
γιατί ακριβώς οι γυναίκες.....

βαριούνται το ποδόσφαιρο????

Δεν είμαστε με τα καλά μας, ΜΕ φαίνεται.....
Δε θυμάμαι, βρε μαμά... Κάτσε να δω το πρόγραμμα... Α, να Miquel Barcelo !












Κάποια στιγμή μέσα στην αδιάλειπτη επαναληπτικότητα του χρόνου γεννήθηκαν 25 μιλιταριστικά παιχνίδια προκαθορισμένα μορφικά και υλικά (αφού ενουσιώθηκαν από το ίδιο παλιό μολυβένιο κουτάλι). Η πρώτη οντογενετική εμπειρία τους, που δομήθηκε με το άνοιγμα του κουτιού που υποκαθιστούσε το στρατοκρατικής έμπνευση κατάλυμα τους, ήταν η μη-συνωμοσιολογική έκπληξη (ενθουσιασμός θα μπορούσαμε να πούμε) ενός παιδιού. Καθώς θέτονταν εν παρατάξει, διαπιστώθηκε ότι η μορφική ομοιοστασία τους διαταρασσόταν από το τελευταίο (που μπήκε στο καλούπι) στρατιωτάκι που ίστατο (κατά ένα πόδι) ελλιπές υλικά, ωστόσο χωρίς καμιά διαταραχή της συναισθηματικής (μηδέ της σωματικής) του ισορροπίας.
Στο πεδίο τοποθέτησής τους, παρατήρησαν ένα απαρτισμό παιχνιδο-υποκειμενικοτήτων με εξέχουσα παρουσία έναν πύργο χάρτινο, στη θύρα του οποίου στέκονταν μια υπερβατικού κάλλους μπαλαρίνα. Ο ΑΜΕΑ μολυβένιος στρατιώτης, μην εντοπίζοντας το δεύτερο (σηκωμένο en arabesque attitude) πόδι της χορεύτριας νόμισε ότι διέκρινε σε αυτή μια ασυμμετρική αμοιβαιότητα, που δημιουργούσε μια ανεπίγνωστη δυνατότητα συμβιωτικής ταύτισης και ελλοχεύοντας πίσω από μια ταμπακέρα επικέντρωσε την προσοχή του σε αυτή.
Με το επερχόμενο της νύχτας, δημιουργήθηκε στο πεδίο των παιχνιδιών ένας ενεργός αλλοτροπισμός, όπου όλα τα παιχνιδο-όντα με μια παμμορφιστική αντίδραση στον ιθυφαλλισμό της εξουσίας των ανθρώπων, άρχισαν να διασκεδάζουν. Οι μόνοι που διατήρησαν ένα principium individuationis ήταν ο στρατιώτης, που δεν άφηνε την χορεύτρια από το οπτικό του πεδίο και εκείνη που παρέμενε σε μια αναστοχαστική παθητικότητα.
Κατά τη σημειολογικά χρονική εμπέδωση της αλλαγής της μέρας, με μια ιρασιοναλιστική κίνηση (που ανέτρεπε τη φαινομενολογικά χρηστική υπόστασή της), από την ταμπακέρα πετάχτηκε ένα τρολ το οποίο με χαρακτηριστικό βατταρισμό, επιδόθηκε στον φρονηματισμό του ΑΜΕΑ στρατιώτη απαγορεύοντάς του να επικεντρώνεται στην μπαλαρίνα, επισείοντας ρεβανσιστικές απειλές.
Την επόμενη ημέρα, ο άνεμος, επιδεικνύοντας έναν ασυγχώρητο (και εν πολλοίς αδικαιολόγητο) φαβοριτισμό προς το τρολ, παρέσυρε τον στρατιώτη από το ανοιχτό παράθυρο. Ο στρατιώτης βρέθηκε με έντονο αλλοκεντρικό πρόβλημα, αφού η ξιφολόγχη σφηνώθηκε στα πλακάκια και το μοναδικό πόδι βρέθηκε στον αέρα.
Το αγοράκι και η ταξικού προκαθορισμού προλετάρια που υπηρετούσε στο σπίτι κατέβηκαν να το αναζητήσουν, αλλά καθώς ο (μενσεβικικά οριοθετημένος) στρατιώτης (εμφορούμενος από έναν λανθάνοντα, στρατιωτικό γκομπινισμό) δεν τους κάλεσε, τον προσπέρασαν, με αποτέλεσμα να παραμείνει επί μακρώ (και εν μέσω βροχής) σε μια διαιρετότητα του μη αποφασιστού....
Όταν, ωστόσο, κόπασε η καταιγίδα, δυο σταχανοβιτικής προέλευσης ανήλικοι τον εντόπισαν και (σε μια προδήλως λανθασμένη εμπειριοκριτική ερμηνεία της στολής του) τον μπάρκαραν σε μια χάρτινη βάρκα. Ο στρατιώτης διατηρώντας τον ναρκισσιστικά κατευναστικό ιντιβιντουαλισμό του (άρα χωρίς επικλήσεις βοηθείας), αποδέχτηκε το γεμάτο κλυδωνισμούς ταξίδι μέσα στο ρεύμα που είχε δημιουργήσει η βροχή διατηρώντας πάντα την επικέντρωσή του μπροστά και σφίγγοντας (με λιβιδινική σχεδόν εμμονή) το όπλο του.
Η βάρκα σύντομα μπήκε στο άνοιγμα μιας πλάκας τοσούτως σκοτεινής ώστε ο στρατιώτης ανασύνθεσε κατηγορητικά τον αμοραλισμό του τρολ και σε μια σενσουαλιστική ανάμνηση της μπαλαρίνας, ευχήθηκε να ήταν μαζί του. Με συγγνωστή αδιαφορία και πίστη στις αρχές του διεθνισμού και της παγκοσμιοποίησης, προσπέρασε τον οριοθετικό εθνικισμό του αρουραίου, που (αυτοπροσδιοριζόμενος ως υπονομοφύλακας) τον κατεδίωξε ζητώντας του διαβατήρια και διόδια και συνέχισε να ακολουθεί το ρεύμα ωσότου αντιμετώπισε τον (συγκριτικά προς το μέγεθός του) καταρράχτη, όπου το ρυάκι ενώθηκε με τον υπόνομο.
Η βάρκα διαλύθηκε εις τα εξ ων συνετέθη και ο στρατιώτης (παράλληλα με την οντολογική πραγματικότητα) βυθίστηκε σε μια ρελατιβιστικά ανώτατη θλίψη για την απώλεια της μπαλαρίνας. Εκείνη την στιγμή η ποσιβιτιστική μεταφυσικότητα των παραμυθιών, του πρόσφερε καταφύγιο στο στομάχι ενός ψαριού.
Η ασυνεχής τονικότητα των κινήσεων του ψαριού (που δημιουργούσε έντονο πρόβλημα ναυτίας στον στρατιώτη) κάποια στιγμή διεκόπη και ο ιντετερμινισμός του σκοταδιού αντικαταστάθηκε από την περφεξιονιστική υλικότητα του φωτός. Η μαγείρισσα, που άνοιξε την κοιλιά του ψαριού, με μια επανιδιοποιητική κίνηση τον μετέφερε στην αίθουσα των παιχνιδιών ώστε να επιδειχθεί η επιτελεστικά γόνιμη γενναιότητά του. Αυτό δημιούργησε ρηγματώσεις στη μετριόφρονη υποκειμενικότητα του στρατιώτη κάνοντάς τον να παρατηρεί αμήχανα τον περιβάλλοντα χώρο, όπου διαπίστωσε ότι είχε επιστρέψει στο γνωστό δωμάτιο, ενώ μπροστά του βρισκόταν το αντικείμενο του πόθου του, η μπαλαρίνα.
Ωστόσο το ευτυχές τέλος παρακάμφθηκε καθώς, σε μια αιφνιδιαστικά αφιλότεχνη πράξη, ένα από τα αγόρια τον έριξε στη φωτιά αποδομώντας την φυσική και πνευματική υπόστασή του. Ο στρατιώτης, εγκλωβισμένος σε μια αμφιθυμικότητα, αδυνατούσε να προσδιορίσει αν η θέρμη που τον κατέτρωγε προερχόταν από την πυρά ή τον έρωτα.
Η διατάραξη της διπολικότητας αποκαταστάθηκε καθώς η χορεύτρια, εξ’ αιτίας της παρεμβατικότητας του αέρα (που αντελήφθη την ενδογενή απελπισία της), βρέθηκε φλεγόμενη δίπλα του.
Την επαύριο του συμβάντος, στο τζάκι ο υπερπροσδιορισμός της εμμένειας του έρωτά τους είχε σχηματίσει μια μολυβένια καρδιά με μια πούλια στο κέντρο της...
(Σήμερα είναι η παγκόσμια ημέρα παιδικού βιβλίου, ακριβώς στα γεννέθλια του μεγάλου παραμυθά Άντερσεν και είπα να κάνω μια αποδομιστική μεταφορά του γνωστού παραμυθιού. Έτσι, τώρα, όλοι ξέρουμε γιατί ο Βέλτσος γράφει ποίηση, ο Derrida φιλοσοφία, η Πάνια παρουσιάζει τα παρατράγουδα, ο Νικ Κέηβ γυρίζει δίσκους, εγώ έχω μπλογκ κι ο Άντερσεν συνοδεύει τα όνειρα όλων των παιδιών του κόσμου)