"H ομορφιά του παρελθόντος είναι το αποτέλεσμα, όχι ο λόγος της νοσταλγίας"
Μ. Foucault
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα sociology. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα sociology. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

.... να καρφώνονται οι λέξεις...

Ανήκω στην (λιθοβολήστε) τυχερή γενιά που δεν διδάχτηκε αρχαία από το πρωτότυπο στο γυμνάσιο και συναντήθηκα με αυτά στο λύκειο. Ανήκω στην τυχερή γενιά  που έμαθε την Ιλιάδα και την Οδύσσεια από  τις (ίσως όχι τόσο ποιητικές όσο του Εφταλιώτη και σίγουρα όχι τόσο επικές όσο του Καζαντζάκη) σχολικές μεταφράσεις, που έμαθε την Αντιγόνη, την Ιφιγένεια στην Ταυρίδα και τον Οιδίποδα από τους (που κανείς δεν θυμάται το όνομά τους) εκπαιδευτικούς μεταφραστές, τον Θουκυδίδη, τον Ηρόδοτο, τον Λυσία, τον Ξενοφώντα από κείμενα στη δημοτική. Ανήκω στην τυχερή γενιά που δεν είχε στα δώδεκα, τα δεκατρία και τα δεκατέσσερά της να παλεύει με πρώτες, δεύτερες και τρίτες κλίσεις με δυικούς και  πληθυντικούς αριθμούς με δοτικές και κλητικές, ανώμαλα και λιγότερο ανώμαλα ρήματα. Κι έτσι είχα την τύχη σε μια σειρά από μέτρια, λιγότερο  μέτρια και καλά σχολεία με πολύ καλούς και λιγότερο καλούς (λυτρωμένους επίσης από τον βραχνά συντακτικών και γραμματικών διορθώσεων) φιλολόγους  να μαθαίνω πραγματικά ποια ήταν η μήνις του Αχιλλέα και ποιος ο νόστος του Οδυσσέα, να σχολιάσω τον επιτάφιο του Περικλή και να διαφωνήσω με την απολογία του Σωκράτη, να αντιληφθώ τον δικανισμό στον Λόγο υπέρ Αδυνάτου, να κλάψω με την επαναστατικότητα του θρήνου της Αντιγόνης να εντοπίσω την υπόρρητη ασέβεια του Ευρυπίδη στα τεχνήματα της Ιφιγένειας, να δω τη θάλασσα μαζί με τους μύριους και να θυμάμαι για όλη μου τη ζωή το «μηδένα προ του τέλους μακάριζε» του Σόλωνα.   Κι έτσι όταν συναντήθηκα με τα αρχαία κείμενα στο Λύκειο, η πάλη με μια ξένη δομή της (ίδιας φυσικά αλλά και ταυτόχρονα όχι ίδιας) γλώσσας ήταν μια πάλη που μπορούσα να κερδίσω γιατί ήξερα ότι το νόημα που κρυβόταν κάτω από τις στρυφνές και άγνωστες λέξεις άξιζε τον κόπο να αναζητηθεί. Η εκπαιδευτική (της γενιάς) μου πορεία (λέω πως) δεν με καταδίκασε σε λεξιπενία, δεν με αποξένωσε από πολύπλοκες έννοιες και δεν περιόρισε τα εκφραστικά μου μέσα. Μακριά από αυτό, κάνω τον Αποστολόπουλο να αγανακτεί γιατί δεν σταματώ να βάζω πολλές και πολύπλοκες λέξεις σε σειρά.
Από την άλλη γενιές και γενιές μετά (και πριν) από μένα ζήσαν και ζούν τη χαρωπή διαδικασία Αρχαία από το πρωτότυπο από την Α’ Γυμνασίου (νομίζω) με πάνω κάτω τα ίδια (και μην ακούω αηδίες για χαμηλότερα από τη νέα γενιά) επίπεδα γλωσσικής επιδεξιότητας με τη δική μου γενιά. Το ελληνικό σχολείο, έχει ένα μέσω όρο γλωσσικών μαθημάτων (σε αυτά προστίθενται και η Ιστορία και τα Θρησκευτικά)  που φτάνει στο 45% του σχολικού χρόνου όταν σε όλη την Ευρώπη (τα στοιχεία από την Ευριδίκη και όποιος θέλει τα επαληθεύει)  ο αντίστοιχος χρόνος δεν ξεπερνάει το 30%.  Και δεν είναι ο πλούτος της γλώσσας μας που λειτουργεί προωθητικά σε αυτή την πρακτική. Αντίθετα (νομίζω ότι) αναδεικνύει τις σοβαρές παθογένειες της ελληνικής εκπαίδευσης και της ελληνικής κοινωνίας.
Το ελληνικό σχολείο είναι ένα σχολείο ομφαλοσκοπικό γιατί είναι η αντανάκλαση και ο αναπαραγωγικός μηχανισμός (και αυτό δεν είναι αποτέλεσμα της κρίσης, αλλά πιθανά, και ξανανομίζω, η αιτία) της ομφαλοσκοπικής μας κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που δεν παράγει αλλά θέλει να καταναλώνει, που θεωρεί ότι ο νόμος είναι κάτι εφαρμόσιμο ad hoc κι έτσι προχωρά εκμαυλιζόμενη και εκμαυλίζουσα, που δεν προγραμματίζει παρά αφαιμάσσει το παρόν  Και μια τέτοια κοινωνία καθώς δεν επενδύει (όχι μόνο σε οικονομικό αλλά) σε κανένα επίπεδο στο μέλλον (μπορεί μόνο να) ζει στραμμένη στο (αποκαθαρμένο από οτιδήποτε αρνητικό) παρελθόν της. Η Ελλάδα σαν τις απογόνους των χηνών του Καπιτωλίου (ποίημα που αγαπά ο Χρόνης) ζει με ιδεοληψίες και τρεφόμενη από το κλέος του παρελθόντος. Πορεύεται πατώντας πάνω σε αστικούς μύθους (ή και πραγματικότητες αν θέλετε)  τύπου η ελληνική γλώσσα είναι η πλουσιότερη του κόσμου, ώστε να δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι η οικονομική μας τωρινή κρίση και ανέχεια εκπηγάζει από το ότι οι άλλοι καρπώνονται πόρους που μας ανήκουν ακριβώς όπως καρπώνονται τη γλώσσα μας, τύπου ο Κίσσινγκερ ήθελε να μας καταστρέψει τη γλώσσα γιατί μας φοβόταν, που συντηρεί το λαϊκό φαντασιακό του έθνους ανάδελφου (του Σαρτζετάκη) και στην πραγματικότητα μεταθέτει την ευθύνη για τη θέση της Ελλάδας στις "άλλες" χώρες που μας κατατρέχουν, τύπου αν δεν υπήρχαν οι φιλοσοφικοί ελληνικοί όροι δεν θα είχε υπάρξει η δυτική φιλοσοφία και ο πολιτισμός που ακυρώνει την επιστημονική, ερευνητική και πολιτισμική ένδεια αυτής της στιγμής αφού ό,τι παράγεται οπουδήποτε στον κόσμο μας «ανήκει» και τύπου η ελληνική γλώσσα θα ήταν η επίσημη γλώσσα της Αμερικής αν δεν έχανε με δύο ψήφους στην ψηφοφορία που εμπεδώνουν την πεποίθηση ότι η Ελλάδα είναι η καλύτερη χώρα του κόσμου (και άρα δεν χρειάζεται να αλλάξει τίποτα φταίνε οι συγκυρίες για το χάλι της), Κι όλο αυτό μαζί συντηρεί μια εθνικιστική, κλειστοφοβική και με ανθίζοντα τα (κρυφά μέχρι τώρα καθώς λειτουργούσε ακόμα η ενοχοποιητική πραγματικότητα του Β Παγκοσμίου πολέμου και ο  ελληνικός εμφύλιος) φαινόμενα της Χρυσής Αυγής. Και είναι αυτές οι ιδεοληπτικές δικαιολογίες μιας παρακμάζουσας κοινωνίας που δημιουργούν ένα σχολείο στο οποίο πρεσβεύεται το πρωτείο της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας ως προς τη Νέα Ελληνική γλώσσα και η επιμονή ότι χωρίς τα αρχαία δεν υπάρχουν τα νέα ελληνικά κατακυρώνοντας έτσι το υπέρτερον της αρχαιότητάς μας έναντι της συγχρονικότητάς μας, αξιολογώντας τους νεοέλληνες ως υποδεέστερους των αρχαίων και αφήνωντας τα νεαρά παιδιά να υπολείπονται των (ντεμέκ) ωριμότερων που διατηρούν έτσι το απόλυτο δικαίωμα στη νομή της (συμβολικής και πραγματικής) εξουσίας. Και είναι αυτές οι ρετροσπεκτιβικές προφάσεις που κρατούν ένα σχολείο σκλαβωμένο στους (καλούς και άγιους) φιλολόγους και με παραπαίδια τις επιστήμες και τις νέες τεχνολογίες και προωθούν μια τοτεμική γενική εκπαίδευση απαξιώνοντας μια απολύτως αποχρειωμένη τεχνολογική εκπαίδευση δημιουργώντας έτσι μια κυκλικά ανατροφοδοτουμενη αδυναμία (πολιτισμικής, οικονομικής και τεχνολογικής) παραγωγής που θα μπορούσε να δημιουργήσει μέλλον για το μέλλον (τα παιδιά) μας .
Η αλήθεια είναι ότι δεν διάβασα τη δήλωση του Φίλη και ούτε παρακολούθησα κάποιο βίδεον με δαύτη. Εσκεμμένα. Δεν ξέρω πώς είπε αυτό που είπε. Δεν ξέρω, καν, τι ακριβώς είπε και για να πω την αλήθεια: δεν με νοιάζει. Ξέρω τι σόι ανόητος είναι ο Φίλης.  Ξέρω όμως, επίσης, ότι η δημιουργία ακόμα του ελληνικού κράτους συνοδεύτηκε από τρομακτικές διαμάχες για το γλωσσικό ζήτημα των οποίων το πιο αιματηρό επεισόδιο είναι τα γνωστά ευαγγελιακά του 1901. Ξέρω ότι αυτές οι διαμάχες, τελικά, μικρή σχέση είχαν με τη γλώσσα κι ότι ήταν καθαρά πολιτικές και κοινωνικές διαμάχες ανάμεσα στις προαστικές (στρατός, γαιοκτήμονες και κλήρος) και αστικές (επαγγελματίες, βιοτέχνες/βιομήχανοι, εγγράμματοι υπάλληλοι) τάξεις για τη νομή της εξουσίας και τη μορφή του νεότευκτου κράτους.  Και,  μάλλον μαθαίνω ότι διακόσια 200 χρόνια μετά ακόμη δεν έχουμε λύσει τα γλωσσικά ζητήματά μας id est ούτε τις κονωνικοπολιτικές μας διαμάχες. Και σαφώς δεν έχουμε αποφασίσει τι μορφή πρέπει να έχει το κράτος μας.  


Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2008

... προχωρώ...

Τελικά είναι φοβερό όταν αφήνεις κάτι ημιτελές... Εδώ και δυο μέρες τα παραμύθια με τραβούν απ’ το χέρι, δε μ’ αφήνουν να κοιμηθώ. Μια Σταχτομπούτα χωρίς πόδι για το γοβάκι της, μια Κοκκινοσκουφίτσα χωρίς χέρια για να μαζέψει τα λουλούδια της, ένας γάτος με μια μπότα, ένας πρίγκιπας με πόδια βατράχου, η Οντέτ με φτερά κύκνου... όλοι οι παραμυθοχαρακτήρες, μισοί μέσα από το προηγούμενο ποστ, ζητούν την ολοκλήρωσή τους, γυρνούν μέσα στο μυαλό μου ψάχνοντας το κομμάτι που τους λείπει για ν’ αποκτήσουν νόημα, να κατορθώσουν να ολοκληρώσουν την ιστορία τους, να βρουν τη γαλήνη.

Γύρω μου στριμώχνονται οι ηρωίδες απαιτώντας να τους δώσω (τη δική μου) φωνή, να κάνω τον κόσμο (μέσα απ’ τα δικά μου μάτια) να ερμηνεύσει τη ζωή και τις πράξεις τους πέρα από τα εσκαμμένα...

Γιατί, αλήθεια, είναι τόσο συμβιβασμένες και άβουλες όσο τις κατηγορούμε ή μήπως αντίθετα κάθε παραμυθοκαμβάς πλέκεται γύρω από την απειθαρχία τους και την αψήφηση του κανόνα?

Μήπως αυτή η (κατά τη Λιλή Ζωγράφου) πόρνη, η συμβιβασμένη η (που αγαπά να μισεί η mamma) Σταχτομπούτα είναι μάλλον επαναστάτρια, διεκδικώντας και τελικά επιτυγχάνοντας (ίσως με τα μέσα του Κοέλιο, αλλά, εντάξει... παραμύθι είναι) τη συμμετοχή της στο κοινωνικό γίγνεσθαι που της αρνούνται. Αλλά και εντός αυτού, μήπως αγνοεί το όριο που της τίθεται και της απαγορεύει την ολοκλήρωση της συμμετοχής της? Μήπως επιλέγει να διασχίσει το κατώφλι που την κρατά αιωρούμενη, ούτε εντός ούτε εκτός του κοινωνικού συνόλου, παρά την απειλή της επικείμενης τιμωρίας? Μήπως αυτή ακριβώς η αψήφηση κάνει προσωρινή την τιμωρία της πριγκίπισσας του χορού και φέρει τη δικαίωση της δούλας? Μήπως η αποκατάσταση της Σταχτομπουτας με το κρυστάλλινο γοβάκι της πριγκίπισσας και τα παλιόρουχα της υπηρέτριας διδάσκει τα μικρά μας ότι το άτομο μπορεί και πρέπει να επιβάλλει την πραγματικότητα του πάνω από το προσωπείο, δύναται να καταλάβει τη θέση που του ανήκει μέσα από την αλήθεια του?

Μιας αλήθειας τόσο εύθραυστης όσο το κρυστάλλινο γοβάκι και τόσο δυσδιάκριτης όσο ένα μπιζέλι κάτω από άπειρα στρώματα, κομφορμισμού, συμβάσεων, προϊδεασμών, μυστικών και δεισιδαιμονιών, που μόνο ένα αυθεντικό, προσανατολισμένο σ’ αυτήν άτομο θα μπορούσε να διακρίνει. Μήπως λοιπόν αυτή την κρυμμένη αλήθεια, η οποία ταυτόχρονα πιστοποιεί τη δική της αυθεντικότητα (κρυμμένη κάτω από ταλαιπωρημένο εξωτερικό –τα σκισμένα βρεγμένα ρούχα– και εσωτερικό –παγωμένο βρεγμένο και καταπονημένο σώμα), ανακαλύπτει η μικρή πριγκίπισσα των μόλις τριών (που τόσο άκαρδα ΜΕ φαίνεται και βιαστικά κατέστρεψε το βλαστάρι της Δήμητρας) σελίδων του Άντερσεν? Μήπως αυτή την αλήθεια νιώθει στο (μάλλον όχι κακομαθημένο αλλά, αντίθετα, δεκτικό και πρόθυμο) σώμα της, αφού κάθε αλήθεια γίνεται αντιληπτή πρώτα σωματικά (εγώ σας το έχω ξαναπεί ότι ο Άντερσεν ήταν πολύ προχώ και ανατρεπτικός –και όχι μόνο για την εποχή του) και αναγκάζει και τους υπόλοιπους να ομολογήσουν την ύπαρξή της και μαζί να αποδεχτούν την αυθεντικότητα της αναζητούσας ?

Μήπως εξίσου αναζητούσα είναι και η (εχθρός του νατασσακίου) Ωραία Κοιμωμένη και καθόλου αναμένουσα τον πρίγκηπα για τη σωτηρία της εν υπνώσει? Μήπως, αντίθετα, από την αρχή βλέπουμε μια γυναίκα που τριγυρνά στον περιορισμένο από τους γονείς (την κοινωνική τάξη) χώρο αναζητώντας την κατάρα της γνώσης που αποκρύπτεται (γιατί ματώνει και συνεκδοχικά σκοτώνει)? Μήπως ανακαλύπτοντας τη γνώση που της λείπει, αποχωρίζεται από τον υπόλοιπο (της κρυμμένης γνώσης) κόσμο, αδυνατώντας να παραμείνει εντός του? Μήπως δεν είναι η αποχωρισμένη από τον κόσμο πριγκίπισσα εν υπνώσει, αλλά είναι ο κόσμος που πρέπει να αγωνιστεί να φτάσει (πληγωνόμενος και ματώνοντας από τ’ αγκάθια που έχουν καλύψει τον αποχωρισμένο χώρο) τη(ς) γνώση(ς), όχι για να αφυπνίσει την κάτοχο αλλά για να ενταχθεί στον χώρο της, επιτρέποντας έτσι την επανένωση ενός διαιρεμένου κόσμου ανάμεσα στην αθωότητα της άγνοιας και το αιματηρό και επαχθές της γνώσης?

Μήπως από έναν τέτοιο κόσμο άγνοιας και προκατάληψης ξεφεύγει η (που δε μπορεί κάποιος θα της τα ‘σουρε κι αυτηνής, επ’ ευκαιρία) Χιονάτη? Μήπως και αυτή μέχρι να φτάσει στην ένωση με τον πρίγκηπα (που δεν αντιλαμβάνομαι, γιατί επικεντρωνόμαστε στη φιγούρα που δεν εμφανίζεται παρά για μερικές γραμμές στην αρχή και επανεμφανίζεται λίγες γραμμές πριν το τέλος και ακυρώνουμε έτσι όλη την πλοκή και οντολογία του παραμυθιού) καταρρίπτει τις συμβάσεις, τη μια μετά την άλλη? Μήπως αυτή η Χιονάτη που καταφεύγει στο σπιτάκι των (τεράτων) νάνων κατορθώνει το αδιανόητο? Μήπως αποδέχεται μια ετερότητα που την ημέρα εργάζεται στα έγκατα της γης επιβεβαιώνοντας τη χθόνια καταγωγή (δική της και δική μας) και το υπόλοιπο της ζωής της αναγκάζεται να κρατιέται μακριά από τον υπόλοιπο κόσμο για να μην του θυμίζει ότι αν και οι επιδιώξεις του είναι ουράνιες οι ρίζες τους βυθίζονται στο ίδιο χώμα με τον ετερογενή. Μήπως η Χιονάτη, βρίσκει καταφύγιο στον έτερο, αποσυνάγωγός κι αυτή και ετερόμορφη, και υποκύπτουσα (παρ’ όλες τις αποτροπές) επαναλαμβανόμενα (αν θυμάστε το αυθεντικό παραμύθι κι όχι τη γλυκανάλατη σαχλαμάρα του Ντίσνεϊ, η Κακιά Μάγισσα εμφανίζεται τρεις φορές φέρνοντας ένα δηλητηριασμένο χτενάκι, μια μαγική ζώνη και μόνο στο τέλος το μήλο) στην αμαρτία της φιλαρέσκειας, της επιτήδευσης και τέλος της λαγνείας? Μήπως, λοιπόν, εδώ έχουμε άλλη μια ηρωίδα εκτός ορίων, μια μη μετανοούσα και αυτοκαταστροφική ηρωίδα που διαρκώς φλερτάρει με τον θάνατο? Μήπως η Χιονάτη είναι μια αλλότρια γυναίκα που τελικά το πάθος της τη λυτρώνει από το θάνατο, έναν θάνατο στον οποίο την καταδικάζει η (με τη μορφή του μήλου στο λαιμό) καταπιεσμένη λαγνεία?

Αυτή η λαγνεία (που η απελευθέρωσή της οδηγεί στη ζωή), μήπως είναι η κινητήρια δύναμη που πλέκει τους καμβάδες και σε πολυάριθμα άλλα παραμύθια? Μήπως καθόλου δεν είναι μυξοπαρθένες οι ηρωίδες των παραμυθιών αλλά αντίθετα έντονα σεξουαλικά πλάσματα? Μήπως η σεξουαλικότητα είναι αυτό που οδηγεί την Πεντάμορφη να επιστρέψει στο Τέρας, την Κοκκινοσκουφίτσα να ξαπλώσει στο κρεβάτι της γιαγιάς με τον Λύκο, τη μικρή (θα σκάσω που είναι) ανώνυμη πριγκίπισσα να πάρει στο κρεβάτι της τον Βάτραχο και την αταίριαστη τερατο-ανθρώπινη ένωση (που επιστρέφει ως επίμονο μοτίβο) σε πλείστα άλλα παραμύθια? Μήπως αυτό που (με την αρχαιοελληνική έννοια της λέξης) ανα-γιγνώσκουν τα παιδιά μας (κι εμείς από κοντά) δεν είναι ένας φόβος ή μια απειλή αλλά η αποδοχή της ζωώδους, πρωτεϊκής πλευράς της σεξουαλικότητας (το φίδι στο δωμάτιο, κατά τον σοφό παππού Φρόυντ), η τρομακτική μορφή του συγκαλυμμένου πόθου, το θανάσιμο της απώθησης της επιθυμίας, η οδυνηρότητα της εν κρυπτώ ηδονής?

Και οι πρίγκηπες? Τι κομίζουν στον μύθο αυτά τα φαλλοκρατικά γουρούνια που έμπαιναν στο παραμύθι μόνο για να αποδείξουν την ανωτερότητά τους σε σχέση με την αναξιοπαθούσα ηρωίδα? Ή μήπως καθόλου έτσι δε γινόταν? Μήπως, όσο δεν ήταν αναξιοπαθούσες (καθόλου μάλιστα) οι ηρωίδες, άλλο τόσο δεν ήταν ουγκ-γκάου (που λέει και το καμάρι μου) οι ήρωες? Μήπως αντίθετα η (περιορισμένη κατά κανόνα και μόνο σε εξαιρέσεις πρωταγωνιστική) παρουσία τους σημαδευόταν (και σημαδεύεται δλδ) από το ότι ξεσκίζονταν στ’ αγκάθια της αλήθειας, καταδιώκονταν από φλογοβόλους δράκους που προστάτευαν το μυστικό της ζωής, μεταμορφώνονταν σε δύσμορφα και αποκρουστικά τέρατα από μάγους και μάγισσες γιατί αψήφησαν ή θέλησαν να μεταρρυθμίσουν την εξουσία, σκαρφάλωναν σε βουνά και τρύπωναν στα έγκατα σκοτεινών σπηλαίων για να αποζητήσουν τη γνώση, διέσχιζαν θάλασσες και παρασύρονταν από ποτάμια αναζητώντας το άλλο μισό του ουρανού? Μήπως ήταν πρόθυμοι να διακινδυνέψουν τη ζωή, τη θέση, ακόμα και την υπόστασή τους, αναγνωρίζοντας ότι ήταν ανεπαρκείς, ανολοκλήρωτοι χωρίς τον έτερο εαυτό ενυπάρχοντα στο πρόσωπο που έλειπε? Μήπως η αποδοχή πως τα μάγια, που τους κρατούσαν σιδηροδέσμιους, μεταμορφωμένους μαρμαρωμένους, μπορούσαν να λυθούν μόνο από το θηλυκό, με το οποίο θα παρέμεναν μαζί (το ...και ζήσαν αυτοί καλά και μεις καλύτερα... είναι θέμα άλλου παραμυθιού και ποστ πιθανά) δεν είναι παρά η ομολογία της δυικότητας της ύπαρξης? Και τέλος μήπως η αποδοχή της ηρωίδας, ακόμα κι αλλόμορφης (όπως η Οντέτ στη λίμνη των κύκνων), απόμακρης (όπως η Ελίζα στους δώδεκα κύκνους), εκπεσούσης (όπως η θαλασσογενημένη στον ψαρά και στη γοργόνα), διαφορετικής τάξης (όπως στη Χηναρού), δηλώνει μια εκούσια υποταγή στη θηλυκή οντότητα, επίγονο και κληρονόμο της μητέρας-γης?

Σίγουρα τα παραμύθια έχουν κοινωνικούς προσανατολισμούς και προγραμματισμούς. Αυτούς που τους δίνει ο καθένας μας αφού, όπως λέει ο σοφός μακρινός (που καιρό είχε να φανεί, δε συμφωνείτε?) Ντεριντά, το μάτι είναι που συν-διαμορφώνει το κείμενο, γι’ αυτό ας φροντίσουμε να μην αναγκάζουμε τους παραμυθοήρωες να κουβαλούν τις δικές μας φορτωμένες αρνητικά συναισθήματα και φοβίες αποσκευές. Σ’ αυτή τη λογική, εγώ κάθε φορά που διάβαζα (και απαντούσα στα αναρίθμητα γιατί που προέκυπταν από κάθε) ένα από τα (επιπλέον μικρά λογοτεχνικά αριστουργήματα) παλαϊκά παραμύθια είτε για (όπως θα έλεγε και η just me με μάτι προ-νηπίου σε σώμα μετ-ενηλίκου) εμένα, είτε για την πριγκίπισσά μου, άφηνα να εμφανιστούν μόνο γυναίκες εξαιρετικές, να ξεπερνούν το όριο, να αψηφούν τη νόρμα, να ανατρέπουν την τάξη, να αρνούνται να ενταχθούν σε ρυθμιστικές διαταγές, να υποταγούν σε κανονιστικά όρια.

Κάθε μικρή ηρωίδα –από την Κοκκινοσκουφίτσα που παρακούοντας τη μητέρα της, επιλέγει τον δικό της δρόμο θέτοντας την προτεραιότητα της ομορφιάς πάνω από την πρακτικότητα και την ασφάλεια και συναινεί στη συνεύρεση με τον αλλόμορφο ακόμη κι αν (στο αυθεντικό παραμύθι του Περώ, που ΔΕΝ υπάρχει το αναιρετικό εύρημα της παρέμβασης του κυνηγού) αυτό προεικονίζει το χαμό της, τη σιωπηλή Ελίζα που αρνείται την εντολή του βασιλιά/άντρα της και συνεχίζει, ως τον τόπο της εκτέλεσής της, να πλέκει τα τσουκνιδοπουκάμισα που θα λυτρώσουν τους κύκνους/αδέρφια της, δίνοντας ένα αναγνωρίσιμο πρόσωπο σ’ αυτό που οι άλλοι φοβούνται γιατί δεν μπορούν να ερμηνεύσουν και να επικοινωνήσουν και ως την (μην το ξαναπιάσω το θεματάκι ανώνυμη) πριγκίπισσα με τον βάτραχο, που αρνούμενη να υποταγεί σε μια υπόσχεση εκβιαστικά αποσπασμένη, ανατρέπει τους όρους ενός παιχνιδιού στο οποίο εισήλθε ακούσια απελευθερώνοντας τον εαυτό της αλλά και τον άλλο από την υποχρέωση υποταγής στη διαμορφωτικό κανόνα – δίδασκε στη Ν. (όχι με τον διδακτικό και ρυθμιστικό ρόλο των –τόσο της μόδας αλλά σπάνια ενδιαφερόντων λογοτεχνικά – πολιτικώς ορθών παραμυθιών και επιπλέον συνήθως ξενέρωτων αρκετά ώστε να βάζουν τον λύκο παρέα με τον λαγό να αγωνίζονται για τη διάσωση του καραφλοκότσιφα ει μη και του αλιαετού– που στην προσπάθεια τους να δημιουργήσουν μια ψευδαίσθηση ευρυθμίας και ομόνοιας για το παιδί, αγνοούν ότι η θραύση της δεν μπορεί παρά να αποβεί τραυματική γι’ αυτό) κι ελπίζω σε κάποια χρόνια από τώρα να διδάξει στα εγγόνια μου, το διαφορετικό, το όμορφο, το ύποπτο, το ενδιαφέρον και μυούσε σε έναν ενήλικο κόσμο όπου η ομόνοια, η ειρήνη, η συνύπαρξη δεν ήταν αυτονόητα αλλά κατακτήσεις αγώνων και διαπραγματεύσεων ενώ το λάθος, η οδύνη και ο θάνατος δεν είναι εξόριστα στοιχεία, αλλά εγγενή....

Ακόμη μεγαλύτερο το δεύτερο μέρος, αλλά θα ήθελα να πω κι αυτό (αδύνατον να αφήσω και Τρίτη συνέχεια... θα καταλήξω μια τρελλή, σας το ορκίζομαι, να ανοιγοκλείνω τον υπολογιστή στις τρεις η ώρα τη νύχτα και να κρατώ σημειώσεις τις ώρες του μαθήματος, κάνοντας τα παιδιά μου να κρυφογελάνε και να σκουντιούνται) το τελευταίο, συγκρίνοντας τα κλασικά παραμύθια με τα σημερινά μεταμοντέρνα, αποδομιστικά και πολυχρηστικά.

Ίσως φταίει που μεγάλωσα με τα κλασσικά, ίσως φταίει που πίσω από κάθε λέξη βρίσκω μια άλλη, ίσως φταίει που το κραυγαλέα διδακτικό με κάνει να μαζεύομαι στο καβούκι μου εν αμύνη, πάντως μου μένει ένα ανικανοποίητο και μου δημιουργειται ένας σκεπτικισμός όσον αφορά στην ποιότητα των καινούργιων... Ομολογώ ότι ως (προοδευτική, ψαγμένη -και καλά- και ανατρεπτική) μάνα αγόρασα άπειρες φορές, άπειρα νεοπαραμύθια... αλλά πείτε μου ειλικρινά, εμένα μου φαίνεται, ή όντως ήταν ελάχιστες οι επιτυχημένες επιλογές, όχι μόνο όσον αφορά στο διδακτέον, όπου ήταν τόσο κραυγαλέα (σχεδόν χυδαία) εμφανές, όχι μόνο στην εξέλιξη του μύθου, που ήταν από σχηματική ως κακή, όσο και στη μορφή, τη γλώσσα επιτηδευμένα απλοϊκή (λες και τα μωρά δεν είναι μωρά αλλά ηλίθιοι και απαίδευτοι ενήλικες) και την εικονογράφηση, που εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων έφερνε σε κάτι που θα μπορούσαν να το έχουν φτιάξει τα παιδιά ή μάλλον (γιατί τώρα που το σκέφτομαι σιγά μην είχαν αυτά τη φρεσκάδα του παιδικού χεριού) η ατάλαντη εγώ?

Μήπως επειδή τα παλαϊκά παραμύθια, αρχικά απευθύνονταν σε ενήλικες (τα μικρά συνήθως παραμόνευαν σε πόρτες για να κρυφακούσουν και πολύ αργότερα έγιναν το προνομιούχο τους κοινό).... μήπως επειδή διαβάζονταν σε νυχτέρια εργασίας ή βεγγέρες σε τζάκια και μαζώξεις (κατά κανόνα γυναικών) σε κουζίνες και κατώγια.... μήπως επειδή ξεκίνησαν ως προφορική παράδοση (οι Γκρίμ, στην πραγματικότητα δεν έγραψαν παραμύθια, συνέλεξαν τα παραδοσιακά παραμύθια της Κεντρικής Ευρώπης και τα μετέγραψαν)..... μήπως επειδή τα αφηγούνταν ο πρεσβύτερος ή η πρεσβύτερη, ή ο καλύτερος παραμυθάς (χάρισμα που αργότερα μετατράπηκε σε επάγγελμα)..... μήπως επειδή εφευρέθηκαν σε κοινωνίες πιθανά πιο κλειστές, πιθανά πιο συντηρητικές, αλλά σίγουρα όχι τόσο ομοιόμορφες, και κανονιστικές όσο οι δικές μας, μήπως τέλος επειδή ο Άντερσεν και ο Περό είναι σπουδαίοι λογοτέχνες (ακόμη και πριν από σπουδαίοι παραμυθάδες)... Λέω μήπως γι’ αυτό έχουν ένα ενδιαφέρον, μια ποικιλότητα, μια σκοτεινότητα ή φωτεινότητα, που βοηθούν την πραγματική ανάπτυξη της φαντασίας των παιδιών, (κάτι που αδυνατεί να κάνει σχεδόν η πλειοψηφία των κανονιστικών και διδακτικορυθμιστικών νεοαναγνωσμάτων) και μια μοναδική ροή της γλώσσας που εξελίσσει την εκφραστική δεινότητα των παιδιών (όπως ελάχιστα νεοπαραμύθια -με φωτεινές εξαιρέσεις όπως τα πολυαγαπημένα και πολύαναγνωσμένα δικά μου και της Ν. Τρία μικρά Λυκάκια θα το κατορθώσουν ποτέ)??????

Τελικά αυτό το πράγμα βγήκε τεράστιο, ελπίζω να υπολογίζει σωστά η just me, και οι αντοχές σας σε οθόνες να συναγωνίζονται τις ζωές της γατούλας....


Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2007

... ο φόβος του τερματοφύλακα πριν το πέναλτι...

«Αθλητισμός είναι η θεληματική και συνήθης καλλιέργεια της εντατικής μυϊκής προσπάθειας, η οποία στηρίζεται στην επιθυμία της προόδου και που ημπορεί να φθάσει μέχρι τον κίνδυνο» (Βαρώνος -σιγά-τη-μούρη-de Coubertin)
«Αθλητισμός είναι ένας επαναλαμβανόμενος, ρυθμιζόμενος, φυσικός ανταγωνισμός που παράγει έναν αδιαμφισβήτητο νικητή» (Bell, 1987)

Διαπνέεται ο αθλητισμός από ανιδιοτέλεια? Υπάρχει το αθλητικό ιδεώδες (υγεία, άμιλλα, καλή φυσική κατάσταση και σωματική βελτίωση, προσωπική ικανοποίηση)? Ποιος έδωσε αυτόν τον ορισμό του αθλητικού ιδεώδους???

Δίνω μόνο δυο ορισμούς του αθλητισμού όπως δημοσιοποιούνται στο Αθλητικό Μανιφέστο, μόνο για λόγους οικονομίας χώρου και όχι γιατί με βολεύουν. Όσους και να αναφέρω θα συγκλίνουν στην άποψη πως ο αθλητισμός πρώτα απ’ όλα είναι ένας ανταγωνισμός. (εξ’ άλλου άθλον σημαίνει βραβείο, άρα αθλητής αυτό που αγωνίζεται για το βραβείο). Ο αθλητισμός, είτε είναι μαζικός και λαϊκός, είτε είναι μαθητικός (να δείτε γονείς να ωρύονται για (και μαζί με) τα καμάρια τους σε σχολικούς αγώνες.... να σας φύγει το κεφάλι!) ταυτίζεται με τον «αγώνα», δεν έχει νόημα χωρίς τη νίκη και την επιβράβευση. Κι αυτό ΔΕΝ είναι απαραίτητα κακό...
Οι ανθρωπολογικές και ιστορικές μελέτες έχουν δείξει ότι τα αθλητικά γεγονότα, κατά κύριο λόγο, ξεκίνησαν ως αναπαραστάσεις συγκρούσεων και συνδέονταν με θρησκευτικές τελετές σε όλες τις πρωτόγονες κοινωνίες. Η ερμηνεία που δίνεται συνήθως, είναι ότι η αθλητική δραστηριότητα είχε θεραπευτικές ιδιότητες εκτόνωσης από την ένταση και την (μη γελιόμαστε εξ' άλλου, εγγενή στην ανθρώπινη φύση) επιθετικότητα ειδικά κατά τα πρώτα στάδια της κοινωνικοποίησης του ανθρώπου. Με λίγα λόγια οι αθλητικές εκδηλώσεις δεν ήταν παρα η μετεξέλιξη των φυσικών συγκρούσεων σε συμβολικές αντιπαραθέσεις και του φυσικού θανάτου του αντιπάλου στον συμβολικό θάνατο του ηττημένου. Στο δίλημμα, αθλητισμός ή πόλεμος οι άνθρωποι προτιμησαν τον πρώτο, φυσικά διαποτισμένο με τα χαρακτηριστικά του δεύτερου και ουχί με τις άμιλες και κατοπινές (συνήθως αστικές και θεολογικά προερχόμενες) σαχλαμάρες. Και μη μου πεί κανείς ότι από τότε εκπολιτιστήκαμε, γιατί θα τον παραπέμψω στον William Golding (και το πολλλλλυαγαπημένο μου, αριστουργηματικό "Lord of the flies") αλλά και στον διανοητή George Steiner οι οποίοι καταδεικνύουν ότι ο πολιτισμός δεν είναι παρα μια πολύυυυυυυ λεπτή φλύδα, που με το παραμικρό σκίζεται και φανερώνει την άγρια υφή της ζωώδους φύσης μας, μια πολύ λεπτή κρούστα στον κρατήρα ενός ηφαιστείου, που με το ζόρι συγκρατεί μια λάβα βαρβαρότητας...

Περιορίζεται η φυσική συμμετοχή των πολιτών εξαιτίας της παρακολούθησης των αγώνων?
Μετατρέπονται οι πολίτες σε παθητικούς δέκτες?

Η κάθαρση φυσικά που παρέχει ο αθλητισμός δεν είναι μια ιδιωτική υπόθεση, δεν αφορά μόνο τους εμπλεκόμενους, αφορά σε όλους τους συμμετέχοντες στην κοινωνική ομάδα. Γίνεται για χάρη και μπροστά σε κάποιον θεατή, ο οποίος όχι μόνο δεν περιορίζεται σε παθητική παρακολούθηση αλλά στην ουσία συμβάλλει ενεργά στην απόφαση του αθλητή για άθληση και στη συμμετοχή του σε (αντ)αγωνίσματα σύμφωνα με τον Σταμίρη. Έτσι, προτού βιαστούμε να αναγάγουμε τον θεατή σε παθητικό δέκτη, ας σκεφτούμε ότι οι φίλαθλοι, από τις πρωτόγονες κοινωνίες ως σήμερα, δημιουργούν και μοιράζονται με τους συμμετέχοντες τον αγώνα, το illusio του αγώνα και βιώνουν την εμπειρία του αθλητισμού μέσω του σώματος του αθλητή. Παίζουν το παιχνίδι μέσα από τη δραστηριότητα του αθλητή και υποτάσσονται στους κανόνες μέσω της πειθάρχησης του αθλητή στους κανόνες του παιχνιδιού που αποδέχονται αμφότεροι. Σύμφωνα με τη θεωρία του Bourdieu, βλέποντας τον «άλλο» να πράττει ή ακούγοντας την ιστορία της πράξης του – στη μετάδοση ένός αθλητικού γεγονότος από τα Μ.Μ.Ε. – ο «εαυτός» ζει δια αντιπροσώπου την εμπειρία κάνοντας τον άλλο ένα μέρος του σε μια στιγμή ταυτοποίησης που μετατρέπει το εγώ στην εικονική δομή του. Το αθλητικό θέαμα συνδέει το σώμα του θεατή με το σώμα του αθλητή, επανασυνδέει το θεατή με τον αθλητισμό, αναδεικνύοντας τη συμβολή του στην πολιτισμική διαδικασία.

Και τα έκτροπα? ο χουλιγκανισμός? η χυδαιολογία?

Η ταύτιση του οπαδού με τον παίκτη οδηγεί σε αυξημένο συμβολικό ανταγωνιστικό λόγο. Ο παίκτης προστατεύει τα συμφέροντα του οπαδού μέσα στον αγωνιστικό χώρο. Και ο οπαδός όμως προστατεύει τα συμφέροντα της ομάδας του στις κερκίδες κάνοντας τη σύγκρουση και εκτός αγωνιστικού χώρου αναπόφευκτη, γιατί ενώ το σώμα του αθλητή αποτινάσει την εξουσία (της πειθάρχησης στους κανόνες και στη (δια)μόρφωση του σώματος από την προπόνηση) που εγκαθίσταται πάνω του μέσα από τη συμμετοχή στο παιχνίδι, το σώμα του φιλάθλου δε βρίσκει τρόπους να απαλλαγεί από αυτή την εξουσία. Ένας αγώνας είναι εκδήλωση μιας μεγάλης φυσικής και ψυχικής ενέργειας. Η δημιουργία της εικόνας είναι πολύ ισχυρή. Δημιουργείται έτσι η αντίφαση με το ότι ο θεατής πρέπει να μείνει μόνο θεατής. Η άσκηση στο έπακρο των δυνατοτήτων του σώματος των αθλητών, δημιουργεί στους θεατές-φιλάθλους την αίσθηση ότι τους αφαιρείται κάτι από το σώμα τους. Έτσι οι φίλαθλοι (στην πλειοψηφία τους νέοι στα πρώτα στάδια κοινωνικοποίησης του σώματός του) το διεκδικούν πίσω με την άσκηση βίας. Μια βία που δεν είναι εγγενής στον αθλητισμό αλλά αποτελεί συνήθως
  • έκφραση τοπικιστικών, εθνοτικών ή θρησκευτικών διαφορών (Στις 8 και 23 Ιουνίου του 1969 δυο ποδοσφαιρικοί αγώνες για την πρόκριση στο Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου ανάμεσα στις εθνικές ομάδες της Ονδούρας και του Ελ Σαλβαδόρ, κατέληξαν σε ένοπλη σύρραξη ανάμεσα στις δυο χώρες τον επόμενο μήνα για συνοριακές διαφορές. Η σύρραξη αυτή έμελλε να μείνει στην ιστορία ως «ο πόλεμος του ποδοσφαίρου». Το 1971, στη Σκοτία, οι οπαδοί της καθολικής Celtic και της προτεσταντικής Rangers συγκρούστηκαν μετά τη λήξη του μεταξύ τους αγώνα με αποτέλεσμα 66 νεκρούς),
  • αντίδραση οπαδών που ανήκουν σε ομάδες πληθυσμού με υψηλά ποσοστά ανεργίας και αλκοολισμού, (χαρακτηριστικό παράδειγμα οι οπαδοί των βρετανικών ομάδων), όπου η ταύτιση με την επιβολή μέσα στον αγωνιστικό χώρο είναι η εξωτερίκευση συσσωρευμένης εχθρότητας, η άρνηση της περιθωριοποίησης, η ύστατη προσπάθεια επιβολής στο κοινωνικό περιβάλλον. Τα επεισόδια είναι συνήθως ίδιας έκτασης στην ήττα, όπου αισθάνονται ότι, μέσα στον αγωνιστικό χώρο αυτή τη φορά, κάποιος τους αποστέρησε την ευκαιρία για μια διέξοδο και στη νίκη όπου με τη διεξαγωγή επεισοδίων δηλώνουν ότι ήταν συμμέτοχοι στην κατακυρίευση και κατίσχυση επί του αντιπάλου, την οποία συνεχίζουν και επεκτείνουν εκτός του γηπέδου.
  • διέξοδο των ιδιαίτερα φτωχών κοινωνικών ομάδων και χώρων, με υψηλά επίπεδα αναλφαβητισμού, ιδιαίτερα πληττόμενοι από την περιθωριοποίηση. Για αυτούς η νίκη είναι αυτό που θα τους κάνει υπερήφανους, θα τους κάνει να ξεχωρίζουν από τους άλλους, θα καταγράψει την επιβολή τους πάνω στον ισχυρότερο και πλουσιότερο αντίπαλο. Η ήττα είναι άλλη μια απόδειξη της συμπαιγνίας των κέντρων διαφθοράς εναντίον τους, η απόδειξη ότι ο θεός απόστρεψε τα μάτια του από πάνω τους.
Το ποδόσφαιρο εμπεριέχει (συμπτωματικά και όχι εγγενώς) τη βία, όπως και κάθε άθλημα ανταγωνιστικής μορφής. Οι αθλητικές συναντήσεις είναι η ευκαιρία για τις μάζες να διακηρύξουν τη συλλογική τους ταυτότητα και την απόρριψη του διαφορετικού, επιτρέποντας (αλλά όχι δημιουργώντας) την εμφάνιση λανθανόντων φαινομένων ξενοφοβίας, ρατσισμού, σεξισμού, των κοινωνιών. Ο αθλητικός αγώνας ανάγεται στο συμβολικό επίπεδο της υπεράσπισης της υπόστασης του οπαδού. Η ήττα φέρνει ξεσπάσματα λύπης ή εμπάθειας, δημιουργεί εχθρούς στο χώρο του φαντασιακού. Πάντα υπήρχε η βία. Η συμβολική απόσταση του πετροπόλεμου της γειτονιάς, των φωτιών στα γήπεδα των αντιπάλων, από τα σημερινά θύματα είναι πολύ μικρή.

Και οι δυνατότητες για ξέπλυμα χρήματος? για χρήση αναβολικών? η εξυπηρέτηση των συμφερόντων των εταιρειών και των καπιταλιστών?

Ο αθλητισμός με όλες τις μορφές και εκδηλώσεις του, είναι τμήμα της κοινωνίας, είναι ένα από τα συστατικά της στοιχεία. Είναι απεικόνιση των δομών της, εμπεριέχει στο πλαίσιό του όλα τα χαρακτηριστικά της και φροντίζει ώστε, με την υποταγή τους στο illusio του παιχνιδιού, παίκτες και οπαδοί να τα ενσωματώνουν, να τα ενστερνίζονται. Ο φίλαθλος ενσωματώνει μέσα από την εικόνα και το λόγο το μήνυμα που μεταδίδει ο αθλητής και το οποίο σήμερα δεν είναι παρά το μήνυμα της καπιταλιστικής λογικής. Δεν συμβαίνουν ούτε μεγαλύτερα ούτε μικρότερα οικονομικά σκάνδαλα στον αθλητισμό απ' ότι αλλου. Ξεπλένεται πολύ λιγότερο χρήμα στον αθλητισμό απ' ότι ας πούμε στο χρηματιστήριο. Δεν κυκλοφορούν περισσότερες ουσίες (φυσικά ούτε λιγότερες) απ' ότι σε άλλους χώρους υποχρεωτικής αριστείας (Στο Χάρβαρντ μόνο σε μια χρονιά, το 2002, οι φοιτητές που παραδέχτηκαν ότι κατέφευγαν σε ουσίες για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους ξεπερνούσε το 22%!!!). Ο αθλητισμός είναι ένα μέσο συμβολικής αναπαράστασης και όπως οι περισσότερες κοινωνικές δραστηριότητες δεν αποβλέπει σε κάποια ριζοσπαστική αλλαγή. Αντίθετα επενεργεί θετικά στην παγίωση των κοινωνικών δομών.

Αυτό είναι το ποστ που θα μισήσει ο Ίνδικτος και η Just me, καθώς είναι γεμάτο αναφορές και παραπομπές, αλλά παραδεχτείτε ότι εγώ δεν έφταιγα... Ένα πανηγυρικό ποστ για την ομάδα μου πήγα να βάλω (η οποία παρεμπιπτόντως ξανανίκησε -όχι παίζουμε!!) και βρέθηκα να αθλητικοκοινωνιολογώ (τραβάτε με κι ας κλαίω...) και πλησιάζουν κι οι γιορτές και μ' αυτά κι μ' αυτά δε μ' αφήνετε να πάθω την χριστουγενοεορτοκαταναλωτική καταθλιψή μου...

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2007

... blogers και bloging δεύτερο ημίχρονο...

Αυτό το ποστ ξεκίνησε ως απάντηση σε ένα σχόλιο του Τασου στην προηγούμενη ανάρτηση, αλλά επειδή οι τοποθετήσεις του εγείραν πολλά ζητήματα προτίμησα να το ανεβάσω εδώ, ως γενικότερη τοποθέτηση.
Η θεμελιακή μας διαφωνία, ήταν στο αν γράφουμε για να διαμαρτυρηθούμε και αν γράφουμε για να μην ξεχνάμε, (φράση που, αν αντιλαμβάνομαι σωστά, εντάσσεται σε ένα καταγγελτικό πλαίσιο), ερωτήματα που, νομίζω, ορίζουν το ποσο παρεμβατικό θεωρητικά είναι ένα blog. Για μενα λοιπόν, η τήρηση του blog δε συνιστά παρεμβατική πράξη. Δε γράφω ούτε για να διαμαρτυρηθώ, ούτε για να καταγγείλω. Καλός ο blogoχώρος, αλλά (χωρίς να απαξιώνω τη διαδραστική του λειτουργία στη διάδοση των ιδεών και της πληροφορίας) υπάρχουν οργανωμένοι θεσμοί για να διαμαρτυρηθείς, να καταγγείλεις και να επιδιώξεις (ουσιαστικά) και μέσα από τους μηχανισμούς της συντεταγμένης πολιτείας (εννοώντας κόμματα, οργανώσεις, κινήματα, συνδικαλισμό, εκλογές) την απτή (απτότατη) δικαίωση ή ανατροπή. Η οποιαδήποτε γραφή, ανάρτηση banners, υπογραφή ανούσιων, γενικόλογων και κοινότοπων ιδεολογικών κειμένων (όρα Αμαλία), ακόμη και αυτά τα γραφικά των συγκεντρώσεων διαμαρτυρίας (όπου μαζευόμαστε τρεις κι ο κουκοbloger κι επαιρόμεθα ότι δρούμε κι είμαστε ενεργοί (active – actιβιστές), δεν είναι παρά άλλοθι και εκτόνωση (ανάλογη των καυγάδων στα γήπεδα) που μας προσφέρει (επιτρέπει και καλλιεργεί) η εξουσία (όχι στην καθεστωτική αλλά στην οντολογική της σύλληψη) ώστε να καταστέλλεται (και υποπτεύομαι να ελέγχεται υπόρρητα) η πραγματική πολιτική δράση και αντίδραση.
Από την άλλη, δεν (νομίζω, μάλλον δεν έχω την ψευδαίσθηση, ότι) γράφω (ούτε καν ότι διαβάζω τα υπόλοιπα blog) για να μάθω. Η μάθηση, η πληροφόρηση και η γνώση είναι τρεις έννοιες πολύ διαφορετικές μεταξύ τους, τις οποίες, όμως, συχνά τις συγχέουμε. Κι όπως λέει και ένας διανοητής, που ξεχνώ τώρα (μεγάλη γυναίκα είμαι, το Αλτσχάιμέρ μου προχωρεί), οι δρόμοι της πληροφορίας είναι ανοιχτοί, αλλά οι δρόμοι της γνώσης έχουν ακριβά διόδια… Αν πάλι, το "να μάθω" σημαίνει να κατακτήσω την αυτογνωσία, μέσα από το γράψιμό, τις λέξεις, τη γλώσσα…η διαφωνία μου έγκειται στο ότι η γλώσσα (λέμε εμείς οι μεταμοντέρνοι/ες- μακριά από σας!) μας προσανατολίζει και σχεδιάζει για τον καθένα μια πραγματικότητα, αλλά αυτό ΔΕΝ είναι αυτογνωσία, είναι ένα ιδιοσυμβάν, ένα «καθ’ όδόν Είναι» (αυτό το είπε ο Paul Celan, τον θυμάμαι, άρα έχω ελπίδα).
Όσον αφορά στο αν γράφω για να εκφράσω τις σκέψεις μου, πιστεύω ότι όπως είπε και ο Ίνδικτος, για άλλα ξεκινάμε πολλές φορές και σε άλλα καταλήγουμε… Δεν είμαι σίγουρη ότι εκφράζω τις σκέψεις μου αλλά μάλλον ότι προσπαθώ «να ανακαλύψω τους τόπους μέσα μου» (ούτε αυτό είναι δικό μου, του Βέλτσου είναι, αλλά το σκέφτομαι τόσο πολύ, κάθε φορά που γράφω, ώστε μπορείς να πεις ότι με εκφράζει απόλυτα – και μη σηκώνετε το φρυδάκι ειρωνικά εσείς όλοι οι στρουχτουραλιστές και υπαρξιστές - σας βλέπω…)
Σε καμία, δε, περίπτωση δεν γράφω για να εξασκηθώ να γράφω καλύτερα, καθώς αυτό το καλύτερα (συγκρινόμενο με τι ή ποιον?) δεν έχει για μένα κανένα νόημα. Όπως έχω επανειλημμένα δηλώσει, οι συγκρίσεις, οι ταξινομήσεις και οι ιεραρχήσεις με σκοτώνουν, καθώς βλέπω σ’ αυτές έναν ετεροκαθορισμό, με όρους ηθικής (πτώσης ή ανάτασης, αδιάφορο). Σε κάθε παραίνεση για το καλύτερος/η γίγνεσθαι διακρίνω, με φρίκη, μια ομοιοστοιχία ανάμεσα στα προς περιγραφή φαινόμενα και τις (κατά κανόνα αυθαίρετα δομημένες-από ποιους?) ηθικές κατηγορίες, γεγονός που, κατ’ εμέ ασκεί μια κρυφή (και φυσικά αθέμιτη) βία. Η μόνη προσπάθεια μου είναι συνήθως, να βρω ένα όριο ανάμεσα στη λογοτεχνία και την (οριζόμενη ως) γνώση, να δω αν η (ας πούμε) επιστημονική γραφή, μπορεί να σταθεί με εξω-επιστημονικά ή (μη με βρείτε θρασεία δεν υπάρχει άλλη έκφραση) λογοτεχνικά κριτήρια, αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με το καλύτερο, αλλά με αυτό που έγραψα στην προηγούμενη ανάρτηση για το ταξίδι εντός και εκτός εαυτού μέσω του κειμένου.
Όσον αφορά στο γράφουμε για να λάβουμε τα σχόλια των άλλων, φυσικά και ενστερνίζομαι (πώς θα μπορούσε αλλιώς, αφού, ως μεταμοντέρνα-ξορκισμένη με τον απήγανο! αποδέχομαι τη σύλληψη του Derrida, ότι το κείμενο το διαμορφώνουν εξ’ ίσου ο γράφων και ο αναγνώστης) απόλυτα ότι (όπως λέει και ο Levinas αλλά και ο έτερος μεταμοντερνιστής Derrida) η γραφή μας, δεν είναι παρά ένα αέναο παιχνίδι ανάμεσα στο Λέγειν (η διάταξη του λόγου) και το Λεχθέν (το σημασιολογικό περιεχόμενο μιας απόφανσης) που παράγεται μόνο από την ύπαρξη του Άλλου (του αναγνώστη, του σχολιαστή, του επικριτή). Όμως αυτός ο άλλος δεν κομίζει κάποια προτασιακή αλήθεια, ούτε καν μια κανονιστική ορθότητα. Το κείμενό μου δεν υποβάλλεται στην ελεγκτική ανάγνωσή του, η οποία, μέσα από άπειρες απόπειρες ιδιοποίησης (νάτος πάλι ο Derrida) επιδιώκει, παραγνωρίζοντας τις παραμέτρους του, να καθηλώσει το νόημά του.
Το τι γράφουμε πάλι (αν γράφουμε απλές ή σύνθετες σκέψεις, αλήθειες ή ψέμματα, αν χρησιμοποιούμε τα λόγια, τις φωτογραφίες, τους πίνακες ή τις μουσικές άλλων, αν έχουμε έμπνευση ή αν είμαστε λογοκλόποι – καλά μη φρικάρετε, ακόμη κι ο Χατζιδάκης είχε παραδεχτεί ότι «δανειζόταν» στοιχεία από άλλους μουσουργούς) και οι σκοπιμότητες που μας οδηγούν να γράφουμε (αν σαρκαζόμαστε ή σαρκάζουμε, αν χειραγωγούμε ή αν καθοδηγούμε – που δεν απέχουν και πολύ, μην κοροϊδευόμαστε, αν ξορκίζουμε τα φαντάσματά μας ή αν κυνηγούμε την αναγνωσιμότητα και τη δημοφιλία, αν πολιτικολογούμε ή κοινωνιολογούμε αν κλαψομουνιάζουμε-τι λέξη(!) ή κάνουμε πλάκα), δεν μπορεί από κανένα (ΑΛΛΑ ΚΑΝΕΝΑ) να προκαθορίζονται (και γιατί άλλωστε?) Τα blog ΔΕΝ είναι ταξιδιωτικοί οδηγοί, όπου αυτός που τους διαβάζει πρέπει μετά να αναγνωρίσει το μέρος που επισκέπτεται, από την περιγραφή του. Ο/η καθένας/μια μπορεί και δύναται να αναγνωρίσει το δικό του τόπο (εσωτερικό εαυτό), σε κάθε περιγραφή (κείμενο, πόστ) χωρίς ευθύνη (ίσως και σε πείσμα) του/της γράφοντος/ουσας, καθώς οι ίδιες οι λέξεις που επιδιώκουν να δομήσουν την εμπειρία, εμπεριέχουν και την άρνησή της, την αντίφαση. Λέγοντας εδώ, εννοώ αλλού, λέγοντας τώρα είναι ήδη αργότερα και λέγοντας εγώ, μιλάω για έναν άλλο…
Τέλος, (παραβλέποντας το «προσπαθούμε και πρέπει» καθώς δεν το συζητώ… καμιά (ΑΛΛΑ ΚΑΜΙΑ) προσταχτική δεν έχει θέση σ’ αυτό το blog και) επικεντρώνοντας στο γράφουμε απλά, σύντομα, με σαφήνεια… έ! τι να πω? Κανείς δεν έχει παρά να διαβάσει τα ποστ μου, μακροσκελέστατα, σουρεαλιστικά, γεμάτα σύνθετους συντακτικούς τύπους, ανύπαρκτες λέξεις, παρενθετικές προτάσεις (όπου η συγγραφέας, μεταθέτει, συμπληρώνει ή και αναιρεί το νόημα προηγούμενων και επόμενων προτάσεων) και όσο για σαφήνεια… Ούτε εγώ δε θυμάμαι μετά τι (συνήθως ανούσιο ή αδιάφορο για τρίτους) ήθελα να πω… Και μ’ αρέσει! Και δε νομίζω καθόλου ότι μου (σε κανέναν, δηλαδή δεν) χρειάζονται συνταγές κατάλληλες για δοκιμιοεκθέσεις υποψηφίων στις πανελλήνιες. Η γραφή υπενθυμίζει εαυτόν: ηχεί, συνηχεί και αντηχεί τη φωνή ενός σώματος και μόνο: του δικού μου

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2007

Περί ασύμμετρης πολιτικής...

H αληθεια είναι ότι σιχαίνομαι τα πολιτικά (ή έστω πολιτικίζοντα) πόστ, αν και θεωρώ, ως συνεπής μεταμοντερνίστρια (λέμε τώρα), ότι κάθε πράξη (με την αριστοτελική έννοια) και κάθε λέξη μας είναι στη ρίζα της πολιτική. Έτσι, (υπομονετικά, ήσυχη ήσυχη στη γωνίτσα μου και αγνοώντας την επικαιρότητα) περίμενα να καταλαγιάσει ο θόρυβος (η εμμονή, θα μπορούσα να πω) με την περίφημη «ασύμμετρη απειλή» για να θέσω το (όχι πολιτικό αλλά κοινωνιολογικό) ερώτημά μου.
Ήταν, τελικά, απλώς μια ανοησία ή μια βαθιά πολιτική τοποθέτηση σε απόλυτη συνέπεια με την (ενίοτε ακραία) φιλοσοφία του ανεμοθύματος Πολύδωρα και της παράταξής του (και όχι μόνο)? Και αν ναι, τότε γιατί πυροδότησε μια σειρά από παρόμοιες δηλώσεις περισσότερο(?) σοβαρών ή μάλλον αποδεκτών από το εκλογικό σώμα (κάτι σαν mainstream) πολιτικών?
Μήπως, αντιλαμβανόμενες ότι πλέον βρισκόμαστε (όπως λέει ο Hauser) σε μια κοινότητα πολιτική χωρίς πολιτικά υποκείμενα να τη συστήσουν, τέτοιου είδους δηλώσεις χρησιμεύουν στη δημιουργία ενός φασματικού «λαού», μιας χιμαιρικής «κοινότητας» η ομοιογένεια της οποίας διασφαλίζεται από την αντίθεσή της με ότι είναι έξω (και ακόμα χειρότερα, διαφορετικό από) αυτή?
Μήπως, ο δεξιοφιλοσοφίζων Πολύδωρας, και οι συν αυτώ, ως πιστοί οπαδοί της νιτσεϊκής (μπορεί να το είπε και κανένας Metternich πριν από αυτόν, αλλά πάντως αυτός το έκανε μότο) ότι η πολιτική είναι η συνέχιση του πολέμου, η εσωτερίκευσή του, ο εγκλεισμός του μέσα σε αντιτρομοκρατικά οχυρώματα που περικλείουν τον «λαό», επιδιώκει να διασφαλίσει το απυρόβλητο (το στράτευμα οφείλει τυφλή/άκριτη υπακοή στον στρατηγό), ως ο μόνος ικανός να διεξάγει τον πόλεμο?
Μήπως, η διαρκής υπενθύμιση αοράτων (άρα τρομακτικότερων) απειλών και επιτιθέμενων επιτυγχάνει σ’ ένα πρώτο επίπεδο τη μετατροπή του «πολίτη» (και πάλι με την αριστοτελική έννοια) και του καντιανού «ελεύθερου ανθρώπου» (άνδρα, αλλά θ’ αφήσω προς το παρόν τα φεμινιστικά μου στην άκρη!!) σε μέλος του λαού-μάζας?
Και, αναρωτιέμαι τώρα εγώ, μήπως, σ’ ένα δεύτερο επίπεδο, και με τη βοήθεια των ρητορικών για τη μεγαλοσύνη του έθνους και της (ως περιούσιου λαού) υπεροχής του, έναντι των (πεισματικά αφανών) οχτρών, επιτυγχάνει ταυτόχρονα το ντρεσάρισμα αυτής της μάζας (α, ρε έρμε Nietzsche τι σου έμελε να πάθεις σήμερα!!) ως «σκυλιών φυλάκων» (της υπό διαρκή επίθεση εξουσίας) αναπτύσσοντας το πολεμικό τους ένστιχτο και καλλιεργώντας τη διάθεσή τους για το αίμα (πάντα του Άλλου)?
Και έτσι, οδηγούμαι και στο τελικό (και πιο τρομακτικό) ερώτημά μου: Μήπως αυτό που ακούσαμε και είδαμε δεν είναι παρά άλλη μια προσπάθεια ώστε ο πολίτης να υποβιβαστεί από το (πλατωνικό) πολιτικό ζώο στο (εύκολα διαχειρίσιμο, ανίκανο να κρίνει, έτοιμο να υποταχθεί και να νοιώσει ευγνωμοσύνη) ζώο?

Δευτέρα 21 Μαΐου 2007

Σώμα, υποκειμενικότητα, εικονικότητα Body/subjectivity/virtuality

Πριν από μερικές μέρες, σε κάποιο blog, δημιουργήθηκε ένα ζήτημα γύρω από τη σεξουαλική ταυτότητα της κατόχου, το οποίο εξελίχθηκε σε σεξουαλική παρενόχληση(?) και τελικά σε μια τοποθέτηση της blogger για τη σχέση της με το σώμα της και την ταυτότητα της. Το γεγονός είναι άλλο ένα δείγμα των αντιπαραθέσεων γύρω από το σώμα και το άτομο και ειδικότερα του σώματος ως τόπου εγγραφής της ταυτότητας. Η μάλλον όχι της ταυτότητας, αλλά μιας νέας σύλληψης, αυτή της υποκειμενικότητας, η οποία είναι προσφορότερη για την ερμηνεία του εαυτού, αποδεχόμενη ότι η δόμηση του εαυτού υλοποιείται όχι μονο μέσα από την προσωπική επιλογή αλλά και από τις κοινωνικές συνθήκες, στην υλικότητά τους. Η υποκειμενικότητα, αφ’ ενός, συνυπολογίζει τις σχέσεις εξουσίας που διαμορφώνουν τις συνθήκες της μεγαλύτερης ή μικρότερης προσωπικής επιλογής και, αφ’ ετέρου, ερμηνεύει τη ρευστότητα των σημερινών συνθηκών διαμόρφωσης των υποκειμένων.
Κι έτσι για άλλη μια φορά ανέκυψε το ερώτημα μου: Σε μια εποχή, όπου τα άτομα είναι εγκλωβισμένα σε ένα περιβάλλον υπερπληροφόρησης, δομημένο απο πληθώρα σημείων, τα οποία αντικαθιστούν σταδιακά την πραγματικότητα, δημιουργώντας, σύμφωνα με τον Baudrilliard, συνθήκες υπερ-πραγματικότητας.... Με ένα μέσο όπου το σώμα γίνεται όλο και περισσότερο απόν, όπου γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτα το περίγραμμα και τα όρια του....πως γίνεται και αποκτά μια όλο και σημαντικότερη θέση στις κοινωνιολογικές, ψυχολογικές και οικονομικές έρευνες, θεωρίες και μελέτες???? Πως γίνεται και το σώμα αποκτά μια ολοένα αυξανόμενη πολιτική σημασία, τη στιγμή που η ενσώματη υπόσταση των ατόμων γίνεται όλο και πιο αχνή ως υλικότητα, αντικαθίσταται από μια εντεινόμενη εικονικότητα?
Μήπως η εικονική πραγματικότητα, στην α-σώματη διάστασή της, ξεχνώντας ότι το σώμα δεν μπορεί να αναχθεί στο πράγμα, παραβλέποντας ότι το σώμα είναι κάτι που ζούμε, κάνει απαραίτητη την αναζήτησή του σε μια αναζήτηση μιας στερεότητας στο σχεδιασμό του εαυτού? Μήπως, τελικά, επειδή έχει χαθεί η αμεταβλητότητα των παραδοσιακών νεωτερικών και προ-νεωτερικών ταυτοτήτων, που πήγαζε από μια σταθερή αίσθηση του κόσμου, η μετανεωτερική υποκειμενικότητα, σήμερα, γίνεται όλο και πιο ρευστή και το σώμα επιστρατεύεται ως ένα εφόδιο πάνω στο οποίο προβάλλεται μια αναστοχαστική αίσθηση του εαυτού? Μήπως τελικά, προσπαθούμε να αναστρέψουμε μια απώλεια του σώματος, της υλικής κατά βάση υπόστασης του εαυτού, η οποία, σύμφωνα με τoν Fitzclarence, έρχεται σε επαφή με τους υπόλοιπους ενσώματους εαυτούς και τον ευρύτερο κόσμο? Μήπως αποζητούμε την αποκατάσταση της ενσώματης υπόστασης του ατόμου, την ενσώματη επαφή με τους εικονικούς άλλους, ώστε να επιστρέψουμε σε μια αντίληψη της πραγματικότητας, στην υλική πολλαπλότητά της???

Τρίτη 15 Μαΐου 2007

Eurovision/ ετερότητα/ δημοκρατία

Υπάρχει ένα κείμενο για τη φιλοσοφία και την επικαιρότητα του φιλοσόφου Alain Badiou στο βιβλίο του (Περιστάσεις 1 & 2, εκδ. Άγρα). Σύμφωνα με αυτό, σε κάθε συμβάν, που έρχεται στην επικαιρότητα (ακόμη και σ' αυτά που τείνουμε να υποτιμούμε, όπως το πανηγυράκι της Eurovision, τώρα) υπάρχει μια σύντηξη του Αγαθού ή του Κακού με το Αληθινό (μην μπούμε τώρα στη συζήτηση περί αληθινού, απλά ας αποδεχτούμε τον όρο!).
Η συνάντηση του επίκαιρου με τη φιλοσοφία, αναδεικνύει τη συνεχή ανάγκη του ανθρώπου να έχει επιλογές, να έρχεται σε ρήξη ή να συμπαρατάσσεται. Ωστόσο, κάθε δίλημα τύπου, Eurovision ή (ας πούμε) Shakira? - "So you think you can dance" ή "Ελλάδα έχεις ταλέντο"? - "Βέρα στο δεξί" ή "Μεγάλο παζάρι"? - "internet ή διδασκαλία?" - "Βιβλίο ή φίλμ"? - "εφημερίδα ή δελτίο των 8"? - "Sarkozy ή Royal"? μπορεί να μεταφραστεί ως άλλη μια απόπειρα ισοπεδωτικής αριθμητικής, όσον αφορά την αισθητική, τη λογική, την τεχνολογία, την κοινωνία ή την πολιτική. Οι (θεωρητικά) αμέτρητες δυνατές επιλογές (οι "ατομικές προτιμήσεις") αναστέλλουν στην ουσία, τη γενική βούληση, αφού (με το πρόταγμα της ισότητας), τη μετατρέπουν σε μια ακίνδυνη γνώμη, καταγεγραμμένη μέσα από πραγματικές (ή οιωνεί) δημοσκοπήσεις.
Μέσα, τώρα, στο πλαίσιο της Eurovision, όπου αποθεώνεται η απονευρωμένη πλευρά της τραγουδιστικής αισθητικής, τα τελευταία χρόνια (και φέτος περισσότερο από ποτέ) τέθηκε και το δίλημμα της ετερότητας. Πέρυσι η ετερότητα παρουσιάστηκε μέσα από τα τέρατα (που εν τέλει απέσπασαν την ψήφο, άρα και τη γενικότερη αποδοχή) και φέτος με την τερατολογική διάσταση ή μάλλον τη διάσταση καρικατούρας του διαφορετικού (που και πάλι απέσπασε τη γενικότερη συναίνεση, με πολλές θετικές ψήφους, οι οποίες διασπάστηκαν στις πολλές επιλογές κι έτσι δεν διαμόρφωσαν αποτέλεσμα). Η τερατώδης εμφάνιση, η καρικατούρα, τονίζει το όριο αυτού που μπορεί να νοηθεί, να ειπωθεί, να υλοποιηθεί. Γίνεται εμφανής η αψήφηση (ποια διάολο λέξη υπάρχει γι αυτό?) των αποδεκτών μοντέλων ταυτότητας μέσα από την παραβατικότητα, το αφύσικο, το αποτρόπαιο και το αντιφατικό (συμπυκνωμένα ωστόσο, σχεδόν αποκλειστικά, πάνω στα σημάδια του σώματος, τα σημάδια που διαβάζει και ερμηνεύει ο Άλλος).
Με την ένταξή της στο συγκεκριμένο πλαίσιο, η ετερότητα απονεκρώνεται από το περιεχόμενό της και ο συμβολισμός εξαφανίζεται. Η διαφοροποίηση περιορίζεται στη μορφή του υποκειμένου, έτσι και η επιλογή περιορίζεται, όπως θα έλεγε και ο Badiou, "στη διαζευκτική σύνδεση ανάμεσα σε δυο μηδενισμούς", καθιστώντας ασήμαντη την επιλογή και αδύνατη την αμφισβήτηση κοινωνικών και πνευματικών παγιωμένων. Η ετερότητα δεν απορρέει πια από κάποιο πολιτικό διακύβευμα, δεν απαντά σε κανένα ερώτημα και, αναγόμενη σε άλλο έναν διαθέσιμο λόγο (discourse), αποστειρώνεται και συγχωνεύεται....

Πέμπτη 10 Μαΐου 2007

Derrida, κειμενικότητα και blogs

Έχει νόημα η ερώτηση, ποιο είναι τέλος πάντων αυτό το εντός του κειμένου το “dans le texte” του Derrida σ’ ένα blog? Τι είναι σημαντικότερο στο blog? η γραμματολογία, του κειμένου ή οι εκπηγάζουσες από την κειμενικότητα βαθύτερες ιδεολογικές και πολιτικές προεκτάσεις?
Η ανά-γνωση θέτει το blog υπό ερμηνεία, αποκαλύπτοντας έτσι, τη λειτουργία της γραφής στη διάσπαση και επανασύνθεση του νοήματος. Υπάρχει μια ανταπόκριση του κειμένου στην «προσδιορισμένη κωδικοποιημένη προσδοκία, σ’ ένα μάτι κι ένα αυτί που το προσλαμβάνουν και το υπαγορεύουν, κατά κάποιον τρόπο, και το προσανατολίζουν». Παράλληλα, σε μια κυκλικά ανατροφοδοτούμενη σχέση, το κείμενο «σχεδιάζει τη δομή και τη φυσιολογία του ματιού» μερικές φορές «εφευρίσκει τον προορισμό του» (Derrida: Συνομιλίες, εκδ. Πλέθρον).
Αυτή η χιαστί σχέση των λόγων, αντιπροσωπευτική της αποδομητικής λογικής, παίζει με την ένταση των νοημάτων καθώς το ένα υπεισέρχεται στο άλλο, αμφισβητώντας κάθε ιεραρχική τους δόμηση, δημιουργώντας μια ακαταστασία (désordre) σε συνεχή διαδικασία ταξινόμησης. Η χιαστή αυτή σχέση, όπου, παραφράζοντας τον Brook Thomas (The New Historicism and Other Old-Fashioned Topics εκδ. Princeton University),… η φιλοσοφικότητα του κειμένου και η κειμενικότητα της φιλοσοφίας πιστοποιούν ότι το κείμενο είναι φιλοσοφία και η φιλοσοφία κείμενο, έχει την τάση να μετατρέπεται από σχέση διαφορετικότητας σε σχέση ταυτότητας. Κι έτσι για άλλη μια φορά ανακύπτει ερώτημα: Αυτή η αντικατάσταση της διαφορετικότητας με ταυτότητα,(όχι ότι κάτι τέτοιο προκύπτει άμεσα από τα κείμενα του Derrida, αλλά ποιος θα μας μαλώσει εδώ που βρήκαμε καταφύγιο?) λόγω της δήλωσης ότι όλα μπορούν να αναχθούν σε κείμενο – “il n’ y a pas de hors texte” (λέει ο σοφός παππούς, Derrida) μήπως οδηγεί σε ένα ιμπεριαλισμό της επιστήμης (discipline), μεταμφιεσμένο σε διεπιστημονικότητα (inter-disciplinarity)?
Ωστόσο, σε κάθε χιασμό (από τις πιο όμορφες και ποιητικές δομήσεις του λόγου) ενυπάρχει μια γραμμή διαφυγής, εκτός ίσως από το ποίημα “An Irish airman foresees his death”του Yeats (για να στρέψουμε το βλέμμα και δυτικότερα) οπού η α-δυνατότητα ταξινόμησης άρα και ανεύρεσης αυτής της γραμμής διαφυγής, έχει ως αποτέλεσμα το τραγικό τέλος....

Σάββατο 31 Μαρτίου 2007

Αθλητισμος και βία / sports and violence...

Νά' μαι κι εγώ.... Τι κάνω εδώ? Απορώ και παριστάνω ότι αντιλαμβάνομαι τον κόσμο γύρω μου. Κι επειδή, όπως λέει ο αγαπημένος μου Καββαδίας στο ποίημα που δάνεισε τον τίτλο στο blog
....τη νύχτα οι ναύτες κυνηγούνε το φεγγάρι
και την ημέρα ταξιδεύουνε στ' αστεία....
Ας γράψω... Γιατί? Μάλλον δεν άντεξα καθώς για άλλη μια φορά με εξέπληξε η απορία και η απέχθεια με την οποία αντιμετωπίστηκαν από τους αναλυτές, τα ΜΜΕ, τους πολιτικούς και τους νομοταγείς πολίτες τα φαινόμενα χουλιγκανισμού στο στάδιο Καραϊσκάκη την προηγούμενη εβδομάδα και το ατυχές περιστατικό με τον νεαρό οπαδό (?) στην Παιανία. Έπρεπε να γράψω τις σκέψεις μου, για να τις δω γραμμένες, να τις ταξινομήσω, να τις αξιολογήσω. Να δω κατά ποσο είναι δικές μου, κατά πόσο είναι δανεισμένες. Και το κομμάτι που είναι δανεισμένο παραμένει ξένο ή έχει γίνει μέρος της σκέψης μου?
Ποια η σχέση του αθλητισμού με τη βία?
Οντολογική? ΄καθώς ο αθλητισμός και η βία είναι από τις έννοιες που συνδέονται άμεσα με τη φυσικότητα του ατόμου, με το σώμα και τις ιδιότητες του?
Ψυχολογική? καθώς σύμφωνα με τον Bourdieu και τους μεταδομιστές ο φίλαθλος ανάγεται σε παράγοντα του παιχνιδιού, του αγώνα, μοιραζόμενος με τους συμμετέχοντες στον αγώνα, το illusio του αγώνα. Βιώνει την εμπειρία του αθλητισμού μέσω του σώματος του αθλητή. Παίζει το παιχνίδι μέσα από τη δραστηριότητα του αθλητή, υποτάσσεται στους κανόνες μέσω της πειθάρχησης του αθλητή στους κανόνες του παιχνιδιού που αποδέχονται και οι δυο. Ωστόσο ενώ το σώμα του αθλητή επιτίθεται στην εξουσία που εγγράφεται σε αυτό μέσα από τη συμμετοχή στο παιχνίδι, το σώμα του φιλάθλου δε βρίσκει τρόπους να απαλλαγεί από αυτή την εξουσία. Σ΄έναν αγώνα, όπως ίσως και σε μια συναυλία, εκδηλώσεις μιας μεγάλης φυσικής και ψυχικής ενέργειας, η δημιουργία της εικόνας είναι πολύ ισχυρή και ακόμη ισχυρότερη η αντίφασή του ότι ο θεατής πρέπει να μείνει μόνο θεατής. Καθώς η άσκηση στο έπακρο των δυνατοτήτων του σώματος των αθλητών, δημιουργεί στους θεατές-φιλάθλους την αίσθηση ότι τους αφαιρείται κάτι από το σώμα τους, αυτό το κάτι το διεκδικούν πίσω με την άσκηση βίας.
Μήπως η σχέση τους είναι κοινωνιολογική? Πηγάζει από τις κοινωνικές δομές, καθώς τίθεται το ερώτημα αν η βία, η παρόρμηση καταστροφής και η επιθετικότητα, σύμφυτες στον άνθρωπο και χρήσιμες για την επιβίωσή και την επικράτησή του πάνω στο φυσικό κόσμο που τον περιέβαλλε καλλιεργήθηκαν άργότερα πολύ συνειδητά (στρατός, σώματα ασφαλείας) και υπόρρητα (με τη μορφή του αθλητισμού) απο την κρατική εξουσία. Ο αθλητισμός δεν είναι παρά ένα υποκατάστατο της βίας και της επιθετικότητας και ταυτόχρονα μια μεταλλαγή τους. Οι νέοι, μέσα από τον αθλητισμό, ενσωματώνουν μαζί με την επιθετικότητα, την πανουργία και τη στρατηγική επινοητικότητα, ώστε μελλοντικά να λειτουργήσουν ως υπερασπιστές του κράτους.
Ειναι η σχέση τους εθνικιστική/ιδεολογική? Το υπονοούμενο των τεχνοκρατών του αθλητισμού ότι κάθε αθλητικό επίτευγμα είναι απόδειξη ότι έχει προοδεύσει η ίδια η ανθρωπότητα ως προς τη σωματική κατάσταση των ατόμων (Brohm, 1993) οδηγεί στην πίστη πως η κατίσχυση επί του αντιπάλου στο άλμα, στο τρέξιμο ή στο λάκτισμα μιας μπάλας είναι αποδείξεις μιας εθνικής αρετής. Η διαπλοκή της εθνικής και της αθλητικής κουλτούρας, δημιουργεί την επιθυμία συμβολικής απόδειξης της εθνικής προόδου και υπεροχής με όχημα το αθλητικό θέαμα.
Υπάρχει η πιθανότητα η σχέση τους να άπτεται της θρησκειολογίας? Είναι γεγονός ότι οι δυο χώροι στους οποίους κατά κύριο λόγο, εμφανίζονται φανατικοί οπαδοί είναι η θρησκεία και ο αθλητισμός καθώς ο αθλητισμός είναι άμεσο τέκνο των θρησκευτικών τελετών παρουσιάζοντας την ίδια αυστηρή ιεραρχία, τους απόλυτους κανόνες, την τελετουργία, την πίστη στην εκπροσώπηση της απόλυτης αλήθειας. Και οι δυο παρουσιάζουν τη διατύπωση του συμβολικού λόγου τους ως το απόλυτο διακύβευμα. Όπως η θρησκεία, ο αθλητισμός απαιτεί πίστη στα σύμβολα (η φανέλα είναι η ψυχή μας), λειτουργεί ως ένας μηχανισμός προσηλυτισμού σε ένα σύστημα πίστης με τους ήρωες, τους αρχιερείς, τα δόγματα, τους ιερούς ναούς, τον παράδεισο του και τους αμαρτωλούς που πρέπει να αφοριστούν, να τιμωρηθούν. Η αθλητική ιεροτελεστία, όπως η θρησκευτική θυσία, νομιμοποιεί τη βία, τη συμβολική θανάτωση του αντιπάλου και λειτουργεί ως υποκατάστατο βίαιης επιβολής μιας κοινωνικής ομάδας πάνω σε μια άλλη έτσι κάθε αθλητική συνάντηση προκαλεί μια συλλογική προσμονή για μια επικράτηση πάνω σε έναν φανταστικό εχθρό