"H ομορφιά του παρελθόντος είναι το αποτέλεσμα, όχι ο λόγος της νοσταλγίας"
Μ. Foucault

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2016

.... να καρφώνονται οι λέξεις...

Ανήκω στην (λιθοβολήστε) τυχερή γενιά που δεν διδάχτηκε αρχαία από το πρωτότυπο στο γυμνάσιο και συναντήθηκα με αυτά στο λύκειο. Ανήκω στην τυχερή γενιά  που έμαθε την Ιλιάδα και την Οδύσσεια από  τις (ίσως όχι τόσο ποιητικές όσο του Εφταλιώτη και σίγουρα όχι τόσο επικές όσο του Καζαντζάκη) σχολικές μεταφράσεις, που έμαθε την Αντιγόνη, την Ιφιγένεια στην Ταυρίδα και τον Οιδίποδα από τους (που κανείς δεν θυμάται το όνομά τους) εκπαιδευτικούς μεταφραστές, τον Θουκυδίδη, τον Ηρόδοτο, τον Λυσία, τον Ξενοφώντα από κείμενα στη δημοτική. Ανήκω στην τυχερή γενιά που δεν είχε στα δώδεκα, τα δεκατρία και τα δεκατέσσερά της να παλεύει με πρώτες, δεύτερες και τρίτες κλίσεις με δυικούς και  πληθυντικούς αριθμούς με δοτικές και κλητικές, ανώμαλα και λιγότερο ανώμαλα ρήματα. Κι έτσι είχα την τύχη σε μια σειρά από μέτρια, λιγότερο  μέτρια και καλά σχολεία με πολύ καλούς και λιγότερο καλούς (λυτρωμένους επίσης από τον βραχνά συντακτικών και γραμματικών διορθώσεων) φιλολόγους  να μαθαίνω πραγματικά ποια ήταν η μήνις του Αχιλλέα και ποιος ο νόστος του Οδυσσέα, να σχολιάσω τον επιτάφιο του Περικλή και να διαφωνήσω με την απολογία του Σωκράτη, να αντιληφθώ τον δικανισμό στον Λόγο υπέρ Αδυνάτου, να κλάψω με την επαναστατικότητα του θρήνου της Αντιγόνης να εντοπίσω την υπόρρητη ασέβεια του Ευρυπίδη στα τεχνήματα της Ιφιγένειας, να δω τη θάλασσα μαζί με τους μύριους και να θυμάμαι για όλη μου τη ζωή το «μηδένα προ του τέλους μακάριζε» του Σόλωνα.   Κι έτσι όταν συναντήθηκα με τα αρχαία κείμενα στο Λύκειο, η πάλη με μια ξένη δομή της (ίδιας φυσικά αλλά και ταυτόχρονα όχι ίδιας) γλώσσας ήταν μια πάλη που μπορούσα να κερδίσω γιατί ήξερα ότι το νόημα που κρυβόταν κάτω από τις στρυφνές και άγνωστες λέξεις άξιζε τον κόπο να αναζητηθεί. Η εκπαιδευτική (της γενιάς) μου πορεία (λέω πως) δεν με καταδίκασε σε λεξιπενία, δεν με αποξένωσε από πολύπλοκες έννοιες και δεν περιόρισε τα εκφραστικά μου μέσα. Μακριά από αυτό, κάνω τον Αποστολόπουλο να αγανακτεί γιατί δεν σταματώ να βάζω πολλές και πολύπλοκες λέξεις σε σειρά.
Από την άλλη γενιές και γενιές μετά (και πριν) από μένα ζήσαν και ζούν τη χαρωπή διαδικασία Αρχαία από το πρωτότυπο από την Α’ Γυμνασίου (νομίζω) με πάνω κάτω τα ίδια (και μην ακούω αηδίες για χαμηλότερα από τη νέα γενιά) επίπεδα γλωσσικής επιδεξιότητας με τη δική μου γενιά. Το ελληνικό σχολείο, έχει ένα μέσω όρο γλωσσικών μαθημάτων (σε αυτά προστίθενται και η Ιστορία και τα Θρησκευτικά)  που φτάνει στο 45% του σχολικού χρόνου όταν σε όλη την Ευρώπη (τα στοιχεία από την Ευριδίκη και όποιος θέλει τα επαληθεύει)  ο αντίστοιχος χρόνος δεν ξεπερνάει το 30%.  Και δεν είναι ο πλούτος της γλώσσας μας που λειτουργεί προωθητικά σε αυτή την πρακτική. Αντίθετα (νομίζω ότι) αναδεικνύει τις σοβαρές παθογένειες της ελληνικής εκπαίδευσης και της ελληνικής κοινωνίας.
Το ελληνικό σχολείο είναι ένα σχολείο ομφαλοσκοπικό γιατί είναι η αντανάκλαση και ο αναπαραγωγικός μηχανισμός (και αυτό δεν είναι αποτέλεσμα της κρίσης, αλλά πιθανά, και ξανανομίζω, η αιτία) της ομφαλοσκοπικής μας κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που δεν παράγει αλλά θέλει να καταναλώνει, που θεωρεί ότι ο νόμος είναι κάτι εφαρμόσιμο ad hoc κι έτσι προχωρά εκμαυλιζόμενη και εκμαυλίζουσα, που δεν προγραμματίζει παρά αφαιμάσσει το παρόν  Και μια τέτοια κοινωνία καθώς δεν επενδύει (όχι μόνο σε οικονομικό αλλά) σε κανένα επίπεδο στο μέλλον (μπορεί μόνο να) ζει στραμμένη στο (αποκαθαρμένο από οτιδήποτε αρνητικό) παρελθόν της. Η Ελλάδα σαν τις απογόνους των χηνών του Καπιτωλίου (ποίημα που αγαπά ο Χρόνης) ζει με ιδεοληψίες και τρεφόμενη από το κλέος του παρελθόντος. Πορεύεται πατώντας πάνω σε αστικούς μύθους (ή και πραγματικότητες αν θέλετε)  τύπου η ελληνική γλώσσα είναι η πλουσιότερη του κόσμου, ώστε να δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι η οικονομική μας τωρινή κρίση και ανέχεια εκπηγάζει από το ότι οι άλλοι καρπώνονται πόρους που μας ανήκουν ακριβώς όπως καρπώνονται τη γλώσσα μας, τύπου ο Κίσσινγκερ ήθελε να μας καταστρέψει τη γλώσσα γιατί μας φοβόταν, που συντηρεί το λαϊκό φαντασιακό του έθνους ανάδελφου (του Σαρτζετάκη) και στην πραγματικότητα μεταθέτει την ευθύνη για τη θέση της Ελλάδας στις "άλλες" χώρες που μας κατατρέχουν, τύπου αν δεν υπήρχαν οι φιλοσοφικοί ελληνικοί όροι δεν θα είχε υπάρξει η δυτική φιλοσοφία και ο πολιτισμός που ακυρώνει την επιστημονική, ερευνητική και πολιτισμική ένδεια αυτής της στιγμής αφού ό,τι παράγεται οπουδήποτε στον κόσμο μας «ανήκει» και τύπου η ελληνική γλώσσα θα ήταν η επίσημη γλώσσα της Αμερικής αν δεν έχανε με δύο ψήφους στην ψηφοφορία που εμπεδώνουν την πεποίθηση ότι η Ελλάδα είναι η καλύτερη χώρα του κόσμου (και άρα δεν χρειάζεται να αλλάξει τίποτα φταίνε οι συγκυρίες για το χάλι της), Κι όλο αυτό μαζί συντηρεί μια εθνικιστική, κλειστοφοβική και με ανθίζοντα τα (κρυφά μέχρι τώρα καθώς λειτουργούσε ακόμα η ενοχοποιητική πραγματικότητα του Β Παγκοσμίου πολέμου και ο  ελληνικός εμφύλιος) φαινόμενα της Χρυσής Αυγής. Και είναι αυτές οι ιδεοληπτικές δικαιολογίες μιας παρακμάζουσας κοινωνίας που δημιουργούν ένα σχολείο στο οποίο πρεσβεύεται το πρωτείο της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας ως προς τη Νέα Ελληνική γλώσσα και η επιμονή ότι χωρίς τα αρχαία δεν υπάρχουν τα νέα ελληνικά κατακυρώνοντας έτσι το υπέρτερον της αρχαιότητάς μας έναντι της συγχρονικότητάς μας, αξιολογώντας τους νεοέλληνες ως υποδεέστερους των αρχαίων και αφήνωντας τα νεαρά παιδιά να υπολείπονται των (ντεμέκ) ωριμότερων που διατηρούν έτσι το απόλυτο δικαίωμα στη νομή της (συμβολικής και πραγματικής) εξουσίας. Και είναι αυτές οι ρετροσπεκτιβικές προφάσεις που κρατούν ένα σχολείο σκλαβωμένο στους (καλούς και άγιους) φιλολόγους και με παραπαίδια τις επιστήμες και τις νέες τεχνολογίες και προωθούν μια τοτεμική γενική εκπαίδευση απαξιώνοντας μια απολύτως αποχρειωμένη τεχνολογική εκπαίδευση δημιουργώντας έτσι μια κυκλικά ανατροφοδοτουμενη αδυναμία (πολιτισμικής, οικονομικής και τεχνολογικής) παραγωγής που θα μπορούσε να δημιουργήσει μέλλον για το μέλλον (τα παιδιά) μας .
Η αλήθεια είναι ότι δεν διάβασα τη δήλωση του Φίλη και ούτε παρακολούθησα κάποιο βίδεον με δαύτη. Εσκεμμένα. Δεν ξέρω πώς είπε αυτό που είπε. Δεν ξέρω, καν, τι ακριβώς είπε και για να πω την αλήθεια: δεν με νοιάζει. Ξέρω τι σόι ανόητος είναι ο Φίλης.  Ξέρω όμως, επίσης, ότι η δημιουργία ακόμα του ελληνικού κράτους συνοδεύτηκε από τρομακτικές διαμάχες για το γλωσσικό ζήτημα των οποίων το πιο αιματηρό επεισόδιο είναι τα γνωστά ευαγγελιακά του 1901. Ξέρω ότι αυτές οι διαμάχες, τελικά, μικρή σχέση είχαν με τη γλώσσα κι ότι ήταν καθαρά πολιτικές και κοινωνικές διαμάχες ανάμεσα στις προαστικές (στρατός, γαιοκτήμονες και κλήρος) και αστικές (επαγγελματίες, βιοτέχνες/βιομήχανοι, εγγράμματοι υπάλληλοι) τάξεις για τη νομή της εξουσίας και τη μορφή του νεότευκτου κράτους.  Και,  μάλλον μαθαίνω ότι διακόσια 200 χρόνια μετά ακόμη δεν έχουμε λύσει τα γλωσσικά ζητήματά μας id est ούτε τις κονωνικοπολιτικές μας διαμάχες. Και σαφώς δεν έχουμε αποφασίσει τι μορφή πρέπει να έχει το κράτος μας.  


Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

....Και ο λύκος με περιμένει....

Μια (διότι αυτά δεν συμβαίνουν και δεύτερη) φορά κι έναν (όχι πολύ καλό αλλά δεν θα τον έλεγες και χάλια) καιρό και σε έναν μακρινόν (διότι ως γνωστόν αυτά δεν συμβαίνουν ποτέ στον δικό μας) τόπο ήταν ένα κοριτσάκι που ζούσε σε ένα χωριό με ένα εσπεριδοειδοελαιοδάσος. Το κοριτσάκι μας ζούσε ευτυχισμένο  κολλημένο στην (από το τράβα τράβα μακραμέ) φούστα της μάνας της και καβάλα στο άλογο του πατέρα της και είχε δυο (κι άλλα είχε αλλά εμάς και δια την οικονομίαν της ιστορίας μας μάς ενδιαφέρουν μόνο αυτά τα) κουσούρια.  
Άλφον: Σιχαινόταν τα πράσινα (μη καρποφόρα) φυτά (η ταπεινή παραμυθοσυγγραφεύς δεν μπορεί να σας περιγράψει πόσα γιούκα, πόσες δράκαινες και πόσες τούγιες πήγαν από χεράκι της για να μη γεμίσουμε την ιστορία με βία και –κυριολεκτικά- ξεριζωμό) ενώ αντιθέτως λάτρευε τα (κατά προτίμηση) κόκκινα λέλουδα (τριαντάφυλλα, γαρύφαλλα, καμέλιες και άλλα πολλά) και (πού την έχανες πού την έβρισκες την άνοιξη)  μάζευε  κόκκινες ανεμώνες.   Βήτον (και κυρίαρχο πρέπει να ομολογήσουμε) όποτε ερχόταν η διοικητική συνέλευση των (ως γνωστόν διοικούντων ουχί μόνο του παραμυθιού μας αλλά και όλων των χωρών τα δάση και τις πολιτείες) αλεπούδων  αυτή πεισμόνως (και αγύριστο κεφάλι θα την έλεγες) και αδιαλείπτως συντασσόταν με τις (που τις φαίνονταν πιο συμπαθητικές πιθανά διότι δεν κατάφερναν ποτέ να συμμετάσχουν στη διοίκηση) κόκκινες αλεπούδες. Ε, όπως καταλαβαίνετε χωριό ήτο, στενοκέφαλοι χωρικοί ήτο, δάσος απομεμακρυσμένο ήτο, κάτι κουνάβια, κάτι κότες, κάτι σαθροβαθρακοί (άλλως γνωστοί και ως βούζες), κάτι τσακάλια ήτο, και αυτή αγύριστο κεφάλι ήτο, πολύ δεν ήθελε τις το κόλλησαν το παρατσούκλι η Κοκκινοκεφαλίτσα.
Η Κοκκινοκεφαλίτσα μας μεγάλωνε όπως όλα τα χαρούμενα παιδάκια των χωριών και των δασών, με σχολείο, πετροπόλεμο και κάτι άλλα παιχνίδια με λάστιχα ποδηλάτων, τσιγκάκια και κουρέλια που η συγγραφεύς (ούσα από πόλη παρότι της τα περιέγραψαν) δεν τα πολυκατάλαβε και με την καθοδήγηση και τις συμβουλές της μητρός της ώσπου εγένετω μια εξαιρετική νέα με ιδιαίτερον τάλαντον στη μαγειρική.  Συχνά πυκνά της ανέθετε η μητέρα την ευθύνη της βρώσης και της πόσης αυτών που περιποιούντο τις συγκομιδές από το (όσο) δάσος (ανήκε στην οικογένειά της) κι έτσι  έφτιαχνε συχνά πυκνά καλαθάκια  για να τα μεταφέρει σε αυτούς, αναγόμενη εις την εφευρέτρια του αγροτοεργατικού πικνίκ μετά την αυθεντική Κοκκινοσκουφίτσα που ήτο, ως γνωστόν, η εφευρέτρια του πικνίκ γενικώς (ευτυχώς που έχετε τη συγγραφέα να καλύπτει τα γνωσιακά σας κενά).
Τα προβλήματα της Κοκκινοκεφαλίτσα μας ξεκίνησαν από την αρχή της ενηλικίωσής της καθώς άρχισε και ξέφευγε και όλο και διαπίστωνε ελλείψεις στο χωριό και το δάσος που μέχρι τότε δεν είχε παρατηρήσει. Ελλείψεις τύπου σαμπουάν (και ας μην ήτο και γούος ενδ γο βρε αδερφέ), τζίν (όχι το ποτό το άλλο, το ρούχο αν και τώρα που το σκέφτομαι κι από το ποτό ψιλοέλλειψη θα είχαν), καλού γούστου, τρόπων, συνεννόησης ανάμεσα εις χωρικούς και κατοίκους του δάσους, ατομικών ελευθεριών, καλών ταινιών (μιλάμε είχε γονατίσει από τον Ξανθόπουλο και το κλάμα της Βούρτση), σάλτσας μπεσαμέλ, (δυστυχώς) πόρων διαβίωσης και καρότων. Αποφάσισε λοιπόν να μετοικήσει σε μεγαλύτερο δάσος και χωριό όπου δεν υπήρχαν οι προαναφερθείσες ελλείψεις. Πήρε λοιπόν το καλαθάκι της, το εγέμισε καλούδια (τύπου κάπαρη, λάδι, ελιές, μακαρονόπιτα, γλυκό νεραντζάκι και κρασί) και είδη πρώτης ανάγκης (τύπου φούστα-μπλούζα, μολύβι ματιών, τσιγάρα, το «ένα βήμα μπρος δύο πίσω» του Λένιν, έναν δίσκο του Αγγελόπουλου –πάρε κατάλαβε– και μια τράπουλα για δηλωτή) και ελλείψει γιαγιάς ξεκίνησε να βρει μια μακρινή θεία.  
Πριν φύγει πήρε και την ευχή και  τη συμβουλή της μάνας της κάτι τύπου «Σύρε παιδί μου στο καλό και την καλή την ώρα αλλά κοίτα μη χαζεύεις και κοιτάς γύρω-γύρω στο δάσος που είναι οι ανεμώνες (διότι οι μάνες πάντα ξέρουν). Και κοίτα μην κάνεις του κεφαλιού σου (ως προείπαμε οι μάνες είναι μεγάλες connaisseurs της φύσης των παιδιών τους) και φύγεις από τον κεντρικό δρόμο, διότι στα μεγαλύτερα δάση κρύβονται και κυκλοφορούν και οι κακοί λύκοι». Η Κοκκινοκεφαλίτσα μας εσυγκατένευσε (διότι αγύριστο κεφάλι ήντουνε, κορόιδο δεν ήντουνε να μπει σε καυγάδες τύπου «άσε μας ρε μάνα, πρωινιάτικα, δεν έχω πιει ούτε καφέ κι έχω και  δρόμο μπροστά μου»  αντί να πεί ένα απλό) «Μάλιστα μητέρα» αλλά, ως ήτο φυσικό και λόγω και του νεαρού της ηλικίας, μόλις έβγαλε το αβρό ποδαράκι της παπούτσι νούμερο τριανταοχτώ (πληροφορία ωστόσο άχρηστη εδώ καθότι δεν διηγούμεθα τη Σταχτοπούτα) από την πατρική οικία άναψε τσιγάρο δρόμο πήρε δρόμο άφησε, κοίταξε κατά πού να στρίψει να βρει ανεμώνες.
Εδώ το παραμύθι έχει μια απρόσμενη (δια)στροφή διότι (και μέσα στο πλαίσιο του εν τω πατρογονικώ δάσει καλλιεργούμενου ρητού «του στραβού κοράκου το γούρμο σύκο του πέφτει») η Κοκκινοκεφαλίτσα μας κατά τις εις το μεγάλο δάσος (απερίσκεπτες και ό,τι του φανεί του Λωλοστεφανή) περιπλανήσεις της πριχού (και νομοτελειακώς) πέσει επάνου στον κακό λύκο έπεσε στον ξυλοκόπο ο οποίος κρατούσε βενζινοπρίονο, τρυπάνι, κατσαβίδι στο ένα χέρι και έναν δίσκο της Μαργαρίτας Ζορμπαλα (ξαναπάρε και κατάλαβε) στο άλλο. Τη γοήτευσε, τον γοήτευσε (τι να πει κανείς) και ενώνοντας το καλαθάκι της, τα εργαλεία του, κάτι σούβλες κάτι χύτρες, ένα (όχι ατμο)σίδερο, κι ένα καναπεδοκρέβατο βρέθηκαν ύπανδροι και  (διατί να το κρύψωμεν άλλωστε;) ευτυχισμένοι.
Το κακό είναι ότι της Κοκκινοκεφαλίτσας μας άρχισαν (αιφνιδίως και απροσμένως) να τις τελειώνουν οι δικοί και οι συγγενείς αφήνοντας την (ήτο που ήτο τσίου) ακόμη πιο αποπροσανατολισμένη ακόμη πιο (μόνη) στον κόσμο της κι έτσι (αφού δεν υπήρχε και μάνα να της βάλει μια φωνή, να της στείλει ένα sms, ένα voice-mail υπενθύμισης ήταν και ο ξυλοκόπος «Κοκκινοκεφαλιτσούλι και Κοκκινοκεφαλιτσούλι» σιγά μην της επιβαλλόταν) βρέθηκε να περιπλανιέται όλο και  πιο βαθιά στα μονοπάτια του μεγάλου δάσους. Κι εκεί (διότι τη γλύτωσε μία, τη γλίτωσε δύο… πόσο να τη γλιτώνει, παραμύθι γράφουμε δεν είμαστε και ο μάγος Χουντίνι) έπεσε πάνω στον Λύκο….
Η αλήθεια είναι ότι αγνώριστο δεν θα τον έλεγες. Να κάτι αυτιά, να κάτι δόντια, να κάτι νυχάρες να κάτι τρίχες στον πόδη… όσο και να προσπάθησε κάτω από το καπέλο, το παλτό το πανακρίβου και  τη γόβα τη Louboutin πάλι το λυκοτόμαρο φαινόταν. Έλα όμως που η (όχι και τόσο χαζή αλλά σίγουρα σε ψιλοκαταθλιψάρα) Κοκκινοκεφαλίτσα  μας  είχε πάθει (ο τόνος στο α γαλλομαθές αναγνωστικό κοινόν μου) fixation με δαύτον και τον (και αντιστρόφως βεβαίως και για να είμαστε τίμιοι και αυτός την) ακολουθούσε κατά πόδας. Όπου η Κοκκινοκεφαλίτσα και ο (ειρήσθω εν παρόδω, ζευγαρωμένος και με κουτάβια) Λύκος από πίσω. Κι έτσι (και για να μην τα πολυλογούμε)  τι από δάση σε διοικητικές υπηρεσίες και από βουνά σε ιατρεία έτρεχαν μαζί Λύκος και Κοκκινοκεφαλίτσα, τι από λίμνες σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις και από θάλασσες σε ευαγή ιδρύματα περιπλανιόνταν μαζί Κοκκινοκεφαλίτσα και Λύκος, τι από λόφους σε εργασιακούς χώρους και από κοιλάδες σε διασκεδαστομαγαζάδικα βρέθηκαν για να εξερευνούν Λύκος και Κοκκινοκεφαλίτσα άλλο να σας τα διηγούμεθα και άλλο να τα βλέπετε.
Το ζήτημα όταν συναναστρέφεσαι τον Λύκο είναι ότι ο Λύκος είναι σπανίως ο χαμένος διότι (κακά τα ψέματα και παρά τις περί του αντιθέτου προπαγάνδες σε γελοία παραμύθια τύπου «Ο Λιλύκος και η Αφρούλα» ή ο «Διαβαστερός Λύκος και η σωτηρία του Φαλακροκόρακα» με τα οποία δεν επιθυμούμε να έχουμε σχέση) ο Λύκος είναι σαρκοφάγος. Αφού αναγνωρίσουμε ότι η ανοίκεια συναναστροφή ψιλο(καιπροσωρινα)έβγαλε την Κοκκινοκεφαλίτσα μας από την κατατονική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει θα συνεχίσουμε τη διήγηση λέγοντας ότι (ακουσίως αλλά και θλιβερώς) η Κοκκινοκεφαλίτσα άρχισε να παρατηρεί, ότι καλή η συναναστροφή αλλά είχε αρχίσει και (ξαναματά χρησιμοποιώντας τις πατροπαράδοτες σοφές ρήσεις του αρχικού της δάσους) «έσωνε». Μια της έλειπε ένα δάχτυλο, (μπα κάπου θα μου έπεσε είμαι τόσο ξεμυαλισμένη), μια της έλειπε ένα κομμάτι από το πόδι (μάλλον πάει καλά η δίαιτα που θα αρχίσω από Δευτέρα) μια της έλειπε μια σπλήνα, ένα κομμάτι από το συκώτι και λοιπά (που δεν σας περιγράφουμε για να μην κάνουμε το παραμύθι splatter που δεν είναι και από τα αγαπημένα μας λογοτεχνικοκινηματογραφικά είδη) όργανα, των οποίων αδυνατούσε να ερμηνεύσει (όταν την αντιλαμβανόταν) την απώλεια (αφού ο Λύκος παρέμενε υπεράνω υποψίας). Κάτι ψιλοψιθύριζε αραιά και που για τον Λύκο ο ξυλοκόπος (που όσο να πεις στο δάσος τριγυρνούσε, δέντρα έκοβε, όλο και κάποιες λυκοφωλιές είχε συναντήσει, όλο και με κάποιους λύκους είχε έρθει αντιμέτωπος) αλλά με τα «Κοκκινοκεφαλιτσούλι» του και την (πραγματικά εξωπραγματική και δημιουργούσα πανικό, ειδικά στην παραμυθοσυγγραφέα) αδυναμία του η Κοκκινοκεφαλίτσα μας δεν τον επήρε στα σοβαρά.
Και ξαφνικά, κάτι η αποψίλωσις των δασών από κατοίκους και ζώα δασών και χωριών που ήθελαν διακοποδάνειο και μεζονέτα με κήπο στα προάστια, κάτι η ανικανότητα των πρασινομπλέ αλεπούδων να διαχειριστούν τους πόρους των δάσων και των χωριών άφησαν τον ξυλοκόπο με το βενζινοπρίονο στο χέρι και την Κοκκινοκεφαλίτσα χωρίς δρόμους να παίρνει και να αφήνει και γενικώς (δυστυχώς τι είχαμε τι χάσαμε) αμφότερους με  ελαχιστοποιημένους πόρους. Και έτσι (ξαναματαακουσίως και θλιβερώς) επέστρεψε στο εσπεριδοελαιοδάσος της, όπου (ευτυχωδυστυχώς και αντιθέτως με το αρχικής εμπνεύσεως παραμύθι) δεν ζούσε η μάνα της να της πει «Μωρή, ποιος σε κατάντησε έτσι? Κομμάτια σου λείπουν», φέρνοντας και τον ξυλοκόπο μαζί της.
Το καλό με τις επιστροφές είναι ότι απομακρύνουν τους λύκους καθώς κάνουν την πρόσβαση στη (μέχρι τούδε αφειδώς και ανοήτως προσφερόμενη από το θύμα) τροφή δυσχερή και (ενίοτε) εγείρουν ανησυχίες για αξιώσεις δια τα πάρε να ‘χεις, κομματάκια του εαυτού που έχουν ήδη καταναλώσει. Το κακό είναι ότι οδηγούν σε απολογισμούς. Και αυτού του είδους οι απολογισμοί δεν μπορούν παρά να έχουν μια αποκάλυψη:
Δεν μπορείς, δεν θέλεις κι ούτε πρόκειται ποτέ να εξολοθρεύσεις τον λύκο
και ένα συμπερασματοερώτημα:
Ο λύκος, κουκλίτσα μου, πάντα λύκος ήταν. 
Η Κοκκινοκεφαλίτσα πού είχε το μυαλό της?

                                                                                                                                                     

Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2016

....Πόσοι μας αγνοούν....

Bas les voiles!
έχει αρχίσει και γίνεται ενδιαφέρουσα η πρακτική.  Κάτι που γράφεται στο διαδίκτυο δημιουργεί την ανάγκη απάντησης, (αντί)δρασης, (επι)κοινωνίας. Το πιο εύκολο είναι το φατσοβιβλίο αλλά ως μέσο είναι ανεπαρκές. Φτιάχτηκε για μια τελείως επιδερμική επαφή  με like, dislike, log και grr. Κανείς (ή σχεδόν) δεν διαβάζει κάτι μετά από το afficher la suite. Κι έτσι, "τα καλύτερα παιδιά (εγώ είμαι αυτή) βαρέθηκαν και γύρισαν στο σπίτι...." στο καλό φλύαρο και εντελώς προσωπικό blogging, όπου μεταφέρονται πιο εκτεταμένα (ίσως και όχι) αυτά που γράφτηκαν στο ανεπαρκές φατσοβιβλίο.
Bas les voiles!  
το άρθρο και τις αντίστοιχες  ανησυχίες της συγγραφέως το διάβασα στο TVXS. Και παρ ότι από φύση και θέση είμαι και με τον χωροφύλαξ και με τον αστυφύλαξς ούτε για μια στιγμή δεν αισθάνθηκα αμφιβολία.
Bas les voiles!
Κι ας χαρακτηρίζεται πολύπλοκο από πολιτικούς και (κυρίως και παραδόξως τους χριστιανικής προέλευσης) θρησκευτικούς ταγούς.  Στο (υποκριτικό) όνομα της ισότητας των πολιτισμών, της ελευθερίας της προσωπικής έκφρασης και του σεβασμού των θρησκειών, το έν/δεύτερο της ζωής δεν μπορεί να ζει κρυμμένο /θαμμένο και με την (καλλιεργημένη και επιδεικνυόμενη ως υπόμνηση αμαρτίας) ντροπή του φύλου του. Και ΔΕΝ  συγκρίνεται ο σταυρός και το χέρι της Φατίμας και ο κύκλος του γιν-γιανγκ και το πενταλφικό μενταγιόν και ο διπλός πέλεκυς και δεν ξέρω τι άλλο που τα φέρεις επάνω σου με το  χιτζάμπ που σε φέρει (συμβολικά και πραγματικά) από κάτω του.
Και δεν συγκρίνονται οι  (ορθόδοξες και καθολικές που γνωρίζω εγώ) καλόγριες, οι οποίες φορούν τα (στο δικό τους πλαίσιο ιδιότυπα χιτζάμπ) ράσα και κεφαλομάντιλα ως σχήματα/στολές, ως κατάταξή σε μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη, ως αφιέρωση σε μια άλλη μορφή (έγκλειστης και απομακρυσμένης από τον υπόλοιπο κόσμο) διαβίωσης. Και ΔΕΝ συγκρίνονται οι (υπάρχουν ακόμα?) μαντιλοδεμένες γιαγιάδες ή λιγότερο γιαγιάδες που (όντως προσωπικά και ατομικά και όχι στο όνομα μιας γενικής υποχρέωσης) επιλέγουν μια μορφή (συνήθως λόγω  κάποιας  προσωπικής απώλειας) συμβολικού κοινωνικού ανσχωρητισμού. Τα δωδεκάχρονα  κοριτσάκια (που θα γίνουν έφηβες και νεαρές και μεσήλικες γυναίκες χωρίς κανένα δικαίωμα να αλλάξουν γνώμη και να  απαλλαγούν από αυτό) δεν έχουν επιλέξει το χιτζάμπ. Η οικογένεια/φατρία (κατά κύριο λόγο λέγε με πατεροθειοαδερφοπαππού) το επιλέγει γι αυτά στο (υπόρρητο) όνομα ενός κοινωνικού προσδιορισμού τους ως (ξαναματαϋπόρρητα) υποδεέστερων για τον οποίο  (κι ας μην είμαι ισλαμολόγος σαν την ελένη κονδύλη) πιστεύω ότι η θρησκεία απλά δίνει το πρόσχημα.  
Και δεν είναι παράξενο που (από τους πιο διαπρύσιους) υπερασπιστές του δικαιώματος στο χιτζάμπ και (από τους πιο φανατικούς πολέμιους της απαγόρευσής τους στα γαλλικά σχολεία ήταν η καθολική εκκλήσία. Η καθολική εκκλησία που διττά προσεγγίζουσα την κατάσταση, από τη μία υπερασπιζόταν την θρησκευτικοποίηση της λαϊκής ζωής και οντότητας και από την άλλη στηρίζοντας το χιτζάμπ ως θρησκευτικό σύμβολο, στην πραγματικότητα αποδεχόταν και ευλογούσε τα δεσμά και τον περιορισμό της συμμετοχής των γυναικών στο πολιτικό γίγνεσθαι. Η καθολική εκκλησία που (κρυπτόμενη πίσω από μια άλλη θρησκεία και αόρατη συνέβαλε και) κήρυσσε  την περιθωριοποίηση του μισού του πλανήτη, έβλεπε να εφαρμόζονται οι δικές της διαχωριστικές και φαλλοκρατικές πολιτικές και ιδεολογές. 


Κάθε παρέλαση σηκώνει σκόνη. Πολύ περισσότερο όταν μία από τις παραστάτριες φοράει μαντίλα. Τώρα που έκατσε λίγο ο κουρνιαχτός που άφησε πίσω της η Άγια με το ασπρόμαυρο χιτζάμπ, ίσως είναι η κατάλληλ
TVXS.GR

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

.....να μπορέσω να φράξω....

Αναρωτιέμαι για άλλη μια φορά διαβάζοντας στο site της Ρίτσα Μασούρα γιατί απορούμε? Είναι λογικές οι επιθέσεις με κάθε (βρώμικο) τρόπο απέναντι στη μοναδική (και μάλιστα παρότι εξαιρετικά συντηρητικών ιδεολογιών) πολιτικό που στήριξε μια ανοιχτή στα προσφυγικά ρεύματα Ευρώπη. Πραγματικά στην περίφημη selfie, νομίζω, ότι βλέπουμε ξεκάθαρα την προσπάθεια να κατηγορηθεί (όχι τόσο η Μέρκελ αυτή καθέ αυτή όσο) η πολιτική της των ανοιχτών συνόρων, της Ευρώπης της φιλοξενείας. Αν συνδεθούν οι επιθέσεις με την κύρια (ή τουλάχιστον τη με μεγαλύτερο πολιτικό εκτόπισμα αυτή τη στιγμή στην Ευρώπαϊκή Ένωση) εκπρόσωπο των ανοιχτών συνόρων προσφέρεται το απόλυτο άλλοθι στους υπερασπιστές των αγίων και οσίων (των κλειστών συνόρων και της μη προσφοράς ασύλου) της γηραιάς ηπείρου.
Έτσι στήνεται ένας τριπλός ιστός που συνδέει κατ αρχάς τους (τωρινούς) πρόσφυγες/μεταναστες με την τρομοκρατία (παρ' ότι αποδεδειγμένα οι βασικοί υπεύθυνοι των τρομοκρατικών επιθέσεων είναι χρόνια κάτοικοι της Ευρώπης και οι περισσότεροι κάτοχοι ευρωπαϊκών διαβατηρίων) δικαιολογώντας έτσι την εμμονική (και εκπηγάζουσα για μένα ΠΑΝΤΑ από την άρνηση και αδυναμία κατανόησης του άλλου/ετέρου, γεγονός που τον αναγάγει στο "τέρας" και την απειλή του dasein/εγώ) άρνηση των χωρών να τους δεχθούν στα (ιερά μην πω τίποτα) χώματά τους. Εν δευτέροις, συνδέει (αδιακρίτως) την ήδη κατοικούσα στην Ευρώπη (θρησκευτική, πολιτική, κοινωνικής οργάνωσης) ετερότητα (η οποία σπουδάζει, εργάζεται, διαβιει κατά βάση και ευκταία αποκομένη από το κεντρικό κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι) με τις τρομοκρατικές (που μεταφράζονται και από τις δύο πλευρές σε) επιθέσεις σε ένα φαντασιακό κοινωνικό γίγνεσθαι με υψιπετείς (ελληνοϊδουαϊκοχριστιανικής εμπνεύσεως και καπιταλοπροτεσταντικής συνέχειας) παραδόσεις. Τέλος, συνδέει την οποιαδήποτε πολιτική προσπάθεια κοινωνικού ανοίγματος πολιτιστικής σύγκλισης και θρησκευτικής συμβίωσης με (χαμηλής ικανότητας και) αδυναμία υπεράσπισης της νομιμότητας των (περιοριζόμενων σε χριστιανικές και κατοικούμενες από λευκούς χριστιανούς) Ευρωπαϊκές χώρες και της ασφάλειας του ίδιου του (περιοριζόμενου, επίσης, στον γηγενή, λευκό και χριστιανό) Ευρωπαίου πολίτη. Καλλιεργώντας και υπερτονίζοντας, παράλληλα, μια μανιχαϊστική (αλλά πάντα ετεροβαρή) αντίπαλότητα πολιτισμών (η αφέλεια της Μέρκελ απέναντι στον υποχθόνιο μετανάστη που την παγιδεύει στη selfie) αποσιωπά ότι (ο πλέον αλλά και πάντα, πολύμορφος και μεταφέρομενος παντού) πόλεμος απαιτεί τουλάχιστον δύο αντιμαχόμενους και μια (συνήθως οικονομικοπολικτική και κακής εκτίμησης ώς προς την αντίδραση) αφορμή ή αιτία έναρξης εχθροπραξιών.
Η περίφημη selfie με όλα τα συνέκδοχα του φόβου των νομιμοποίηση της γκετοποίησης, του απομονωτισμου και της αστυνομοφρούρησης των ζωών και των χωρών μας δίνει το άλλοθι να γυρίσουν όλοι ήσυχα ήσυχα στις κλεισττοφοβικές ζωούλες τους αναρωτώμενοι και παραπονούμενοι ενίοτε για τις συν8ήκες διαβίωσης των "προσφύγων/μεταναστών στα γκέτο (Elis Islands τα αποκάλεσε θρασύτατα ο "αξιωματούχος") που ελπίζουν να δημιουργηθούν (και να ξεχαστούν) στην (χρεωκοπημένη οικονομικά και πολιτικοκοινωνικά αλλά που έσωσε την τιμή της Ευρώπης με τεράστιο κόστος) Έλλάδα.

Λύθηκε το μυστήριο με τη… selfie της Μέρκελ
GLOBALVIEW.GR|PAR BOT

Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

....mes amis mes amours mes emmerds....


Σήμερα είδα στο φατσοβιβλίο ότι είναι η μέρα των φίλων. Πάει καιρός από τότε που έγραψα αυτό το κομμάτι για τους φίλους/ες και τις φιλίες μου, σταπρώτα χρόνια της ενοίκησης της  ελληνικήςβλογόσφαιρας. Καθώς νέες και παλιές φιλίες επανα-αναδύονται, εν-πλέκονται και αλληλ-επιδρούν και καθώς ο χρόνος αλλάζει πλαίσια, συσχετισμούς, άτομα, εμένα,  το κείμενο μου βρέθηκε με ένα κενό.  Βλέπεις, στη δεκαετία των πενήντα, τη δεκαετία της φθοράς, των (δύσκολων και μόνιμων) αποχαιρετισμών και των (ήμερων και βαθιών) χαρών, ανακάλυψα ότι υπάρχει ακόμα μία κατηγορία φιλιών. Οι φιλίες της σιωπής.
Έχουν κάτι περίεργο αυτές οι φιλίες. Δεν μπορείς να θυμηθείς πότε ακριβώς συγκεκριμενοποιήθηκαν και δεν μπορείς να εντοπίσεις το πλαίσιο στο οποίο ορίζονται. Μπορείς να αντιληφθείς ότι δεν τις σχηματοποιεί η υλική πραγματικότητα της φυσικής παρουσίας, των γέλιων, των δακρύων των ψιθύρων και των κραυγών. Αναγνωρίζεις ότι  δεν τις συγκροτούν ά-υλες αισθητικές διαφωνίες, α-σήμαντες πολιτικές ερμηνείες, οντολογικές (επ-ανα)θεωρήσεις, κοινωνικοφιλοσοφικά (μη) ερωτήματα. Καταλαβαίνεις ότι δεν δομούνται από τόπους και χρόνους και δεν τρέφονται από εξομολογήσεις, αποκαλύψεις, λόγια, δράματα.  Η αλήθεια είναι ότι οι φιλίες της σιωπής βιώνονται σε μια συνεχή απροσδιοριστία,  μια ανεπαίσθητη διαφυγή των  πόλων της σχέσης.
Οι φίλοι της σιωπής δεν ρωτάνε τι κάνεις και δεν έχουν απάντηση στην αντίστοιχη ερώτηση καθώς  ό,τι μάθανε(τε) πια είναι ότι οι καθημερινότητες βρίθουν από πόνους. Δεν (ανα)λύουν το σαρκασμό σου και δεν (αντι)παραθέτουν τον καγχασμό τους γνωρίζοντας πια πώς το γέλιο χρειάζεται προστασία. Οι φίλοι της σιωπής δεν ανασκάπτουν τις μνήμες σου και δεν επιστρέφουν στα χθες τους αντιλαμβανόμενοι πια ότι οι πληγές χαίνουν για πάντα. Δεν ψαύουν τα σχέδιά σου και δεν προσφέρουν ως  θέαμα τις προσδοκίες τους καθώς ξέρουν πια πως το μέλλον προελαύνει πολύχρωμο και σκοτεινό, τερπνό και θλιμμένο, απροστάτευτο και πανίσχυρο, άμορφο και πολυπρόσωπο και κυρίως απροσδόκητο
Ωστόσο, είναι οι φίλοι της σιωπής που πίνουν μαζί σου τον καφέ τους τα σαββατοκυριακάτικα πρωινά  πίσω από ένα σύρμα τηλεφώνου με ναι, όχι και σιωπές που τιθασεύουν το α-συνεχές την εξέγερσής σας. Είναι αυτοί που κάθονται τα καλοκαιρινά μεσημέρια μαζί σου στην παραλία αγναντεύοντας έναν απρόσιτο ορίζοντα προσφέροντας τη δυνατότητα μιας εσωτερικής ησυχίας στην πίκρα σας. Είναι αυτοί που μοιράζονται μαζί σου ένα απογεματινό ανοιξιάτικο ταξίδι εναλλασσόμενων μουσικών προστατεύοντας έτσι την ευθραυστότητα της χαράς σας. Είναι αυτοί που ξενυχτούν μαζί σου σε ένα φθινοπωρινό μπαλκόνι με μόνη ορατή την κάφτρα ενός τσιγάρου φωτίζοντας τον δρόμο για ένα σκασιαρχείο απ’ τη ζωή σας . Είναι αυτοί που ξαπλώνουν γελώντας στο διπλανό δωμάτιο ξορκίζοντας μέσα στην ευφορία του συντροφικού χειμωνιάτικου ξημερώματος το καταναγκαστικό των αληθειών σας.  Και στην τελική, είναι οι φίλοι της σιωπής αυτοί στους οποίους θα πεις,

 Το παιδί μου και τα μάτια σου….

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

... η δίνη του θεού...

Γιατί καμιά φορά οι θεοί, αναλαμβάνοντας το βάρος των επιλογών τους δικαιώνονται, δημιουργώντας ελπίδες ότι ΝΑΙ, ο καλύτερος κερδίζει...

Κυριακή, 6 Μαΐου 2012

...πάντα λέει την αλήθεια....



Χρόνια τώρα ο Χάρρυ Κλύνν (και άλλες συναφείς Κινγκινάτιες δυνάμεις) στοιχειώνει με τον καταγγελτικό του λόγο την πολιτική (λέμε τώρα) σκέψη μου με το δίκιο που πάντα είναι βέβαιον ότι κατέχει... 
Λέω σήμερα, μέρα εκλογών, να θυμηθώ τα πολλά τα δίκια του Χάρρυ αν και μπορεί να μου ξεφύγει και κανένα μπας και ξεστοιχειώσω η γυναίκα και πάω να ψηφίσω με τη συνείδησή μου ήσυχη:
Παιδίσκη στη μεταπολίτευση (ξεύρετε, όταν τρέχαμε από προοδευτικό θέατρο σε αριστερό θίασο και από ανατρεπτική περφορμάνς σε ανυπότακτο σατυριστή για να κατευνάσουμε τις τύψεις μας που εφτά χρόνια τα περάσαμε στη μούγκα μαθαίνοντας από την ΝτόιτσεΒέλε για τους Παναγούληδες και τους Μουστακλήδες που έλιωναν στα μπουντρούμια  και τους αγγέλους μας που χάνονταν στις καγκελόπορτες και τα πεζοδρόμια των πανεπιστημιοπολυτεχνικών σχολών) έμαθα ότι  ο Χάρρυ είχε δίκιο που υποστήριζε το ΚΚΕ.  
Φοιτήτρια στην ώρα της μεγάλης αλλαγής, της σοσιαλιστικής αναδιανομής του πλούτου, της ανατροπής των συντηρητικών κοινωνικών δομών και του επαναπροσδιορισμού της πολιτικής και πολιτισμικής ταυτότητας του έθνους (όταν ήγγικεν η ώρα εξαργύρωσης των πολιτικοπολιτισμικών  αντιστασιακών δαφνών πλαστών τε και γνησίων) ήξερα ότι ο Χάρρυ είχε δίκιο που υποστήριζε το ΠΑΣΟΚ.
Νεαρή εργαζόμενη στους χρόνους της αποκάλυψης ότι η σοσιαλιστική αναδιανομή  δεν αφορούσε παρά τη μικροαστική τάξη που εμετατρέπονταν με τάχιστους ρυθμούς σε νεοαστική τάξη ενόσω η ελληνικής κατασκευής  μεσαία(?) τάξη μετατρέπονταν σε μια εγχώριας έμπνευσης μπουρζουαζία, η δε κοινωνική ανατροπή δεν αφορούσε παρά μόνο στην αλλαγή του επιθέτου των παντρεμένων γυναικών (αναδεικνύοντας, παράλληλα, αστέρες του βεληνεκούς του -κατά τα άλλα συμπαθούς- νεολαϊφστιλάτου Κωστόπουλου, αλλά αφήνοντας την παραδοσιακά αριστερίζοσοσαλίζοντα αισθητική του μύστακος και του άρβυλου εκτός νυμφώνος και μετατρέποντάς τη σε αισθητική του παρωχημένου και της συντήρησης) κατάλαβα ότι ο Χάρρυ είχε δίκιο να στραφεί προς τη Νέα Δημοκρατία.
Χαμένη στη μητρότητα στους χρόνους της αναδιάρθρωσης της ελληνικής κοινωνίας με την οικονομική ένταξή μας στο γενικότερο καπιταλιστικό οικονομικό και πολιτικό γίγνεσθαι (όταν η αδυναμία  μετατροπής μιας παραδοσιακά μεταπρατικής  εξαρτημένης οικονομικά και ηγεμονευμόμενης πολιτισμικά κοινωνίας σε αστικό κράτος έφερε στο προσκήνιο όλα τα φοβικά, ρατσιστικά χαρακτηριστικά και τον αλυτρωτισμό μας) βεβαιώθηκα ότι  ο Χάρρυ είχε δίκιο να υποστηρίζει την (μα καλά υπήρξε αυτό το κόμμα?) Πολιτική Ανοιξη.
Χαρακτηριστική περίπτωση ταξιτζούς από μπαλέτο σε φροντιστήριο από σχολείο σε αγγλικά και από παιδικά πάρτυ σε εφηβικούς χορούς την εποχή της παγκοσμιοποίησης του κοινού νομίσματος και της δανειστικά υποστηριζόμενης κατανάλωσης μεταφραζόμενης ως " βελτίωση του βιωτικού επιπέδου" με κυριότερο  μέλημα της χώραςτην αντιγραφή του στύλ της Βογκ και του Νίτρο (όπου η λειψή και φαντασιακή επανα-ανακήρυξή μας στον περιούσιο λαό των ολυμπιακών αγώνων και των γιούρων χωρίς αισθητική, πολιτισμική και -όπως θα ανακαλύπταμε μελλοντικά- οικονομική θεμελίωση μας έστελνε πίσω στην αναζήτηση μιας φαντασιακής εθνοτικόπολιτισμικής ρίζας για να νομιμοποιήσουμε τις υπάρξεις μας) αντιλήφθηκα ότι ο Χάρρυ είχε δίκιο που αναζήτησε τη στήριξη στην ιδεολογία(?) του ΛΑΟΣ.
Και τώρα? στα μεσοδύσματα (καλά δεν υπάρχει αυτή η λέξη αλλά θα έπρεπε να με έχετε συνηθίσει πια) μου στην ώρα της απόδοσης της σάρκας που υποθήκευσαν αυτοί που διαλέξαμε να διαπραγματευτούν με τον Σάιλοκ,σητν ώρα της αναζήτησης  ενός προστατευτικού κράτους-εθνους κουκουλιού ώστε να μπορέσεις να αρνηθείς του\ μεριδιο που σου αντιστοιχεί στον λογαριασμό (αφού υπέθαλψες τη διαφθορά με το φακελάκι σου,  επέτρεψες την ανικανότητα του Δημοσίου με τη συναίνεσή σου στη μη αξιολόγηση, νομιμοποίησες το επίπεδο των πολιτικών συνωστιζόμενος στα γραφεία τους για τη μετάθεση του γιου από την Αλεξανδρούπολη στο ΓΝΑ και τον διορισμό της κόρης στη δημοτική επιχείρηση νέας Κουσκουνίτσας,  επέτεινες την ημιμάθεια αντικαθιστώντας τους στρατώνες με ΤΕΙ και ΑΕΙ για την ανάπτυξη της πόλης σου,συνέβαλλες στα οικονομικά αδιέξοδα υπερδανειζόμενος για το ταξίδι ζωής στους Παπούα - Νέα Γουινέα ) δεν δύναμαι να αμφισβητήσω ότι ο Χάρρυ έχει δίκιο να στηρίζει τους Ανεξάρτητους Έλληνες.
Αυτό βέβαια, τόσα χρόνια αφήνει εμένα χωρίς δίκιο, αλλά τι να πώ? Υποχωρώ μπροστά στο δίκιο του Χάρρυ κι όλων αυτών των αυτοδιοριζόμενων κηνσόρων...
Χαίρεσθε και λέω να πηγαίνω σιγά σιγά ν' ασκήσω το εκλογικό μου δικαίωμα(?)

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

...που ήσαν λόγια αυτά και θεατρικά.

Σκηνικό ένα (κάποια μεταμεσονύχτια στιγμή στην κουζίνα):
Η σακούλα με τα σκουπίδια δίπλα στη σακούλα για την ανακύκλωση.
Μέσα στη σακούλα με τα σκουπίδια, διάφορα απομεινάρια από delivery, αποτσίγαρα κι ότι άλλο απομεινάρι από μια βραδιά με φίλους με πολύ πιώμα, παιχνίδια και χαζοκουβέντα.
Μέσα στη σακούλα για την ανακύκλωση μια κονσέρβα γατοτροφής, ΠΛΥΜΕΝΗ (διότι έχω γίνει και πολύ συνειδητή, η οικολόγα) και κάποιες συσκευασίες και μπουκάλια από την ίδια κρεπαλοβραδιά.

Σκηνικό δύο (κάποια μεταπρωινή στιγμή στην ολόιδια κουζίνα):
Εγώ, με ένα γάλα στο χέρι, τα μαλλιά της Τρελλής του Σαγιό, το μάτι μισάνοιχτο, κοιτώ με απορία:
Η σακούλα με τα σκουπίδια παραμένει δίπλα στη σακούλα για την ανακύκλωση.
Μέσα στη σακούλα με τα σκουπίδια παραμένουν τα διάφορα απομεινάρια από delivery, αποτσίγαρα κι ότι άλλο απομεινάρι από την προηγούμενη βραδιά με φίλους με πολύ πιώμα, παιχνίδια και χαζοκουβέντα.
Μέσα στη σακούλα για την ανακύκλωση, ωστόσο, δίπλα στην ΠΛΥΜΕΝΗ (διότι έχω γίνει και πολύ συνειδητή, η οικολόγα, το είπαμε) γατοκονσέρβα και τις συσκευασίες και τα μπουκάλια από την ίδια κρεπαλοβραδιά, μια συσκευασία από πατατάκια ΜΕ ΤΑ ΜΙΣΑ ΠΑΤΑΤΑΚΙΑ ΜΕΣΑ.
Εκτός από το μαλλί της Τρελλής του Σαγιό, αρχίζω να αποκτώ και το μάτι του Φρέντι Κρούγκερ.
-Εεεε, Μ..ηηηη, καμάρι μου, για έλα μου λίγο.

Σκηνικό τρία (κάτι λεπτά μετά την προηγούμενη μεταπρωινή στιγμή στην ολόιδια κουζίνα):
Ο Μ. σε σαφώς καλύτερη κατάσταση από μένα (αλλά πάλι αυτοί οι άντρες, πάντα καταφέρνουν να είναι σε καλύτερη κατάσταση από εμάς), με έναν καφέ στο ένα χέρι και ένα τσιγάρο στο άλλο, σκύβει από πάνω από το κεφάλι μου και κοιτά αυτό που κοιτώ με τόση αφοσίωση.
Τη σακούλα με τα σκουπίδια και δίπλα της τη σακούλα για την ανακύκλωση.
Η σακούλα με τα σκουπίδια με τα διάφορα απομεινάρια από delivery, αποτσίγαρα κι ότι άλλο απομεινάρι από την προηγούμενη βραδιά με τους φίλους το πολύ πιώμα, τα παιχνίδια και τη χαζοκουβέντα.
Και φυσικά η σακούλα για την ανακύκλωση, όπου (το τονίσαμε) δίπλα στην ΠΛΥΜΕΝΗ (διότι έχω γίνει και πολύ συνειδητή, η οικολόγα, το ξαναματαείπαμε) γατοκονσέρβα και τις συσκευασίες και τα μπουκάλια από την ίδια κρεπαλοβραδιά βρίσκεται μια συσκευασία από πατατάκια ΜΕ ΤΑ ΜΙΣΑ ΠΑΤΑΤΑΚΙΑ ΜΕΣΑ.
Ανίκανος, φυσικά, να αντιληφθεί το τόσο ενδιαφέρον μου ή το γιατί κινδυνεύει η πρωινή οικογενειακή μας ηρεμία, λέει με τη γνωστή ανδρική ευφράδεια:

-Ε, τι?
-Γιατί, παιδί μου, μέσα στη σακούλα με τα ανακυκλώσιμα είναι και αυτό το σίχαμα?
-Ε, (κάνοντας τον χαζό και μη θέλοντας να παραδεχτεί τη χθεσινή του κατάσταση και σημερινό του λάθος) συσκευασία για ανακύκλωση ήταν και αυτό!
- Μα, τι λές, τώρα, παιδάκι μου? ΜΟΝΟ τις συσκευασίες, όχι τα ΟΡΓΑΝΙΚΑ προϊόντα!!!!

Και ο ΘΕΟΣ, αλήθεια, Ο ΘΕΟΣ Ο ΙΔΙΟΣ, σκύβει πάνω από το κεφάλι μου, άλλη μια φορά, επιθεωρεί τις σακούλες για άλλη μια φορά και ξεστομίζει το απίστευτο:

-ΣΩΠΑ ΒΡΕ, ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΡΓΑΝΙΚΑ ΑΥΤΑ ΤΑ ΠΑΤΑΤΑΚΙΑ. ΓΕΜΑΤΑ ΟΡΜΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΑ ΕΙΝΑΙ!!!!

Νομίζω εκεί είμαι ακόμη κοιτάζοντας τις δυο σακούλες.....


Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

..and a happy New Year...


Η χαρά και το πνεύμα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς αυτοπροσώπως !!!!

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

...γιατί μπερδεύω...

.... Έτσι κι η αγάπη, είναι πολύ βαρειά για τη ζωή των ανθρώπων. Είναι μια υπερφόρτωση. Τίποτα πιο εξουθενωτικό από τα αστάθμητα. Η καρδιά είναι μολύβδινο όργανο. Όταν ένας άντρας και μια γυναίκα συναντώνται, σταθμίζουν ο ένας τον άλλο πολύ περισσότερο απ' όσο αλληλοεξετάζονται. Ξέρουν πώς μια μέρα ο ένας απ' τους δύο θα φορτωθεί στους ώμους του τον άλλον. Διότι ένα ζευγάρι δεν είναι μια παράταξη οριζόντια, αλλά ένα κάθετο σύμπλεγμα....

Είναι από το βιβλίο του Μοράν "Ο Βιαστικός" που διαβάζω αυτή τη στιγμή (χωρίς να βιάζομαι, αφού το διαβάζω κάνα δεκαπενθήμερο τώρα) και έχοντας στο νου μου να το συνδυάσω με το "Ένας αργός άνθρωπος" του Κούτσι. Σκέφτομαι να συγκρίνω δυο διαφορετικές εποχές (τώρα που το συνειδητοποιώ και αιώνες), δυο διαφορετικές χώρες (πάλι λάθος, μάλλον δυο διαφορετικούς κόσμους), δυο διαφορετικές πολιτικές θέσεις και πώς κάνουν δυο αντίθετα (μάλλον) κοινωνικά σχόλια...
Αυτό σημαίνει δυο πράγματα, το πρώτο ότι άρχισα να έχω πάλι ένα (σχετικό και χαλαρό) ενδιαφέρον για το διάβασμα. Το δεύτερο, ότι κάτι δεν πάει καλά μαζί μου, αφού αντί να επικεντρωθώ στην απόλαυση (λέμε τώρα) της ανάγνωσης (ανάβω το πορτατίφ, πιάνω το βιβλίο στο χέρι, βάζω το γυαλί κι όταν τελειώνω το βιβλίο είτε το θυμάμαι γιατί ήταν καλό είτε το διαγράφω απ' τη μνήμη μου γιατί ήταν μάπα), προσπαθώ να ψευτοκοινωνικοαναλύσω (έλα Χριστέ και μπούκωνε, που λέγαμε και στα μακρινά έιτις!!).