"H ομορφιά του παρελθόντος είναι το αποτέλεσμα, όχι ο λόγος της νοσταλγίας"
Μ. Foucault
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα body. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα body. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Ιουλίου 2011

..ένα κενό...


Η εξουσία δεν έχει σώμα.

Όπως οι παλιοί βασιλιάδες, που δεν ήταν παρά κεφάλια σε νομίσματα, προφίλ σε μετάλλια και παράσημα, έτσι και τώρα η εξουσία δεν είναι παρά ασώματα κεφάλια πολιτικών και δημοσιογράφων σε παράθυρα ειδήσεων, μπούστα σε τραπέζια talk-show και κοινοβουλευτικά έδρανα.

Κάθε περαιτέρω εμφάνιση των μετεχόντων στους δυο πόλους (πολιτικοί και δημοσιογράφοι) της εξουσίας ως σωματοποιημένων υπάρξεων, δεν γίνεται παρά στα πλαίσια μιας τελετής. Το σώμα τους σφιγμένο σε κοστούμια και ταγέρ δεν συνιστά παρά το συμπλήρωμα μιας τελετουργίας, υπάρχει στο χώρο και στο χρόνο ως το εφέ μιας πολιτικής μαγείας, μέχρι τη θραύση από την τυχαιότητα. Το απρόσμενο, με τη μορφή της Πετρούλας, μ’ ένα μικρόφωνο σε κατακόκκινα νύχια να καταδιώκει τους manager της Τρόικας ωρυόμενη και ταυτόχρονα ακκιζόμενη, αποκεφαλίζει την εξουσία…

Το ζουμερό στήθος της τηλεπερσόνας, γκροτέσκα διογκωμένο, διαλύει την πολιτική μυθολογία που θεμελιώνεται στα τελετουργικά σώματα των τροϊκανών και των συνήθως ερωτώντων, ακυρώνοντας τα σημάδια της εξουσίας που εκπέμπουν, παρασύροντάς τα ως τους πυθμένες της γελοιοποίησής της.

Το χυδαία ημίγυμνο σώμα της trashοδημοσιογράφου, καταδεικνύει τη διαφορετική ύλη του από το λειψό γραβατωμένο σώμα της πολιτικής εξουσίας που καταδιώκει, ενώ η προκλητικά προβαλλόμενη σφιχτή σάρκα της ξανθιάς έρχεται σε αντίστιξη με την επιμελώς καμουφλαρισμένη πλαδαρότητα της σοβαρότητας των ειδησεοπαρουσιαστών και παρουσιαστριών των οκτώ. Ως καρικατούρα δημοσιογράφου και πολιτικού όντος παρασύρει και τους δυο πόλους της εξουσίας ως τον πάτο της ανυποληψίας της.



Οι κινήσεις, ο λόγος, το απρόσμενο πλαίσιο των ερωτήσεων της δημοσιογραφικής γελοιογραφικής εικόνας της Πετρούλας αδειάζουν το πολιτικό γεγονός της οικονομικής κρίσης από το νόημά του, τού αποστερούν τις ιδιότητές του, αλλοιώνουν τη σημειολογία του ως τη μη αναγνωρισιμότητα.

Το κραυγαλέα ερωτικό σώμα της ημιάσημης – ασήμαντης παγιδεύει την εξ-ουσία με την εξωτερικότητά του ως προς αυτήν, την τραβά έξω από τον εαυτό της και τη μετατρέπει σε α-νόητη παράσταση. Η φανταχτερή ομορφιά της μοντελοδημοσιογράφας και η άχρωμη φιγούρα των δημοσιογραφοπολιτικοεξουσιαστών δεν αλληλοαποκλείονται. Διασταυρώνονται και εναλλάσσονται μπροστά στα νυσταγμένα μάτια του κοινού μετατρεπόμενα σε φιγούρες ενός εφιαλτικού θεάτρου σκιών, όπου η ρηχότητα της μιας αποκαλύπτει και συμπληρώνει την επιφανειακότητα των άλλων.

Οι εκπομπές τύπου Ράδιο-Αρβύλα και Αλ-Τσαντίρ, επιχειρώντας την περαιτέρω γελοιοποίηση της νεαρής που οικειοποιείται έναν ρόλο τον οποίο, θεωρητικά (σε αντίθεση με τους ίδιους), δεν μπορεί να ενδυθεί, αφού δεν μπορεί να περιορίσει το σώμα της στις διαστάσεις του, στην ουσία αυτοακυρώνονται, απομυθοποιούν την πολιτική.

Το σε κοινή θέα ντεκολτέ της Πετρούλας εισβάλλει στο τελετουργικά καλυμμένο σώμα της εξουσίας και διαστελλόμενο την παραμορφώνει ως την τελική διάρρηξη, αποκαλύπτοντας όλα τα κρυμμένα μυστικά της άσκησής της: την ανομιμοποίητη βία, την οικονομική δυσπραγία χωρίς τη μυθολογία της μελλοντικής ευμάρειας, τον καταναγκασμό αποστερημένο από την υπόσχεση της προστασίας από την παραβατικότητα, την πολιτισμική ηγεμονία ανίκανη να απομακρύνει την απειλή της ετερότητας.

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2009

... το κορμί σου...

Αρκετά! Πόσο Greys anatomy, πια ν’ αντέξω η γυναίκα, χωρίς να διαμαρτυρηθώ? Πόσο E.R. να φάω στο κεφάλι και να μην αγαναχτήσω? Πόσο Nip/Tuck να ανεχτώ χωρίς ν’ αρρωστήσω? Πόσο Extreme Make Over να λουστώ, χωρίς να με πιάσει απελπισία? Πόσα Next Top Models να ποδοπατήσουν την ΤουΒούλα μου πριν βγάλω κάλους στο μυαλό? Πόση αγένεια του m.d.House πρέπει να θεωρήσω ως ιδιομορφία πριν αρχίσω να συχτηρίζω γενικώς και ειδικότερα??????? Πόσες υγειινιτζούδες και διατροφιτζήδες θα παρελάσουν από πρωινάδικα και μεσημεριανάδικα πριν αναφωνήσω:

Φτάνει, enough, assez, basta, bastantes (και θα το έγραφα και γερμανικά αν το ήξερα!!!).... ΟΧΙ ΑΛΛΟ ΚΑΡΒΟΥΝΟ!!!!

Είμαστε απροστάτευτοι αδέρφια από όλες αυτές τις απεικονίσεις σώματος που ξεπηδούν από σήριαλ, ριάλιτι και ψευτοενημερωτικοεκπομπές,: Το απειλούμενο σώμα, το μεταβαλλόμενο σώμα, το πάσχον σώμα, το γηράσκον σώμα, το ακρωτηριαζόμενο σώμα, το θνήσκον σώμα. Κι ανάμεσα, διαφημίσεις με σώματα που καταναλώνουν ακατάσχετα προϊόντα άσκησης, αισθητικής και δίαιτας.

Εμείς γινόμαστε τα σώματά μας και τα σώματά μας γίνονται το project μας.

Άπειρα σώματα, καθοδηγημένα από σεναριογράφους ιατρικών σειρών, σκηνοθέτες ριαλιτοπαίχνιδων πλαστικής ανακατασκευής και αρχισυντάκτες κοινωνικοσκουπιδοεκπομπών, πλημμυρίζουν τις οθόνες του μυαλού μας με στόχο την ανάδειξη του βασιλιά. Σώματα που απειλούνται, γυμνώνονται και αναπλάθονται, ανακηρύσσουν, υπόρρητα, το απισχνασμένο, νεαρό και σεξουαλικό σώμα στο απόλυτο σύμβολο επιτυχίας και προσωπικής ολοκλήρωσης ανάγοντας, συνεκδοχικά, όλους εμάς (που δεν το κατέχουμε) σε αδύνατους κρίκους ενός συστήματος, όπου είτε πρέπει να ρυθμιζόμαστε ώστε να χωράμε στο size zero είτε να αποδεχτούμε αδιαμαρτύρητα την απόρριψή μας.

Από όλους τους πόρους του μηντιακού συστήματος αναβλύζει η ιδεολογία του σώματος /μηχανή, του σώματος/προϊόν, το οποίο αφ’ ενός ρυθμίζεται, φροντίζεται και αναδομείται εξωτερικά μέσα από δίαιτες γυμναστήρια, ενδύσεις και πλαστικές, αφ’ ετέρου αποκαθίσταται, βελτιώνεται, συμπληρώνεται, εσωτερικά μέσω ιατρικών επεμβάσεων, μεταμοσχεύσεων και in vitro γονιμοποιήσεων ενώ τέλος ανακυκλώνεται για το καλό του ανθρώπινου είδους.

Munch: towards the light

Σ’ ένα περιβάλλον όπου οι μηντιοκατασκευές φροντίζουν να μας υπενθυμίζουν ότι είναι γεμάτο από τις απειλές του ατυχήματος, των γηρατειών, της σεξουαλικής παρακμής της ασθένειας και του θανάτου, σ’ ένα περιβάλλον διαρκών μεταβολών εργασίας, κατοικίας, κοινωνικής τάξης, οικογενειακών συνθηκών, το σώμα μας ανάγεται στη μόνη σταθερή εγγραφή της ταυτότητάς μας. Ταυτιζόμαστε αρνητικά ή θετικά με το σώμα μας, ενώ όλη αυτή η εικονογράφηση διατηρεί το άγχη και τους φόβους μας, ότι το σώμα μας θα μας εγκαταλείψει αν σταματήσουμε να το ελέγχουμε (πόσο να ακούσει κανείς ότι οι προληπτικές εξετάσεις βοηθούν στην έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία θανατηφόρων ασθενειών, χωρίς να τρέξει να κάνει τη μαστογραφία του) και να το ρυθμίζουμε αδιάλειπτα (ποιος άλλος να σου διαβεβαίωσει ότι η σωστή διατροφή προστατεύει από διαβήτη και υπέρταση, ότι η τακτική άσκηση προστατεύει από καρδιαγγειακές παθήσεις, πριν αρχίσει να τρέχεις με τις ώρες πάνω σε έναν διάδρομο που δεν οδηγεί πουθενά?), αν δεν επιτρέψουμε σε όλους τους οιονεί ειδικούς (υγιεινολόγους, διατροφολόγους, διαγνωστικολόγους) να το ελέγξουν και να το ρυθμίσουν.

Καθώς στις μετανεωτερικές κοινωνίες, το δικαίωμα και η απόδειξη του άρχειν της πολιτείας έχει μετατεθεί από την επιβολή του θανάτου στο μανατζάρισμα της ζωής, όλες αυτές οι τηλεσυλλήψεις, εργαλεία και αποτελέσματα της εξουσίας, το μόνο που επιθυμούν να επιβεβαιώσουν είναι ότι η τέχνη του ζειν επιτυγχάνεται μόνο μέσα από την καταστροφή της ατομικότητας, ότι η φροντίδα/μέριμνα του εαυτού, πρέπει να καταλήγει στην αυτόεξουθένωση, στο θόλωμα της περιχάραξης του υποκειμένου.

Όλα αυτά τα ιατρικά και παραϊατρικά τηλεθεάματα επιβεβαιώνουν την ιατρικοποίηση των μηχανισμών της εξουσίας την εμπέδωση των βιολογικών πρακτικών στην πολιτική, τη μεταβολή της εξουσίας σε βιοεξουσία, στην οποία ανήκει το δικαίωμα να αποφασίζει για τη φυσιολογικοποίηση των ατόμων (μέσα από την ολική απαγόρευση του καπνίσματος –την χολέρα του 20ου αι. ή μέσα από τις τεράστιου εύρους καμπάνιες για την παχυσαρκία –την πανούκλα του 21ου αι.) ώστε να τους παραχωρείται το δικαίωμα του ζειν. Κι όπως λέει και ο Negri (που όσο να πεις τη βλέπει, εδώ και χρόνια, την ανάλογη τηλεορασούλα του στη φίλη και γείτονα Ιταλία), η βιοεξουσία ρυθμίζει/διευθύνει την ζωή από το εσωτερικό της, παρακολουθώντας την, μεταφράζοντάς την, ομογενοποιώντας την και επαναμορφοποιώντας την για να επιτύχει την παρέμβαση της στο σύνολο του πληθυσμού. Ενός πληθυσμού όπου τα άτομα έχουν απωλέσει τα όρια τους, το σώμα τους εντάσσεται, ταυτίζεται και εμπλέκεται με το σώμα του ετέρου, βρίσκει τη συνέχεια του ανασυντάσσεται και αναγεννάται στη συνάντησή του με την τεχνολογία, και πιστοποιεί την υλικότητά του σε μια υπερβατολογική και ταυτόχρονα φοβική αλληλεπίδραση με το επέκεινα....

Κι έτσι το μόνο που μπορώ να κραυγάσω (και ΔΕΝ αναρωτιέμαι σήμερις, για άλλη μια φορά....) είναι αρκετά πια με όλη αυτή την εικονική πραγματικότητα, όπου θολώνονται τα όρια του σώματος και της τεχνολογίας, αρκετά πια με όλη αυτή τη διαφημιστική μυθολογία, όπου απορρυθμίζονται οι εσωτερικές και εξωτερικές σταθερές και ασάφειες του σώματος, του δικού μου και του άλλου αρκετά πια με όλη αυτή τη μιντιακή απεικόνιση όπου συσκοτίζονται τα όρια ζωής και θανάτου......

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2008

... έχω ξοφλήσει...

Έχω μια διάθεση πάντα αρνητική και αποφεύγω να αναφερθώ σε γεγονότα όσο αυτά είναι στην επικαιρότητα. Δεν ξέρω γιατί αλλά νοιώθω μια αμηχανία, παρακολουθώντας την εξέλιξή τους. Διαρκώς έχω την αίσθηση, ότι όποια και να είναι η έκβασή τους πάντα νομιμοποιείται, πάντα είναι το νομοτελειακό και φυσικό τους τέλος. Πάντα νοιώθω πως ό,τι και να πω (είτε επιβεβαιώνεται είτε διαψεύδεται), υπάρχει ένα κενό σκέψης, υπάρχει ένα διαφεύγον νόημα...

Μακρύς πρόλογος, ε? Ναι αλλά απαραίτητος, για να μπορέσω να ξεφουρνίσω τη σοφία μου τώρα που η απεργία πείνας έληξε, τώρα που υπάρχει ένα τέλος (ευτυχώς, ευτυχές) στην κινητοποίηση. Για να μπορέσω να πω αυτό που τριγυρίζει στο νου μου όλες αυτές τις μέρες που εξελίσσεται το δράμα (με την αρχαιοελληνική έννοια της λέξης), για να σταθεί δυνατό να εκφράσω το παράδοξο που εντοπίζω σε όλη την ιστορία:

Οι φυλακισμένοι απείλησαν την πολιτεία με την εξουδετέρωση (ως το σημείο της εξαφάνισης) του σώματος τους, αυτού ακριβώς του σώματος που συνιστά (συμβολικά και πραγματικά) την απειλή για την πολιτεία. Και η Πολιτεία προσπάθησε να συντηρήσει, να επαναφέρει (ακόμη και με τη βία) στην ενάργεια αυτό το σώμα που αψηφά την εξουσία της και που όσο θα υφίσταται θα συνιστά μια απειλή γι αυτήν.

Η προφανής απάντηση είναι ότι η Πολιτεία μεριμνά για τους πολίτες της ανεξάρτητα από την ηθική τους κατάσταση. Η πραγματική (λέω εγώ δανειζόμενη τη λογική και τη φιλοσοφία του σοφού παππού Foucault) είναι ότι ο θάνατός τους σηματοδοτεί τη διαφυγή από την εξουσία της. Το άτομο, ακόμη και με την απλή δήλωση της απόφασής του να περάσει στο επέκεινα και μάλιστα με έναν εκκωφαντικά σιωπηλό τρόπο, υλοποιεί την επαναστατικότερη των πράξεών του και εκφεύγει οριστικά από τις ρυθμίσεις, τους ομαλοποιητικούς κανόνες, την επιτήρηση και την πειθάρχηση της Πολιτείας.

Από τη στιγμή που η νεωτερικότητα μετάθεσε την εξουσία από το σώμα, τη φυσική υπόσταση του ηγεμόνα (L’ état cest moi – Το κράτος είμαι εγώ), αναγκαστικά μετέθεσε και το σημείο άσκησης αυτής της εξουσίας. Ενώ ο ηγεμόνας ασκούσε την εξουσία του πάνω στη ζωή με την επιβολή του θανάτου, η νεωτερική γραφειοκρατική διακυβέρνηση ασκεί την εξουσία της πάνω στη ζωή φροντίζοντάς την (κοινωνικό κράτος, συστήματα υγείας, εκπαιδευτικοί θεσμοί), ρυθμίζοντάς την (μείωση βρεφικής θνησιμότητας, προσπάθειες αύξησης του προσδόκιμου ορίου επιβίωσης), απλώνοντας όμως έτσι ένα αδιόρατο δίχτυ, επιτηρήσεων, ελέγχων, ρυθμίσεων και περιορισμών (με τις ιδεολογίες για την παχυσαρκία, τις απαγορεύσεις του τσιγάρου –η παλαιότερα του αλκοόλ– με παρεμβατικές καμπάνιες στη σεξουαλική ζωή των ατόμων).

Ο θάνατος από κορυφαία εκδήλωση της εξουσίας, από υπέρτατο σημείο άσκησης της εξουσίας μετατρέπεται στο σημείο που εκφράζεται η αποτυχία της. Κάθε θάνατος, ατύχημα, απώλεια συνιστά το σημείο κακής εφαρμογής των κανόνων της. Ακόμη και η επιβολή της θανατικής ποινής νομιμοποιείται μόνο από την απειλή που συνιστά για τη ζωή των υπολοίπων (των νομοταγών) ο παρεκκλίνων. Το ελάχιστο έγκλημα δεν αφορά μόνο στο πραγματικό θύμα. Ο εγκληματίας συνιστά μια οιονεί απειλή για την ίδια την εξουσία, επιτίθεται σε ολόκληρη την κοινωνία. Ο παραβατικός γίνεται ο κοινός εχθρός, που πρέπει να απομονωθεί και σε ακραίες περιπτώσεις να εκλείψει.

Η επιβολή όμως των ποινών και η εκτέλεσή τους έχει διαφοροποιηθεί ριζικά, τόσο ως προς τη μορφή της όσο και ως προς τη στοχοθεσία της. Από τις δημόσιες σωματικές ποινές και τους θανάτους/θέαμα (από τους ραβδισμούς και τις κρεμάλες στις δημοσιές της Ιγγλετέρας ως τους δημόσιους αποκεφαλισμούς της Γαλλικής επανάστασης), το δημόσιο εξευτελισμό και τον συμβολικό ή πραγματικό ακρωτηριασμό (από το κούρεμα και τη διαπόμπευση των τεντιμπόηδων της δεκαετίας του 1960 –με τον περίφημο νόμο 4000– ως τους δημόσιους ακρωτηριασμούς χεριών στις πλατείες των ισλαμικών χωρών) με στόχο όχι την αναμόρφωση του ενόχου αλλά τον παραδειγματισμό των υπολοίπων, περάσαμε στον εγκλεισμό, την απόσυρση του σώματος του ενόχου από τη δημόσια θέα. Το σώμα που (εν τέλει) τιμωρείται με τον εγκλεισμό δεν είναι πια ένα σώμα, είναι η έδρα του λάθους της ζωής και η τιμωρία, που στόχος της πια είναι να παραδώσει αναμορφωμένο το άτομο, αποκτά ως όριο μόνο το ίδιο το σώμα του.

Αυτή, άρα, η απειλή του θανάτου του κρατουμένου διαπερνά τον τοίχο, που λειτουργώντας απομονωτικά, κρατώντας τους ενόχους εκτός της κοινωνίας των νομοταγών και ταυτόχρονα, περιορίζοντας τη γνώση του έξω κόσμου για τη ζωή κατά την εκτέλεση της ποινής υπενθυμίζει τη δυνατότητα της εξουσίας να τιμωρεί. Η απειλή του εκούσιου θανάτου ακυρώνει το συμβολισμό της φυλακής. Ο κρατούμενος μετατρέπει τον θάνατό του από ιδιωτική μοναχική υπόθεση, σιωπηρά βιωνόμενη, στο τραγικό δημόσιο συμπλήρωμα μιας κοινωνίας του θεάματος. Ο θάνατος δεν είναι απλά η απώλεια ενός ατόμου, γίνεται μια ρωγμή στο κοινωνικό σώμα από το οποίο η εξουσία κινδυνεύει να κατρακυλήσει στο κενό.

Ναι, η Πολιτεία, κατά κάποιον τρόπο υποχώρησε, δεσμεύτηκε να λάβει μέτρα για τη βελτίωση της διαβίωσης κατά την εκτέλεση της ποινής. Ναι η απεργία πείνας σταμάτησε, οι κρατούμενοι δεν κινδυνεύουν από τους εαυτούς τους.

Και έτσι οι τοίχοι μπορούν να ξανακλείσουν πίσω μας, τα κάγκελα να υψωθούν μπροστά τους και η εξουσία να διασφαλίσει τη συνεχιζόμενη επιβολή της

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2008

... έρχομαι....




Καθώς το καλοκαίρι κυλάει στις σκιές της μνήμης, κοιτάζω στο βάθος της επιστροφής μου όπως ο Νίτσε στην άβυσσο με το φόβο της βύθισης μέσα της...





Επέστρεψα, (επιστρέψαμε) στους οντολογικούς, ιδεολογικούς, υπερβατικούς, και (ενίοτε) μεταφυσικούς πειθαναγκασμούς μας τους οποίους νομίζαμε ότι αποσείσαμε από πάνω μας καθώς πηδάγαμε με μανία πάνω στην ξεχειλισμένη (και άρα αρνούμενη να κλείσει) βαλίτσα των διακοπών μας.




Επιστρέψαμε την αναπαράσταση του εαυτού μας, στη διαρκή επανεφεύρεση της πραγματικότητας της αμήχανης πόλης όπου ο φθινοπωρινός πολιτισμός του θεαματικού απλώς αναμένει να προσκυνήσει τα laser της κυρίας Τσικόνε...








Mετά τη (σχεδόν ανακουφιστική) βραδύτητα του dial up όπου το μόνο προσβάσιμο ήταν μια πληροφορία ανίκανη να αναχθεί σε υποκείμενο επικοινωνίας, επιστρέψαμε στην ιλιγγιώδη ταχύτητα του adsl όπου ένα πλήθος (σχεδόν αδιαχωρίσιμη μάζα) πληκτρολογίων, τόπος απειράριθμων, πολυσχιδών και ταυτόχρονα (μέσα από την αντιφατικότητα του μέσου) εξατομικευμένων συνδιαλλαγών, εξατμίζεται αφήνοντας πίσω ένα συνονθύλευμα απομονωμένων υποκειμένων....




Επιστρέψαμε σε μια οθόνη όπου όλα είναι ορατά χωρίς ποτέ να ορούν. Κάθε τερματικό, ένας πανοπτικός, ατέρμονα δι-επεκτεινόμενος Benthamιανός πύργος με στεγανά διαχωριστικά και σχεδιαστικής ακρίβειας ανοίγματα όπου όλοι βλέπουν όλους χωρίς κανένας να είναι ορατός από κανέναν.....





Επιστρέψαμε.....

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2008

...περνά ο στρατός της Ελλάδος φρουρός....

"Κάθε παρέλαση είναι ένα δημόσια εκτεθειμένο ψέμα" είπεν ο σοφός παππούς Έκο. Ένα σωματικά δομημένο ψέμα, έμφορτο με εθνικιστικές συμπαραδηλώσεις επιθετικότητας και απόλυτα συνδεδεμένο με ιδεολογίες σωματικής πειθάρχησης, πνευματικής υποταγής και στρατιωτικής ετοιμότητας.
Το θυμήθηκα αφού ήρθε πάλι ο καιρός της παρελάσεως (ο εφιάλτης στο δρόμο με τα δίευρα...) και η εμμονή σε αυτήν της ελληνικής (ομού μετά τινών ανατολικασιαστικών δικτατοριών) πολιτείας και κοινωνίας (ειδικά στις μαθητικές). Άλλη μια απόδειξη (για μένα) της υλικής πραγματικότητας που συνιστούν η πολιτική και η ιδεολογία και (καθώς, εδώ και πολλά χρόνια μάς έχει τελειώσει η παραδοσιακή καρτεσιανή διχοτομική προσέγγιση πνεύματος/σώματος) της αποδοχή; της σωματικοποιημένης έννοιας του ανθρώπινου όντος, ότι δλδ το άτομο είναι τα βιολογικά όρια του σώματος του, αφού (πολύ σχηματικά) χωρίς αυτό δεν υπάρχει (η σκέψη) το έξω από αυτό. {Ο εγκεφαλικός θάνατος -θάνατος της (έδρας της) σκέψης επέρχεται πριν ακόμα και τον καρδιακό θάνατο, ενώ το ζήτημα της (ύπαρξης ή ανυπαρξίας της αθάνατης) ψυχής άπτεται του πεδίου της παραψυχολογίας (ει μη και της θρησκειολογίας, ετέρου παράγοντα του μεταφυσικού) οπότε δεν αναιρεί το παραπάνω. (μιλάμε έχω αρχίσει να βάζω παρενθέσεις στις παρενθέσεις... Η κατάστασή μου επιδεινώνεται....)}. Άρα οι λειτουργίες (και οι χρήσεις) του σώματος (όπως η παρέλαση) σε ένα κοινωνικά δομημένο περιβάλλον, καταδεικνύουν τη σημασία του, ως παράγοντα στις λειτουργίες της αμοιβαιότητας και της ανταλλαγής ανάμεσα στα άτομα, και αποκαλύπτουν τις διασυνδέσεις ανάμεσα στη διαμόρφωση του σώματος και τη δόμηση του κράτους, στη νοηματοδότηση του σώματος και τις ιδεολογίες της εξουσίας (στις θεσμικά ιεραρχημένες αλλά και στις οριζόντια διαχεόμενες μορφές της).
Οι πρώτες διαφοροποιημένες από το καρτεσιανό μοντέλο αναφορές στην έννοια του σώματος παρατηρούνται στη νεωτερική κοινωνία στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αι. Την περίοδο που μεταβάλλεται ο γεωπολιτικός και κοινωνικός χάρτη της Ευρώπης, λόγω των ναπολεόντειων πολέμων και της βιομηχανικής επανάστασης. Η οικονομική σημασία του σώματος, στην αλυσίδα παραγωγής, αλλά και η χρησιμότητα του για την κυριάρχηση πάνω σε άλλες πληθυσμιακές και εθνικές ομάδες, οδήγησε στην ανάπτυξη ενός διαφοροποιημένου λόγου (διάβαζε ιδεολογία) σώματος, πνευματικής και σωματικής υγείας, και φυσικής άσκησης. Έτσι, ανατίθεται (ή αναλαμβάνει, η σχέση δεν είναι τόσο ντετερμινιστική όσο ακούγεται, αλλά φυσικά ούτε τόσο συμπτωματική και αθώα...) η διάδοση του αθλητισμού και της Φ.Α., στη δημόσια εκπαίδευση, έναν από τους θεσμούς που συνέβαλε και στην εγκαθίδρυση των εθνικών κρατών.
Σε ένα παράλληλο χρονικά (και νοηματικά) επίπεδο, αν διαβάσουμε προσεκτικά τους λόγους του Κουμπερτέν (εις την αλλοδαπήν), του Βικέλα (εις τα καθ' ημάς) ή των τεχνοκρατών του αθλητισμού (σήμερα), θα διακρίνουμε το υπονοούμενο (και λιγότερο υπονοούμενο) ότι κάθε αθλητικό (σωματικό) επίτευγμα είναι απόδειξη πως έχει προοδεύσει η ίδια η ανθρωπότητα, τόσο ως προς τη σωματική κατάσταση συνολικά των ατόμων, αλλά, κυρίως (πέφτοντας στην ύπουλη παγίδα ότι αφού κάθε επιτυχία, επιτυγχάνεται μέσω της θεϊκής επιθυμιάς τότε η νίκη αποκτά μια ηθική πλευρά- εφόσον -ελέω- δεν μπορεί να αποδοθεί στους αήθεις), ως προς το ήθος (να μην ξαναναφέρω ως χαρακτηριστική την αντιμετώπιση των ατόμων με "προβλήματα βάρους", ως παρεκκλίνοντων όχι απλά του σωματικά φυσιολογικού, αλλά του πνευματικά, συναισθηματικά και ψυχολογικά "κανονικού"). Ένα ήθος που αξίζει την επιβράβευση (μετάλιο), αλλά και υποχρεούται στην επίδειξη (παρέλαση πριν την έναρξη των αγώνων, και μετά από αυτούς) επιβεβαίωση της ανωτερότητας του έθνους (αφού γέννησε τον) νικητή.
Έτσι, λοιπόν ήταν (είναι) επόμενη η σύνδεση της προόδου του έθνους, έμμεσα (ή λιγότερο έμμεσα), με την καλή φυσική κατάσταση, την υγεία και τη δύναμη των πολιτών και από εκεί (ο εκφυλισμός) σε αυτό που ο σεβάσμιος αθλοερευνητής ο Alter ονομάζει σωματικό εθνικισμό. Συνεπαγωγικά, λοιπόν (μιλάμε μέσα στον ντετερμινισμό είμαι σήμερα) τα μέσα του 19ου αι. δημιουργούν της κατάλληλες συνθήκες ένταξης της Φυσικής Αγωγής (τότε Γυμναστικής ή Σωματικής Αγωγής) στην εκπαίδευση (για τη δημιουργία του ικανού προς εργασιακή απόδοση και επίτευξη των ιμπεριαλιστικών στόχων ατόμου, μέσω του ελέγχου και την πειθάρχηση του σώματος) με συστήματα μαζικής γύμνασης με μιλιταριστικό σχεδιασμό, όπως το γερμανικό, το οποίο συνίστατο στην άσκηση σε πυκνές παρατάξεις, με δοσμένες ομαδικές εντολές, με απόλυτο συγχρονισμό, τη χρήση πολεμικών οργάνων, ακόμη και την εξάσκηση σε πρακτικές πολέμου. Είναι επίσης η εποχή όπου προκύπτουν οι πρώτες (στρατιωτικές) παρελάσεις ως εκφοβιστικές εκ(και συμπαρά- μη σου πω)δηλώσεις αποφασιστικότητας και (εργασιακής και μιλιταριστικά ερμηνευμένης) επιθετικότητας, επίγονοι των ρωμαϊκών θριάμβων, όπου ο νικητής τροπαιοφόρος στρατηγός παρήλαυνε με το στρατό του στους δρόμους της πόλης (πιστοποιώντας την κατοχή της από αυτόν, άρα και την υποχρέωση των κατοίκων της να του προσφέρουν τις προσόδους τους) περιφέροντας μαζί σιδηροδέσμιους τους ηττημένους (πιστοποιώντας έτσι την κατωτερότητά τους άρα και τον λόγο για τον οποίο έχασαν -τη δυνατότητα- της ελευθερίας και των προσόδων τους...).
Αλλά εκεί που η παρέλαση (και το περίφημο βάδισμα της χήνας) βρήκε τη χαρά της ήταν η επιβολή των φασιστικών (όλων των χρωμάτων, καθότι μόλις μου ήρθε στο νου και η Κόκκινη Πλατεία με τους κομμισάριους της να περνούν καμαρωτοί με γόνατο τεντωμένο και κουντεπιέ στητό, μπροστά από τον Στάλιν, στον Χρουτσόφ, τον Μπρέζνιεφ κ.ο.κ...) και εθνικοσοσιαλιστικών κομμάτων στην Ευρώπη που απέβλεπαν στη δημιουργία του πνευματικά, σωματικά και ηθικά «χαλύβδινου ανθρώπου», στην υπηρεσία του αρχηγού και του κράτους, και πρέσβευαν τη διαμόρφωση του πολεμικά πρόθυμου υποκειμένου, του στρατιωτικά έτοιμου σώματος...
Στην Έλλάδα, η διδασκαλία της Φυσικής Αγωγής (η μάνα της παρέλασης, ενώ και η παρέλαση σε μια κυκλικά ανατροφοδοτούμενη σχέση παράγει τη Φυσική Αγωγή) ανατίθεται αρχικά σε στρατιωτικούς (καθηγητές εκπαιδεύονται πολύ αργότερα και πάντα η εκπαίδευσή τους γίνεται μέσα σε μιλιταριστικά πλαίσια και συμφραζόμενα) και μάλιστα εκτός του σχολικού ωραρίου. Αποκτά έτσι μια λειτουργία επέκτασης του σχολικού χρόνου, σε μια γενικευμένη προσπάθεια υπόρρητου ελέγχου των σωμάτων των μαθητών, τονίζοντας τη συμπληρωματική προς την εκπαίδευση (η οποία -στη θεσμική της έκφραση το σχολείο- με μια σειρά μηχανισμών χώρου -όπως η στενότητα των διαδρόμων στην τάξη, η τοποθέτηση της έδρας ψηλότερα από τα θρανία, οργάνων -όπως τα θρανία, ειδικά τα παλαιότερα, ένα μέγεθος από την πρώτη μέχρι την τελευταία τάξη του σχολείου που υποχρεώνει τα παιδιά σε μια αφύσικα καμπουριασμένη ή τεντωμένη στάση, μεθόδους και τεχνικές -όπως η Φ.Α., η σωματική τιμωρία, ή η παρέλαση- τυποποιεί και κανονικοποιεί τα παιδιά διασφαλίζοντας την υποταγή των σωμάτων και των δυνάμεών τους) λειτουργία της, όσον αφορά στην πειθάρχηση των μαθητών αλλά και στην ελεγχόμενη ανάπτυξη της επιθετικότητάς τους (όπως λέει και ο σοφός αθλοκοινωνιολόγοθεωρητικός Dunning), ώστε μελλοντικά να λειτουργήσουν ως υπερασπιστές του κράτους. Κι εκεί στη δεκαετία του τριάντα, με την άνοδο του Μεταξά στην εξουσία... η Σωματική Αγωγή γεννά την μαθητική παρέλαση ώς απόδειξη αυτής της υπερασπιστικής δεινότητας, αυτής της πολεμικής ετοιμότητας, αυτής της ομόθυμης υποταγής στον άριστο. Οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν τη διατήρησαν αποζητώντας την ιδεολογική και κοινωνική ενσωμάτωση μιας μαθητικής νεότητας που προερχόταν από τα παιδιά του πολέμου και της εμφύλιας σύγκρουσης, η χούντα των συνταγματαρχών τη διατράνωσε και τη συμπλήρωσε με γιορτές τύπου "Ελληνική αρετή".... και δε γλιτώσαμε από δαύτη ποτέ....
72 χρόνια αργότερα εξακολουθούμε να επιδεικνύουμε (μέσα από) τη σωματική ρώμη των παιδιών μας την πνευματική τους ενάργεια, να αποδεικνύουμε (μέσα από) τον συγχρονισμό στο βήμα τους την πειθάρχησή τους στον φορέα της αλήθειας, να αναδεικνύουμε (μέσα από) την τιμητική περιφορά των λαβάρων την ετοιμότητά τους να πολεμήσουν κάθε (πραγματικό και προπάντων) φαντασιακό εχθρό.
Ωστόσο, αναρωτιέμαι....
Είναι σκόπιμο να συζητιούνται θέσεις για την κατάργηση των παρελάσεων, όταν ακόμα μέσα από συλλαλητήρια (με εθνοκεντρικές ομιλίες και πολιτειοφοβικές αγορεύσεις) για το όνομα της όμορης χώρας, που είναι αμφίβολο αν θα υπάρχει σε 15 χρόνια, μέσα από προσκυνήματα εικόνων ειδικά φερμένων (για την ενίσχυση του θρησκευτικού αισθήματος του λαού) από ιερά βουνά και λαγκάδια αποδεικνύουμε ότι ο χρόνος μας παραμένει παγιδευμένος σε μια προνεωτερικότητα?
Μήπως γίνονται γραφικοί όσοι θεωρούν ότι ήρθε ο καιρός διαφοροποίησης των πανηγυρισμών για την εθνική παλιγγενεσία, όταν ακόμα μέσα από σταυροφορίες (με ανοικείες επιθέσεις και αμφισβητήσεις της ιθαγένειάς τους και λοιδώρησης) για την απόσυρση (ει μη και καύση) ενός βιβλίου, όταν με την περιφορά ιερών λαβάρων (ώστε η εθνεγερσία -σοφά αποκομμένη από την κοινωνική της διάσταση- να εγείρει συνδέσεις και συνειρμούς) για την εμπέδωση του δικαιώματος της θρησκείας να παρεμβαίνει στη λειτουργία της πολιτείας (όσον αφορά ατον καθορισμό της ταυτοτήτας των πολιτών) καταδεικνύεται ο προ-αστικός χαρακτήρας της ελληνικής πολιτείας?
Μήπως είναι ανοησία να αμφισβητείται η συμβολή των παρελάσεων στην υγιή ανάπτυξη των προσωπικοτήτων των μαθητών/τριών, όταν μέσα από τα καναλοπαράθυρα (που βρίσκουν θέμα στις χαλεπές -ειδησεογραφικά- μέρες των αργιών), για τις φουστίτσες των μαθητριών και τα αθλητικά των μαθητών, όταν μέσα από τους καυγάδες (των ίδιων εκείνων ελλήνων γονιών, που βρήκαν τον Πικάσσο τολμηρό και το "Λεωφορείον ο πόθος" ανήθικο) για την ελληνικότητα των σημαιοφόρων αναδεικνύεται η υπόρρητη συντηρητικότητα και η ξενοφοβία της ελληνικής κοινωνίας?
Βρε μήπως το παρακάνω με τις αναρωτήσεις μου και εκνευριστεί ο Ζουράρις και οι συν αυτώ?

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2007

... ο φόβος του τερματοφύλακα πριν το πέναλτι...

«Αθλητισμός είναι η θεληματική και συνήθης καλλιέργεια της εντατικής μυϊκής προσπάθειας, η οποία στηρίζεται στην επιθυμία της προόδου και που ημπορεί να φθάσει μέχρι τον κίνδυνο» (Βαρώνος -σιγά-τη-μούρη-de Coubertin)
«Αθλητισμός είναι ένας επαναλαμβανόμενος, ρυθμιζόμενος, φυσικός ανταγωνισμός που παράγει έναν αδιαμφισβήτητο νικητή» (Bell, 1987)

Διαπνέεται ο αθλητισμός από ανιδιοτέλεια? Υπάρχει το αθλητικό ιδεώδες (υγεία, άμιλλα, καλή φυσική κατάσταση και σωματική βελτίωση, προσωπική ικανοποίηση)? Ποιος έδωσε αυτόν τον ορισμό του αθλητικού ιδεώδους???

Δίνω μόνο δυο ορισμούς του αθλητισμού όπως δημοσιοποιούνται στο Αθλητικό Μανιφέστο, μόνο για λόγους οικονομίας χώρου και όχι γιατί με βολεύουν. Όσους και να αναφέρω θα συγκλίνουν στην άποψη πως ο αθλητισμός πρώτα απ’ όλα είναι ένας ανταγωνισμός. (εξ’ άλλου άθλον σημαίνει βραβείο, άρα αθλητής αυτό που αγωνίζεται για το βραβείο). Ο αθλητισμός, είτε είναι μαζικός και λαϊκός, είτε είναι μαθητικός (να δείτε γονείς να ωρύονται για (και μαζί με) τα καμάρια τους σε σχολικούς αγώνες.... να σας φύγει το κεφάλι!) ταυτίζεται με τον «αγώνα», δεν έχει νόημα χωρίς τη νίκη και την επιβράβευση. Κι αυτό ΔΕΝ είναι απαραίτητα κακό...
Οι ανθρωπολογικές και ιστορικές μελέτες έχουν δείξει ότι τα αθλητικά γεγονότα, κατά κύριο λόγο, ξεκίνησαν ως αναπαραστάσεις συγκρούσεων και συνδέονταν με θρησκευτικές τελετές σε όλες τις πρωτόγονες κοινωνίες. Η ερμηνεία που δίνεται συνήθως, είναι ότι η αθλητική δραστηριότητα είχε θεραπευτικές ιδιότητες εκτόνωσης από την ένταση και την (μη γελιόμαστε εξ' άλλου, εγγενή στην ανθρώπινη φύση) επιθετικότητα ειδικά κατά τα πρώτα στάδια της κοινωνικοποίησης του ανθρώπου. Με λίγα λόγια οι αθλητικές εκδηλώσεις δεν ήταν παρα η μετεξέλιξη των φυσικών συγκρούσεων σε συμβολικές αντιπαραθέσεις και του φυσικού θανάτου του αντιπάλου στον συμβολικό θάνατο του ηττημένου. Στο δίλημμα, αθλητισμός ή πόλεμος οι άνθρωποι προτιμησαν τον πρώτο, φυσικά διαποτισμένο με τα χαρακτηριστικά του δεύτερου και ουχί με τις άμιλες και κατοπινές (συνήθως αστικές και θεολογικά προερχόμενες) σαχλαμάρες. Και μη μου πεί κανείς ότι από τότε εκπολιτιστήκαμε, γιατί θα τον παραπέμψω στον William Golding (και το πολλλλλυαγαπημένο μου, αριστουργηματικό "Lord of the flies") αλλά και στον διανοητή George Steiner οι οποίοι καταδεικνύουν ότι ο πολιτισμός δεν είναι παρα μια πολύυυυυυυ λεπτή φλύδα, που με το παραμικρό σκίζεται και φανερώνει την άγρια υφή της ζωώδους φύσης μας, μια πολύ λεπτή κρούστα στον κρατήρα ενός ηφαιστείου, που με το ζόρι συγκρατεί μια λάβα βαρβαρότητας...

Περιορίζεται η φυσική συμμετοχή των πολιτών εξαιτίας της παρακολούθησης των αγώνων?
Μετατρέπονται οι πολίτες σε παθητικούς δέκτες?

Η κάθαρση φυσικά που παρέχει ο αθλητισμός δεν είναι μια ιδιωτική υπόθεση, δεν αφορά μόνο τους εμπλεκόμενους, αφορά σε όλους τους συμμετέχοντες στην κοινωνική ομάδα. Γίνεται για χάρη και μπροστά σε κάποιον θεατή, ο οποίος όχι μόνο δεν περιορίζεται σε παθητική παρακολούθηση αλλά στην ουσία συμβάλλει ενεργά στην απόφαση του αθλητή για άθληση και στη συμμετοχή του σε (αντ)αγωνίσματα σύμφωνα με τον Σταμίρη. Έτσι, προτού βιαστούμε να αναγάγουμε τον θεατή σε παθητικό δέκτη, ας σκεφτούμε ότι οι φίλαθλοι, από τις πρωτόγονες κοινωνίες ως σήμερα, δημιουργούν και μοιράζονται με τους συμμετέχοντες τον αγώνα, το illusio του αγώνα και βιώνουν την εμπειρία του αθλητισμού μέσω του σώματος του αθλητή. Παίζουν το παιχνίδι μέσα από τη δραστηριότητα του αθλητή και υποτάσσονται στους κανόνες μέσω της πειθάρχησης του αθλητή στους κανόνες του παιχνιδιού που αποδέχονται αμφότεροι. Σύμφωνα με τη θεωρία του Bourdieu, βλέποντας τον «άλλο» να πράττει ή ακούγοντας την ιστορία της πράξης του – στη μετάδοση ένός αθλητικού γεγονότος από τα Μ.Μ.Ε. – ο «εαυτός» ζει δια αντιπροσώπου την εμπειρία κάνοντας τον άλλο ένα μέρος του σε μια στιγμή ταυτοποίησης που μετατρέπει το εγώ στην εικονική δομή του. Το αθλητικό θέαμα συνδέει το σώμα του θεατή με το σώμα του αθλητή, επανασυνδέει το θεατή με τον αθλητισμό, αναδεικνύοντας τη συμβολή του στην πολιτισμική διαδικασία.

Και τα έκτροπα? ο χουλιγκανισμός? η χυδαιολογία?

Η ταύτιση του οπαδού με τον παίκτη οδηγεί σε αυξημένο συμβολικό ανταγωνιστικό λόγο. Ο παίκτης προστατεύει τα συμφέροντα του οπαδού μέσα στον αγωνιστικό χώρο. Και ο οπαδός όμως προστατεύει τα συμφέροντα της ομάδας του στις κερκίδες κάνοντας τη σύγκρουση και εκτός αγωνιστικού χώρου αναπόφευκτη, γιατί ενώ το σώμα του αθλητή αποτινάσει την εξουσία (της πειθάρχησης στους κανόνες και στη (δια)μόρφωση του σώματος από την προπόνηση) που εγκαθίσταται πάνω του μέσα από τη συμμετοχή στο παιχνίδι, το σώμα του φιλάθλου δε βρίσκει τρόπους να απαλλαγεί από αυτή την εξουσία. Ένας αγώνας είναι εκδήλωση μιας μεγάλης φυσικής και ψυχικής ενέργειας. Η δημιουργία της εικόνας είναι πολύ ισχυρή. Δημιουργείται έτσι η αντίφαση με το ότι ο θεατής πρέπει να μείνει μόνο θεατής. Η άσκηση στο έπακρο των δυνατοτήτων του σώματος των αθλητών, δημιουργεί στους θεατές-φιλάθλους την αίσθηση ότι τους αφαιρείται κάτι από το σώμα τους. Έτσι οι φίλαθλοι (στην πλειοψηφία τους νέοι στα πρώτα στάδια κοινωνικοποίησης του σώματός του) το διεκδικούν πίσω με την άσκηση βίας. Μια βία που δεν είναι εγγενής στον αθλητισμό αλλά αποτελεί συνήθως
  • έκφραση τοπικιστικών, εθνοτικών ή θρησκευτικών διαφορών (Στις 8 και 23 Ιουνίου του 1969 δυο ποδοσφαιρικοί αγώνες για την πρόκριση στο Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου ανάμεσα στις εθνικές ομάδες της Ονδούρας και του Ελ Σαλβαδόρ, κατέληξαν σε ένοπλη σύρραξη ανάμεσα στις δυο χώρες τον επόμενο μήνα για συνοριακές διαφορές. Η σύρραξη αυτή έμελλε να μείνει στην ιστορία ως «ο πόλεμος του ποδοσφαίρου». Το 1971, στη Σκοτία, οι οπαδοί της καθολικής Celtic και της προτεσταντικής Rangers συγκρούστηκαν μετά τη λήξη του μεταξύ τους αγώνα με αποτέλεσμα 66 νεκρούς),
  • αντίδραση οπαδών που ανήκουν σε ομάδες πληθυσμού με υψηλά ποσοστά ανεργίας και αλκοολισμού, (χαρακτηριστικό παράδειγμα οι οπαδοί των βρετανικών ομάδων), όπου η ταύτιση με την επιβολή μέσα στον αγωνιστικό χώρο είναι η εξωτερίκευση συσσωρευμένης εχθρότητας, η άρνηση της περιθωριοποίησης, η ύστατη προσπάθεια επιβολής στο κοινωνικό περιβάλλον. Τα επεισόδια είναι συνήθως ίδιας έκτασης στην ήττα, όπου αισθάνονται ότι, μέσα στον αγωνιστικό χώρο αυτή τη φορά, κάποιος τους αποστέρησε την ευκαιρία για μια διέξοδο και στη νίκη όπου με τη διεξαγωγή επεισοδίων δηλώνουν ότι ήταν συμμέτοχοι στην κατακυρίευση και κατίσχυση επί του αντιπάλου, την οποία συνεχίζουν και επεκτείνουν εκτός του γηπέδου.
  • διέξοδο των ιδιαίτερα φτωχών κοινωνικών ομάδων και χώρων, με υψηλά επίπεδα αναλφαβητισμού, ιδιαίτερα πληττόμενοι από την περιθωριοποίηση. Για αυτούς η νίκη είναι αυτό που θα τους κάνει υπερήφανους, θα τους κάνει να ξεχωρίζουν από τους άλλους, θα καταγράψει την επιβολή τους πάνω στον ισχυρότερο και πλουσιότερο αντίπαλο. Η ήττα είναι άλλη μια απόδειξη της συμπαιγνίας των κέντρων διαφθοράς εναντίον τους, η απόδειξη ότι ο θεός απόστρεψε τα μάτια του από πάνω τους.
Το ποδόσφαιρο εμπεριέχει (συμπτωματικά και όχι εγγενώς) τη βία, όπως και κάθε άθλημα ανταγωνιστικής μορφής. Οι αθλητικές συναντήσεις είναι η ευκαιρία για τις μάζες να διακηρύξουν τη συλλογική τους ταυτότητα και την απόρριψη του διαφορετικού, επιτρέποντας (αλλά όχι δημιουργώντας) την εμφάνιση λανθανόντων φαινομένων ξενοφοβίας, ρατσισμού, σεξισμού, των κοινωνιών. Ο αθλητικός αγώνας ανάγεται στο συμβολικό επίπεδο της υπεράσπισης της υπόστασης του οπαδού. Η ήττα φέρνει ξεσπάσματα λύπης ή εμπάθειας, δημιουργεί εχθρούς στο χώρο του φαντασιακού. Πάντα υπήρχε η βία. Η συμβολική απόσταση του πετροπόλεμου της γειτονιάς, των φωτιών στα γήπεδα των αντιπάλων, από τα σημερινά θύματα είναι πολύ μικρή.

Και οι δυνατότητες για ξέπλυμα χρήματος? για χρήση αναβολικών? η εξυπηρέτηση των συμφερόντων των εταιρειών και των καπιταλιστών?

Ο αθλητισμός με όλες τις μορφές και εκδηλώσεις του, είναι τμήμα της κοινωνίας, είναι ένα από τα συστατικά της στοιχεία. Είναι απεικόνιση των δομών της, εμπεριέχει στο πλαίσιό του όλα τα χαρακτηριστικά της και φροντίζει ώστε, με την υποταγή τους στο illusio του παιχνιδιού, παίκτες και οπαδοί να τα ενσωματώνουν, να τα ενστερνίζονται. Ο φίλαθλος ενσωματώνει μέσα από την εικόνα και το λόγο το μήνυμα που μεταδίδει ο αθλητής και το οποίο σήμερα δεν είναι παρά το μήνυμα της καπιταλιστικής λογικής. Δεν συμβαίνουν ούτε μεγαλύτερα ούτε μικρότερα οικονομικά σκάνδαλα στον αθλητισμό απ' ότι αλλου. Ξεπλένεται πολύ λιγότερο χρήμα στον αθλητισμό απ' ότι ας πούμε στο χρηματιστήριο. Δεν κυκλοφορούν περισσότερες ουσίες (φυσικά ούτε λιγότερες) απ' ότι σε άλλους χώρους υποχρεωτικής αριστείας (Στο Χάρβαρντ μόνο σε μια χρονιά, το 2002, οι φοιτητές που παραδέχτηκαν ότι κατέφευγαν σε ουσίες για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους ξεπερνούσε το 22%!!!). Ο αθλητισμός είναι ένα μέσο συμβολικής αναπαράστασης και όπως οι περισσότερες κοινωνικές δραστηριότητες δεν αποβλέπει σε κάποια ριζοσπαστική αλλαγή. Αντίθετα επενεργεί θετικά στην παγίωση των κοινωνικών δομών.

Αυτό είναι το ποστ που θα μισήσει ο Ίνδικτος και η Just me, καθώς είναι γεμάτο αναφορές και παραπομπές, αλλά παραδεχτείτε ότι εγώ δεν έφταιγα... Ένα πανηγυρικό ποστ για την ομάδα μου πήγα να βάλω (η οποία παρεμπιπτόντως ξανανίκησε -όχι παίζουμε!!) και βρέθηκα να αθλητικοκοινωνιολογώ (τραβάτε με κι ας κλαίω...) και πλησιάζουν κι οι γιορτές και μ' αυτά κι μ' αυτά δε μ' αφήνετε να πάθω την χριστουγενοεορτοκαταναλωτική καταθλιψή μου...

Δευτέρα 21 Μαΐου 2007

Σώμα, υποκειμενικότητα, εικονικότητα Body/subjectivity/virtuality

Πριν από μερικές μέρες, σε κάποιο blog, δημιουργήθηκε ένα ζήτημα γύρω από τη σεξουαλική ταυτότητα της κατόχου, το οποίο εξελίχθηκε σε σεξουαλική παρενόχληση(?) και τελικά σε μια τοποθέτηση της blogger για τη σχέση της με το σώμα της και την ταυτότητα της. Το γεγονός είναι άλλο ένα δείγμα των αντιπαραθέσεων γύρω από το σώμα και το άτομο και ειδικότερα του σώματος ως τόπου εγγραφής της ταυτότητας. Η μάλλον όχι της ταυτότητας, αλλά μιας νέας σύλληψης, αυτή της υποκειμενικότητας, η οποία είναι προσφορότερη για την ερμηνεία του εαυτού, αποδεχόμενη ότι η δόμηση του εαυτού υλοποιείται όχι μονο μέσα από την προσωπική επιλογή αλλά και από τις κοινωνικές συνθήκες, στην υλικότητά τους. Η υποκειμενικότητα, αφ’ ενός, συνυπολογίζει τις σχέσεις εξουσίας που διαμορφώνουν τις συνθήκες της μεγαλύτερης ή μικρότερης προσωπικής επιλογής και, αφ’ ετέρου, ερμηνεύει τη ρευστότητα των σημερινών συνθηκών διαμόρφωσης των υποκειμένων.
Κι έτσι για άλλη μια φορά ανέκυψε το ερώτημα μου: Σε μια εποχή, όπου τα άτομα είναι εγκλωβισμένα σε ένα περιβάλλον υπερπληροφόρησης, δομημένο απο πληθώρα σημείων, τα οποία αντικαθιστούν σταδιακά την πραγματικότητα, δημιουργώντας, σύμφωνα με τον Baudrilliard, συνθήκες υπερ-πραγματικότητας.... Με ένα μέσο όπου το σώμα γίνεται όλο και περισσότερο απόν, όπου γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτα το περίγραμμα και τα όρια του....πως γίνεται και αποκτά μια όλο και σημαντικότερη θέση στις κοινωνιολογικές, ψυχολογικές και οικονομικές έρευνες, θεωρίες και μελέτες???? Πως γίνεται και το σώμα αποκτά μια ολοένα αυξανόμενη πολιτική σημασία, τη στιγμή που η ενσώματη υπόσταση των ατόμων γίνεται όλο και πιο αχνή ως υλικότητα, αντικαθίσταται από μια εντεινόμενη εικονικότητα?
Μήπως η εικονική πραγματικότητα, στην α-σώματη διάστασή της, ξεχνώντας ότι το σώμα δεν μπορεί να αναχθεί στο πράγμα, παραβλέποντας ότι το σώμα είναι κάτι που ζούμε, κάνει απαραίτητη την αναζήτησή του σε μια αναζήτηση μιας στερεότητας στο σχεδιασμό του εαυτού? Μήπως, τελικά, επειδή έχει χαθεί η αμεταβλητότητα των παραδοσιακών νεωτερικών και προ-νεωτερικών ταυτοτήτων, που πήγαζε από μια σταθερή αίσθηση του κόσμου, η μετανεωτερική υποκειμενικότητα, σήμερα, γίνεται όλο και πιο ρευστή και το σώμα επιστρατεύεται ως ένα εφόδιο πάνω στο οποίο προβάλλεται μια αναστοχαστική αίσθηση του εαυτού? Μήπως τελικά, προσπαθούμε να αναστρέψουμε μια απώλεια του σώματος, της υλικής κατά βάση υπόστασης του εαυτού, η οποία, σύμφωνα με τoν Fitzclarence, έρχεται σε επαφή με τους υπόλοιπους ενσώματους εαυτούς και τον ευρύτερο κόσμο? Μήπως αποζητούμε την αποκατάσταση της ενσώματης υπόστασης του ατόμου, την ενσώματη επαφή με τους εικονικούς άλλους, ώστε να επιστρέψουμε σε μια αντίληψη της πραγματικότητας, στην υλική πολλαπλότητά της???

Σάββατο 21 Απριλίου 2007

Δικτατορία και σώμα / Body and Dicatorship

Σαράντα χρόνια σήμερα από την 21η Απριλίου 1967...
Τη δικτατορία δεν τη θυμάμαι. Ήμουν σχεδόν μωρό το όταν κυρήχθηκε και μαθήτρια του δημοτικού όταν έπεσε. Είχα, όμως, την τύχη να μεγαλώσω στην πολιτικά φορτισμένη μεταδικτατορική Αθήνα και να ανήκω στη γενιά με τις πολιτικές και πολιτισμικές ζυμώσεις, τις αναταραχές και τις αναδιατάξεις των φοιτητικών κινημάτων, τις πολιτικές συζητήσεις η οποία έμαθε να σκέφτεται (το γιατί το ξέχασε είνα άλλο ζήτημα). Δεν είμαι "της μεταπολίτευσης χαμένη γενιά" (κι ας λέει ο Πορτοκάλογλου)...είμαι ωστόσο το παρελθόν... ο περασμένος αιώνας... Η κόρη μου, 15 χρονών σήμερα, απέχει απο τη δικτατορία όσο εγώ από το Οχι (του Μεταξά? του λαού? αδιευκρίνιστο, ίσως και ασήμαντο πια), απο την Κατοχή και τον εμφύλιο.... Για τη Ν. ο Παναγούλης είναι ένας Κολοκοτρώνης με παντελόνια, μια φιγούρα του παρελθόντος χωρίς υπόσταση. Καθώς, δε, η κηρυξη της δικτατορίας και τα ταραγμένα χρόνια της (ή ίσως και τα νεκρικά ήσυχα χρόνια της) είναι ιστορικά γεγονότα που επιμελώς αποφεύγουν να διδάξουν στο σχολείο, δεν της λέει τίποτα. Στάθηκε αδύνατο να την πείσουμε να παρακολουθήσει έστω ένα αφιέρωμα, να καταλάβει τι ακριβώς ήταν αυτή η δικτατορία, πώς έφτασε η Ελλάδα σ' αυτήν, τι συνέπειες είχε για τη ζωή μας αργότερα...
Α! Τα αφιερώματα στην τηλεόραση και τον τύπο! Παρακολουθώ την εξέλιξή τους με μια διαστροφική περιέργεια και ευχαρίστηση... Τα βρίσκω όλο και πιο αραιά, εξαιρετικά κάποια (ειδικά στην κρατική τηλεόραση και το κανάλι της Βουλής, ομολογώ), αδιάφορα κάποια άλλα για να μην αναφέρουμε και αυτά που σε ένα πλαίσιο λήθης και συναίνεσης, απονευρώνουν την ιστορική πραγματικότητα, αποσιωπώντας ή επιτρέποντας στους πρωταγωνιστές να αποσείσουν τις ευθύνες.
Και ξαφνικά φέτος γιά πρώτη φορά, ακούγοντας δε θυμάμαι σε ποιο αφιέρωμα για τη συνεργασία και εκπαίδευση των βασανιστών με ανατόμους γιατρούς για τα βασανιστήρια, βλέποντας τις φωτογραφίες από εκδηλώσεις στρατιωτικές και μαθητικές, παρακολουθώντας στη "Λούφα και Παραλλαγή" τη διεξαγωγή της "Πολεμικής Αρετής των Ελλήνων", μου ήρθε στο μυαλό η σχέση του σώματος και της χούντας... Σκέφτηκα για πρώτη φόρά σε αυτό το πρίσμα της θεωρίες του Foucault για την πειθάρχηση και τη σωματική επιβολή των λόγων για την υλικότητα της εξουσίας που δρα πάνω στα σώματα. Το σύνηθες μοτίβο των ομιλιών του Παπαδόπουλου παρουσιάζει την Ελλάδα ως άρρωστο σώμα και τη θεραπεία της την αναζητά στην ακινητοποίηση μέσω του γύψου, ή την χειρουργική επέμβαση. Η συμβολική ακινητοποίηση του κοινωνικού σώματος περνάει σταδιακά (?) και στο πραγματικό σώμα. Με τα βασανιστήρια η προσπάθεια επικεντρώνεται στην επιβολη πρωταρχικά πάνω στο σώμα του εξεγερμένου, του διαφωνούντα. Οι κανονιστικές παρεμβάσεις στη φοιτιώσα και μαθητιώσα νεολαία, αρχίζουν από το σώμα (οι εμφανίσεις, τα μαλλιά, τα ρούχα, το βάδισμα...) και τη σεξουαλικότητα, αλλά και η αντίδραση των νέων από εκει ξεκινά, από το σώμα. Εικονοκλαστικοί στην καθημερινότητά τους, διεκδικούσαν πιο ελεύθερες σεξουαλικές σχέσεις, αντισυμβατική εμφάνιση, ισότητα των φύλων. Αφήνουν μακριά μαλλιά, κονταίνουν τις φούστες, χορεύουν αφήνοντας όλο το σώμα ελεύθερο, και διεκδικούν με αυτό το σώμα-στόχο τη σεξουαλική τους ελευθερία, την ευχαρίστηση την ηδονή την αποτίναξη των περιορισμών που προσπαθούν να περάσουν οι συνταγματάρχες...
Η τέχνη της εποχής οι παραμορφωμένες εικόνες τα σώματα έμψυχα και άψυχα, περασμένα από έναν παραμορφωτικό καθρέπτη αντιστέκονται στον ρεαλισμό και την καθωσπρέπει απεικονιστική αισθητική της δικτατορίας. Το σώμα ξεπερνά τα αισθητικά και ρεαλιστικά όρια αναζητώντας την ελευθερία της κίνησης εσωτερικής και εξωτερικής. Υπάρχει μια εμφανής συνάφεια με τη γερμανική πρωτοπορία της περιόδου του μεσοπολέμου και της ανόδου του ναζισμού και την περίφημη έκθεση "Εκφυλισμένη Τέχνη" του 1937. Το σώμα γίνεται το πεδίο διαμάχης των αντιμαχόμενων πλευρών καθώς αποτελεί την υλική υποσταση του εαυτού, τόσο το μέσο αντίληψης της πραγματικότητας και του άλλου, όσο και το μέσο διαμόρφωσής τους...