κατάλυση της πατρικής εξουσίας (ο Κρόνος να σκοτώνει τον Ουρανό, ο Δίας να ρίχνει στα Τάρταρα τον Κρόνο, ο Οιδίπους να σκοτώνει τον Λάιο στο τρίστρατο της ζωής του) τη δημιουργία του απαραίτητου κενού ώστε να εξασφαλιστεί όχι απλώς η εναλλαγή και η διαδοχή, αλλά η εξέλιξη και η σταδιακή μεταρρύθμιση της κοινωνικής τάξης?

Μιλάμε έχω κατά πολύ ξεφύγει, όχι απλώς από τη μία οθόνη που είναι το όριο της Just me, αλλά και από τις δυο ίσως και τρεις που είναι το όριο το δικό μου κι έχω ακόμα να πω τόσα πολλά... Γι’ αυτό, είναι η πρώτη φορά που θα αναρτήσω ποστ σε συνέχειες και θα πρέπει να περιμένετε κανα δυο μέρες αν θέλετε να μάθετε πόσο σκλάβα θεωρώ την Σταχτομπούτα, πόσο φαλλοκράτη τον πρίγκηπα, πόσο συγγενής με την Πάρις Χίλτον είναι η πριγκίπισσα με το μπιζέλι και πόσο η Κοκκινοσκουφίτσα καταστρέφει τη χλωρίδα και την πανίδα του τόπου μας...

Τετάρτη 2 Απριλίου 2008

το σχήμα του κρύβει λαμπρή πολεμική στολή...


Κάποια στιγμή μέσα στην αδιάλειπτη επαναληπτικότητα του χρόνου γεννήθηκαν 25 μιλιταριστικά παιχνίδια προκαθορισμένα μορφικά και υλικά (αφού ενουσιώθηκαν από το ίδιο παλιό μολυβένιο κουτάλι). Η πρώτη οντογενετική εμπειρία τους, που δομήθηκε με το άνοιγμα του κουτιού που υποκαθιστούσε το στρατοκρατικής έμπνευση κατάλυμα τους, ήταν η μη-συνωμοσιολογική έκπληξη (ενθουσιασμός θα μπορούσαμε να πούμε) ενός παιδιού. Καθώς θέτονταν εν παρατάξει, διαπιστώθηκε ότι η μορφική ομοιοστασία τους διαταρασσόταν από το τελευταίο (που μπήκε στο καλούπι) στρατιωτάκι που ίστατο (κατά ένα πόδι) ελλιπές υλικά, ωστόσο χωρίς καμιά διαταραχή της συναισθηματικής (μηδέ της σωματικής) του ισορροπίας.

Στο πεδίο τοποθέτησής τους, παρατήρησαν ένα απαρτισμό παιχνιδο-υποκειμενικοτήτων με εξέχουσα παρουσία έναν πύργο χάρτινο, στη θύρα του οποίου στέκονταν μια υπερβατικού κάλλους μπαλαρίνα. Ο ΑΜΕΑ μολυβένιος στρατιώτης, μην εντοπίζοντας το δεύτερο (σηκωμένο en arabesque attitude) πόδι της χορεύτριας νόμισε ότι διέκρινε σε αυτή μια ασυμμετρική αμοιβαιότητα, που δημιουργούσε μια ανεπίγνωστη δυνατότητα συμβιωτικής ταύτισης και ελλοχεύοντας πίσω από μια ταμπακέρα επικέντρωσε την προσοχή του σε αυτή.

Με το επερχόμενο της νύχτας, δημιουργήθηκε στο πεδίο των παιχνιδιών ένας ενεργός αλλοτροπισμός, όπου όλα τα παιχνιδο-όντα με μια παμμορφιστική αντίδραση στον ιθυφαλλισμό της εξουσίας των ανθρώπων, άρχισαν να διασκεδάζουν. Οι μόνοι που διατήρησαν ένα principium individuationis ήταν ο στρατιώτης, που δεν άφηνε την χορεύτρια από το οπτικό του πεδίο και εκείνη που παρέμενε σε μια αναστοχαστική παθητικότητα.

Κατά τη σημειολογικά χρονική εμπέδωση της αλλαγής της μέρας, με μια ιρασιοναλιστική κίνηση (που ανέτρεπε τη φαινομενολογικά χρηστική υπόστασή της), από την ταμπακέρα πετάχτηκε ένα τρολ το οποίο με χαρακτηριστικό βατταρισμό, επιδόθηκε στον φρονηματισμό του ΑΜΕΑ στρατιώτη απαγορεύοντάς του να επικεντρώνεται στην μπαλαρίνα, επισείοντας ρεβανσιστικές απειλές.

Την επόμενη ημέρα, ο άνεμος, επιδεικνύοντας έναν ασυγχώρητο (και εν πολλοίς αδικαιολόγητο) φαβοριτισμό προς το τρολ, παρέσυρε τον στρατιώτη από το ανοιχτό παράθυρο. Ο στρατιώτης βρέθηκε με έντονο αλλοκεντρικό πρόβλημα, αφού η ξιφολόγχη σφηνώθηκε στα πλακάκια και το μοναδικό πόδι βρέθηκε στον αέρα.

Το αγοράκι και η ταξικού προκαθορισμού προλετάρια που υπηρετούσε στο σπίτι κατέβηκαν να το αναζητήσουν, αλλά καθώς ο (μενσεβικικά οριοθετημένος) στρατιώτης (εμφορούμενος από έναν λανθάνοντα, στρατιωτικό γκομπινισμό) δεν τους κάλεσε, τον προσπέρασαν, με αποτέλεσμα να παραμείνει επί μακρώ (και εν μέσω βροχής) σε μια διαιρετότητα του μη αποφασιστού....

Όταν, ωστόσο, κόπασε η καταιγίδα, δυο σταχανοβιτικής προέλευσης ανήλικοι τον εντόπισαν και (σε μια προδήλως λανθασμένη εμπειριοκριτική ερμηνεία της στολής του) τον μπάρκαραν σε μια χάρτινη βάρκα. Ο στρατιώτης διατηρώντας τον ναρκισσιστικά κατευναστικό ιντιβιντουαλισμό του (άρα χωρίς επικλήσεις βοηθείας), αποδέχτηκε το γεμάτο κλυδωνισμούς ταξίδι μέσα στο ρεύμα που είχε δημιουργήσει η βροχή διατηρώντας πάντα την επικέντρωσή του μπροστά και σφίγγοντας (με λιβιδινική σχεδόν εμμονή) το όπλο του.

Η βάρκα σύντομα μπήκε στο άνοιγμα μιας πλάκας τοσούτως σκοτεινής ώστε ο στρατιώτης ανασύνθεσε κατηγορητικά τον αμοραλισμό του τρολ και σε μια σενσουαλιστική ανάμνηση της μπαλαρίνας, ευχήθηκε να ήταν μαζί του. Με συγγνωστή αδιαφορία και πίστη στις αρχές του διεθνισμού και της παγκοσμιοποίησης, προσπέρασε τον οριοθετικό εθνικισμό του αρουραίου, που (αυτοπροσδιοριζόμενος ως υπονομοφύλακας) τον κατεδίωξε ζητώντας του διαβατήρια και διόδια και συνέχισε να ακολουθεί το ρεύμα ωσότου αντιμετώπισε τον (συγκριτικά προς το μέγεθός του) καταρράχτη, όπου το ρυάκι ενώθηκε με τον υπόνομο.

Η βάρκα διαλύθηκε εις τα εξ ων συνετέθη και ο στρατιώτης (παράλληλα με την οντολογική πραγματικότητα) βυθίστηκε σε μια ρελατιβιστικά ανώτατη θλίψη για την απώλεια της μπαλαρίνας. Εκείνη την στιγμή η ποσιβιτιστική μεταφυσικότητα των παραμυθιών, του πρόσφερε καταφύγιο στο στομάχι ενός ψαριού.

Η ασυνεχής τονικότητα των κινήσεων του ψαριού (που δημιουργούσε έντονο πρόβλημα ναυτίας στον στρατιώτη) κάποια στιγμή διεκόπη και ο ιντετερμινισμός του σκοταδιού αντικαταστάθηκε από την περφεξιονιστική υλικότητα του φωτός. Η μαγείρισσα, που άνοιξε την κοιλιά του ψαριού, με μια επανιδιοποιητική κίνηση τον μετέφερε στην αίθουσα των παιχνιδιών ώστε να επιδειχθεί η επιτελεστικά γόνιμη γενναιότητά του. Αυτό δημιούργησε ρηγματώσεις στη μετριόφρονη υποκειμενικότητα του στρατιώτη κάνοντάς τον να παρατηρεί αμήχανα τον περιβάλλοντα χώρο, όπου διαπίστωσε ότι είχε επιστρέψει στο γνωστό δωμάτιο, ενώ μπροστά του βρισκόταν το αντικείμενο του πόθου του, η μπαλαρίνα.

Ωστόσο το ευτυχές τέλος παρακάμφθηκε καθώς, σε μια αιφνιδιαστικά αφιλότεχνη πράξη, ένα από τα αγόρια τον έριξε στη φωτιά αποδομώντας την φυσική και πνευματική υπόστασή του. Ο στρατιώτης, εγκλωβισμένος σε μια αμφιθυμικότητα, αδυνατούσε να προσδιορίσει αν η θέρμη που τον κατέτρωγε προερχόταν από την πυρά ή τον έρωτα.

Η διατάραξη της διπολικότητας αποκαταστάθηκε καθώς η χορεύτρια, εξ’ αιτίας της παρεμβατικότητας του αέρα (που αντελήφθη την ενδογενή απελπισία της), βρέθηκε φλεγόμενη δίπλα του.

Την επαύριο του συμβάντος, στο τζάκι ο υπερπροσδιορισμός της εμμένειας του έρωτά τους είχε σχηματίσει μια μολυβένια καρδιά με μια πούλια στο κέντρο της...

(Σήμερα είναι η παγκόσμια ημέρα παιδικού βιβλίου, ακριβώς στα γεννέθλια του μεγάλου παραμυθά Άντερσεν και είπα να κάνω μια αποδομιστική μεταφορά του γνωστού παραμυθιού. Έτσι, τώρα, όλοι ξέρουμε γιατί ο Βέλτσος γράφει ποίηση, ο Derrida φιλοσοφία, η Πάνια παρουσιάζει τα παρατράγουδα, ο Νικ Κέηβ γυρίζει δίσκους, εγώ έχω μπλογκ κι ο Άντερσεν συνοδεύει τα όνειρα όλων των παιδιών του κόσμου)

Κυριακή 26 Αυγούστου 2007

Σάββατο 21 Ιουλίου 2007

Η Αλίκη, η όπερα και η κουνελότρυπα...

Πραγματικά δεν ξέρω πώς έμπλεξα… Όλα ξεκίνησαν όταν ακολούθησα το Άσπρο Κουνέλι στην κουνελότρυπα. Εκείνη τη στιγμή μου φάνηκε καλή ιδέα, παρότι είχα ακούσει την παροιμία για τη γάτα και την περιέργεια... Βρέθηκα να κολυμπώ όχι σε μια θάλασσα δακρύων, αλλά σε μια θάλασσα άγνοιας. Συναντιόμουν συχνά βέβαια με τον Καλόβολο Ποντικό, άλλα κάθε τόσο ξεπηδούσε και ο σαρκαστικός Γάτος του Cheshire
Το πόσο βαθιά είχα χωθεί στο δάσος το συνειδητοποίησα την περασμένη εβδομάδα, στο πιο ακατάλληλο μέρος για να συνειδητοποιείς ότι έχεις φάει από τη λάθος μεριά του μανιταριού και είσαι ελαχιστότατος: στην Επίδαυρο όπου βρεθήκαμε διευρυμένα (θα σας εξηγήσω αργότερα τον όρο) οικογενειακώς να παρακολουθούμε τη όπερα-αφιέρωμα στη Μαρία Κάλας.
Εμείς, ως οικογένεια, όσο να πεις, ένα σακατιλίκι με την κουλτούρα, γενικότερα (ξέρετε θέατρα, μουσικές παραστάσεις κου.λου.που.), και την όπερα, ειδικότερα, το ‘χουμε. Εγώ, δε, (ως χαϊντεγκεριανό dasein) είμαι αυτή η τρελή που κλαίει (προσπαθώντας να μη ρουφάω και τη μύτη μου και ενοχλώ τους οπερόφιλους) όταν πεθαίνει η σκλάβα Λιου στην Τουραντό, ή η Βιολέττα στην Τραβιάτα, ή όταν η Άιντα τραγουδάει «Rittorna vincitor» ή στην σκηνή της τρέλλας της Λουτσίας ή…. αναγκάζοντας τον καλό μου να προσποιείται ότι τυχαία μας έβαλαν σε διπλανά καθίσματα, και όχι δεν την γνωρίζει την τρελή. Μετά από αυτόν τον πρόλογο, γίνεται αντιληπτό ότι ήταν αδιανόητο να χάσουμε την κορυφαία μουσική έκφραση του κόσμου, όπου η φωνή είναι ισότιμο ίσως και προεξάρχον όργανο σε ορχήστρα, στο κορυφαίο ακουστικά θέατρο του κόσμου. Εδώ τραβολογιόμασταν στην Αρένα της Βερόνα και είδαμε και την Μποέμ, τη μόνη όπερα στην οποία αδυνατώ να πιάσω τον παλμό και το συναίσθημα της τραγικότητας κι έτσι γλυτώνει κι ο καλός μου την ξεφτίλα (Εγώ φταίω, όχι πείτε μου, που η σοπράνο πεθαίνει επί 9 συναπτά λεπτά και εκεί που λες αυτό ήταν, ανασηκώνεται για να ξαναπεθάνει…) δε θα πηγαίναμε να δούμε τη Μήδεια του Cherubini στην Επιδαυρο?
H παράσταση ήταν μαγική (τουλάχιστον, έτσι μου φάνηκε, της μη ειδικής, και μπορεί να φταίει και η νύχτα, το σκηνικό, η αγάπη μου για τη συγκεκριμένη όπερα, η Επίδαυρος...) με Μήδεια, την πολύ καλή Αντονάτσι, με έναν μουγκό στον ρόλο του Ιάσoνα, (ίσως λόγω σκηνοθετικής ή μουσικής άποψης, ώστε να δικαιολογήσουν τη Μήδεια που σκοτώνει τα παιδιά του, βλέποντας το φόνο, ως πράξη ευγονικής), με μια μουσικόφιλη γατούλα που μπαινόβγαινε στα σκηνικά, αγνοώντας τα βλέμματα αποδοκιμασίας των επισήμων στις πρώτες σειρές, με το απαραίτητο ψώνιο από πίσω μας που στο διάλειμμα πρώτης και δεύτερης πράξης, παραπονιόταν ότι τα τζίτζίκια τραγουδούν πολύ δυνατά και δεν τον αφήνουν να μπει στη μυσταγωγία κι έναν ηλικιωμένο δίπλα μας που ανά τακτά διαστήματα ρωτούσε απέλπις τη συμβία του «τραγουδούν σιγά ή εγώ δεν ακούω?»

Εκεί λοιπόν στο διάλειμμα ανάμεσα δεύτερη και τρίτη πράξη (διότι στο πρώτο ήμουν απασχολημένη να μισώ τον πίσω-μου-σ-εχω-ψώνιο και να σκέφτομαι τι κρίμα να μην είναι εδώ και ο Βαλές κούπα, να τον κατακεραυνώσουμε together), διαπίστωσα ότι οι σκηνές που η κόρη μου είχε τραβήξει με το κινητό (παρανόμως, αλλά μέσα στο γενικό κλίμα, του αν δεν υπάρχει η καταγεγραμμένη ανάμνηση, δεν υπάρχει το βίωμα) ήταν προφανώς καλύτερες από τις σκηνές που είχα πάρει εγώ με την ψηφιακή φωτογραφική (άλλη μια διάψευση της άποψης ότι τον μάστορα τον κάνουν τα εργαλεία… Τον μάστορα τον κάνει η μαστοριά)! Αλλά εκεί που βεβαιώθηκα ότι ζω μια εικονικότητα και ότι στην πραγματικότητα μίλαγα με την Σοφή Κάμπια ήταν όταν είπε – θα το ανεβάσω στο YouTube, έχεις λογαριασμό?
Τι λογαριασμό παιδιά? Εγώ 150 ευρώ έχω σε μια τράπεζα κι αυτό γιατί έχω χάσει και την κάρτα και το βιβλιάριο…Αφού κάλεσε και τον σοφό Γρύπα-ξάδερφο, (η διεύρυνση που λέγαμε, γιατί εμείς το εφηβάκι μας το έχουμε μοναχοπαιδί και όπως οι άλλοι εξοπλίζονται με σακβουαγιάζ και ομπρέλες θαλάσσης, εμείς εξοπλιζόμαστε με συνομήλικα, αλλιώς δεν ακολουθεί, πια, στα μακρινά, το καμάρι μας) μου εξήγησαν περί τίνος πρόκειται…
Και κοίτα να δεις που ΚΑΙ το κατάλαβα, και μου άρεσε, και αποφάσισα να το διοργανώσω μόνη μου εν είδει πάρτυ τσαγιού του Τρελλού Καπελά, όπου σκόπευα να καλέσω όχι μόνο τον Λαγό του Μάρτη και τον Μικροπόντικα, αλλά και όλους όσους φαντάζομαι ότι δεν περιορίζουν τη μουσική τους στο βας βας ο Παρασκευάς, όπως τον στοχαστικό Bill, τον ήπιο Ρήγα Κούπα, ακόμη και την αθυρόστομη Μαγείρισσα
Πόσο χρόνο θα μου έπαιρνε δεν είχα συνειδητοποιήσει, αλλά για να διαβάζετε τώρα αυτές τις γραμμές (που έχει ήδη τελειώσει ΚΑΙ η επόμενη παράσταση, παρεμπιπτόντως τραγωδία) και να βλέπετε και να ακούτε τώρα αυτά τα αποσπάσματα (που στο κοίλον της Επιδαύρου απαγγέλλονται χορικά, αντί να άδονται χορωδιακά) αντιλαμβάνεστε την ταλαιπωρία και τις δυσκολίες μου, τις οποίες πιθανά να περιγράψω σε επόμενο ποστ, ακολουθώντας την πρακτική (που είναι και πρακτική) της Δούκισσας….