Πραγματικά δεν ξέρω πώς έμπλεξα… Όλα ξεκίνησαν όταν ακολούθησα το Άσπρο Κουνέλι στην κουνελότρυπα. Εκείνη τη στιγμή μου φάνηκε καλή ιδέα, παρότι είχα ακούσει την παροιμία για τη γάτα και την περιέργεια... Βρέθηκα να κολυμπώ όχι σε μια θάλασσα δακρύων, αλλά σε μια θάλασσα άγνοιας. Συναντιόμουν συχνά βέβαια με τον Καλόβολο Ποντικό, άλλα κάθε τόσο ξεπηδούσε και ο σαρκαστικός Γάτος του Cheshire…
Το πόσο βαθιά είχα χωθεί στο δάσος το συνειδητοποίησα την περασμένη εβδομάδα, στο πιο ακατάλληλο μέρος για να συνειδητοποιείς ότι έχεις φάει από τη λάθος μεριά του μανιταριού και είσαι ελαχιστότατος: στην Επίδαυρο όπου βρεθήκαμε διευρυμένα (θα σας εξηγήσω αργότερα τον όρο) οικογενειακώς να παρακολουθούμε τη όπερα-αφιέρωμα στη Μαρία Κάλας.
Εμείς, ως οικογένεια, όσο να πεις, ένα σακατιλίκι με την κουλτούρα, γενικότερα (ξέρετε θέατρα, μουσικές παραστάσεις κου.λου.που.), και την όπερα, ειδικότερα, το ‘χουμε. Εγώ, δε, (ως χαϊντεγκεριανό dasein) είμαι αυτή η τρελή που κλαίει (προσπαθώντας να μη ρουφάω και τη μύτη μου και ενοχλώ τους οπερόφιλους) όταν πεθαίνει η σκλάβα Λιου στην Τουραντό, ή η Βιολέττα στην Τραβιάτα, ή όταν η Άιντα τραγουδάει «Rittorna vincitor» ή στην σκηνή της τρέλλας της Λουτσίας ή…. αναγκάζοντας τον καλό μου να προσποιείται ότι τυχαία μας έβαλαν σε διπλανά καθίσματα, και όχι δεν την γνωρίζει την τρελή. Μετά από αυτόν τον πρόλογο, γίνεται αντιληπτό ότι ήταν αδιανόητο να χάσουμε την κορυφαία μουσική έκφραση του κόσμου, όπου η φωνή είναι ισότιμο ίσως και προεξάρχον όργανο σε ορχήστρα, στο κορυφαίο ακουστικά θέατρο του κόσμου. Εδώ τραβολογιόμασταν στην Αρένα της Βερόνα και είδαμε και την Μποέμ, τη μόνη όπερα στην οποία αδυνατώ να πιάσω τον παλμό και το συναίσθημα της τραγικότητας κι έτσι γλυτώνει κι ο καλός μου την ξεφτίλα (Εγώ φταίω, όχι πείτε μου, που η σοπράνο πεθαίνει επί 9 συναπτά λεπτά και εκεί που λες αυτό ήταν, ανασηκώνεται για να ξαναπεθάνει…) δε θα πηγαίναμε να δούμε τη Μήδεια του Cherubini στην Επιδαυρο?
H παράσταση ήταν μαγική (τουλάχιστον, έτσι μου φάνηκε, της μη ειδικής, και μπορεί να φταίει και η νύχτα, το σκηνικό, η αγάπη μου για τη συγκεκριμένη όπερα, η Επίδαυρος...) με Μήδεια, την πολύ καλή Αντονάτσι, με έναν μουγκό στον ρόλο του Ιάσoνα, (ίσως λόγω σκηνοθετικής ή μουσικής άποψης, ώστε να δικαιολογήσουν τη Μήδεια που σκοτώνει τα παιδιά του, βλέποντας το φόνο, ως πράξη ευγονικής), με μια μουσικόφιλη γατούλα που μπαινόβγαινε στα σκηνικά, αγνοώντας τα βλέμματα αποδοκιμασίας των επισήμων στις πρώτες σειρές, με το απαραίτητο ψώνιο από πίσω μας που στο διάλειμμα πρώτης και δεύτερης πράξης, παραπονιόταν ότι τα τζίτζίκια τραγουδούν πολύ δυνατά και δεν τον αφήνουν να μπει στη μυσταγωγία κι έναν ηλικιωμένο δίπλα μας που ανά τακτά διαστήματα ρωτούσε απέλπις τη συμβία του «τραγουδούν σιγά ή εγώ δεν ακούω?»
Εκεί λοιπόν στο διάλειμμα ανάμεσα δεύτερη και τρίτη πράξη (διότι στο πρώτο ήμουν απασχολημένη να μισώ τον πίσω-μου-σ-εχω-ψώνιο και να σκέφτομαι τι κρίμα να μην είναι εδώ και ο Βαλές κούπα, να τον κατακεραυνώσουμε together), διαπίστωσα ότι οι σκηνές που η κόρη μου είχε τραβήξει με το κινητό (παρανόμως, αλλά μέσα στο γενικό κλίμα, του αν δεν υπάρχει η καταγεγραμμένη ανάμνηση, δεν υπάρχει το βίωμα) ήταν προφανώς καλύτερες από τις σκηνές που είχα πάρει εγώ με την ψηφιακή φωτογραφική (άλλη μια διάψευση της άποψης ότι τον μάστορα τον κάνουν τα εργαλεία… Τον μάστορα τον κάνει η μαστοριά)! Αλλά εκεί που βεβαιώθηκα ότι ζω μια εικονικότητα και ότι στην πραγματικότητα μίλαγα με την Σοφή Κάμπια ήταν όταν είπε – θα το ανεβάσω στο YouTube, έχεις λογαριασμό?
Τι λογαριασμό παιδιά? Εγώ 150 ευρώ έχω σε μια τράπεζα κι αυτό γιατί έχω χάσει και την κάρτα και το βιβλιάριο…Αφού κάλεσε και τον σοφό Γρύπα-ξάδερφο, (η διεύρυνση που λέγαμε, γιατί εμείς το εφηβάκι μας το έχουμε μοναχοπαιδί και όπως οι άλλοι εξοπλίζονται με σακβουαγιάζ και ομπρέλες θαλάσσης, εμείς εξοπλιζόμαστε με συνομήλικα, αλλιώς δεν ακολουθεί, πια, στα μακρινά, το καμάρι μας) μου εξήγησαν περί τίνος πρόκειται…
Και κοίτα να δεις που ΚΑΙ το κατάλαβα, και μου άρεσε, και αποφάσισα να το διοργανώσω μόνη μου εν είδει πάρτυ τσαγιού του Τρελλού Καπελά, όπου σκόπευα να καλέσω όχι μόνο τον Λαγό του Μάρτη και τον Μικροπόντικα, αλλά και όλους όσους φαντάζομαι ότι δεν περιορίζουν τη μουσική τους στο βας βας ο Παρασκευάς, όπως τον στοχαστικό Bill, τον ήπιο Ρήγα Κούπα, ακόμη και την αθυρόστομη Μαγείρισσα…
Πόσο χρόνο θα μου έπαιρνε δεν είχα συνειδητοποιήσει, αλλά για να διαβάζετε τώρα αυτές τις γραμμές (που έχει ήδη τελειώσει ΚΑΙ η επόμενη παράσταση, παρεμπιπτόντως τραγωδία) και να βλέπετε και να ακούτε τώρα αυτά τα αποσπάσματα (που στο κοίλον της Επιδαύρου απαγγέλλονται χορικά, αντί να άδονται χορωδιακά) αντιλαμβάνεστε την ταλαιπωρία και τις δυσκολίες μου, τις οποίες πιθανά να περιγράψω σε επόμενο ποστ, ακολουθώντας την πρακτική (που είναι και πρακτική) της Δούκισσας….

και αύτη τη φορά δεν μου χρειάζεται καθόλου χρόνος για να σκεφτώ σε ποιον θα κάνω πάσα. Στον πιο αγαπημένο μου στη blogoσφαιρα: Εϊ,
Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα (δεν πρόφτασα η καημένη να χαρώ, να σκεφτώ που θα είμαι στις 27 Αυγούστου, με ποιον θα μοιραστώ την εμπειρία, ,να ζήσω την ψευδαίσθησή) πήρα τη διάψευση από τρία διαφορετικά e-mails όπου με καλούσαν να μπω στη σελίδα 
