προτιμά (σε περίπτωση που της προταθεί, πιεστικά, μη φανταστείτε...) να διαιωνίσει τα ακριβώς από πάνω γονίδια παρά αυτά...
του επιστήμονος. Μπρρρρ! Ανατρίχιασα....
προτιμά (σε περίπτωση που της προταθεί, πιεστικά, μη φανταστείτε...) να διαιωνίσει τα ακριβώς από πάνω γονίδια παρά αυτά...
Τόσος πανικός για ένα διαφορετικό σώμα? Πόση απειλή από ένα διαφορετικό σώμα? Στην αρχή όλα πάνε μια χαρά. Μάλλον είναι θέμα μεγέθους (είμαι μικροσκοπική και δε γίνομαι εύκολα αντιληπτή). Δυστυχώς δεν είμαι και μουγκή (κάθε άλλο μάλιστα, λαλίστατη η χρυσή σας!) οπότε αναπόφευκτα θ’ ανοίξω το στόμα μου, λέγοντας κάτι όπως ρεεεε! ή ουάου! και νομοτελειακά έχει έρθει η στιγμή της κρίσης (Πού να τολμήσω κι ολόκληρη λέξη: όπως φάουλ, οφ σάιντ, γκοοοοολ!)….
Στην αρχή ψάχνουν να εντοπίσουν τη φωνή (έχουν ακόμα μια ελπίδα ότι κάνουν λάθος) μετά ακολουθεί μια παγωμένη σιωπή (όπου συνήθως εγώ εκνευρίζομαι και λέω το χαρακτηριστικό – και ευφράδες – «ε, τι?»). Η επόμενη φάση περιλαμβάνει το σούσουρο και τον ψίθυρο... Κάποιοι οικτίρουν τον καλό μου που του κατσικώνομαι ακόμη και στ’ αθλητικά (οι υπόλοιποι τον οικτίρουν έτσι κι αλλιώς που του προέκυψα γενικώς). Τέλος περνάμε στα μεγαλόφωνα σεξιστικά σχόλια (και υπ’ όψην, οι φίλοι μας είναι, όπως λέει και ο Bourdieu, κάτοχοι ενός σχετικά υψηλού κοινωνικού και πολιτισμικού κεφαλαίου) γύρω από την ανικανότητα του εγκεφάλου της γυναίκας να αντιληφθεί τη λογική του αθλήματος (ξεκινάμε με το ότι η μπάλα είναι στρογγυλή), τη φυσική αδυναμία της να παρακολουθήσει το παιχνίδι (γιατί ο κύριος με τα κίτρινα δεν παίρνει την μπάλα?) και γενικά την ασυμβατότητα των όρων φίλαθλος και γυναίκα (ο Γκατούσο δεν είναι ιταλική τσάντα, είναι ποδοσφαιριστής). Οι φίλοι μου (και όχι μόνο) θεωρούν ότι οι όροι άθλημα και θηλυκό αυτοναιρούνται, ειδικά όταν πρόκειται για άθλημα παραδοσιακά (ότι και να σημαίνει αυτό) ανδρικό, όπως το μπάσκετ, το χάντμπολ ή το πόλο και ακόμα χειρότερα το ποδόσφαιρο (η Φόρμουλα 1 είναι απαγορευμένη λέξη).
Ε, τι να κάνουμε τώρα? Ομολογώ (και τύπτομαι) είμαι ένα αντιφατικό πλάσμα. Από τη μια λατρεύω να κλαίω στην όπερα και από την άλλη τρελαίνομαι για βίαια αθλήματα με γρήγορες εναλλαγές, όπως το kick-boxing, το ice-hockey, και λατρεύω το ποδόσφαιρο. Δυστυχώς τα αποδεκτά για γυναίκες αθλήματα όπως το βόλεϊ, το τένις ή οι καταδύσεις με καμία σωματική επαφή ανάμεσα στους παίκτες δε μ’ ενθουσιάζουν καθόλου.
Ε, τι να γίνει? Από τη μια στήνομαι στις ουρές με τις ώρες να βρω εισιτήρια για μπαλέτα και πρωτοποριακές ομάδες χορού και από την άλλη φανατίζομαι με μηχανοκίνητα αθλήματα, όπως η Formula1 και το MotoGP ή αθλήματα με έντονη σωματική προσπάθεια όπως η ελληνορωμαϊκή ή η κωπηλασία. Και με αφήνουν παγερά αδιάφορη τα αθλήματα που υμνούν τη χάρη και την αρμονία όπως η ρυθμική αγωνιστική γυμναστική ή το πατινάζ στον πάγο.
Έχω αναρωτηθεί άπειρες φορές και ήρθε η ώρα να εκφράσω και δημόσια την απορία μου:
Για ποιο λόγο δημιουργώ τέτοια αμηχανία στους συν-θεατές μου και (είναι σίγουρο) προβληματίζω τους παραγωγούς του αθλητικού θεάματος και των αθλητικών εκπομπών (έχετε προσέξει κάτι διαφημίσεις για αφρολουτρομακιγιάζ που κάνουν δειλά την εμφάνισή τους ανάμεσα σε αυτοκινητοξυριστικόεργαλεία και ουισκομπυρομηχανές? Ε, σε μένα απευθύνονται) ενώ κάνω τον Ντε Κουμπερτέν (που ήθελε - σοφά και φαλλοκρατικά σκεπτόμενος - μετά την απαγόρευση της συμμετοχής αθλητριών, να απαγορέψει την είσοδο ΚΑΙ των θεατριών στο γήπεδο) να γυρίζει στον τάφο του????
Η αλήθεια είναι ότι ο αθλητισμός (και ειδικά ο αγωνιστικός ομαδικός) απαιτεί την αποδοχή και τη συμμόρφωση με τους κανόνες (διαιτητή άρχοντα του αγώνα!!) και την καθεστηκυία τάξη (Ρεχάγκελ θεέ!) για την επίτευξη του τελικού στόχου, που δεν είναι άλλος από τη νίκη (πόνεσε η τριάρα Μουσλίμοβιτς?). Άρα, μήπως η διάρρηξη ενός στερεότυπου έστω και αυτό του θεατή (η εισαγωγή της γυναίκας ως θεατή) δημιουργεί σοβαρές ανατροπές στη νοηματοδότηση του αθλήματος, κάνοντας αμφίβολη τη νίκη?
Κι ενώ στους φιλάθλους των ομάδων (ειδικά του ποδοσφαίρου) δημιουργείται το αίσθημα του ανήκειν σε μια κοινότητα, μήπως η συμπερίληψη της γυναίκας σε αυτή την κοινότητα είναι αδιανόητη αφού οι γυναίκες (από την Ελένη της Τροίας ως την Ελένη Λουκά) είναι ένας συνεχής κίνδυνος στην αρραγή ενότητα της κοινότητας?
Σ’ αυτή την κοινότητα της αθλοθέασης είναι επιτρεπτή η έκφραση αισθημάτων όπως η θλίψη με σωματικές εκδηλώσεις όπως τα δάκρυα. Μήπως λοιπόν η παρουσία της γυναίκας είναι ανεπιθύμητη καθώς λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας (η αρχετυπική σύγκρουση εκφρασμένη με το "Στο καλό καημέ μου πικρέ/ και μην κλάψεις για μένα ποτέ/ οι άντρες δεν κλαίνε, δεν κλαίνε" – Μαρινέλλα – μπάαα… "Όσοι δεν πόνεσαν, άστους να λένε/ κι όμως κυρία μου οι άντρες κλαίνε" – Καζαντζίδης), αποκλείοντας τη συναισθηματική εκτόνωση της φόρτισης? Σ’ αυτή την κοινότητα όπου οι παρέες των αντρών θεατών εκφράζουν τον ενθουσιασμό τους και εκτονώνουν τα αισθήματα τους αγκαλιαζόμενοι και χοροπηδώντας μήπως το σώμα της γυναίκας (σε μια απόλυτη έλλειψη απόστασης) δημιουργεί αμηχανία, καθώς η μόνη επαφή που αντιλαμβάνεται το αρσενικό αφορά στη σεξουαλική οικειότητα?
Επιπλέον (έστω και οριακά) στον αθλητισμό, τόσο μέσα στο γήπεδο, όσο και στις (αληθινές ή εικονικές) κερκίδες η (σωματική ή λεκτική) βία είναι μια (παραβατική μεν) αποδεκτή (δε) συμπεριφορά για τους άνδρες. (Σε τελική ανάλυση το ποδόσφαιρο – και μάλιστα η διαμεσολαβημένη από την τηλεόραση μορφή του – δεν είναι τίποτα άλλο από την αποθέωση του καταφέρνω-τα-πάντα-με-τον-τσαμπουκά μου «ανδρισμού»). Σε μια κοινωνία, ωστόσο, όπου μόνο οι γατούλες και οι Μπάρμπι είναι αποδεκτές μορφές θηλυκότητας και μια γυναίκα με την αδρεναλίνη (καθόλου ανδρικό προνόμιο, αγόρια, σας διαβεβαιώ) στα ύψη προκαλεί αποστροφή, μήπως η ίδια συμπεριφορά από τη μεριά μιας γυναίκας πέρα από το ότι θεωρείται αντιασθητική, γίνεται και τρομερά απειλητική για τον άντρα που αισθάνεται να αμφισβητείται η ίδια του η φύση από αυτή την έκδηλη επιθετικότητα?
Σε μια μετα-βιομηχανική εποχή όπου η δύναμη του αρσενικού έχει μετατεθεί από τον πόλεμο και την χειρωνακτική εργασία στο συμβολικό επίπεδο και στη σεξουαλική (καθώς συλλήβδην γαμιούνται οι αδερφές, οι μάνες και οι γυναίκες αντιπάλων και διαιτητών) κυριαρχία, μήπως το συν-ωρυόμενο σώμα της γυναίκας συμμετέχει εν δυνάμει σ’ αυτή την επίδειξη συμβολικής δύναμης? Μήπως από σώμα υφιστάμενο τη σεξουαλική κυριαρχία του αρσενικού, γίνεται ένας ενοχλητικός ισότιμος συν-κάτοχος της ίδιας δυνατότητας σεξουαλικής κυριαρχίας (κι έτσι ξαναθυμούνται το ΠΟΙΟΣ/ΤΙ σέρνει καράβι και μελαγχολούν για τη χαμένη τους ψευδαίσθηση…)?
Και τέλος αλλά όχι τελευταίο (ιεραρχικά) η αθλοθέαση πάει πακέτο με την κριτική και την αμφισβήτηση. Ο οπαδός μπορεί να σχεδιάσει καλύτερα από τον προπονητή, να εκτελέσει ακριβέστερα από τον παίκτη και φυσικά να κρίνει ορθότερα από τον διαιτητή. Μήπως αυτή η δυνατότητα αμφισβήτησης δεν είναι δυνατό να παραχωρηθεί σε μια γυναίκα, καθώς η αμφισβήτηση της ανδρικής κρίσης ή ικανότητας από το θηλυκό φέρει άλλη μια (μη επιτρεπτή) ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης του απολύτως ανδροκρατούμενου αθλοχώρου (εδώ είναι αδιανόητη η κριτική προσέγγιση σε άλλους κι άλλους χώρους όπου η γυναίκα είναι πλέον - λέμε τώρα - αποδεκτή) μια αμφισβήτηση της ίδιας της ανδρικής ταυτότητας?
Και έρχομαι τώρα να θέσω το τελικό ερώτημα (ρητορικό…): Με τόσα προβλήματα που δημιουργώ μου αξίζει ή όχι η πυρά της άθλιας φιλαθλοπροβληματικής οπαδού και ανατρεπτικόαθλοθεάτριας?
