Και έρχομαι, η εκπαιδευτικός, να ρωτήσω: Αυτό είναι η εκπαίδευση? Μια αέναη διαδικασία αξιολόγησης που δρα ως διαιρετική πρακτική?
Αυτό είναι το σχολείο? Ένα σε διαρκή λειτουργία εξεταστικό κέντρο στο οποίο η αξιολόγηση αποτελεί τον κυρίαρχο μηχανισμό μέσω του οποίου αναπαράγονται και νομιμοποιούνται οι ταξικές ανισότητες?
Αυτή είναι η μάθηση? Η διαρκής απόδειξη κατοχής ενός απαιτούμενου από το εκπαιδευτικό σύστημα πολιτισμικού κεφαλαίου που αποδίδεται αποκλειστικά ή πρωταρχικά στις ικανότητες του ατόμου, παραλείποντας την επίδραση των κοινωνικών ή οικονομικών, έμφυλων ή φυλετικών ανισοτήτων, έτσι ώστε αυτές να παγιώνονται, να νομιμοποιούνται άρα και να αναπαράγονται? (Ας μην ξεχνάμε ότι, αν ανατρέξουμε στον σοφό μελετητηή της εκπαίδευσης Bourdieu θα δούμε ότι, το σύστημα της εκπαίδευσης, δρα ως (υποθετικά) μονωμένος (από εξωτερικές κοινωνικές, πολιτισμικές ή οικονομικές επιρροές) αλλά και ουδέτερος (πολιτικά και ιδεολογικά) χώρος, που επιτρέπει την υλοποίηση της κοινωνικής ιεράρχησης μεταμφιεσμένης έτσι, ώστε να περνά απαρατήρητη).Αυτή είναι η εκπαιδευτική πολιτική? Όλο και πιο κωδικοποιημένες πρακτικές αξιολόγησης και δοκιμασίες εξετάσεων, ώστε όλοι οι συμμετέχοντες στην εκπαιδευτική διαδικασία από τον ερευνητή, τον σχεδιαστή τον εκπαιδευτικό, τον μαθητή ακόμη και τον γονιό να εισέλθουν σε, και εν τέλει να αποδεχθούν ως φυσική, μια λογική δημόσιας λογοδοσίας?
Αυτός είναι ο στόχος της υποχρεωτικής (και όχι μόνο) εκπαίδευσης? Μέσα από συνεχείς αξιολογητικές κρίσεις να ενσωματώσουν τα παιδάκια μας (τα βλασταράκια μας, το (δυστυχώς υποθηκευμένο) μέλλον αυτού του κόσμου), σύμφωνα με τον Shilling, τόσο επιτελεστικτούς κώδικες (performance codes) (αυθεντία, ιεραρχία, πειθαρχία, και ρυθμιστική τάξη πραγμάτων) όσο και κώδικες βελτιστοποίησης (perfection codes) (αυτονομία, ατομική υπευθυνότητα, επιτήρηση και έλεγχο), που αποσκοπούν στην κυριάρχηση πάνω στον/στην εκπαιδευόμενο/η και μελλοντικό πολίτη.Αυτός είναι ο στόχος του σχολείου? Μέσα από την αξιολόγηση χωροθετικά περιορισμένων παιδιών (καρφωμένα, ακίνητα για ώρες σε στενά θρανία, σε μια αφύσικη για το ανθρώπινο σώμα στάση),
με αμοιβές και ιεραρχική αναβάθμιση για τους συνεπείς και πειθαρχικές ποινές, επιτήρηση και υποβάθμιση για τους ασυνεπείς να επιδιώκει την νομιμοποίηση της, σύμφωνα με τον Foucault, κανονικοποίησης άρα και της ομογενοποίησης του μελλοντικού κοινωνικού σώματος?
αλλά από βήμα σε βήμα, από blog σε blog βρέθηκα σε 
Καταγγέλλουμε την αισθητική της εκπομπής προβληματιζόμενοι/ες για την ολοκληρωτική επιβολή του
Η απέχθειά μου κυρίως επικεντρώνεται σ’ αυτό το κυνικό, διαπεραστικό βλέμμα της Πάνια:
Η εποχή μας δημιούργησε το φαινόμενο της τηλεοπτικοποίησης του αθλητισμού και της αθλητικοποίησης της τηλεόρασης.
Το κοινό της τηλεόρασης, βιώνει ένα διαφορετικό θέαμα από αυτό του κοινού της κερκίδας καθώς βλέπει σκηνές που ο οπαδός στο γήπεδο χάνει ή δεν τους αποδίδει την ίδια σημασία. Ενώ στο γήπεδο βιώνεται μια τελετουργία στην τηλεόραση η εμπειρία ανάγεται σε φαντασμαγορία.
Γιατί?
στοχεύοντας στην προσέλκυση όχι μόνο των οπαδών αλλά και των αμύητων όπως οι γυναίκες (που αδιαφορούν για το παιχνίδι, αντίθετα από την κάτοχο(?) αυτού του blog) ή οι μη φίλαθλοι (ναι... ναι... υπάρχουν και τέτοιοι!!).
Βέβαια το ποδόσφαιρο όπως και κάθε αθλητικό γεγονός, είναι αυθεντικό με έναν τρόπο που δεν μπορούν να είναι τα καταναλωτικά κατασκευάσματα. Είναι απρόβλεπτο καθώς αληθινοί άνθρωποι υλοποιούν αληθινές πράξεις, προσπαθούν, υποφέρουν, επιτυγχάνουν αληθινές νίκες και υφίστανται πραγματικές ήττες. Ο αθλητισμός, σύμφωνα με τον
Η μάλλον όχι της ταυτότητας, αλλά μιας νέας σύλληψης, αυτή της υποκειμενικότητας, η οποία είναι προσφορότερη για την ερμηνεία του εαυτού, αποδεχόμενη ότι η δόμηση του εαυτού υλοποιείται όχι μονο μέσα από την προσωπική επιλογή αλλά και από τις κοινωνικές συνθήκες, στην υλικότητά τους. Η υποκειμενικότητα, αφ’ ενός, συνυπολογίζει τις σχέσεις εξουσίας που διαμορφώνουν τις συνθήκες της μεγαλύτερης ή μικρότερης προσωπικής επιλογής και, αφ’ ετέρου, ερμηνεύει τη ρευστότητα των σημερινών συνθηκών διαμόρφωσης των υποκειμένων.

