"H ομορφιά του παρελθόντος είναι το αποτέλεσμα, όχι ο λόγος της νοσταλγίας"
Μ. Foucault
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ideology. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ideology. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2008

... προχωρώ...

Τελικά είναι φοβερό όταν αφήνεις κάτι ημιτελές... Εδώ και δυο μέρες τα παραμύθια με τραβούν απ’ το χέρι, δε μ’ αφήνουν να κοιμηθώ. Μια Σταχτομπούτα χωρίς πόδι για το γοβάκι της, μια Κοκκινοσκουφίτσα χωρίς χέρια για να μαζέψει τα λουλούδια της, ένας γάτος με μια μπότα, ένας πρίγκιπας με πόδια βατράχου, η Οντέτ με φτερά κύκνου... όλοι οι παραμυθοχαρακτήρες, μισοί μέσα από το προηγούμενο ποστ, ζητούν την ολοκλήρωσή τους, γυρνούν μέσα στο μυαλό μου ψάχνοντας το κομμάτι που τους λείπει για ν’ αποκτήσουν νόημα, να κατορθώσουν να ολοκληρώσουν την ιστορία τους, να βρουν τη γαλήνη.

Γύρω μου στριμώχνονται οι ηρωίδες απαιτώντας να τους δώσω (τη δική μου) φωνή, να κάνω τον κόσμο (μέσα απ’ τα δικά μου μάτια) να ερμηνεύσει τη ζωή και τις πράξεις τους πέρα από τα εσκαμμένα...

Γιατί, αλήθεια, είναι τόσο συμβιβασμένες και άβουλες όσο τις κατηγορούμε ή μήπως αντίθετα κάθε παραμυθοκαμβάς πλέκεται γύρω από την απειθαρχία τους και την αψήφηση του κανόνα?

Μήπως αυτή η (κατά τη Λιλή Ζωγράφου) πόρνη, η συμβιβασμένη η (που αγαπά να μισεί η mamma) Σταχτομπούτα είναι μάλλον επαναστάτρια, διεκδικώντας και τελικά επιτυγχάνοντας (ίσως με τα μέσα του Κοέλιο, αλλά, εντάξει... παραμύθι είναι) τη συμμετοχή της στο κοινωνικό γίγνεσθαι που της αρνούνται. Αλλά και εντός αυτού, μήπως αγνοεί το όριο που της τίθεται και της απαγορεύει την ολοκλήρωση της συμμετοχής της? Μήπως επιλέγει να διασχίσει το κατώφλι που την κρατά αιωρούμενη, ούτε εντός ούτε εκτός του κοινωνικού συνόλου, παρά την απειλή της επικείμενης τιμωρίας? Μήπως αυτή ακριβώς η αψήφηση κάνει προσωρινή την τιμωρία της πριγκίπισσας του χορού και φέρει τη δικαίωση της δούλας? Μήπως η αποκατάσταση της Σταχτομπουτας με το κρυστάλλινο γοβάκι της πριγκίπισσας και τα παλιόρουχα της υπηρέτριας διδάσκει τα μικρά μας ότι το άτομο μπορεί και πρέπει να επιβάλλει την πραγματικότητα του πάνω από το προσωπείο, δύναται να καταλάβει τη θέση που του ανήκει μέσα από την αλήθεια του?

Μιας αλήθειας τόσο εύθραυστης όσο το κρυστάλλινο γοβάκι και τόσο δυσδιάκριτης όσο ένα μπιζέλι κάτω από άπειρα στρώματα, κομφορμισμού, συμβάσεων, προϊδεασμών, μυστικών και δεισιδαιμονιών, που μόνο ένα αυθεντικό, προσανατολισμένο σ’ αυτήν άτομο θα μπορούσε να διακρίνει. Μήπως λοιπόν αυτή την κρυμμένη αλήθεια, η οποία ταυτόχρονα πιστοποιεί τη δική της αυθεντικότητα (κρυμμένη κάτω από ταλαιπωρημένο εξωτερικό –τα σκισμένα βρεγμένα ρούχα– και εσωτερικό –παγωμένο βρεγμένο και καταπονημένο σώμα), ανακαλύπτει η μικρή πριγκίπισσα των μόλις τριών (που τόσο άκαρδα ΜΕ φαίνεται και βιαστικά κατέστρεψε το βλαστάρι της Δήμητρας) σελίδων του Άντερσεν? Μήπως αυτή την αλήθεια νιώθει στο (μάλλον όχι κακομαθημένο αλλά, αντίθετα, δεκτικό και πρόθυμο) σώμα της, αφού κάθε αλήθεια γίνεται αντιληπτή πρώτα σωματικά (εγώ σας το έχω ξαναπεί ότι ο Άντερσεν ήταν πολύ προχώ και ανατρεπτικός –και όχι μόνο για την εποχή του) και αναγκάζει και τους υπόλοιπους να ομολογήσουν την ύπαρξή της και μαζί να αποδεχτούν την αυθεντικότητα της αναζητούσας ?

Μήπως εξίσου αναζητούσα είναι και η (εχθρός του νατασσακίου) Ωραία Κοιμωμένη και καθόλου αναμένουσα τον πρίγκηπα για τη σωτηρία της εν υπνώσει? Μήπως, αντίθετα, από την αρχή βλέπουμε μια γυναίκα που τριγυρνά στον περιορισμένο από τους γονείς (την κοινωνική τάξη) χώρο αναζητώντας την κατάρα της γνώσης που αποκρύπτεται (γιατί ματώνει και συνεκδοχικά σκοτώνει)? Μήπως ανακαλύπτοντας τη γνώση που της λείπει, αποχωρίζεται από τον υπόλοιπο (της κρυμμένης γνώσης) κόσμο, αδυνατώντας να παραμείνει εντός του? Μήπως δεν είναι η αποχωρισμένη από τον κόσμο πριγκίπισσα εν υπνώσει, αλλά είναι ο κόσμος που πρέπει να αγωνιστεί να φτάσει (πληγωνόμενος και ματώνοντας από τ’ αγκάθια που έχουν καλύψει τον αποχωρισμένο χώρο) τη(ς) γνώση(ς), όχι για να αφυπνίσει την κάτοχο αλλά για να ενταχθεί στον χώρο της, επιτρέποντας έτσι την επανένωση ενός διαιρεμένου κόσμου ανάμεσα στην αθωότητα της άγνοιας και το αιματηρό και επαχθές της γνώσης?

Μήπως από έναν τέτοιο κόσμο άγνοιας και προκατάληψης ξεφεύγει η (που δε μπορεί κάποιος θα της τα ‘σουρε κι αυτηνής, επ’ ευκαιρία) Χιονάτη? Μήπως και αυτή μέχρι να φτάσει στην ένωση με τον πρίγκηπα (που δεν αντιλαμβάνομαι, γιατί επικεντρωνόμαστε στη φιγούρα που δεν εμφανίζεται παρά για μερικές γραμμές στην αρχή και επανεμφανίζεται λίγες γραμμές πριν το τέλος και ακυρώνουμε έτσι όλη την πλοκή και οντολογία του παραμυθιού) καταρρίπτει τις συμβάσεις, τη μια μετά την άλλη? Μήπως αυτή η Χιονάτη που καταφεύγει στο σπιτάκι των (τεράτων) νάνων κατορθώνει το αδιανόητο? Μήπως αποδέχεται μια ετερότητα που την ημέρα εργάζεται στα έγκατα της γης επιβεβαιώνοντας τη χθόνια καταγωγή (δική της και δική μας) και το υπόλοιπο της ζωής της αναγκάζεται να κρατιέται μακριά από τον υπόλοιπο κόσμο για να μην του θυμίζει ότι αν και οι επιδιώξεις του είναι ουράνιες οι ρίζες τους βυθίζονται στο ίδιο χώμα με τον ετερογενή. Μήπως η Χιονάτη, βρίσκει καταφύγιο στον έτερο, αποσυνάγωγός κι αυτή και ετερόμορφη, και υποκύπτουσα (παρ’ όλες τις αποτροπές) επαναλαμβανόμενα (αν θυμάστε το αυθεντικό παραμύθι κι όχι τη γλυκανάλατη σαχλαμάρα του Ντίσνεϊ, η Κακιά Μάγισσα εμφανίζεται τρεις φορές φέρνοντας ένα δηλητηριασμένο χτενάκι, μια μαγική ζώνη και μόνο στο τέλος το μήλο) στην αμαρτία της φιλαρέσκειας, της επιτήδευσης και τέλος της λαγνείας? Μήπως, λοιπόν, εδώ έχουμε άλλη μια ηρωίδα εκτός ορίων, μια μη μετανοούσα και αυτοκαταστροφική ηρωίδα που διαρκώς φλερτάρει με τον θάνατο? Μήπως η Χιονάτη είναι μια αλλότρια γυναίκα που τελικά το πάθος της τη λυτρώνει από το θάνατο, έναν θάνατο στον οποίο την καταδικάζει η (με τη μορφή του μήλου στο λαιμό) καταπιεσμένη λαγνεία?

Αυτή η λαγνεία (που η απελευθέρωσή της οδηγεί στη ζωή), μήπως είναι η κινητήρια δύναμη που πλέκει τους καμβάδες και σε πολυάριθμα άλλα παραμύθια? Μήπως καθόλου δεν είναι μυξοπαρθένες οι ηρωίδες των παραμυθιών αλλά αντίθετα έντονα σεξουαλικά πλάσματα? Μήπως η σεξουαλικότητα είναι αυτό που οδηγεί την Πεντάμορφη να επιστρέψει στο Τέρας, την Κοκκινοσκουφίτσα να ξαπλώσει στο κρεβάτι της γιαγιάς με τον Λύκο, τη μικρή (θα σκάσω που είναι) ανώνυμη πριγκίπισσα να πάρει στο κρεβάτι της τον Βάτραχο και την αταίριαστη τερατο-ανθρώπινη ένωση (που επιστρέφει ως επίμονο μοτίβο) σε πλείστα άλλα παραμύθια? Μήπως αυτό που (με την αρχαιοελληνική έννοια της λέξης) ανα-γιγνώσκουν τα παιδιά μας (κι εμείς από κοντά) δεν είναι ένας φόβος ή μια απειλή αλλά η αποδοχή της ζωώδους, πρωτεϊκής πλευράς της σεξουαλικότητας (το φίδι στο δωμάτιο, κατά τον σοφό παππού Φρόυντ), η τρομακτική μορφή του συγκαλυμμένου πόθου, το θανάσιμο της απώθησης της επιθυμίας, η οδυνηρότητα της εν κρυπτώ ηδονής?

Και οι πρίγκηπες? Τι κομίζουν στον μύθο αυτά τα φαλλοκρατικά γουρούνια που έμπαιναν στο παραμύθι μόνο για να αποδείξουν την ανωτερότητά τους σε σχέση με την αναξιοπαθούσα ηρωίδα? Ή μήπως καθόλου έτσι δε γινόταν? Μήπως, όσο δεν ήταν αναξιοπαθούσες (καθόλου μάλιστα) οι ηρωίδες, άλλο τόσο δεν ήταν ουγκ-γκάου (που λέει και το καμάρι μου) οι ήρωες? Μήπως αντίθετα η (περιορισμένη κατά κανόνα και μόνο σε εξαιρέσεις πρωταγωνιστική) παρουσία τους σημαδευόταν (και σημαδεύεται δλδ) από το ότι ξεσκίζονταν στ’ αγκάθια της αλήθειας, καταδιώκονταν από φλογοβόλους δράκους που προστάτευαν το μυστικό της ζωής, μεταμορφώνονταν σε δύσμορφα και αποκρουστικά τέρατα από μάγους και μάγισσες γιατί αψήφησαν ή θέλησαν να μεταρρυθμίσουν την εξουσία, σκαρφάλωναν σε βουνά και τρύπωναν στα έγκατα σκοτεινών σπηλαίων για να αποζητήσουν τη γνώση, διέσχιζαν θάλασσες και παρασύρονταν από ποτάμια αναζητώντας το άλλο μισό του ουρανού? Μήπως ήταν πρόθυμοι να διακινδυνέψουν τη ζωή, τη θέση, ακόμα και την υπόστασή τους, αναγνωρίζοντας ότι ήταν ανεπαρκείς, ανολοκλήρωτοι χωρίς τον έτερο εαυτό ενυπάρχοντα στο πρόσωπο που έλειπε? Μήπως η αποδοχή πως τα μάγια, που τους κρατούσαν σιδηροδέσμιους, μεταμορφωμένους μαρμαρωμένους, μπορούσαν να λυθούν μόνο από το θηλυκό, με το οποίο θα παρέμεναν μαζί (το ...και ζήσαν αυτοί καλά και μεις καλύτερα... είναι θέμα άλλου παραμυθιού και ποστ πιθανά) δεν είναι παρά η ομολογία της δυικότητας της ύπαρξης? Και τέλος μήπως η αποδοχή της ηρωίδας, ακόμα κι αλλόμορφης (όπως η Οντέτ στη λίμνη των κύκνων), απόμακρης (όπως η Ελίζα στους δώδεκα κύκνους), εκπεσούσης (όπως η θαλασσογενημένη στον ψαρά και στη γοργόνα), διαφορετικής τάξης (όπως στη Χηναρού), δηλώνει μια εκούσια υποταγή στη θηλυκή οντότητα, επίγονο και κληρονόμο της μητέρας-γης?

Σίγουρα τα παραμύθια έχουν κοινωνικούς προσανατολισμούς και προγραμματισμούς. Αυτούς που τους δίνει ο καθένας μας αφού, όπως λέει ο σοφός μακρινός (που καιρό είχε να φανεί, δε συμφωνείτε?) Ντεριντά, το μάτι είναι που συν-διαμορφώνει το κείμενο, γι’ αυτό ας φροντίσουμε να μην αναγκάζουμε τους παραμυθοήρωες να κουβαλούν τις δικές μας φορτωμένες αρνητικά συναισθήματα και φοβίες αποσκευές. Σ’ αυτή τη λογική, εγώ κάθε φορά που διάβαζα (και απαντούσα στα αναρίθμητα γιατί που προέκυπταν από κάθε) ένα από τα (επιπλέον μικρά λογοτεχνικά αριστουργήματα) παλαϊκά παραμύθια είτε για (όπως θα έλεγε και η just me με μάτι προ-νηπίου σε σώμα μετ-ενηλίκου) εμένα, είτε για την πριγκίπισσά μου, άφηνα να εμφανιστούν μόνο γυναίκες εξαιρετικές, να ξεπερνούν το όριο, να αψηφούν τη νόρμα, να ανατρέπουν την τάξη, να αρνούνται να ενταχθούν σε ρυθμιστικές διαταγές, να υποταγούν σε κανονιστικά όρια.

Κάθε μικρή ηρωίδα –από την Κοκκινοσκουφίτσα που παρακούοντας τη μητέρα της, επιλέγει τον δικό της δρόμο θέτοντας την προτεραιότητα της ομορφιάς πάνω από την πρακτικότητα και την ασφάλεια και συναινεί στη συνεύρεση με τον αλλόμορφο ακόμη κι αν (στο αυθεντικό παραμύθι του Περώ, που ΔΕΝ υπάρχει το αναιρετικό εύρημα της παρέμβασης του κυνηγού) αυτό προεικονίζει το χαμό της, τη σιωπηλή Ελίζα που αρνείται την εντολή του βασιλιά/άντρα της και συνεχίζει, ως τον τόπο της εκτέλεσής της, να πλέκει τα τσουκνιδοπουκάμισα που θα λυτρώσουν τους κύκνους/αδέρφια της, δίνοντας ένα αναγνωρίσιμο πρόσωπο σ’ αυτό που οι άλλοι φοβούνται γιατί δεν μπορούν να ερμηνεύσουν και να επικοινωνήσουν και ως την (μην το ξαναπιάσω το θεματάκι ανώνυμη) πριγκίπισσα με τον βάτραχο, που αρνούμενη να υποταγεί σε μια υπόσχεση εκβιαστικά αποσπασμένη, ανατρέπει τους όρους ενός παιχνιδιού στο οποίο εισήλθε ακούσια απελευθερώνοντας τον εαυτό της αλλά και τον άλλο από την υποχρέωση υποταγής στη διαμορφωτικό κανόνα – δίδασκε στη Ν. (όχι με τον διδακτικό και ρυθμιστικό ρόλο των –τόσο της μόδας αλλά σπάνια ενδιαφερόντων λογοτεχνικά – πολιτικώς ορθών παραμυθιών και επιπλέον συνήθως ξενέρωτων αρκετά ώστε να βάζουν τον λύκο παρέα με τον λαγό να αγωνίζονται για τη διάσωση του καραφλοκότσιφα ει μη και του αλιαετού– που στην προσπάθεια τους να δημιουργήσουν μια ψευδαίσθηση ευρυθμίας και ομόνοιας για το παιδί, αγνοούν ότι η θραύση της δεν μπορεί παρά να αποβεί τραυματική γι’ αυτό) κι ελπίζω σε κάποια χρόνια από τώρα να διδάξει στα εγγόνια μου, το διαφορετικό, το όμορφο, το ύποπτο, το ενδιαφέρον και μυούσε σε έναν ενήλικο κόσμο όπου η ομόνοια, η ειρήνη, η συνύπαρξη δεν ήταν αυτονόητα αλλά κατακτήσεις αγώνων και διαπραγματεύσεων ενώ το λάθος, η οδύνη και ο θάνατος δεν είναι εξόριστα στοιχεία, αλλά εγγενή....

Ακόμη μεγαλύτερο το δεύτερο μέρος, αλλά θα ήθελα να πω κι αυτό (αδύνατον να αφήσω και Τρίτη συνέχεια... θα καταλήξω μια τρελλή, σας το ορκίζομαι, να ανοιγοκλείνω τον υπολογιστή στις τρεις η ώρα τη νύχτα και να κρατώ σημειώσεις τις ώρες του μαθήματος, κάνοντας τα παιδιά μου να κρυφογελάνε και να σκουντιούνται) το τελευταίο, συγκρίνοντας τα κλασικά παραμύθια με τα σημερινά μεταμοντέρνα, αποδομιστικά και πολυχρηστικά.

Ίσως φταίει που μεγάλωσα με τα κλασσικά, ίσως φταίει που πίσω από κάθε λέξη βρίσκω μια άλλη, ίσως φταίει που το κραυγαλέα διδακτικό με κάνει να μαζεύομαι στο καβούκι μου εν αμύνη, πάντως μου μένει ένα ανικανοποίητο και μου δημιουργειται ένας σκεπτικισμός όσον αφορά στην ποιότητα των καινούργιων... Ομολογώ ότι ως (προοδευτική, ψαγμένη -και καλά- και ανατρεπτική) μάνα αγόρασα άπειρες φορές, άπειρα νεοπαραμύθια... αλλά πείτε μου ειλικρινά, εμένα μου φαίνεται, ή όντως ήταν ελάχιστες οι επιτυχημένες επιλογές, όχι μόνο όσον αφορά στο διδακτέον, όπου ήταν τόσο κραυγαλέα (σχεδόν χυδαία) εμφανές, όχι μόνο στην εξέλιξη του μύθου, που ήταν από σχηματική ως κακή, όσο και στη μορφή, τη γλώσσα επιτηδευμένα απλοϊκή (λες και τα μωρά δεν είναι μωρά αλλά ηλίθιοι και απαίδευτοι ενήλικες) και την εικονογράφηση, που εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων έφερνε σε κάτι που θα μπορούσαν να το έχουν φτιάξει τα παιδιά ή μάλλον (γιατί τώρα που το σκέφτομαι σιγά μην είχαν αυτά τη φρεσκάδα του παιδικού χεριού) η ατάλαντη εγώ?

Μήπως επειδή τα παλαϊκά παραμύθια, αρχικά απευθύνονταν σε ενήλικες (τα μικρά συνήθως παραμόνευαν σε πόρτες για να κρυφακούσουν και πολύ αργότερα έγιναν το προνομιούχο τους κοινό).... μήπως επειδή διαβάζονταν σε νυχτέρια εργασίας ή βεγγέρες σε τζάκια και μαζώξεις (κατά κανόνα γυναικών) σε κουζίνες και κατώγια.... μήπως επειδή ξεκίνησαν ως προφορική παράδοση (οι Γκρίμ, στην πραγματικότητα δεν έγραψαν παραμύθια, συνέλεξαν τα παραδοσιακά παραμύθια της Κεντρικής Ευρώπης και τα μετέγραψαν)..... μήπως επειδή τα αφηγούνταν ο πρεσβύτερος ή η πρεσβύτερη, ή ο καλύτερος παραμυθάς (χάρισμα που αργότερα μετατράπηκε σε επάγγελμα)..... μήπως επειδή εφευρέθηκαν σε κοινωνίες πιθανά πιο κλειστές, πιθανά πιο συντηρητικές, αλλά σίγουρα όχι τόσο ομοιόμορφες, και κανονιστικές όσο οι δικές μας, μήπως τέλος επειδή ο Άντερσεν και ο Περό είναι σπουδαίοι λογοτέχνες (ακόμη και πριν από σπουδαίοι παραμυθάδες)... Λέω μήπως γι’ αυτό έχουν ένα ενδιαφέρον, μια ποικιλότητα, μια σκοτεινότητα ή φωτεινότητα, που βοηθούν την πραγματική ανάπτυξη της φαντασίας των παιδιών, (κάτι που αδυνατεί να κάνει σχεδόν η πλειοψηφία των κανονιστικών και διδακτικορυθμιστικών νεοαναγνωσμάτων) και μια μοναδική ροή της γλώσσας που εξελίσσει την εκφραστική δεινότητα των παιδιών (όπως ελάχιστα νεοπαραμύθια -με φωτεινές εξαιρέσεις όπως τα πολυαγαπημένα και πολύαναγνωσμένα δικά μου και της Ν. Τρία μικρά Λυκάκια θα το κατορθώσουν ποτέ)??????

Τελικά αυτό το πράγμα βγήκε τεράστιο, ελπίζω να υπολογίζει σωστά η just me, και οι αντοχές σας σε οθόνες να συναγωνίζονται τις ζωές της γατούλας....


Τρίτη 8 Ιουλίου 2008

...l’œuvre inouïe……

O αγαπημένος μου Derrida, σε μια συνέντευξή του στον "Le Monde", πολλά χρόνια πρίν, δηλώνει ότι δυσκολεύεται να παίξει το ρόλο του διανοούμενου, ο οποίος παίζει τον πολιτικό του ρόλο σε συμφωνία με τις συνήθεις σκηνογραφίες. Εγώ πάλι (κι ας με συγχωρήσει ο φιλόσοφος για τον αυθαίρετο και αναιδή παραλληλισμό), όχι απλώς δυσκολεύομαι να παίξω τη σοβαρά προβληματισμένη blogger σε έναν ιστοχώρο με παγιωμένα σκηνικά αναζήτησης, ζυμώσεων, ιεραρχήσεων, αξιολογήσεων και ταξινομήσεων επί πλέον (έχω επανειλλημμένα δηλώσει ότι) δεν το θέλησα και ποτέ...
Άρα, στην παρατήρηση ότι τα ποστ μου είναι "απογοητευτικά" και στην ερώτηση "τι σχέση έχουν με τον Derrida", η μόνη απάντηση που ταιριάζει (εφ' όσον διανύουμε ένα καλοκαίρι ποδοσφαίρου και Ολυμπιακών αγώνων -αν και τώρα που το σκέφτομαι η ρήση ισχύει γενικότερα) είναι:


Καλός ο Derrida.....

















Καλύτερος ο Vieira



Παρασκευή 25 Μαΐου 2007

Παρατράγουδα, παραφωνίες και αϋπνίες

Ήθελα να γράψω ένα ποστάκι για το ποδόσφαιρο και τις γυναίκες, καθώς μονίμως αισθάνομαι μια μειονοτική, ένα ζώο προς εξαφάνιση (καλά όχι ότι υπήρξα ποτέ είδος εν αφθονία) αλλά από βήμα σε βήμα, από blog σε blog βρέθηκα σε μια πολύ ενδιαφέρουσα και έντονη αντιπαράθεση γύρω από τις εκπομπές της Πάνια (και εν μέρει και την ίδια την Πάνια), με εκατέρωθεν θύματα και παράπλευρες απώλειες. Ο «καυγάς» με ιντριγκάρισε και πιάστηκα από ένα παρακλάδι του, για το αν υπάρχουν ή όχι «καθυστερημένοι», για να σκεφτώ το ζήτημα συνολικά.
Βλέπετε, κάθε ζήτημα κανονικότητας (και αξίας) είτε οικουμενική (φυσιολογικός/η, ανάπηρος/η, τρελός/η) είτε σχετικιστική (ψώνιο, καθυστερημένος/η) κρίνεται, κατά βάθος, από το βαθμό που αποδεχόμαστε την ετερότητα. Από το βαθμό που, σε μια εποχή με ρευστές ταυτότητες (και ταυτόχρονα πόλωσης ανάμεσα στο Εμείς και το Αυτοί/ες), κρίνουμε το εαυτό μας ως Άλλο/η. Από το βαθμό που κατορθώνουμε να μας υπενθυμίσουμε ότι δεν είμαστε οι καθ’ ολοκληρίαν κυρίαρχοι/ες, δεν είμαστε οι μόνοι/ες κληρονόμοι της ζωής.
Η ερώτησή μου αυτή τη φορά είναι γιατί, με τόσο ιερό μένος, καταγγέλλουμε (το υπερασπιζόμαστε, είναι μια άλλη θλιβερή ιστορία, που θα την αναλύσουμε άλλη φορά) τις εκπομπές τύπου «Παρατράγουδα»?
Είναι πραγματικά η αγανάκτησή μας για την εκμετάλλευση των θυμάτων (ποιος μπορεί να κρίνει αν είναι θύματα ή ευτυχισμένοι οι συμμετέχοντες?) ή μήπως, ενδόμυχα, δεν αντέχουμε το θέαμα της διαφορετικότητας αυτών των ανθρώπων, αισθανόμενοι/ες υπόλογοι/ες σε ένα αλλότριο, που μας ταράζει?
Πρεσβεύουμε την κατάργηση αυτών των εκπομπών αγανακτισμένοι/ες για την οικονομική συναλλαγή (που, κατά βάθος, δεν παρεκκλίνει της οιαδήποτε καπιταλιστικής συναλλαγής) ή αποζητούμε την απόσυρση των Άλλων από το προσκήνιο, από το οπτικό μας πεδίο? Γιατί, ναι μεν, μπορώ να αποστρέψω τα μάτια μου (η διακριτική αδιαφορία μπροστά στον ξένο/διαφορετικο/ανάπηρο, κατά Goffman), ωστόσο γνωρίζω ότι παραμένουν εκεί, υλικές και φυσικές παρουσίες μέσα στην εικονικότητά τους, ανάγοντας σε απαγορευμένο, terra incognita, ένα τμήμα του ορίζοντά μου. Μήπως, αποζητώντας να τους αφανίσουμε από την οθόνη άμεσα, αποζητούμε και την έμμεση αορατοποίησή (μα τι λέξεις φτιάχνω, η άθλια!!) τους? Μήπως ελπίζουμε ότι η αδυνατότητα της αφήγησής τους θα οδηγήσει στον φαινομενολογικό τους θάνατο? Καταγγέλλουμε την αισθητική της εκπομπής προβληματιζόμενοι/ες για την ολοκληρωτική επιβολή του κιτς (το οποίο, όμως θεωρούμε ως cult σε σχεδιαστές όπως οι Victor & Rolf, ή σε τραγουδίστριες όπως η Carmen Miranda…) που θα οδηγήσει σε συνολική έκπτωση/παρακμή το αισθητικό κριτήριο των θεατών/τριών (κατ’ επιλογή τους, μην ξεχνιόμαστε) ή μήπως για το ότι μια διαφοροποιητική εικονογράφηση αμφισβητεί τη δική μας (κυρίαρχη, αστική) αισθητική, απειλώντας τις ταξινομητικές, παγιωμένες μας κατηγορίες? Μήπως η αισθητική των Παρατράγουδων (και των συναφών εκπομπών) κάνει δυσδιάκριτο το ποιος/α στέκεται μπροστά στον παραμορφωτικό καθρέφτη? Τούτων λεχθέντων (που λέει και ο σοφός γερο-πατέρας μου) να διευκρινίσω ότι, χωρίς να έχω απαντήσει τα παραπάνω ερωτήματα, δεν βλέπω ποτέ την εκπομπή (χωρίς όμως να μπορώ να την αποφύγω, καθώς σαρκοφάγα αποσπάσματα παραμονεύουν τους ανυποψίαστους περιπατητές των ΜΜΕ και του ιστού). Η απέχθειά μου κυρίως επικεντρώνεται σ’ αυτό το κυνικό, διαπεραστικό βλέμμα της Πάνια:
- Σε ξέρω… σε ξέρω όσο δεν σε ξέρεις….ξέρω πόσο όλοι αυτοί/ες οι απόκληροι/ες σου μοιάζουν κι ας κοροϊδεύεις…. σε ξέρω… σε τρομάζω… και θα το εκμεταλλευτώ…. (μιλάμε, ανατριχιαστικό, εντελώς!!!!)

Δευτέρα 21 Μαΐου 2007

Σώμα, υποκειμενικότητα, εικονικότητα Body/subjectivity/virtuality

Πριν από μερικές μέρες, σε κάποιο blog, δημιουργήθηκε ένα ζήτημα γύρω από τη σεξουαλική ταυτότητα της κατόχου, το οποίο εξελίχθηκε σε σεξουαλική παρενόχληση(?) και τελικά σε μια τοποθέτηση της blogger για τη σχέση της με το σώμα της και την ταυτότητα της. Το γεγονός είναι άλλο ένα δείγμα των αντιπαραθέσεων γύρω από το σώμα και το άτομο και ειδικότερα του σώματος ως τόπου εγγραφής της ταυτότητας. Η μάλλον όχι της ταυτότητας, αλλά μιας νέας σύλληψης, αυτή της υποκειμενικότητας, η οποία είναι προσφορότερη για την ερμηνεία του εαυτού, αποδεχόμενη ότι η δόμηση του εαυτού υλοποιείται όχι μονο μέσα από την προσωπική επιλογή αλλά και από τις κοινωνικές συνθήκες, στην υλικότητά τους. Η υποκειμενικότητα, αφ’ ενός, συνυπολογίζει τις σχέσεις εξουσίας που διαμορφώνουν τις συνθήκες της μεγαλύτερης ή μικρότερης προσωπικής επιλογής και, αφ’ ετέρου, ερμηνεύει τη ρευστότητα των σημερινών συνθηκών διαμόρφωσης των υποκειμένων.
Κι έτσι για άλλη μια φορά ανέκυψε το ερώτημα μου: Σε μια εποχή, όπου τα άτομα είναι εγκλωβισμένα σε ένα περιβάλλον υπερπληροφόρησης, δομημένο απο πληθώρα σημείων, τα οποία αντικαθιστούν σταδιακά την πραγματικότητα, δημιουργώντας, σύμφωνα με τον Baudrilliard, συνθήκες υπερ-πραγματικότητας.... Με ένα μέσο όπου το σώμα γίνεται όλο και περισσότερο απόν, όπου γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτα το περίγραμμα και τα όρια του....πως γίνεται και αποκτά μια όλο και σημαντικότερη θέση στις κοινωνιολογικές, ψυχολογικές και οικονομικές έρευνες, θεωρίες και μελέτες???? Πως γίνεται και το σώμα αποκτά μια ολοένα αυξανόμενη πολιτική σημασία, τη στιγμή που η ενσώματη υπόσταση των ατόμων γίνεται όλο και πιο αχνή ως υλικότητα, αντικαθίσταται από μια εντεινόμενη εικονικότητα?
Μήπως η εικονική πραγματικότητα, στην α-σώματη διάστασή της, ξεχνώντας ότι το σώμα δεν μπορεί να αναχθεί στο πράγμα, παραβλέποντας ότι το σώμα είναι κάτι που ζούμε, κάνει απαραίτητη την αναζήτησή του σε μια αναζήτηση μιας στερεότητας στο σχεδιασμό του εαυτού? Μήπως, τελικά, επειδή έχει χαθεί η αμεταβλητότητα των παραδοσιακών νεωτερικών και προ-νεωτερικών ταυτοτήτων, που πήγαζε από μια σταθερή αίσθηση του κόσμου, η μετανεωτερική υποκειμενικότητα, σήμερα, γίνεται όλο και πιο ρευστή και το σώμα επιστρατεύεται ως ένα εφόδιο πάνω στο οποίο προβάλλεται μια αναστοχαστική αίσθηση του εαυτού? Μήπως τελικά, προσπαθούμε να αναστρέψουμε μια απώλεια του σώματος, της υλικής κατά βάση υπόστασης του εαυτού, η οποία, σύμφωνα με τoν Fitzclarence, έρχεται σε επαφή με τους υπόλοιπους ενσώματους εαυτούς και τον ευρύτερο κόσμο? Μήπως αποζητούμε την αποκατάσταση της ενσώματης υπόστασης του ατόμου, την ενσώματη επαφή με τους εικονικούς άλλους, ώστε να επιστρέψουμε σε μια αντίληψη της πραγματικότητας, στην υλική πολλαπλότητά της???

Τρίτη 15 Μαΐου 2007

Eurovision/ ετερότητα/ δημοκρατία

Υπάρχει ένα κείμενο για τη φιλοσοφία και την επικαιρότητα του φιλοσόφου Alain Badiou στο βιβλίο του (Περιστάσεις 1 & 2, εκδ. Άγρα). Σύμφωνα με αυτό, σε κάθε συμβάν, που έρχεται στην επικαιρότητα (ακόμη και σ' αυτά που τείνουμε να υποτιμούμε, όπως το πανηγυράκι της Eurovision, τώρα) υπάρχει μια σύντηξη του Αγαθού ή του Κακού με το Αληθινό (μην μπούμε τώρα στη συζήτηση περί αληθινού, απλά ας αποδεχτούμε τον όρο!).
Η συνάντηση του επίκαιρου με τη φιλοσοφία, αναδεικνύει τη συνεχή ανάγκη του ανθρώπου να έχει επιλογές, να έρχεται σε ρήξη ή να συμπαρατάσσεται. Ωστόσο, κάθε δίλημα τύπου, Eurovision ή (ας πούμε) Shakira? - "So you think you can dance" ή "Ελλάδα έχεις ταλέντο"? - "Βέρα στο δεξί" ή "Μεγάλο παζάρι"? - "internet ή διδασκαλία?" - "Βιβλίο ή φίλμ"? - "εφημερίδα ή δελτίο των 8"? - "Sarkozy ή Royal"? μπορεί να μεταφραστεί ως άλλη μια απόπειρα ισοπεδωτικής αριθμητικής, όσον αφορά την αισθητική, τη λογική, την τεχνολογία, την κοινωνία ή την πολιτική. Οι (θεωρητικά) αμέτρητες δυνατές επιλογές (οι "ατομικές προτιμήσεις") αναστέλλουν στην ουσία, τη γενική βούληση, αφού (με το πρόταγμα της ισότητας), τη μετατρέπουν σε μια ακίνδυνη γνώμη, καταγεγραμμένη μέσα από πραγματικές (ή οιωνεί) δημοσκοπήσεις.
Μέσα, τώρα, στο πλαίσιο της Eurovision, όπου αποθεώνεται η απονευρωμένη πλευρά της τραγουδιστικής αισθητικής, τα τελευταία χρόνια (και φέτος περισσότερο από ποτέ) τέθηκε και το δίλημμα της ετερότητας. Πέρυσι η ετερότητα παρουσιάστηκε μέσα από τα τέρατα (που εν τέλει απέσπασαν την ψήφο, άρα και τη γενικότερη αποδοχή) και φέτος με την τερατολογική διάσταση ή μάλλον τη διάσταση καρικατούρας του διαφορετικού (που και πάλι απέσπασε τη γενικότερη συναίνεση, με πολλές θετικές ψήφους, οι οποίες διασπάστηκαν στις πολλές επιλογές κι έτσι δεν διαμόρφωσαν αποτέλεσμα). Η τερατώδης εμφάνιση, η καρικατούρα, τονίζει το όριο αυτού που μπορεί να νοηθεί, να ειπωθεί, να υλοποιηθεί. Γίνεται εμφανής η αψήφηση (ποια διάολο λέξη υπάρχει γι αυτό?) των αποδεκτών μοντέλων ταυτότητας μέσα από την παραβατικότητα, το αφύσικο, το αποτρόπαιο και το αντιφατικό (συμπυκνωμένα ωστόσο, σχεδόν αποκλειστικά, πάνω στα σημάδια του σώματος, τα σημάδια που διαβάζει και ερμηνεύει ο Άλλος).
Με την ένταξή της στο συγκεκριμένο πλαίσιο, η ετερότητα απονεκρώνεται από το περιεχόμενό της και ο συμβολισμός εξαφανίζεται. Η διαφοροποίηση περιορίζεται στη μορφή του υποκειμένου, έτσι και η επιλογή περιορίζεται, όπως θα έλεγε και ο Badiou, "στη διαζευκτική σύνδεση ανάμεσα σε δυο μηδενισμούς", καθιστώντας ασήμαντη την επιλογή και αδύνατη την αμφισβήτηση κοινωνικών και πνευματικών παγιωμένων. Η ετερότητα δεν απορρέει πια από κάποιο πολιτικό διακύβευμα, δεν απαντά σε κανένα ερώτημα και, αναγόμενη σε άλλο έναν διαθέσιμο λόγο (discourse), αποστειρώνεται και συγχωνεύεται....

Πέμπτη 10 Μαΐου 2007

Derrida, κειμενικότητα και blogs

Έχει νόημα η ερώτηση, ποιο είναι τέλος πάντων αυτό το εντός του κειμένου το “dans le texte” του Derrida σ’ ένα blog? Τι είναι σημαντικότερο στο blog? η γραμματολογία, του κειμένου ή οι εκπηγάζουσες από την κειμενικότητα βαθύτερες ιδεολογικές και πολιτικές προεκτάσεις?
Η ανά-γνωση θέτει το blog υπό ερμηνεία, αποκαλύπτοντας έτσι, τη λειτουργία της γραφής στη διάσπαση και επανασύνθεση του νοήματος. Υπάρχει μια ανταπόκριση του κειμένου στην «προσδιορισμένη κωδικοποιημένη προσδοκία, σ’ ένα μάτι κι ένα αυτί που το προσλαμβάνουν και το υπαγορεύουν, κατά κάποιον τρόπο, και το προσανατολίζουν». Παράλληλα, σε μια κυκλικά ανατροφοδοτούμενη σχέση, το κείμενο «σχεδιάζει τη δομή και τη φυσιολογία του ματιού» μερικές φορές «εφευρίσκει τον προορισμό του» (Derrida: Συνομιλίες, εκδ. Πλέθρον).
Αυτή η χιαστί σχέση των λόγων, αντιπροσωπευτική της αποδομητικής λογικής, παίζει με την ένταση των νοημάτων καθώς το ένα υπεισέρχεται στο άλλο, αμφισβητώντας κάθε ιεραρχική τους δόμηση, δημιουργώντας μια ακαταστασία (désordre) σε συνεχή διαδικασία ταξινόμησης. Η χιαστή αυτή σχέση, όπου, παραφράζοντας τον Brook Thomas (The New Historicism and Other Old-Fashioned Topics εκδ. Princeton University),… η φιλοσοφικότητα του κειμένου και η κειμενικότητα της φιλοσοφίας πιστοποιούν ότι το κείμενο είναι φιλοσοφία και η φιλοσοφία κείμενο, έχει την τάση να μετατρέπεται από σχέση διαφορετικότητας σε σχέση ταυτότητας. Κι έτσι για άλλη μια φορά ανακύπτει ερώτημα: Αυτή η αντικατάσταση της διαφορετικότητας με ταυτότητα,(όχι ότι κάτι τέτοιο προκύπτει άμεσα από τα κείμενα του Derrida, αλλά ποιος θα μας μαλώσει εδώ που βρήκαμε καταφύγιο?) λόγω της δήλωσης ότι όλα μπορούν να αναχθούν σε κείμενο – “il n’ y a pas de hors texte” (λέει ο σοφός παππούς, Derrida) μήπως οδηγεί σε ένα ιμπεριαλισμό της επιστήμης (discipline), μεταμφιεσμένο σε διεπιστημονικότητα (inter-disciplinarity)?
Ωστόσο, σε κάθε χιασμό (από τις πιο όμορφες και ποιητικές δομήσεις του λόγου) ενυπάρχει μια γραμμή διαφυγής, εκτός ίσως από το ποίημα “An Irish airman foresees his death”του Yeats (για να στρέψουμε το βλέμμα και δυτικότερα) οπού η α-δυνατότητα ταξινόμησης άρα και ανεύρεσης αυτής της γραμμής διαφυγής, έχει ως αποτέλεσμα το τραγικό τέλος....

Σάββατο 31 Μαρτίου 2007

Αθλητισμος και βία / sports and violence...

Νά' μαι κι εγώ.... Τι κάνω εδώ? Απορώ και παριστάνω ότι αντιλαμβάνομαι τον κόσμο γύρω μου. Κι επειδή, όπως λέει ο αγαπημένος μου Καββαδίας στο ποίημα που δάνεισε τον τίτλο στο blog
....τη νύχτα οι ναύτες κυνηγούνε το φεγγάρι
και την ημέρα ταξιδεύουνε στ' αστεία....
Ας γράψω... Γιατί? Μάλλον δεν άντεξα καθώς για άλλη μια φορά με εξέπληξε η απορία και η απέχθεια με την οποία αντιμετωπίστηκαν από τους αναλυτές, τα ΜΜΕ, τους πολιτικούς και τους νομοταγείς πολίτες τα φαινόμενα χουλιγκανισμού στο στάδιο Καραϊσκάκη την προηγούμενη εβδομάδα και το ατυχές περιστατικό με τον νεαρό οπαδό (?) στην Παιανία. Έπρεπε να γράψω τις σκέψεις μου, για να τις δω γραμμένες, να τις ταξινομήσω, να τις αξιολογήσω. Να δω κατά ποσο είναι δικές μου, κατά πόσο είναι δανεισμένες. Και το κομμάτι που είναι δανεισμένο παραμένει ξένο ή έχει γίνει μέρος της σκέψης μου?
Ποια η σχέση του αθλητισμού με τη βία?
Οντολογική? ΄καθώς ο αθλητισμός και η βία είναι από τις έννοιες που συνδέονται άμεσα με τη φυσικότητα του ατόμου, με το σώμα και τις ιδιότητες του?
Ψυχολογική? καθώς σύμφωνα με τον Bourdieu και τους μεταδομιστές ο φίλαθλος ανάγεται σε παράγοντα του παιχνιδιού, του αγώνα, μοιραζόμενος με τους συμμετέχοντες στον αγώνα, το illusio του αγώνα. Βιώνει την εμπειρία του αθλητισμού μέσω του σώματος του αθλητή. Παίζει το παιχνίδι μέσα από τη δραστηριότητα του αθλητή, υποτάσσεται στους κανόνες μέσω της πειθάρχησης του αθλητή στους κανόνες του παιχνιδιού που αποδέχονται και οι δυο. Ωστόσο ενώ το σώμα του αθλητή επιτίθεται στην εξουσία που εγγράφεται σε αυτό μέσα από τη συμμετοχή στο παιχνίδι, το σώμα του φιλάθλου δε βρίσκει τρόπους να απαλλαγεί από αυτή την εξουσία. Σ΄έναν αγώνα, όπως ίσως και σε μια συναυλία, εκδηλώσεις μιας μεγάλης φυσικής και ψυχικής ενέργειας, η δημιουργία της εικόνας είναι πολύ ισχυρή και ακόμη ισχυρότερη η αντίφασή του ότι ο θεατής πρέπει να μείνει μόνο θεατής. Καθώς η άσκηση στο έπακρο των δυνατοτήτων του σώματος των αθλητών, δημιουργεί στους θεατές-φιλάθλους την αίσθηση ότι τους αφαιρείται κάτι από το σώμα τους, αυτό το κάτι το διεκδικούν πίσω με την άσκηση βίας.
Μήπως η σχέση τους είναι κοινωνιολογική? Πηγάζει από τις κοινωνικές δομές, καθώς τίθεται το ερώτημα αν η βία, η παρόρμηση καταστροφής και η επιθετικότητα, σύμφυτες στον άνθρωπο και χρήσιμες για την επιβίωσή και την επικράτησή του πάνω στο φυσικό κόσμο που τον περιέβαλλε καλλιεργήθηκαν άργότερα πολύ συνειδητά (στρατός, σώματα ασφαλείας) και υπόρρητα (με τη μορφή του αθλητισμού) απο την κρατική εξουσία. Ο αθλητισμός δεν είναι παρά ένα υποκατάστατο της βίας και της επιθετικότητας και ταυτόχρονα μια μεταλλαγή τους. Οι νέοι, μέσα από τον αθλητισμό, ενσωματώνουν μαζί με την επιθετικότητα, την πανουργία και τη στρατηγική επινοητικότητα, ώστε μελλοντικά να λειτουργήσουν ως υπερασπιστές του κράτους.
Ειναι η σχέση τους εθνικιστική/ιδεολογική? Το υπονοούμενο των τεχνοκρατών του αθλητισμού ότι κάθε αθλητικό επίτευγμα είναι απόδειξη ότι έχει προοδεύσει η ίδια η ανθρωπότητα ως προς τη σωματική κατάσταση των ατόμων (Brohm, 1993) οδηγεί στην πίστη πως η κατίσχυση επί του αντιπάλου στο άλμα, στο τρέξιμο ή στο λάκτισμα μιας μπάλας είναι αποδείξεις μιας εθνικής αρετής. Η διαπλοκή της εθνικής και της αθλητικής κουλτούρας, δημιουργεί την επιθυμία συμβολικής απόδειξης της εθνικής προόδου και υπεροχής με όχημα το αθλητικό θέαμα.
Υπάρχει η πιθανότητα η σχέση τους να άπτεται της θρησκειολογίας? Είναι γεγονός ότι οι δυο χώροι στους οποίους κατά κύριο λόγο, εμφανίζονται φανατικοί οπαδοί είναι η θρησκεία και ο αθλητισμός καθώς ο αθλητισμός είναι άμεσο τέκνο των θρησκευτικών τελετών παρουσιάζοντας την ίδια αυστηρή ιεραρχία, τους απόλυτους κανόνες, την τελετουργία, την πίστη στην εκπροσώπηση της απόλυτης αλήθειας. Και οι δυο παρουσιάζουν τη διατύπωση του συμβολικού λόγου τους ως το απόλυτο διακύβευμα. Όπως η θρησκεία, ο αθλητισμός απαιτεί πίστη στα σύμβολα (η φανέλα είναι η ψυχή μας), λειτουργεί ως ένας μηχανισμός προσηλυτισμού σε ένα σύστημα πίστης με τους ήρωες, τους αρχιερείς, τα δόγματα, τους ιερούς ναούς, τον παράδεισο του και τους αμαρτωλούς που πρέπει να αφοριστούν, να τιμωρηθούν. Η αθλητική ιεροτελεστία, όπως η θρησκευτική θυσία, νομιμοποιεί τη βία, τη συμβολική θανάτωση του αντιπάλου και λειτουργεί ως υποκατάστατο βίαιης επιβολής μιας κοινωνικής ομάδας πάνω σε μια άλλη έτσι κάθε αθλητική συνάντηση προκαλεί μια συλλογική προσμονή για μια επικράτηση πάνω σε έναν φανταστικό εχθρό