"H ομορφιά του παρελθόντος είναι το αποτέλεσμα, όχι ο λόγος της νοσταλγίας"
Μ. Foucault
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Μαΐου 2016

....Και ο λύκος με περιμένει....

Μια (διότι αυτά δεν συμβαίνουν και δεύτερη) φορά κι έναν (όχι πολύ καλό αλλά δεν θα τον έλεγες και χάλια) καιρό και σε έναν μακρινόν (διότι ως γνωστόν αυτά δεν συμβαίνουν ποτέ στον δικό μας) τόπο ήταν ένα κοριτσάκι που ζούσε σε ένα χωριό με ένα εσπεριδοειδοελαιοδάσος. Το κοριτσάκι μας ζούσε ευτυχισμένο  κολλημένο στην (από το τράβα τράβα μακραμέ) φούστα της μάνας της και καβάλα στο άλογο του πατέρα της και είχε δυο (κι άλλα είχε αλλά εμάς και δια την οικονομίαν της ιστορίας μας μάς ενδιαφέρουν μόνο αυτά τα) κουσούρια.  
Άλφον: Σιχαινόταν τα πράσινα (μη καρποφόρα) φυτά (η ταπεινή παραμυθοσυγγραφεύς δεν μπορεί να σας περιγράψει πόσα γιούκα, πόσες δράκαινες και πόσες τούγιες πήγαν από χεράκι της για να μη γεμίσουμε την ιστορία με βία και –κυριολεκτικά- ξεριζωμό) ενώ αντιθέτως λάτρευε τα (κατά προτίμηση) κόκκινα λέλουδα (τριαντάφυλλα, γαρύφαλλα, καμέλιες και άλλα πολλά) και (πού την έχανες πού την έβρισκες την άνοιξη)  μάζευε  κόκκινες ανεμώνες.   Βήτον (και κυρίαρχο πρέπει να ομολογήσουμε) όποτε ερχόταν η διοικητική συνέλευση των (ως γνωστόν διοικούντων ουχί μόνο του παραμυθιού μας αλλά και όλων των χωρών τα δάση και τις πολιτείες) αλεπούδων  αυτή πεισμόνως (και αγύριστο κεφάλι θα την έλεγες) και αδιαλείπτως συντασσόταν με τις (που τις φαίνονταν πιο συμπαθητικές πιθανά διότι δεν κατάφερναν ποτέ να συμμετάσχουν στη διοίκηση) κόκκινες αλεπούδες. Ε, όπως καταλαβαίνετε χωριό ήτο, στενοκέφαλοι χωρικοί ήτο, δάσος απομεμακρυσμένο ήτο, κάτι κουνάβια, κάτι κότες, κάτι σαθροβαθρακοί (άλλως γνωστοί και ως βούζες), κάτι τσακάλια ήτο, και αυτή αγύριστο κεφάλι ήτο, πολύ δεν ήθελε τις το κόλλησαν το παρατσούκλι η Κοκκινοκεφαλίτσα.
Η Κοκκινοκεφαλίτσα μας μεγάλωνε όπως όλα τα χαρούμενα παιδάκια των χωριών και των δασών, με σχολείο, πετροπόλεμο και κάτι άλλα παιχνίδια με λάστιχα ποδηλάτων, τσιγκάκια και κουρέλια που η συγγραφεύς (ούσα από πόλη παρότι της τα περιέγραψαν) δεν τα πολυκατάλαβε και με την καθοδήγηση και τις συμβουλές της μητρός της ώσπου εγένετω μια εξαιρετική νέα με ιδιαίτερον τάλαντον στη μαγειρική.  Συχνά πυκνά της ανέθετε η μητέρα την ευθύνη της βρώσης και της πόσης αυτών που περιποιούντο τις συγκομιδές από το (όσο) δάσος (ανήκε στην οικογένειά της) κι έτσι  έφτιαχνε συχνά πυκνά καλαθάκια  για να τα μεταφέρει σε αυτούς, αναγόμενη εις την εφευρέτρια του αγροτοεργατικού πικνίκ μετά την αυθεντική Κοκκινοσκουφίτσα που ήτο, ως γνωστόν, η εφευρέτρια του πικνίκ γενικώς (ευτυχώς που έχετε τη συγγραφέα να καλύπτει τα γνωσιακά σας κενά).
Τα προβλήματα της Κοκκινοκεφαλίτσα μας ξεκίνησαν από την αρχή της ενηλικίωσής της καθώς άρχισε και ξέφευγε και όλο και διαπίστωνε ελλείψεις στο χωριό και το δάσος που μέχρι τότε δεν είχε παρατηρήσει. Ελλείψεις τύπου σαμπουάν (και ας μην ήτο και γούος ενδ γο βρε αδερφέ), τζίν (όχι το ποτό το άλλο, το ρούχο αν και τώρα που το σκέφτομαι κι από το ποτό ψιλοέλλειψη θα είχαν), καλού γούστου, τρόπων, συνεννόησης ανάμεσα εις χωρικούς και κατοίκους του δάσους, ατομικών ελευθεριών, καλών ταινιών (μιλάμε είχε γονατίσει από τον Ξανθόπουλο και το κλάμα της Βούρτση), σάλτσας μπεσαμέλ, (δυστυχώς) πόρων διαβίωσης και καρότων. Αποφάσισε λοιπόν να μετοικήσει σε μεγαλύτερο δάσος και χωριό όπου δεν υπήρχαν οι προαναφερθείσες ελλείψεις. Πήρε λοιπόν το καλαθάκι της, το εγέμισε καλούδια (τύπου κάπαρη, λάδι, ελιές, μακαρονόπιτα, γλυκό νεραντζάκι και κρασί) και είδη πρώτης ανάγκης (τύπου φούστα-μπλούζα, μολύβι ματιών, τσιγάρα, το «ένα βήμα μπρος δύο πίσω» του Λένιν, έναν δίσκο του Αγγελόπουλου –πάρε κατάλαβε– και μια τράπουλα για δηλωτή) και ελλείψει γιαγιάς ξεκίνησε να βρει μια μακρινή θεία.  
Πριν φύγει πήρε και την ευχή και  τη συμβουλή της μάνας της κάτι τύπου «Σύρε παιδί μου στο καλό και την καλή την ώρα αλλά κοίτα μη χαζεύεις και κοιτάς γύρω-γύρω στο δάσος που είναι οι ανεμώνες (διότι οι μάνες πάντα ξέρουν). Και κοίτα μην κάνεις του κεφαλιού σου (ως προείπαμε οι μάνες είναι μεγάλες connaisseurs της φύσης των παιδιών τους) και φύγεις από τον κεντρικό δρόμο, διότι στα μεγαλύτερα δάση κρύβονται και κυκλοφορούν και οι κακοί λύκοι». Η Κοκκινοκεφαλίτσα μας εσυγκατένευσε (διότι αγύριστο κεφάλι ήντουνε, κορόιδο δεν ήντουνε να μπει σε καυγάδες τύπου «άσε μας ρε μάνα, πρωινιάτικα, δεν έχω πιει ούτε καφέ κι έχω και  δρόμο μπροστά μου»  αντί να πεί ένα απλό) «Μάλιστα μητέρα» αλλά, ως ήτο φυσικό και λόγω και του νεαρού της ηλικίας, μόλις έβγαλε το αβρό ποδαράκι της παπούτσι νούμερο τριανταοχτώ (πληροφορία ωστόσο άχρηστη εδώ καθότι δεν διηγούμεθα τη Σταχτοπούτα) από την πατρική οικία άναψε τσιγάρο δρόμο πήρε δρόμο άφησε, κοίταξε κατά πού να στρίψει να βρει ανεμώνες.
Εδώ το παραμύθι έχει μια απρόσμενη (δια)στροφή διότι (και μέσα στο πλαίσιο του εν τω πατρογονικώ δάσει καλλιεργούμενου ρητού «του στραβού κοράκου το γούρμο σύκο του πέφτει») η Κοκκινοκεφαλίτσα μας κατά τις εις το μεγάλο δάσος (απερίσκεπτες και ό,τι του φανεί του Λωλοστεφανή) περιπλανήσεις της πριχού (και νομοτελειακώς) πέσει επάνου στον κακό λύκο έπεσε στον ξυλοκόπο ο οποίος κρατούσε βενζινοπρίονο, τρυπάνι, κατσαβίδι στο ένα χέρι και έναν δίσκο της Μαργαρίτας Ζορμπαλα (ξαναπάρε και κατάλαβε) στο άλλο. Τη γοήτευσε, τον γοήτευσε (τι να πει κανείς) και ενώνοντας το καλαθάκι της, τα εργαλεία του, κάτι σούβλες κάτι χύτρες, ένα (όχι ατμο)σίδερο, κι ένα καναπεδοκρέβατο βρέθηκαν ύπανδροι και  (διατί να το κρύψωμεν άλλωστε;) ευτυχισμένοι.
Το κακό είναι ότι της Κοκκινοκεφαλίτσας μας άρχισαν (αιφνιδίως και απροσμένως) να τις τελειώνουν οι δικοί και οι συγγενείς αφήνοντας την (ήτο που ήτο τσίου) ακόμη πιο αποπροσανατολισμένη ακόμη πιο (μόνη) στον κόσμο της κι έτσι (αφού δεν υπήρχε και μάνα να της βάλει μια φωνή, να της στείλει ένα sms, ένα voice-mail υπενθύμισης ήταν και ο ξυλοκόπος «Κοκκινοκεφαλιτσούλι και Κοκκινοκεφαλιτσούλι» σιγά μην της επιβαλλόταν) βρέθηκε να περιπλανιέται όλο και  πιο βαθιά στα μονοπάτια του μεγάλου δάσους. Κι εκεί (διότι τη γλύτωσε μία, τη γλίτωσε δύο… πόσο να τη γλιτώνει, παραμύθι γράφουμε δεν είμαστε και ο μάγος Χουντίνι) έπεσε πάνω στον Λύκο….
Η αλήθεια είναι ότι αγνώριστο δεν θα τον έλεγες. Να κάτι αυτιά, να κάτι δόντια, να κάτι νυχάρες να κάτι τρίχες στον πόδη… όσο και να προσπάθησε κάτω από το καπέλο, το παλτό το πανακρίβου και  τη γόβα τη Louboutin πάλι το λυκοτόμαρο φαινόταν. Έλα όμως που η (όχι και τόσο χαζή αλλά σίγουρα σε ψιλοκαταθλιψάρα) Κοκκινοκεφαλίτσα  μας  είχε πάθει (ο τόνος στο α γαλλομαθές αναγνωστικό κοινόν μου) fixation με δαύτον και τον (και αντιστρόφως βεβαίως και για να είμαστε τίμιοι και αυτός την) ακολουθούσε κατά πόδας. Όπου η Κοκκινοκεφαλίτσα και ο (ειρήσθω εν παρόδω, ζευγαρωμένος και με κουτάβια) Λύκος από πίσω. Κι έτσι (και για να μην τα πολυλογούμε)  τι από δάση σε διοικητικές υπηρεσίες και από βουνά σε ιατρεία έτρεχαν μαζί Λύκος και Κοκκινοκεφαλίτσα, τι από λίμνες σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις και από θάλασσες σε ευαγή ιδρύματα περιπλανιόνταν μαζί Κοκκινοκεφαλίτσα και Λύκος, τι από λόφους σε εργασιακούς χώρους και από κοιλάδες σε διασκεδαστομαγαζάδικα βρέθηκαν για να εξερευνούν Λύκος και Κοκκινοκεφαλίτσα άλλο να σας τα διηγούμεθα και άλλο να τα βλέπετε.
Το ζήτημα όταν συναναστρέφεσαι τον Λύκο είναι ότι ο Λύκος είναι σπανίως ο χαμένος διότι (κακά τα ψέματα και παρά τις περί του αντιθέτου προπαγάνδες σε γελοία παραμύθια τύπου «Ο Λιλύκος και η Αφρούλα» ή ο «Διαβαστερός Λύκος και η σωτηρία του Φαλακροκόρακα» με τα οποία δεν επιθυμούμε να έχουμε σχέση) ο Λύκος είναι σαρκοφάγος. Αφού αναγνωρίσουμε ότι η ανοίκεια συναναστροφή ψιλο(καιπροσωρινα)έβγαλε την Κοκκινοκεφαλίτσα μας από την κατατονική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει θα συνεχίσουμε τη διήγηση λέγοντας ότι (ακουσίως αλλά και θλιβερώς) η Κοκκινοκεφαλίτσα άρχισε να παρατηρεί, ότι καλή η συναναστροφή αλλά είχε αρχίσει και (ξαναματά χρησιμοποιώντας τις πατροπαράδοτες σοφές ρήσεις του αρχικού της δάσους) «έσωνε». Μια της έλειπε ένα δάχτυλο, (μπα κάπου θα μου έπεσε είμαι τόσο ξεμυαλισμένη), μια της έλειπε ένα κομμάτι από το πόδι (μάλλον πάει καλά η δίαιτα που θα αρχίσω από Δευτέρα) μια της έλειπε μια σπλήνα, ένα κομμάτι από το συκώτι και λοιπά (που δεν σας περιγράφουμε για να μην κάνουμε το παραμύθι splatter που δεν είναι και από τα αγαπημένα μας λογοτεχνικοκινηματογραφικά είδη) όργανα, των οποίων αδυνατούσε να ερμηνεύσει (όταν την αντιλαμβανόταν) την απώλεια (αφού ο Λύκος παρέμενε υπεράνω υποψίας). Κάτι ψιλοψιθύριζε αραιά και που για τον Λύκο ο ξυλοκόπος (που όσο να πεις στο δάσος τριγυρνούσε, δέντρα έκοβε, όλο και κάποιες λυκοφωλιές είχε συναντήσει, όλο και με κάποιους λύκους είχε έρθει αντιμέτωπος) αλλά με τα «Κοκκινοκεφαλιτσούλι» του και την (πραγματικά εξωπραγματική και δημιουργούσα πανικό, ειδικά στην παραμυθοσυγγραφέα) αδυναμία του η Κοκκινοκεφαλίτσα μας δεν τον επήρε στα σοβαρά.
Και ξαφνικά, κάτι η αποψίλωσις των δασών από κατοίκους και ζώα δασών και χωριών που ήθελαν διακοποδάνειο και μεζονέτα με κήπο στα προάστια, κάτι η ανικανότητα των πρασινομπλέ αλεπούδων να διαχειριστούν τους πόρους των δάσων και των χωριών άφησαν τον ξυλοκόπο με το βενζινοπρίονο στο χέρι και την Κοκκινοκεφαλίτσα χωρίς δρόμους να παίρνει και να αφήνει και γενικώς (δυστυχώς τι είχαμε τι χάσαμε) αμφότερους με  ελαχιστοποιημένους πόρους. Και έτσι (ξαναματαακουσίως και θλιβερώς) επέστρεψε στο εσπεριδοελαιοδάσος της, όπου (ευτυχωδυστυχώς και αντιθέτως με το αρχικής εμπνεύσεως παραμύθι) δεν ζούσε η μάνα της να της πει «Μωρή, ποιος σε κατάντησε έτσι? Κομμάτια σου λείπουν», φέρνοντας και τον ξυλοκόπο μαζί της.
Το καλό με τις επιστροφές είναι ότι απομακρύνουν τους λύκους καθώς κάνουν την πρόσβαση στη (μέχρι τούδε αφειδώς και ανοήτως προσφερόμενη από το θύμα) τροφή δυσχερή και (ενίοτε) εγείρουν ανησυχίες για αξιώσεις δια τα πάρε να ‘χεις, κομματάκια του εαυτού που έχουν ήδη καταναλώσει. Το κακό είναι ότι οδηγούν σε απολογισμούς. Και αυτού του είδους οι απολογισμοί δεν μπορούν παρά να έχουν μια αποκάλυψη:
Δεν μπορείς, δεν θέλεις κι ούτε πρόκειται ποτέ να εξολοθρεύσεις τον λύκο
και ένα συμπερασματοερώτημα:
Ο λύκος, κουκλίτσα μου, πάντα λύκος ήταν. 
Η Κοκκινοκεφαλίτσα πού είχε το μυαλό της?

                                                                                                                                                     

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011

...ανάποδος χορός νυφών...


της Ν.

Dega? ποιος Dega?

Κυριακή 20 Ιουνίου 2010

...Τραγούδια λὲς ἀθῶα?

Λοιπόοοον, τι λέγαμε?
Α, ναι! το νήμα και πώς να το ξαναπιάσετε... Με τον μόνο τρόπο που υπάρχει: μια καινούργια εμφάνιση, μια διαφορετική φιλοσοφία και ένα ποστ του ασχέτου, όπου δώσ' του κλώτσο να γυρίσει παραμύθι (όχι και τόσο, αλλά πάντως άκαιρο) ν' αρχινήσει.... Μια φορά κι έναν καιρό ήμουν...
Εγώ, που (λέω ότι) έχω μια φίλη Κρητικιά το γνωστόν και μη εξαιρετέον νατασάκιον, το οποίο γελά κάπου στα δυτικά προάστια και ξεσηκώνομαι εγώ στα (όσο να πεις) βόρεια προάστια (που το πάω άραγε?). ...
Τελευταίως (λέω ότι) απέκτησα κι έναν φίλο Κρητικό, τον Χ. ο οποίος ψιθυρίζει στο γραφείο του κι ενημερώνομαι για τα καθέκαστα εγώ στο τέρμα του ορόφου (που το πάω άραγε??)
Επίσης (λέω ότι) έχω επί δεκαπέντε συναπτά έτη ένα κολητό βάσανο που σπούδασε στην Κρήτη (και γι αυτό κατέχει όλα, και όταν λέμε όλα εννοούμε όλα τα χαρακτηριστικά των κρητικών του πείσματος και της απειθαρχίας συμπεριλαμβανομένων) την Α., η οποία μονίμως ξεσηκώνεται για διάφορες σταυροφορίες, προτζεκτ και δραστηριότητες, που μαντέψτε ποιος πληρώνει αμα τη εγκαταλείψει τους: ΕΓΩ! (μα τέλος πάντων που το παώ?)
Το πάω στον Ψαραντώνη... εκεί το πάω. Στον Ψαραντώνη που η Α. αποφάσισε ότι είναι το απόλυτο must του φεστιβάλ Αθηνών, Βύρωνος, Πέτρας ει μη και Αβινιόν και Σάλτσμπουργκ κι έτσι βρέθηκα χαλεπήν νύχτα εις το Ηρώδειον, σε συναυλία Ψαραντώνη Αγγελάκα περιτριγυρισμένη από νεαρόκοσμο (ανέβαζα το μέσο όρο ηλικίας... ΔΕΝ σας λέω τίποτα) και άπειρους, άπειρους ΑΠΕΙΡΟΥΣ Κρητικούς (ΠΟΥ στην οργή βρέθηκαν ΤΟΣΟΙ Κρητικοί?) με χαρακτηριστική προφορά (αυτό με το ότι διατηρούν την προφορά τους είναι ακόμη ένα χαρακτηριστικό των κρητικών που με αφήνει άφωνη κάθε, μα κάθε φορά) και ακόμα χαρακτηριστικότερη συμπεριφορά. Κι εκεί αποκαλυπτικώ τω τρόπω κατενόησα τις εξής αλήθειες σχετικά με την Κρήτη, τους Κρητικούς και τους φίλους μου:
  1. Οι Κρητικοί έχουν τη φασαρία μέσα στο αίμα τους....Μπορούν να γίνουν αντιληπτοί (Να, αγάπη μου, αυτός είναι ένας Κρητικός) από τη χαρακτηριστική μεγαλοφωνία τους, ασχέτως μέρους, ώρας και συνθηκών (Ήρθε, άρα, η ώρα να ζητήσω συγγνώμη από το Νατασσάκιον, τον Χ. και την Α. για κάθε φορά που τους παρότρυνα να μιλούν, γελούν, διαφωνούν, θυμώνουν πιο χαμηλόφωνα, στην ουσία δλδ, τους ζητούσα να πάνε ενάντια στη φύση τους.). Ένα ολόκληρο Ηρώδειο ήταν μια φωνή. όπου Κρητικός (σηκωνόταν από το αριστερό πάνω διάζωμα και) καλούσε Κρητικόν (διαγώνια εις κάτω δεξιόν διάζωμα) χωρίς (φυσικά)τη χρήση κινητού(τι να το κάμω σύντεκνε το κινητόν, αφού θωρώ τονε) και εκείνος τον αντιλαμβανόταν !!!!!!!!!!!!!!!!!!
  2. Οι Κρητικοί έχουν την τσικουδιά στο αίμα τους (Δεν είμαι σίγουρη, μήπως η τσικουδιά ΕΙΝΑΙ το αίμα τους) και γι αυτό είναι ικανοί να την περάσουν λαθραία παντού (και όταν λέμε παντού εννοούμε ΠΑΝΤΟΥ, του Ηρωδείου συμπεριλαμβανομένου) διότι δεν είναι νοητή διασκέδαση, ακρόαση, μυσταγωγία με τον Ψαραντώνη, ζωντανό θρύλο και απόκοσμο ον, να παίζει τις λύρες του (αλήθεια σας λέω έπαιξε με πολλές. Δεν ξέρω μην του έσπαγαν από την κακομεταχείριση, όπως του Χέντριξ οι κιθάρες) χωρίς πιώμα και τους θεατοακροατές ντίρλα!!!!!!
  3. Οι Κρητικοί έχουν την τραγωδία και την υπερβολή στο αίμα τους... Όπου ο Ψαραντώνης στο πρώτο μέρος της συναυλίας (δεν τραγουδά, ακριβώς αλλά) ως Φήμιος με τη συνοδεία λύρας αφηγείται μια κρητική παραλογή, μια τραγική ιστορία (μπροστά στην οποία το "Τραγούδι του νεκρού αδερφού" είναι αριστοφανική κωμωδία, ένα επεισόδιο του Χοντρού Λιγνού) με ένα μαύρο καβαλάρη καβάλα σ' ένα μαύρο άλογο, που φορά ένα μαύρο πουκάμισο και τον κατατρέχει μια ακόμη πιο μαύρη μοίρα που τον οδηγεί στον φόνο της αγαπημένης του και συνεκδοχικά στην απόλυτη δυστυχία (απόσπασμα στο βίδεον). Κι εκεί που εγώ (ως άσχετη αστομεγαλωμένη και αμύητη) λέω: ε, δεν είμαστε με τα καλά μας.... Φωνή (όρα αλήθεια νούμερον 1) ουρανομήκης ακούγεται: ΕΙΣΑΙ Ο ΔΙΑΣΣΣΣΣ!!!!! και το Ηρώδειο σείεται από τα χειροκροτήματα αποδοχής (των αποδέλοιπων Κρητικών και μη, αλλά ωστόσο μυημένων) αφήνοντάς με άναυδη!!!!!!!!!! Και τελευταία αλήθεια:
  1. Οι Κρητικοί έχουν και το έπος μέσα στο αίμα τους. Πρέπει να ζουν πάντα με πάθος, πάντα σε εξέγερση, πάντα επιθυμώντας να ξεπεράσουν κάποιο όριο, παντα επιθυμώντας να καθυποτάξουν έναν εχθρό (Έτσι εξηγείται το ότι όταν τελείωσαν -ή δεν τους επιτρεπόταν- να σκοτώνονται στον τόπο, τους πήγαν να σκοτωθούν στη Μακεδονία, στη Θράκη και δεν θυμάμαι πού αλλού, όπουτέλος πάντων υπήρχε νταβαντούρι και θανατικό, αναταραχή και σκοτωμός ). Σ' αυτό το πλαισιάκι, ο Ψαραντώνης, θεωρώντας τη μουσική υλική πραγματικότητα, θέλει να κάνει το σώμα του ένα μ' αυτή, είναι σίγουρος (ΣΙΓΟΥΡΟΤΑΤΟΣ) ότι μπορεί να κάνει ένα το σώμα του ενα μ΄αυτήν, χτυπιέται και αδυνατεί να κατανοήσει γιατί, γιατί μα γιατί ΔΕΝ γίνεται ένα με αυτή, αγανακτεί και παλεύει να εξαϋλωθεί, να φύγει σαν νότα, να πετάξει πάνω από τα κεφάλια μας ενώ ταυτόχρονα και αντίστροφα πασχίζει να καθυποτάξει αυτή την άτιμη τη μουσική που του διαφεύγει, να τη δέσει στη γη, να την λιώσει κάτω απ τη φτέρνα του στιβαλιού του, να τη συντρίψει και να την επιστρέψει στα σωθικά του...

Η περι ης ο λόγος συναυλία με έκανε να κατανοήσω επίσης ότι η ομογενοποίση λαδιού με νερό, είναι δύσκολη κι ίσως όταν πετυχαινει να είναι η ευτυχέστερη των συγκυριών και η τέχνη να βρίσκει τη δικαίωσή της, αλλά στο Ηρώδειο αυτό ΔΕΝ συνέβη παρά σε ένα μικρό βαθμό. Ο κόσμος χεροκρότησε (καθώς πολλοί από αυτούς, ειδικά οι νεαρότεροι, πρέπει να ήρθαν, βασικά, για να τον ακούσουν) ζεστά, πολύ ζεστά τον Αγγελάκα, αλλά για τον Ψαραντώνη έριξε το Ηρώδειο κάτω. Κι εγώ (που παρεμπιπτόντως θεωρώ τον Αγγελάκα σημαντικό ποιητή και όχι απλό τραγουδοποιό) θα αναρωτιέμαι πάντα αν δυο στιγμές της συναυλίας υπήρξαν ή ίσως τις δημιούργησε η καχυποψία μου και η συνήθεια μου να παρατηρώ τα σώματα ανιχνεύοντας μηνύματα που πιθανά και να μην εκπέμπουν.



Ξεκινά, λοιπόν, ο καλός τραγουδοποιός με αναφορά στους θανάτους στη φλοτίλα που μετέφερε βοήθεια στη Γάζα λέγοντας ότι η σιωπή είναι συνενοχή και γι αυτό το πρώτο τραγούδι που θα έλεγαν από κοινού με τον Δία (όρα αλήθεια νο 3) θα ήταν αφιερωμένο στο γεγονός.... Όλα καλά ως εδώ και μπράβο του και μπράβο του Ψαραντώνη (αν υποθέσουμε ότι ο Δίας είχε ακριβή εικόνα της πραγματικότητας στη γη) και μπράβο και εμάς ως κοινού που συμμετέχουμε σε συναυλίες με προβληματισμένους καλλιτέχνες. Πλην όμως ξεκινώντας ο Ψαραντώνης τη θεϊκή του λύρα ο κόσμος, σχεδόν με εξαρτημένο αντανακλαστικό, ξεκινά να χτυπά ρυθμικά παλαμάκια κι ο Αγγελάκας, θεωρώντας απαραίτητη προϋπόθεση για το hommage τη σιωπή (που έχει οριστεί ως συνενοχή, αν ενθυμείστε λίγο παραπάνω) κάνει νόημα στο κοινό να σταματήσουν..... ορίζοντας ως συμμετέχουσα στο πένθος μόνο την ακοή, αντε και την όραση? (Εγώ στοιχηματίζω ότι οι κρητικοί τραγουδούν τους νεκρούς τους, όπως οι Μανιάτες ή οι Ηπειρώτες, μη σου πως θα τους συνοδεύουν με ριζίτικα και λύρες στις τελευταίες τους κατοικιές, συμμετέχοντας στο πένθος με όλο τους το σώμα) Και το κοινό σταμάτησε και στο τέλος τους χειροκρότησε αλλά (εμένα μου φάνηκε ότι) δεν του το συγχώρησε.
Και προχωρά η συναυλία και το κοινό χειροκροτά και φτάνει άσμα μοιρασμένο στους δυο καλλιτέχνες και ξεκινά ο Ψαραντώνης τη θεϊκή του λύρα και προχωρά να τραγουδά και φυσικά (όρα αλήθεια νούμερον 4) ξεχνά την πρόβα (αν υποθέσουμε οτι μπορεί να κάνει πρόβα για ντουέτο ο Ψαραντώνης) και συνεχίζει να τραγουδά εκεί που πρέπει να τραγουδήσει ο έντεχνος... Και ο έντεχνος κάνει την ιεροσυλία: ακουμπά τον Δία και ο Θεός (ίσως και λίγο ξαφνιασμένος) σταματά για να συνεχίσει ο Αγγελάκας και να ολοκληρώσουν μαζί. Κι αυτό ήταν το τελευταίο άσμα και ο κόσμος χειροκρότησε ζεστά, αλλά το ατόπημα της προσπάθειας να μπει σε αυλάκι ο Ποταμός (ΜΕ φαίνεται -που λένε και στο εξωτικό Ντεπώ την πατρίδα του Ινδίκτου) σημειώθηκε στο συλλογικό υποσυνείδητο.
Και (γι αυτό είμαι σίγουρη) δεν έχει σημασία ποιο τραγούδι, ποια τραγούδια είπε ο Ψαραντώνης, αφότου έφυγε ο Αγγελάκας. Σημασία έχει ότι αυτό που πίεζε τα διαζώματα, η επιβολή μιας θεωρίας της τέχνης που προσπαθούσε να εντάξει ότι έβρισκε ανένταχτο στους κανόνες της (καλλιτέχνες, εκτέλεση και κοινό).... που προσπαθούσε να βρει κανάλι να χωρέσει το πρωτεϊκό της τέχνης του Ψαραντώνη και την ανταπόκριση σε αυτό με το ένστιχτο (και ουχί καθόλου με τη λογική και την παιδεία) του κοινού.... που προσπαθούσε να λειάνει τις αδρές γραμμές της μουσικής του Δία και την πρωτόγονη σχεδόν σωματική ανταπόκριση των θεατών-ακροατών, τράβηξε τη βαριά σκιά του πάνω από τις κερκίδες και το Ηρώδειο σειόταν στην αρχή, στη μέση στα ρεφραίν και στα τελειώματα των τραγουδιών.
Και όλο αυτό το τεράστιο (έχω πολλά λόγια τελικά μέσα μου)ποστ επιστροφής δεν μπορεί παρά να είναι αφιερωμένο στους φίλους μου από την Κρήτη (λόγω καταγωγής ή λόγω επιλογής) και φυσικά αφορμή για να ομολογήσω δημοσίως ότι η συναυλία των Αγγελάκα, Ψαραντώνη (που εγώ ήξερα μόνο ως θρύλο δεν είχα ακούσει ποτέ και δεν είχα δει ποτέ live) με έκανε να αλλάξω για πάντα την άποψή μου για την τέχνη.
Τέλος:
νατασάκιον, Χ , Α. και άγνωστε συνθεατή έχετε δίκιο:
Ο ΨΑΡΑΝΤΩΝΗΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΙΑΣ

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2009

... έρμο παιδί....

-Μαμά, την τύφλα τους δεν ξέρουν οι εφημερίδες!!!

-...................(ωχ, παναγία μου, τι θ' ακούσω πάλι??)

-Μεγάλη μλκία, αυτό που γράφουν για Γολγοθάδες και εξετάσεις....

-................... (αν δεν μιλήσω, λες η συνέχεια να μη με στείλει???)

-Αν είχαν κάνει σε σχολείο έπρεπε να ξέρουν ότι αυτό που ζητούν από τα παιδιά δεν είναι να ανέβουν το Γολγοθά.....

-.......................(συνεχίζει το έργο της εξόντωσης, απτόητη)

-Είναι να περπατήσουν πάνω στη Νεκρά Θάλασσα....

-....................(ζω?)

-Κι όταν λέω Νεκρά Θάλασσα εννοώ την ηλιθιότητα ΚΑΙ του σχολείου ΚΑΙ των καθηγητών ΚΑΙ της ύλης ΚΑΙ των θεμάτων ΚΑΙ των παπαγάλων ΚΑΙ της βαθμολόγησης στο τέλος!!!

-...................(ΔΕΝ ζω, είναι σίγουρο....)




Υ.Γ. Καλό μήνα απανταχού γονείς!!

Τετάρτη 1 Απριλίου 2009

... των σπλάγχνων μου...

  • έλεος! Δεν αντέχω πια! Συνεχώς τσακωνόμαστε για βλακείες και λάθη...
  • Ναι, μαμά μου, αλλά πρέπει να μας αναγνωρίσεις κάτι..
  • τι?
  • Ποτέ δεν τσακωνόμαστε για το ίδιο λάθος δυο φορές.....
Υ.Γ. Καλό μήνα απανταχού γονείς!

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2009

... ταβέρνα...

Κυριακή μεσημέρι στο Περιβόλι τ' Ουρανού. Θανατηφόρο ζεϊμπέκικο από τον Island δίπλα σε μισοάδεια τραπέζια με χθεσινά ντολμαδάκια....

Κυριακή μεσημέρι στο Περιβόλι τ' Ουρανού. Το γέλιο του νατασσακίου ψηφιοποιημένο για το ΥouTube δίπλα σε ποτήρια με μεσαίο κρασί που ο καταστηματάρχης θεωρεί (όπως αποδείχτηκε) Veuve Cliquot τουλάχιστον....

Κυριακή μεσημέρι στο Περιβόλι τ' Ουρανού. Ο αστερΆκης με τα βαθιά μάτια του αγωνίζεται να συνεννοηθεί με το αεροπορικής λογικής σκαλοπίνι του (το οποίο το ανακάλυψε τυχαία κάτω από έναν από αυτούς τους κατεψυγμένους αρακάδες -ή μήπως ήταν καρότο?)...

Κυριακή μεσημέρι στο Περιβόλι τ' Ουρανού. Τα κόκκινα μαλλιά της Coco σε τρελλό χασαποσέρβικο πάνω στην πίστα δίπλα σε τραπέζια, όπου στις σαλατιέρες τα μαρούλια είχαν αποχωριστεί τα πάτρια εδάφη τη δεκαετία του 90 (τουλάχιστον)...

Κυριακή μεσημέρι στο Περιβόλι τ' Ουρανού. Οι διαπραγματεύσεις της mamma για τη Μύκονο σιγαλές μην τύχει και μας πάρουν χαμπάρι τα (κατά τ' άλλα συμπαθέστατα) ΚΑΠΗ Ανω Κορακότρυπας (και αρχίσουν τους εξορκισμούς) με τα οποία μοιραζόμασταν το μαγαζί...

Κυριακή μεσημέρι στο Περιβόλι τ' Ουρανού. Αστική εκδοχή του ρεμπέτικου με κοντραμπάσο και πιάνο στην ορχήστρα οι πολλλλλλλύ καλοί Τζώρτζης και Μαριώ και το Ρουλιώ με τον επιβεβαιωμένο απ' όλους μας (ακόμη και από την πρεσβυωπική εμένα) λογαριασμό των 600 Ευρώ στο χέρι, στέκεται μπροστά στον παπιονάτο maître dhôtel που μόλις έχεις επαληθεύσει τον λογαριασμό..
---Δε μου λέτε, ξέρετε το ανέκδοτο με τον Κοζανίτη?
---Όχι
---Μπαίνει ένας Κοζανίτης σ' ένα άδειο σκυλάδικο έξω απ' τη Θεσ/νικη, πίνει, ρίχνει και τις βόλτες του και κάποια στιγμή ζητά τον λογαριασμό, ο οποίος έρχεται υπέρογκος
"Δε μου λές, ρε μάστορα, -λέει στον τύπο - εμένα βρήκες να γμσεις???
"Γιατί, -του λέει αυτός- βλέπεις κάναν άλλο????

---Δε συμβαίνει αυτό σε μας, κυρία μου....
---Ακριβώς, όμως!

Με τις υγείες μας.... Μόνο μην ξανακούσω ότι τα μαγαζιά πλήττονται γιατί θα κάνω φόνο!!!!!

Υ.Γ. Εμείς, ωστόσο, περάσαμε θαύμα, διότι είμαστε όλοι μαζί (και θα περνούσαμε θαύμα και στον πεζόδρομο με μπύρες και εμένα να τραγουδώ παράφωνα -καλά ίσως εκεί να υπήρχε ένα πρόβλημα) Και, mamma, θα πάμε Μύκονο κι ας τον κύριο στο Περιβόλι να πίνει μόνος του τον Σκούρα (και τον ανοιχτόχρωμο από κοντά!!)

Σάββατο 28 Μαρτίου 2009

... ηλιοτρόπια...

Η άνοιξη είναι ωραία τρα λα λα!
Αν παραβλέψεις ότι ο Μάρτης (που είναι γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης) μας μούλιασε εφέτος και δε μας αφήνει να φορέσουμε το ολοκαίνουργιο πουκάμισο μεσ' στο λέλουδο και την κλάρα (άσχετο: όταν περάσει τούτη η μόδα κι επιστρέψουμε στα γνωστά καλά καφέ και μαύρα μας, όλ' αυτά τα χρωματουλιά ΜΕ λέτε τι θα τα κάμουμε? Τες παν! επιστρέφω στην άνοιξη)...
Η άνοιξη είναι ωραία τρα λα λα!
Αν ξεπεράσεις την απαισιοδοξία που διασπείρει ο ισχυρισμός του Τ.S. Eliott ότι ο Απρίλης είναι ο σκληρότερος μήνας, αφού τι ξέρει αυτός από μεσογειακή άνοιξη? Σε μια έρημη χώρα διαβιούσε....
Η άνοιξη είναι ωραία τρα λα λα!
Αν λησμονήσεις ότι ο Μάης (που μας έφτασε εμπρός βήμα ταχύ) αντί να είναι ο μήνας των λουλουδιών γίνεται ο μήνας των μεγάλων σφαγών σε Γυμνάσια και Λύκεια κι όπου αντί να πλέκουμε στεφάνια, συλλέγουμε τα μαργαριτάρια ανεπαρκών μαθητών ανέτοιμων καθηγητών...
Κι αφού τεκμηριώσαμε το ευωχές της άνοιξης ερχόμαστε στο δια ταύτα:
Η άνοιξη είναι ωραία τρα λα λα! πλην όμως είναι και η εποχή της (ωχ!) κηπουρικής...
Και καλά όταν έχεις κήπο. Καλείς τον επαγγελματία, τον σουλουπώνει, κουρεύει και τους καλλωπιστικοί θάμνοι (καθότι καλλιτέχνης) στρόγγυλους και μένεις εσύ να αναρωτιέσαι πότε φύτρωσε το γλειφιτζούρι στη μέση του γκαζόντος (το γκαζόν του γκαζόντος -κλίνεται κατά το παρόν) και τέλος πάντων ζείς εσύ καλά και ο επαγγελματίας καλύτερα (και πλουσιότερα). Αν όμως έχεις βεραντούλα με γλάστρες? Ποιον να καλέσεις χωρίς να ρεζιλευτείς σε φίλους γνωστούς (και φυσικά τον επαγγελματία)???
Αρχικά επιστρατεύεις τον καλόνε σου... Μια - δυο - τρεις... ε, στο 19 ήρθε κι έγκωσε ο χριστιανός. Τα στήλωσε και έκαμε τη μεγάλη εξέγερση
-Αν θες γλάστρες μόνη σου....
Στην αρχή το παίρνεις αψήφιστα (έλα, μωρέ, θα του περάσει -ΑΜ, ΔΕ!!)
Μετά το παίρνεις γαλύφικα (έλα, γλυκέ μου, δες πόσα άλλα κάνω εγώ στο σπίτι -ΤΙΠΟΤΑ)
Μετά το παίρνεις πατριωτικά (έλα, καλέ μου, αφού ο Κακλαμάνης βραβεύει τα πράσινα μπαλκόνια -Μένουμε ΧΑΛΑΝΔΡΙ κι επιπλέον ΔΕΝ ΤΟΝ ΨΗΦΙΖΟΥΜΕ)
Μετά το παίρνεις παρακλητικά (έλα, μωρό μου, καν' το για το χατήρι μου και θα δεις εγώ -Γιατί τόσα χρόνια για ποιανού το χατήρι το κάνει? Και ΤΙ ακριβώς είδε???)
Και τέλος το παίρνεις πεισματικά (θα το κάνω μόνη μου και ΔΕΝ θα σου ξανμιλήσω ΠΟΤΕ -Αμήν και πότε!!)
Κι έτσι εμπλέκεσαι στη χαρωπή διαδικασία κηπουρική βεράντας, για να καταλάβεις από το πρώτο βήμα, που είναι η επίσκεψη στο φυτώριο, πόσο ανεπαρκής είσαι γι αυτό που ανέλαβες...
Μπαίνεις, λοιπόν, στο φυτώριο και βρίσκεσαι να περνάς ανάκριση πρώτου (μη σε πω και δεύτερου και τρίτου) βαθμού, από τον φυτωριοϊδιοκτήτη για το αν στο μπαλκόνι σου έχει ήλιο, πού έχει ήλιο, πότε έχει ήλιο, πού το πιάνει ο αγέρας, πότε το πιάνει ο αγέρας, πού είναι ο βοριάς, αν πιάνει πάγος, πότε πιάνει πάγος, αν το βράδυ πέφτει υγρασία, πόση υγρασία, πού έχει περισσότερη υγρασία, πόσα τετραγωνικά είναι το μπαλκόνι, πόσες παλιές γλάστρες έχεις, ώστε να υπολογίσει πόσες ακόμα πρέπει να προστεθούν για να είναι κατανεμημένα τα φυτά σωστά σε ζαρντινιέρες, μεγάλες γλάστρες, μεσαίες γλάστρες και μικρά γλαστράκια που θα μπουν σε πολλαπλά σταντ, στο τραπέζι και σε σημεία που δε φανταζόσουν ότι πηγαίναν γλάστρες... Σε περίπτωση, δε, που αποτολμήσεις να διακόψεις την ανάκριση -καλέ, εγώ τρεις τέσσερις γλαστρούλες ήθελα να βάλω- το βλέμα απαξίωσης του φυτωριούχου θα σε πείσει ότι αφού δεν έχεις εμπεδώσει από τη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Κηπουρικής το κεφάλαιο περί αστικής κηπουρικής, κακώς κάκιστα τρώς το χρόνο του...
Ας υποθέσουμε τώρα, ότι ανταπεξήλθες ηρωικά στην ανάκριση και ο καλός φυτοεπαγγελματίας αποφάσισε ότι ΔΕΝ είσαι χαμένη υπόθεση και συνεχίζει να ασχολείται μαζί σου... Τα δυσκολότερα έρχονται.
Ο αξιολογότατος ανθοπωλητής θεωρεί ότι για να φτιάξεις τις γλαστρούλες σου πρέπει να μάθεις να ξεχωρίζεις τη φοβερή gryllotalpa-vulgaris (την ποια?), που είναι έντομο από την calceolaria herbeohybrida (ορίστε?) που είναι φυτό και φοβερή λιχουδιά για την πρώτη. Πρέπει να μπορείς να τον παρακολουθήσεις να αραδιάζει
φυτά που είναι φυλλώδη και φυτά που είναι ανθοφόρα,
φυτά που θέλουν ίσκιο, φυτά που θέλουν ήλιο και φυτά που θέλουν ίσκιο επτά με οχτώ και ήλιο έντεκα με μία (τη νύχτα, νομίζω),
φυτά που θέλουν κρύο, φυτά που θέλουν ζέστη και φυτά που θέλουν κρύο Ιούνιο και Ιούλιο και Δεκέμβριο πρέπει να τα έχεις σε θερμοκρασία 36 βαθμών Κελσίου,
φυτά που θέλουν απάγκιο και φυτά που κάνουν απάγκιο στα άλλα φυτά (οι εθελοντές των φυτών ένα πράγμα),
φυτά που θέλουν παρέα και φυτά που είναι παντελώς αντικοινωνικά (ΣΕ λέει η αφελάνδρα με την πεπερόμια, οι καλύτερες φίλες, αντίθετα η καλαγχόη με τη γλωξίνια ούτε κουβέντα δεν αλλάζουν)
φυτά που θέλουν πολύ νερό και φυτά που θέλουν σπάνιο πότισμα και φυτά που πίνουν το νερό τους τρεις με πέντε από πηγή Αθαμανικών Ορέων με 14 άλατα και 22 ιχνοστοιχεία αλλιώς μουτρώνουν και δε βλέπεις άνθος ούτε για δείγμα.
Οι διαμαρτυρίες σου - καλιέ, εγώ δυο μαργαρίτες και δυο ζουμπούλια ήθελα να βάλω η χριστιανή- αντιμετωπίζονται με το υποτιμητικό βλέμα του ανθοεπιστήμονα, ο οποίος έχει ήδη σχεδιάσει τη βεράντα σου και είναι απολύτως πεπεισμένος ότι είναι μια ασήμαντη λεπτομέρεια η διαφωνία σου.
Κι έφτασε η αποφράς ώρα που θεωρείς ότι έληξες τα ζητήματα... Η προηγούμενη κακή στιγμή έχει περάσει, ο φυτοεπαγγελματίας σε έχει συγχωρήσει που τόλμησες να φτάσεις στο μαγαζί του χωρίς να είσαι συνδρομήτρια στο "Urban gardening for Total Idiots" (για τουλάχιστον 36 τεύχη) και το εντόπιο "Μπαλκόνι Φυτά και ο Άσχετος Κηπουρός" και θεωρεί ότι έχει καλύψει τα γνωστκά σου κενά. Έχεις περάσει και από το ταμείο, όπου κοιτώντας την απόδειξη στα χέρια σου αναρωτιέσαι μην τυχόν και αγόρασες μετοχές στο φυτώριο (και στην Mosanto, μη σε πω) και τώρα πρέπει να φορτώσεις τις αγορές οι οποίες πέρα από τα φυτά, περιλαμβάνουν:
  • Αρκετό χώμα για να ξεκινήσεις δική σου χωματουργική επιχείρηση "Μπαζώνονται ρέματα Ο Μήτσος"
  • Γλάστρες, πιατάκια, ζαρντινιέρες και σταντ ικανά να αναζωογονήσουν τις παρακμάζουσες κεραμοποιείες του Αμαρουσίου και τέλος
  • Τόσα υγρά, στερεά και αέρια λιπάσματα και εντομοκτόνα και με τόσες οδηγίες (μία κουταλιά του γλυκού μπλε λίπασμα τρεις με πέντε το απόγευμα και μισή κουταλιά της σούπας πράσινο λίπασμα δώδεκα με μία το βράδυ, μισό ψέκασμα από το κόκκινο εντομοκτόνο το πρωί, πρό ποτίσματος και εν τέταρτο του ψεκάσματος από το άσπρο εντομοκτόνο το απόγευμα μετά το πότισμα) που σε κάνουν να αναρωτιέσαι ΠΩΣ ΣΤΟ ΔΑΙΜΟΝΑ η ογδοντάχρονη γιαγιά σου βάζει στο χέρι της στη σακούλα του σουπερμάρκετ που περιέχει τα εκατοντάδες φάρμακά της και πιάνει το σωστό φάρμακο στη σωστή ώρα και παίρνει τη σωστή δόση.
Η φόρτωση, λοιπόν, είναι απλή αν έχεις φορτηγό, έστω ένα αγροτικό. Είναι όμως εξαιρετικά πολύπλοκη αν έχεις ένα απλό Ι.Χ. Εγώ κοίτα να δεις έχω Ι(ιιιι).Χ(χχχχ). ... μικρό.... ΠΟΛΥ ΜΙΚΡΟ... Στο δεύτερο σακί χώμα απλά ΔΕΝ υπήρχε πορτμπαγκάζ (ελληνιστί σκευοφόρος). Για καλή μου τύχη, βέβαια, είναι σχεδόν συναρμολογούμενο. Οπότε, όσοι από εσάς είδατε ένα κίτρινο Πούντο (εκεί!) κάμπριο να περνά ανθισμένο και καταπράσινο στους δρόμους του Χαλανδρίου, μπορείτε να ησυχάσετε, δεν μετατρέπει η κρίση τα αμάξια σε κινούμενες γλάστρες. Εγώ το μετέτρεψα σε "Μεταφοραί Φυτών ο Χρηστάρας" και αυτό για μια και μόνη φορά (του χρόνου θα πάω με νταλίκα στο φυτώριο, να 'χω και την αξιοπρέπειά μου).
Και τώρα στέκομαι στο μπαλκόνι, με εκατοντάδες γλάστρες, γλαστράκια, φυτά και φυτάκια, λιπάσματα και εντομοκτονάκια και αναρωτιέμαι ποιον ψυχολογικό εκβιασμό να χρησιμοποιήσω για να επανέλθουμε στην τάξη και να φυτέψει τα φυτά ο (που νογά) καλός μου, αλλιώς τα βλέπω να θνήσκουν εντός δεκαημέρου από τη φύτευση....


Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009

... ψήνονταν στον πυρετό...

Είναι απίστευτο, ότι 60 - 80 εκατομμύρια φιλικά (για τον άνθρωπο) μικρόβια ζουν σε κάθε τετραγωνικό εκατοστό του δέρματός μας. Δυστυχώς, κάποιο από αυτά αποφάσισε να αυτονομηθεί, να αφήσει τις φιλικότητες και τις αηδίες και να περάσει σε εχθροπραξίες κατακυριεύοντας πολύ περισσότερο ζωτικό χώρο, απ' ότι του αναλογεί. Και καθώς με βρήκε απροετοίμαστη, με κατατρόπωσε το άθλιο....
Το καλό με τις ιώσεις είναι ότι σε βάζουν σε μια διαδικασία γνωριμίας με το σώμα σου... Το κακό είναι ότι το κάνουν με επώδυνο τρόπο.
Εγώ, για παράδειγμα, εξ' αιτίας της ίωσής μου, έμαθα ότι το ανθρώπινο σώμα είναι ένας εξαιρετικά πολύπλοκος μηχανισμός στον οποίο βρίσκονται 206 οστά, 600 μυς και περισσότερες από 1200 μυοσκελετικές ενώσεις. Το κακό είναι ότι το έμαθα διότι πονούσαν όλα αυτά τα κόκαλα από το πιο μικρό που (δεν θυμάμαι πώς στην οργή λέγεται και ΔΕΝ είμαι το νατασσάκι για να τρέχω στους Γούγληδες αλλά ξέρω ότι σίγουρα) βρίσκεται στο αυτί μας, ως το μηριαίο που είναι το πιο μεγάλο. Βεβαιώθηκα, επίσης, τόσο για τον αριθμό των μυών, καθώς από τον μικροσκοπικό stapedius (κάνω την έξυπνη τώρα) στο κέντρο του αυτιού ως τον μέγα ραχιαίο, που είναι ο μεγαλύτερος, ήταν όλοι απολύτως (και ανεπανόρθωτα) πιασμένοι, όσο και για τον αριθμό των ενώσεων, αφού όλες έκαναν αυτόν τον ήχο σκουριασμένης πόρτας σε κάθε μου (επώδυνη) κίνηση.
Βέβαια, αυτή η ίδια ίωση με έβαλε και σε μια διαδικασία αμφισβήτησης των πληροφοριών που συλλέγεις. Για παράδειγμα έμαθα ότι (πάντα σύμφωνα με τους επιστημόνους) κατά μέσο όρο ο άνθρωπος ανοιγοκλείνει τα βλέφαρα του μέσα σε μια μέρα 9365 φορές. Ωστόσο, έχω βάσιμες υποψίες ότι αυτή η πληροφορία είναι λαθεμένη, καθώς τις τελευταίες μέρες αυτή η λειτουργία είναι πρακτικά αδύνατη. Τα βλέφαρά μου, τα οποία ζυγίζουν πάνω από 100 κιλά (κι ας έρθουν οι ανατόμοι να με διαψεύσουν) το καθένα, παραμένουν πεισματικά στο κλειστό (ρίψατε σημείωμα στη χαραμάδα και θα επικοινωνήσουμε σύντομα μαζί σας).
Ταυτόχρονα, μέσω της ίωσης, διαπιστώνεις ότι οι μετατροπές των συνθηκών λειτουργίας, αυτού του εξαιρετικού μηχανισμού, δημιουργεί αρκετές απρόσμενες βλάβες. Με τη θερμοκρασία μου, για παράδειγμα, να πηγαινοέρχεται στους 39ο C, είναι σίγουρο ότι έκαιγα πολύ περισσότερο από τους 100.000 νευρώνες, που υποτίθεται ότι χάνονται κατά μέσον όρο καθημερινά από τον ανθρώπινο εγκέφαλο. Αυτό σημαίνει ότι από τους 100.000.000 νευρώνες, που (σύμφωνα με έγκυρες έρευνες) περιέχει ο ανθρώπινος (λέμε τώρα) εγκέφαλός μου, πρέπει να έχω ένα σοβαρό έλλειμμα, το οποίο εξηγεί το ακίνητο και απλανές βλέμμα της αγελάδας, με το οποίο κοιτώ τους γύρω μου, και τον απίστευτο πονοκέφαλο, που κάνει αδύνατη την παρακολούθηση οποιασδήποτε συζήτησης περιέχει συλλήψεις συνθετότερες της (υπερβατολογικά απόλυτης) έννοιας του ΘΡΥΛΟΥ.
Αυτή η απώλεια νευρώνων πρέπει να φταίει για τις αδιανόητες εμμονές, που με κατακυριεύουν, όπως το να προσπαθώ να επιβεβαιώσω κατά πόσο το ανθρώπινο σώμα έχει 45 μίλια νεύρα. Ακόμη, βέβαια, δεν έχω κατορθώσει να τα μετρήσω, καθώς είναι ένα κουβάρι στα πάτωμα, μπροστά στον καναπέ μου όπου τα διάφορα μέλη του σώματός μου τα αναζητούν και προσπαθούν να τα ξεμπερδέψουν, μπας και κατορθώσουν να υλοποιήσουν έστω κάποιες απλές κινήσεις, όπως να σηκώθεί το χέρι μου και να απαντήσει στο τηλέφωνο που (χειροτερεύοντας τον πονοκέφαλό μου) χτυπά δαιμονισμένα ή να κατορθώσουν τα πόδια μου να φτάσουν στο νεροχύτη, ώστε τα χέρια μου να γεμίσουν ένα ποτήρι νερό από τη βρύση και να καταπιώ (προσπαθώντας να καταπολεμήσω τον πονοκέφαλό μου) ένα παυσίπονο.
Η ίωση είναι ο καλύτερος τρόπος για να διαπιστώσεις πόσο σημαντικές είναι ικανότητες του ανθρώπινου οργανισμού που συνήθως θεωρείς αυτονόητες. Για παράδειγμα από τις 50.000 διαφορετικές μυρωδιές, που υποτίθεται ότι αντιλαμβάνεται η ανθρώπινη μύτη εγώ αυτή τη στιγμή αντιλαμβάνομαι... καμία...! Τσιγάρο, ποτό, τα αθλητικά της Ν., η άμμος της γάτας, τα σουβλάκια που τρώνε αυτοί οι σπαστικοί (και παντελώς απρόθυμοι να μου συμπαρασταθούν, ως οικογένεια) δίπλα μου, η (παντελώς αηδία, παρ' όλες τις καλές προθέσεις της μαμάς μου) κοτόσουπα που τρώω εγώ, ε! όλα μια μυρωδιά... Τη μυρωδιά της αρρώστιας.
Μια ιώση χρησιμεύει επίσης για να αποκτήσεις εμπειρίες άλλων μορφών ζωής. Για παράδειγμα από τα 5-8 λίτρα αέρα που (πάντα σύμφωνα με έγκυρους επιστημονικούς κύκλους) ένας άνθρωπος εισπνέει κάθε λεπτό, είναι ζήτημα αν εγώ κατορθώνω να προσλάβω τα μισά. Γεγονός που με κάνει να ακούγομαι σαν τη Λάση μετά από πολύωρο κυνήγι γάτας.
Η ίωση, παρεμπιπτόντως, μπορεί να κάνει τους γύρω σου ευτυχισμένους για απροσδόκητους λόγους. Για παράδειγμα, καθώς οι μύες που χρησιμοποιεί ο άνθρωπός για να προφέρει μια και μόνο λέξη είναι 72 και επειδή (το εμπεδώσαμε) οι δικοί μου πονάνε φριχτά, περιορίζομαι (προς μεγάλη ικανοποίηση τόσο της Ν. όσο και του Μ. ) σε ήχους όπως μμμμμ! γκγκγκγκγ! που, όσο να πεις, παραπάνω από άντε πέντε, άντε δέκα μύες δε θα χρειάζονται. Αυτό περιορίζει σημαντικά την επικοινωνία μέσ στο σπίτι, αλλά αυξάνει την ηρεμία και τη δυνατότητα να εκλείψουν διάφορες παρεξηγήσεις.
Άσχετα από την ίωση πάντως, το συκώτι του μέσου ανθρώπου ζυγίζει περίπου δύο κιλά, αλλά το δικό σας πρέπει να είναι αρκετά βαρύτερο, τόση ώρα που σας το πρήζω. Γι αυτό λέω να την κάνω σιγά σιγά, με περιμένουν θερμόμετρα, ασπιρίνες και μια αρκετά θυμωμένη Ν. καθώς δεν ευοδώνονται οι προσπάθειές της να κολλήσει και να γλυτώσει κανα δυο μέρες σχολείο...


Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2008

μια φωνή...

14.10: Εκατοντάδες γονείς γύρω από μια πλατεΐτσα, σε αναμονή των μαθητών που σχολάνε κι εγώ περιμένω....
14.15: Το αυτοκίνητο παρκαρισμένο σε μια γωνία ως Κομανέντσι κατά την έξοδό της από τη δοκό κι εγώ περιμένω....
14.25: Τεράστια καγκελόπορτα που ανοίγει και αρχίζουν να ξεχύνονται πάνω από 1500 μαθητές όλων των ηλικιών κι εγώ περιμένω....
14.30: Δεκάδες πούλμαν βγαίνουν κορνάροντας, οδηγοί σχολικών που τσακώνονται με γονείς για να περάσουν κι εγώ περιμένω....
14.35: Τα αυτοκίνητα φεύγουν, οι αυλές αδειάζουν, γονείς παραλαμβάνουν τα καμάρια τους κι εγώ περιμένω....
14.40: Ο δρόμος αδειάζει, ο φύλακας ξανατραβά την καγκελόπορτα, τα τελευταία λυκειόπαιδα στην πλατεία καπνίζουν (κακώς), γελούν (καλώς) κι εγώ περιμένω....
14.45: Ξάφνου, εντοπίζω το καμάρι μου στο περίπτερο, κατεβαίνω απ’ το αυτοκίνητο και προχωρώ προς το μέρος της...

Φτάνω δίπλα της κι αυτή ακόμα στο περίπτερο προσηλωμένη σε κάτι παντελώς ασαφές....
-Ν.!!!!
Γυρνά, με κοιτά με απορημένα και χαμογελαστά μάτια....
- Μισό λεπτό έκανα... Πήρα σοκολάτες!!
Μου δείχνει δυο μικρές λάκτες στα χέρια της από τις οποίες ήδη έχει βγάλει τα αλουμινόχαρτα και μασουλάει....
Προχωρώ προς το αυτοκίνητο και την ψέλνω, για το στήσιμο που τρώω συστηματικά, για την ώρα που μου τρώει το κωλοσχολείο καθημερινά, για το φαγητό που δεν θα θέλει να φάει....
Ξαφνικά σταματώ....τόσην ώρα μιλώ στον αέρα... ΔΕΝ είναι δίπλα μου...
Γυρνώ... Προχωρά δυο βήματα πίσω μου μπουκωμένη τις σοκολάτες, έχει κάνει τα αλουμινόχαρτα συρματάκια και τα χώνει σκανταλιάρικα στα ρουθούνια της!!!!!!!!

- ΤΙ κάνεις παιδί μου?????
- .....
- ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ????
- ... Σεεεε.... ακούω...?

- Και ΤΙ λέω?????
- ....
- ΚΑΙ ΤΙ ΛΕΩ???????
- ... Νααα... μηβάζωχαρτάκιαστημύτημου....?

Ζω ημέρες Ιονέσκο, η μάνα ή μου φαίνεται??????


Υ.Γ. Καλό μήνα απανταχού γονείς....

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2008

... Κι ἡ Πηνελόπη η φρόνιμη...

Υπάρχει η νομιμοποίηση της κριτικής? Ποιος νομιμοποιείται να κρίνει και πότε?

Πάντα αναρωτιέμαι αν γι αυτά που διαβάζω, που βλέπω, που ακούω υπάρχει κάποιος που τον αφορά η παρ-ανάγνωσή μου, η παρ-όραση, το παρ-άκουσμά μου και η απάντησή μου βγαίνει πάντα αυθόρμητα: Όχι, κανείς, αφού στην πραγματικότητα αδυνατώ (κι ούτε που θέλω άλλωστε) να νομιμοποιήσω την κριτική μου, αδυνατώ να εμπεδώσω την ιδέα του κρίνειν, την ηθελημένη επιλογή ανάμεσα σε δύο πόλους τον θετικό και τον αρνητικό.

Μην μπερδευτείτε, όμως. Μέσω της αδυναμίας μου, τιμώ και θαυμάζω απεριόριστα τους κριτικούς γιατί θεωρώ ότι στέκονται σε μια διασταύρωση. Βρίσκονται, ακριβώς στον χιασμό επιστημοσύνης και ποιητικής, μόνο που, νομοτελειακά, η επιστημολογία ανάγεται στο ισχυρό μέλος του χιασμού και (υποκλέπτοντας από την ποιητική το όπλο της, τη ρητορική) αντί να επικοινωνεί έναν νόημα, κοινωνεί ένα επι-νόημα (που θα έλεγε και ο Βέλτσος, -θα σας πεθάνω στα λινκάκια, σήμερα, πάρτε το απόφαση).

Κι αυτά που διαβάζεις, ακούς, βλέπεις και συστήνεις ή αποτρέπεις τους φίλους/ες σου από το να κάνουν το ίδιο? Συνιστούν κριτική? Μπααα! Εγώ το ονομάζω προτίμηση και αυτό στέκεται σε ένα άλλο σταυροδρόμι. Αυτό της εμπειρίας και της μοναδικότητας μου. Μπορεί οι προτιμήσεις μου να αντιφάσκουν αισθητικά, να χάσκουν νοηματικά, ν’ απειλούν ή να δυσαρεστούν την ατομικότητα άλλων και κυρίως να πρήζουν τον καλό μου, αλλά η απάρνησή τους αντιτίθεται στην ηθική επιταγή της αυτονομίας μου –λέω, τώρα εγώ (και συμφωνεί μαζί μου και ο παλαιός των διανοητών ο Derrida). Έτσι λοιπόν, έχω μια λίστα δίπλα στα ποστ μου με τη γνώμη μου γι αυτά που διαβάζω, όπου κάθε κρίση μου παραμένει αυθαίρετη και αναιτιολόγητη μη διεκδικώντας αξία θεσφάτου, περιχαράσσοντας ωστόσο τη μοναδικότητά μου.

Εκεί, λοιπόν, πάνω-πάνω στη λίστα εδώ και κάνα τεσσάρι-πέντε μέρες βρίσκεται η Ντία Μέξη-Τζόουνς με την Πηνελόπη και τον Τζόνι της κι ενώ είχα αποφασίσει απλά να τους ταξινομήσω με όλη τη χαρά που μου πρόσφερε η ανάγνωσή τους, τελικά κάτι (που είπε η Penelope, αλλά δεν το ομολογώ, έτσι κι αλλιώς αυτή ξέρει) με κάνει να θέλω να γράψω κάτι παραπάνω. Όχι εν είδει κριτικής (αφού θεωρώ ότι δεν διαθέτω ούτε τα επιστημονικά φόντα, ούτε την ηθική νομιμοποίηση ν’ αξιολογήσω και να ταξινομήσω ένα έργο) αλλά σαν ένα ποστ διαλόγου με τη φίλη μου, σαν ένα ποστ ένταξης σε μια λέσχη ανάγνωσης (που εγκαινίασε ο Ντροπαλός) του έργου της κας. Μέξη-Τζόουνς, όπου συζητώντας για τον Τζόνι, αποδεχόμενοι τη μυθοπλασία του Τζόνι, διαπιστώνουμε ότι αναγιγνώσκουμε και γράφουμε διαφορετικά, πιθανά μιλώντας και για διαφορετικά πράγματα.

Το "Ο Τζόνι κι εγώ" είναι ένα κείμενο με αυτοβιογραφικές προεκτάσεις που στέκεται ανάμεσα στη μυθοπλασία και την αυτοαναφορά κι έτσι, αν με ρωτάτε –που δε με ρωτάτε, αλλά θα σας πω anyhow–απαιτεί μια σπειροειδή κατανόηση, μια αναγνώριση των κειμενικών του λειτουργιών και όχι μια ερμηνεία (όπως μας ματα-ξανα-λέει ο μπερδεμενομπερδευτικός Βέλτσος). Η Penelope, η διαδικτυακή περσόνα της κας Ντίας Μέξη Τζόουνς (που για μένα την αντικαθιστά –χωρίς να την υποκαθιστά– αφού η διαδικτυακή της υπογραφή, με την οποία τη γνώρισα, αυτονομήθηκε –όπως ήταν προορισμένη να κάνει– από τον/την κάτοχό της σε μια αδιάλειπτη περιπλάνηση) σε ένα βιβλίο-ημερολόγιο, με γραμμική εξέλιξη (μεγάλη ανακούφιση, μετά απ' όλα αυτά τα διακειμενικά και α-χρονικά μεταμοντέρνα που με/μας -αν θέλετε- κατατρύχουν) και που συνεχώς παραπέμπει στον εαυτό του, απλώνει τον μύθο της σε τρεις άξονες:

Της ανατροπής –κι αν η Οδύσσεια ήταν Πηνελοπιάδα?

Της γλώσσας – η ουσία της γλώσσας γράφεται πάντα σε μια και μοναδική γλώσσα?

Της ταυτότητας –αναγγέλλεται η ταυτότητα, αποδίδεται ή κατακτάται?

Η ανατροπή απαντά στη ρήση ενός σπουδαίου φιλοσόφου (νομίζω του Χάρρυ Κλυνν) τη δεκαετία του 80, ότι η δυστυχία του Έλληνα είναι ότι είναι ένας άνθρωπος-αλλού. Όπου και να βρίσκεται θέλει να βρεθεί κάπου αλλού. Και σ’ αυτή την περιπλάνηση υπάρχει πάντα πίσω μια υφαίνουσα-ξεϋφαίνουσα Πηνελόπη στην αναμονή. Αν όμως...

Αν αντί για τον Οδυσσέα ταξίδευε για το αλλού η Πηνελόπη, πώς θα είχε εξελιχθεί το ομηρικό έπος? Αν η Ωγυγία δεν ήταν στη Μεσόγειο, αλλά στον Ατλαντικό κι αν η Καλυψώ ήταν Τζόνι, πώς θα είχε εξελιχθεί η ιστορία του σεβάσμιου επικού?

Η περιπλάνηση της Πηνελόπης είναι μια θηλυκή απάντηση κατανόησης απέναντι στον επεκτατισμό, τον θάνατο και τον ιμπεριαλισμό της περιπλάνησης του Οδυσσέα. Η Πηνελόπη δεν αντιμάχεται τους Λωτοφάγους, τους προσφέρει τις συνταγές της, δεν τυφλώνει τους Κύκλωπες, τους αναγκάζει να σωπάσουν, δεν κλέβει τα βόδια του Ήλιου, τα ανταλλάσσει με τα καλούδια της θείας και της μητέρας της. Η Πηνελόπη δε χώνει το σπαθί της στο λαιμό της Κίρκης για να λύσει τα μάγια της, χώνει το αλβιονάκι στην αγκαλιά του Τζόνι. Δεν διεκδικεί την επιστροφή της σπίτι (που έτσι κι αλλιώς δεν είναι σίγουρη αν είναι η Ωγυγία ή η Ιθάκη), δεμένη στο κατάρτι για να αποφύγει τη γοητεία των Σειρηνών, κατεβαίνει απ’ το πλοίο και επιβάλλει τη δική της γοητεία συνομιλώντας στη γλώσσα τους.

Μια γλώσσα, που το εκπληκτικό παιχνίδι της Penelope με τη μορφή και το περιεχόμενο (η φωνητική απόδοση των λέξεων της Αλβιόνας), την αδειάζει από το νόημά της. Η απώλεια της λατινικής μορφής της λέξης, εξατμίζει το σημαινόμενό της. Στο κείμενο της, η Penelope γίνεται η Βαβέλ, (που δεν είναι το όνομα του πύργου, όπως μαθαίναμε παιδιά, αλλά έτσι ονομάζει ο Θεός τον εαυτό του την στιγμή που καταστρέφει τον πύργο –της νόησης– για να επιβάλλει τη γλωσσική διαφορά) και μεταφέρει τις λέξεις της Αλβιόνας στην Ελλάδα, μετατρέποντας τες σε κενά σημαινόμενα.

Η ελληνική μορφή μεταγράφει το βρετανικό νόημα (με την έννοια της νοητικής κατασκευής) αφ' ενός ομολογώντας τη διαφυγή του, αφ' ετέρου παραπέμποντας στο βαθύτερο φόβο της απώλειας του ίχνους της γλώσσας που ενώ δίνει τη μορφή αφήνεται πίσω. Το νόημα της Αλβιόνας αενάως διαφεύγει από την Penelope ενώ την ίδια στιγμή υφέρπει εντός της, αποζητώντας να γεμίσει το κενό της λησμονούμενης γλώσσας. Κι έτσι, η Ελληνίδα πλάνης (για την οποία θα ήτο υπερήφανος ο σοφός εκλιπών Derrida) ταλαντεύεται ανάμεσα στα δυο νοήματα που κομίζουν εναλλάξ το διαβατήριο και η ταυτότητα.

Μια αμφιβάλλουσα ταυτότητα, η οποία με το (επίσης) πολύ έξυπνο εύρημα του πιο προσωπικού εγγράφου της Penelope, που πότε εμφανίζεται πότε εξαφανίζεται αναδεικνύει τον ενδότερο φόβο της Penelope: την απομάκρυνση από τον ίδιο τον εαυτό της. Κάθε φορά που η ταυτότητα αναγγέλεται, κάθε φορά που οριοθετείται η ένταξη, λαμπιόνια που αναβοσβήνουν μες στο μυαλό της Penelope σχηματίζουν τη φράση: προσοχή παγίδα. Η διστακτικότητα της Penelope για το πού θα σταθεί το εκκρεμές της ζωής της μετατρέπεται σε κρίση ταυτότητας που φτάνει να την απειλεί με το πρόσωπο μιας άλλης στην ταυτότητα της.

Και φυσικά, η οριστική στάση του εκκρεμούς έρχεται με το παιδί. Η Penelope διαιρείται, αποκτά τον έτερο εαυτό, τον άλλο (στην περιπτωσή της την άλλη) πέρα από τον εαυτό. Κι αυτή η άλλη, το αλβιονάκι της, αγκυρώνει την Penelope στο χώμα της Αλβιόνας. Η ταυτότητά της τής προτείνεται από τον τόπο και τον χρόνο, αλλά εμπεδώνεται, τελικά, από τον καρπό της., από την ίδια. Η Penelope και το αλβιονάκι τη στιγμή που βρίσκουν η μια την άλλη κάνουν και ένα δώρο η μία στην άλλη. Στο αλβιονάκι, προσφέρεται μια αμβλύνουσα τη βρετανικότητα, συσσωρευμένη κληρονομιά 3000 ετών (αδειασμένη επάνω της με το όνομα Σοφία), από τη μητέρα, τη γιαγιά, τη θεία και μια μακριά σειρά γυναικών της γενιάς της που φτάνει ως τη μυθική Πηνελόπη, την ίδια στιγμή που το αλβιονάκι προσφέρει στη μητέρα της τη ρίζα. Το αλβιονάκι χαρίζει στην Penelope το χώμα της Αλβιόνας, του Τζόνι, του αδερφού, του πατέρα, του παππού και μιας μακριάς σειράς ανδρών της γενιάς της που φτάνει ως τον δυσοίωνο Beowulf.


Εγώ πάντως Penelope dearest (για να κλέψω και τη ritsmas) θα βγάλω το βιβλίο από την τσάντα μου, θα το βάλω στη λίστα με τα διαβασμένα-κερδισμένα και θα περιμένω το επόμενο.

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2008

...Δύο, φυσικά ... ο ένας τον άλλο...

Είκοσι-δύο χρόνια πριν, σαν σήμερα, φίλησα για πρώτη φορά τον καλό μου (γιατί αν περίμενα να με φιλήσει αυτός, ακόμη εκεί θα ήμασταν στην Τσακάλωφ, εγώ σκαρφαλωμένη στα σκαλάκια του Κουασιμόδου για να είμαι σε ένα αξιοπρεπές ύψος κι αυτός να με κοιτάζει μ' αυτά τα λίγο μεθυσμένα από τη νύχτα στον Γκολέ, χρυσαφιά και αναποφάσιστα μάτια).

Κι εκεί, σ' εκείνο το σκαλάκι, άρχισε ο πόλεμος κι εγώ είκοσι-δύο χρόνια τώρα μετρώ συντριβές...
Γιατί κάθε προσπάθειά μου να διερευνήσω πού στέκομαι, πού βρίσκομαι, προς τα πού με πηγαίνουν τα πράγματα, κάθε προσπάθειά μου να σχεδιάσω μια πραγματικότητα για μένα σκοντάφτει στη βύθιση του σώματός μου στο σώμα του..

Είκοσι-δύο χρόνια τώρα διολισθαίνω σ' ένα κενό δίχως τέλος...
Γιατί κάθε λέξη του που μού απευθύνεται, κάθε ματιά του που στρέφεται προς εμένα δημιουργεί ένα ρήγμα στο πραγματικό, κατασκευάζει μια άλλη γλώσσα, τη γλώσσα του ανείπωτου, του ανέκφραστου, τη γλώσσα που αποτελεί τη μοναδική εκφορά αυτού που εγώ και μόνο εγώ αποκρυπτογραφώ....

Είκοσι-δύο χρόνια τώρα αιωρούμαι σε μία αφόρητη αντίθεση του υπαρκτού με το τίποτα...
Γιατί κάθε μέρα μου μακριά του με υποχρεώνει στην οικειοποίηση του κενού, τη βίωση μιας απώλειας και κάθε μέρα μου μαζί του εξατμίζει τη διάσταση της ατομικότητάς μου, ανασύροντας την αποδοχή μιας θεμελιακής δυαδικότητας στην εσωτερική μου ολότητα...

Είκοσι-δύο χρόνια τώρα αδυνατώ να ανακαλύψω τους τόπους μέσα μου...
Γιατί κάθε εγώ που εκφέρω γίνεται αυτόματα εκείνος, ένα άλλο άτομο που καταλαμβάνει τη θέση μου, γιατί η ατομικότητά μου υλοποιείται με την ταυτότητα μαζί του, η περιχάραξη της εαυτότητας μου γίνεται δυνατή μόνο μέσα στο πρόσωπό του....

Είκοσι-δύο χρόνια τώρα ένα δίχτυ λεχθέντων με τυλίγει ασφυκτικά...
Γιατί κάθε άρθρωση διαφωνίας παραπέμπει σε μια πρόσωπο με πρόσωπο αντιπαράθεση αλήθειας διακοπτόμενης από χάσματα και ρήγματα, παρεξηγήσεις, επιστροφές, καθυστερήσεις, σημεία και σημαινόμενα ενός άναρχου διαλόγου όπου διαρκώς αποκαλύπτεται η αδυνατότητα της συμμετρίας της σχέσης μας, χωρίς την ασυμμετρία...

Δεκαέξι, δε, χρόνια τώρα βιώνω τις έσχατες συνέπειες της σχέσης...
Γιατί κάθε μέρα εδώ και δεκαέξι τόσα χρόνια κοιτώ τη Ν. και συνειδητοποιώ στην ανάδυση αυτού του τέλειου νέου όντος, στην εκπλήρωση της φράσης της Παλαιάς Διαθήκης: "και έκλεισε τη σάρκα ξανά στη θέση της", ότι ο καλός μου μού πρόσφερε το μέλλον, τη δυνατότητα να υπερβώ την περατότητα μου...

Είκοσι-δύο χρόνια πριν, ο καλός μου έσκυψε προς το μέρος μου και με φίλησε πρώτη φορά (γιατί αν περίμενε να φύγω και να τον αφήσω ήσυχο, ακόμη εκεί θα ήμασταν στην Τσακάλωφ, αυτός να με κοιτάζει μ' αυτά τα λίγο ζαλισμένα από τη νύχτα στον Γκολέ, χρυσαφιά και χαμογελαστά μάτια κι εγώ σκαρφαλωμένη στα σκαλάκια του Κουασιμόδου να τεντώνομαι στις μύτες προς το μέρος του).

Κι εκεί, σ' εκείνο το σκαλάκι, άρχισε ο πόλεμος κι αυτός είκοσι-δύο χρόνια τώρα μετρά συντριβές...
Γιατί κάθε βήμα του προς την πραγμάτωση του εαυτού του, η χάραξη κάθε γραμμής προσδιορισμού της ατομικής του φύσης, σκοντάφτει στην επαναλαμβανόμενη υποδήλωση ενός αδιαίρετου και συγκεχυμένων ορίων, διφυούς είναι ...

Είκοσι-δύο χρόνια τώρα διολισθαίνει σ' ένα κενό δίχως τέλος...
Γιατί κάθε λόγος μου που φτάνει σε αυτόν, κάθε ματιά μου που στρέφεται προς εκείνον ρηγματώνεται και αποσυνδέεται στις συνάψεις του νου του, ώστε κάθε σκέψη μου να μπορεί να αποκρυπτογραφείται ιδιωματικά μόνο από την σκέψη του...

Είκοσι-δύο χρόνια τώρα αιωρείται σε μία αφόρητη αντίθεση του υπαρκτού με το τίποτα...
Γιατί κάθε μέρα του μακριά μου τον εξωθεί σε μια κίνηση προς εμένα, ανίκανη να επιστρέψει στην αφετηρία της, το πουθενά και κάθε μέρα του μαζί μου διαθλά την αυτοσυνείδησή του μέσα στην απεραντοσύνη του παντού...

Είκοσι-δύο χρόνια τώρα αδυνατεί να ανακαλύψει τους τόπους μέσα του...
Γιατί στη συγχρονία κάθε εγώ που εκφέρει, το σώμα του μέσα στο σώμα μου, τα ίχνη του δέρματός μου στις άκρες των δαχτύλων του, αντιπαραβάλλουν αυτόματα τη διαχρονία ενός εμείς...

Είκοσι-δύο χρόνια τώρα ένα δίχτυ λεχθέντων τον τυλίγει ασφυκτικά...
Γιατί σε κάθε άρθρωση διαφωνίας, αρνούμενης να επεκτείνει τα όρια της ως τη σχάση της πρωταρχικής δυαδικότητας, η κρυφή φωνή της σιωπής ανιχνεύει την ετερότητα σύμφυτη και επιβεβαιωτική της ολότητας της σχέσης...

Δεκαέξι, δε, χρόνια τώρα βιώνει τις έσχατες συνέπειες της σχέσης...
Γιατί κάθε μέρα εδώ και δεκαέξι τόσα χρόνια κοιτά τη Ν. και συνειδητοποιεί, στην ανάδυση αυτού του τέλειου νέου όντος, από την κοινή ρίζα αρσενικού και θηλυκού, ότι χαρίζοντάς του την αθανασία του είδους νίκησα το θνησιγενές της φύσης του...

Update: Εντελώς τυχαία, είδα ότι αυτό είναι το εκατοστό μου ποστ... Δεν είναι bitch το πεπρωμένο???????

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2008

... λογομαχώντας...

-Που πας παιδί μου?
-Πρώτα πρέπει να πάω στη Φ. και....
-Λάθος, αγάπη μου, πρώτα πρέπει να μαζέψεις το δωμάτιό σου και....
-Λάθος εσύ, μαμά μου, πρώτα πρέπει να είμαι καλός άνθρωπος!
-!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Υ.Γ. Οι διάλογοι με την κόρη μου γίνονται όλο και πιο σουρεαλιστικοί...
Y.Γ2. Καλό μήνα απανταχού γονείς

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2008

...Τα φευγαλέα ανθίστανται στον χρόνο...


Δεν έχει κάτι εξαιρετικό η μέρα? Δεν έχει μια φωτεινότητα? Ένα αλλιώτικο χρώμα? Μια μουσικότητα από το ξημέρωμά της? Όχι? Τι όχι? Για κοιτάξτε καλύτερα, δεν μπορεί... Σήμερα η Marea γίνεται ενός χρόνου, αφού.... Σαν σήμερα ενεφανίσθη νέος αστήρ στο blogoστερέωμα ΜΟΙ .... Και λέω να γιορτάσω την επέτειο που (όπως κάθε αναμνηστικό...) δημιουργεί μια ά-χρονη επαναληπτικότητα, ένα αδιατάραχτα επιστρέφον (παρελθόν) παρόν (μέλλον) με τ’ ασημένια δευτερόλεπτα που κατρακυλούν να επιστρέφουν εδώ που είμαι πάλι, (σύμφωνα με τον Γιώργο Βέη -ελαφρά προσαρμοσμένο), με ένα γραπτό που να ενώνει το χώρο με τον χρόνο σε ένα ανεξάντλητο παρόν...

Δε θα αναφερθώ στα προηγούμενα πόστ (και ειδικά στο ποστ που εγκαινίασε το σπίτι -έγινε το σπίτι) για να το εορτάσω, για δυο λόγους.... Ο πρώτος (και πραγματικός) είναι ότι συνήθως τα παλιά τα ποστ μου φαίνονται (ήταν) χάλια... Φυσικά δεν τα σβήνω αφού κάθε ποστ είναι ένα ίχνος -ένα ομοίωμα του εαυτού, υποκείμενο στο χρόνο, μια αίσθηση της συγκεκριμένης στιγμής που περνά, συνεχίζει την πορεία της, ενώ το κείμενο μένει ακίνητο -άχρονο πια- σαν κάθε πράγμα που έγινε χειροπιαστό αλλά λησμονήθηκε πια (αποσαθρώνοντας έτσι τον άξονα του χρόνου στον οποίο δημιουργήθηκε) και απολαμβάνει το δικαίωμα σε έναν (εγ)καιρο θάνατο. Άρα το σβήσιμο δεν θα κάνει τίποτα παραπάνω από να διαταράξει (πιστοποιώντας) έναν ήδη υλοποιημένο θάνατο...

Ο δεύτερος (που τον χρησιμοποιούμε για να νομιμοποιήσουμε την πράξη και να δώσουμε ένα θεωρητικό υπόβαθρο στην ήδη ληφθείσα απόφαση) είναι ότι επειδή, νομίζω πώς, κάθε φορά που πιστεύουμε ότι νοσταλγούμε το εκεί που ζήσαμε, στην πραγματικότητα νοσταλγούμε μόνο τον χρόνο που ζήσαμε εκεί... (ο χρόνος μας ξεγελά φορώντας τη μάσκα του χώρου), λέω ότι οι επέτειοι πρέπει να μας πηγαίνουν στο αύριο ώστε «να επινοήσουμε / από την αρχή / την πραγματικότητα αυτού του κόσμου» (κατά τον Οκτάβιο Πας, για άλλη μια φορά παραφρασμένο).... Έναν κόσμο υπό δόμηση, ποστάκι, ποστάκι (κατά το πετραδάκι πετραδάκι), έναν blogoχώρο, χώρο εικονικής διαβίωσης (και πραγματικής επιμέλειας) ο οποίος (αναγνωρίζοντας την κατωτερότητά του απέναντι στο χρόνο και τη νοσταλγία του) να ανταπαντήσει στον χρόνο με (το μόνο όπλο που διαθέτει απέναντί του) την ομορφιά...

Τώρα που το σκέπτομαι υπάρχει κι ένας τρίτος λόγος: Οι τρίτοι... Στην πραγματικότητα αυτό που θέλω να γιορτάσω (αυτό που κυρίως αποκόμισα) είναι η κάθε συνάντηση μέσα στο blogoχωριό, η οποία ήταν (είναι) ένα παρόν... Ένα παρόν που (διατηρώντας τη δυνατότητά του για τα πάντα) αγνοεί το μέλλον, και δεν κατέχει πια (αν και το βαραίνει η πραγματικότητα της απώλειας) το παρελθόν, όπως λέει και ο σοφός παππούς Πεσόα (επίσης θύμα παράφρασης...)

Σας ευχαριστώ που είστε εδώ, και λέω (συμφωνώντας με τον Γ. Βέη για άλλη μια φορά) να συνεχίσω να

Γράφω και (να) μένω εδώ

παρόν

ανεξάντλητο...

Κυριακή 17 Ιουνίου 2007

Ανασύνταξη

Επιστρέφω μετά από ένα φριχτό δεκαπενθήμερο. Όσο χάλια και να ήμουν ωστόσο, τα σχόλια και η περιήγηση στα blog σας μου ξανάφτιαξε τη διάθεση. Και επειδή με ιντριγκάρισε τόσο το σχόλιο του Κουνουπιου στη λίστα με τα 20 τραγούδια μου όσο και το ποστ στο blog του .... λέω να του περάσω τη σκυτάλη (ελπίζω να μου το επιτρέπει) για τη λίστα. Έχω την αίσθηση ότι η λίστα του θα είναι (αν μη τι άλλο) ενδιαφέρουσα. Περιμένοντας να ξαναμαζέψω το μυαλό μου και να ξεχάσω ότι για άλλη μια φορά αντιλήφθηκα πόσο ανυπεράσπιστος είναι ο έλληνας καταναλωτής, θα περιφέρομαι στα blog σας...(σας απειλώ τώρα ή μου φαίνεται?)