"H ομορφιά του παρελθόντος είναι το αποτέλεσμα, όχι ο λόγος της νοσταλγίας"
Μ. Foucault

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2008

...και τουφεκιά...

Κι ήρθε άλλη μια εικοστή ογδόη Οκτωβρίου, ήρθε άλλη μια επέτειος, άλλη μια αφορμή να κατακλυστούμε (ίσως όχι με την ένταση και το πάθος που μας επέβαλε η αλήστου μνήμης επταετία και η μεταδικτατορική κυβέρνηση, η οποία αναζητούσε μια ομοψυχία και μια μεγαθυμία και μια συγχώρεση από κοντά -ένα σάς γμσμε αλλά περασμένα ξεχασμένα- ένα καλό φενγκ-σούι, τέλος πάντων...) από έντυπα και ηλεκτρονικά αφιερώματα, καταθέσεις μνήμης και ψυχής, αφηγήσεις και αναλύσεις ειδημοσύνης.

Ήρθε άλλη μια ευκαιρία να δημιουργηθεί ένα ιστορικό νήμα (το οποίο θα τυλίξει όλους μας, από τον Πρέκα μέχρι τον Άδωνι και από τον Τσίπρα ως την Κανέλη και τον Άνθιμο) με αφετηρία τον Τρωικό πόλεμο και τους άθλους του Ηρακλέους, μη σας πω (και όσοι είναι και στο τσακίρ κέφι της ιστορικής υπερηφάνειας υποπτεύομαι θα το ξεκινήσουν από Ωρίωνα μεριά με την απογείωση των αερόπλοιων που μας –τι ποιους «μας»? εμάς τον περιούσιο- έφεραν σε αυτή την ασήμαντη γη) και τέρμα το αειφόρον (η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει –και κακό σκυλί ψόφο δεν έχει, λέτε να ‘ναι σύμπτωση– δεν τη σκιάζει φοβέρα καμιά) του ελληνικού κράτους να το πω? της φυλής να το πω? του εμείς θα το πω? Η ιστορία γίνεται μια αφήγηση που πραγματεύεται στο εξής τις περιπέτειες ενός κάτι που κινείται κάτω και πέρα από το κράτος και το έθνος. Κάτι που την ίδια ώρα διαπερνά το δίκαιο, που είναι παλαιότερο, και ουσιαστικότερο τόσο από το κράτος όσο και από το έθνος.

Όλες αυτές οι (από τους συμμετέχοντες ενενηντάχρονους πλέον, όσοι ζουν, ως τους ιστορικούς ειδικούς) αφηγήσεις, οι (από τον Τζέημς Πάρη και τον Νίκο Φώσκολο με τον Πρέκα να εξολοθρεύει τους εχθρούς ως μηρμύγκια και την Βουγιουκλάκη να βασανίζεται διότι έλιωσε το ρίμελ, αλλά εκεί αυτή.... ηρωίδα να μη λυγίζει με τίποτα, ως τα ντοκιμαντέρ του Παρασκηνίου και του Εξάντα) κινηματογραφικές απεικονίσεις, οι (από τον Τσώρτσιλ, που επειδή η κοσμική ισορροπία έχει χιούμορ, βραβεύτηκε για την πεντάτομη εκδοχή του τού 2ου Παγκοσμίου Πολέμου με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, ως το Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο του Ελύτη) γραπτές μαρτυρίες συγκροτούν μια γνώση. Μια γνώση κατασκευασμένη από ίδιο τον (στην ευρεία έννοιά του ) κρατικό μηχανισμό για το κράτος. Μια γνώση για το εμείς ως υπηκόους (που νομιμοποιούνται και υποχρεούνται να θεωρούνται προνομιούχοι και υπερήφανοι που είναι υπήκοοι από τους αγώνες τους στα Δερβενάκια, στο Εσκι Σεχίρ, στην Κορυτσά, στην Πάφο και στα Ίμια για την επιβίωση και την μακροημέρευση) αυτού του κράτους. Η ιστορία ως όπλο στα χέρια της πολιτείας, πίσω από τις γραμμές και τις παραγράφους της (ερμηνευμένες από τις φωνές, ενίοτε τις κραυγές και τα δάκρυα των υποκειμένων της) αποκρυπτογραφεί, υπομνύει και καταγγέλλει τους εξωτερικούς (υπονοώντας και στοχοποιώντας ταυτόχρονα) και τους εσωτερικούς εχθρούς ώστε να παραμένει διαρκώς το φάσμα τους μπροστά στα μάτια των υπηκόων και να εξασφαλίζεται η συνοχή ενός (στην ουσία) ταξικά, πολιτισμικά και πολιτικά διαιρεμένου κοινωνικού σώματος.

Το υποκείμενο της αφήγησης, εντασσόμενο τόσο εντός (αφού είναι ο βιώσας) της αφήγησης όσο και εκτός (αφού μεταφέρει και τις εικόνες των άλλων) αυτής, ανάγεται στο νέο ιστορικό και ταυτόχρονα πολιτικό υποκείμενο, αφού αποδέχεται ότι η βιωμένη του αλήθεια (όπου υπερασπιζόμενος τις αξίες του -τη μάνα, τον γιό, το σπίτι του- στο Τεπελένι, σκασίλα του αν ο Ιταλός υποχωρώντας προς την Κορυτσά, ή ο Γερμανός καθηλωμένος δεκατόσες μέρες απέναντι απ’ το Ρούπελ τις μοιραζόταν επίσης) δεν έχει καμία σχέση με τη μη-αξιακη, αλλά καθολικά οριζόμενη αλήθεια των φιλοσόφων. Η αποδοχή αυτή, ωστόσο, δεν εμποδίζει τον αφηγητή να επιδεικνύει ένα θεμιτό πάθος για την επέκταση αυτής της ιστορικής γνώσης, για τη συμπερίληψη, υπό το κράτος της αέναης εξωτερικής απειλής (πότε του Τούρκου, πότε του Σκοπιανού, πότε του εκ βορρά, πότε του εξ ανατολών, anw του παντιόθεν κινδύνου) ή της εσωτερικής συνωμοσίας (πότε των αναρχικών, πότε των κουκουλοφόρων, πότε των λαθρομεταναστών, πότε των ομοφυλοφίλων ενίοτε και της Ρούλας που μοιράζει τον εθνικό πλούτο στα ξενόφερτα τεκνά, λες και χάθηκαν οι έλληνες νταβραντισμένοι) όσο το δυνατόν περισσότερων ατόμων στην αλήθεια του, βοηθώντας έτσι στη δημιουργία μιας ομάδας, μιας κοινότητας, μιας κοινωνίας, ενός έθνους, και εντέλει μιας ενισχυμένης (κατά το μάλλον ή ήττον) πολιτειακής εξουσίας.

Κάθε ιστορική αφηγηματική προσέγγιση δηλώνει, μεν, ένα πάθος για την αντικειμενική (που δεν υπάρχει, εκτός αν είσαι ο Ζουράρις οπότε, εντάξει, έχεις ένα ατού στα χέρια σου, είσαι κολλητός με τον Θουκυδίδη, ίσως και τον Ηρόδοτο) ιστορική γνώση, αποδεικνύει, δε, μια συστηματικά μονομερή ερμηνευτική κατανόηση. Το καταγγελτικό αυτό πάθος, νομιμοποιημένο από την διάρθρωση της αφηγουμένης ιστορίας, γύρω από έναν συμωμοσιολογικό άξονα, όπου το κράτος βρίσκεται διαρκώς υπό την απειλή επίθεσης (θα ‘ρθει η ώρα που θα τον προσκυνάμε τον Λιακόπουλο, που τα είχε όλα καταλάβει και έχει βγάλει στη σέντρα και τους Νεφελίμ και τους Ελωχίμ κι όλα τους τα σόγια) δεν έχει άλλο στόχο, από τη δημιουργία μιας κοινωνικής συνοχής και μιας προθυμίας υποταγής στα εξουσιακά κελεύσματα (για να εξουδετερωθεί και ο στρατηγός άνεμος).

Φυσικά πάντα είναι παρούσα και η αντιπαρατιθέμενη ιστορική αφήγηση, η οποία προσπαθεί μέσω ρηγματώσεων στην κρατούσα ιστορική γνώση, να αποσυνδέσει την απόλυτη βούληση της αυθαιρεσίας της εξουσίας (οι Βατοπαιδινοί να κολυμπούν στη λίμνη Βιστωνίδα, επιχειρώντας να υποκλέψουν τις συνομιλίες των Ζημενσιανών, για να μάθουν σε ποιες μετοχές του 99 έπρεπε να επενδύσουν, πριν κανάς Ζαχόπουλος βουτήξει απ’ τη βεράντα, ακολουθούμενος από τις κατάρες των υπευθύνων των ασφαλιστικών ταμείων που έπρεπε να τον περιθάλψουν) από την ευπείθεια των υποκειμένων (ώστε να τολμήσουν να ζητούν αναδασμό του υφάλμυρου νερού και να ποδοπατήσουν αυτοί τους όρους της συνθήκης Νατούρα). Κι είναι αυτή η αντιπαλότητα (ο Ζέρβας απέναντι στον Βαφειάδη) των ιστορικών αφηγήσεων που επιτρέπει τη δόμηση ενός πεδίου θεμιτής και νομιμοποιημένης σύγκρουσης και διαπάλης (η Αλέκα ενάντια στον Κωστάκη και ο Αλέξης απέναντι στον Γιωργάκη) για τη νομή της εξουσίας. Η σιγουριά της κοινότητας των βιωμάτων (εν προκειμένω ο Γοργοπόταμος, που είχε και ένα γκλάμουρ ξενικό, μια βρετανική εσάνς κι όλο αυτόν αναφέραμε στις σχολικές εορτές) επιτρέπει την ιστορική και συνεπαγωγικά την πολιτική διαπάλη, η οποία λειτουργεί ως εργαλείο κοινωνικής πολιτικής και πολιτισμικής εξέλιξης.

Οι ιστορικές αφηγήσεις, που έχουμε να φάμε στη μάπα όλες αυτές τις μέρες τόσο στη σοβαρή (αντικρουόμενες και παραπληρωματικές αφηγήσεις για το έπος του σαράντα και τη δυστυχία της κατά μόνας και ομαδικής αντίστασης που ακολούθησε από ελασίτες και εαμίτες, από εδεσίτες και ανίδεους που πεθαίναν στα αντίποινα), όσο και στην ανεκδοτολογική τους μορφή (ο καλός έλλην αγωνιστής Χρήστος Πολίτης να κραυγάζει αεράααααα καθώς εξοντώνει τον κακό γερμανό Κομνηνό... τι ήθελε κι αυτός ο χριστιανός να είναι τόσο ξανθός? με τόσους θανάτους πια, πέθανε από κοντά και η καριέρα του), σηματοδοτούν αλλά και γίνονται θεμέλιο των πολιτικών ανακατατάξεων, της ανατροπής των συσχετισμών δυνάμεων και εν τέλει των εναλλαγών εξουσίας. Και κάθε εναλλαγή αφού νομιμοποιήσει τον δικό της ιστορικό λόγο (το ΠΑ.ΣΟ.Κ. να αναγνωρίζει την εθνική αντίσταση, άσχετα αν τελικά, αντίσταση στους γερμανούς, -σύμφωνα με το ποιοι καταθέσαν χαρτιά και πήραν συντάξεις- βρέθηκε να έκαναν οι οκτάχρονοι και οι νεογέννητοι μη ΣΕ πω) δεν μπορεί παρά να αναμένει την ανατροπή και τη ρηγμάτωση (ο Καρατζαφέρης με τον Πλεύρη –μακριά από μας– να προσπαθούν να εμπεδώσουν με δήθεν άσχετες και άγνωστες ιστορίες στο λαϊκό υποσυνείδητο την αθωότητα των Χιτών, των μαυραγοριτών, των δοσιλόγων –κι όταν δεν τους κοιτάμε– ακόμα και των πρωταιτίων της επταετούς δικτατορίας) της ιστορικής της γνώσης και αλήθειας από τους επόμενους διεκδικητές της εξουσίας.

Η ιστορία, σύμφωνα με τον Foucault (βρε, πού ήταν αυτός και άργησε να φανεί?) κάνει κάτι πολύ περισσότερο από το να αποτελεί την καταγραφή των συσχετισμών δυνάμεων, καθώς αυτός ο συσχετισμός, αυτό το πλέγμα εξουσίας που δημιουργείται απ’ αυτόν αποτελούν και την ίδια την ουσία της εξουσίας. Φυσικά τα γεγονότα υπάρχουν (ο Μεταξάς άρθρωσε όντως το Όχι) και φυσικά πρέπει να διατηρηθούν οι μνήμες (όχι, Ν. μου, δεν ήταν ο Κολοκοτρώνης που φώναζε αέρα στα βουνά της Πίνδος), απλά πρέπει να έρθει και στο προσκήνιο αφ’ ενός το πλέγμα της εξουσίας που τα κατέστησε δυνατά (ο φόβος του Μεταξά για την ανατροπή του ήταν ισχυρότερος από τον φόβο του για τους Ιταλούς), αφ’ ετέρου ο απορρέων πολιτικός υπολογισμός που επιβάλλει μια ερμηνεία τους (τελικά το Όχι το είπε ο Μεταξάς όταν κυβερνά η Ν.Δ. και ο λαός όταν κυβερνά το ΠΑ.ΣΟ.Κ.) . Η ιστορία φτάνει πολύ βαθύτερα από την καταλογογράφηση, αφού αυτός που αφηγείται μια ιστορία δεν καταγράφει, κατά που λέει και ο (σοφός αλλά παρεξηγημένος και παρερμηνευμένος) Μακιαβέλι τους συσχετισμούς δυνάμεων. Αντίθετα απεργάζεται τη μετατροπή ή τη διατήρηση των συσχετισμών, την ανατροπή ή την εμπέδωση της διάταξης και τη μεταβολή ή τη διατήρηση της ισορροπίας.

Καθίστε λοιπόν στον διθέσιο (στον τριθέσιο, βάλτε τον τσόγλανο με απλωμένα όλα τα παραφερνάλια: κηρομπογιές, μαρκαδόρους, χαρτιά, γόμες, και όλα τα συναφή, ώστε αφ’ ενός να ακούει –έστω και υποσυνείδητα– αφ’ ετέρου να μη λυσσάει μπαμπά και μπαμπά, μαμά και μαμούνια και σας αποσπά την προσοχή) πάρτε το τηλεκοντρόλ στα χέρια, απλώστε τα αφιερώματα των εφημερίδων στο τραπεζάκι (και μην έχετε τύψεις που δεν σπεύσατε να αγοράσετε το εικοσιοκτωβριανό πόνημα Γκιουλέκα θα το μελετήσετε του χρόνου που θα το δίνουν οι εφημερίδες ως ένθετο) και ξεκινήστε τη συγκριτική ακροανάγνωση(και αναγνωσοακρόαση το ίδιο είναι).

Κι αφού αναρωτηθείτε, αν τελικά υπάρχει ή όχι κοινή αντίληψη της ιστορικής και πολιτικής διάστασης αυτού που ονομάζουμε κράτος, έθνος, φυλης....

Κι αφού αναρωτηθείτε πώς να συλλέξετε όλα αυτά τα χιλιάδες θραύσματα αναστημένης μνήμης και παραγνωρισμένης ή μη βιωμένης εμπειρίας ώστε να επιτευχθεί μια συνεκτική ιστορική αφήγηση...

Κι αφού αναρωτηθείτε, πώς είναι δυνατόν για άλλη μια φορά να έχει δίκιο ο (σοφός γενειοφόρος γέρων) Μαρξ, ότι μέσα από τη διαφορετικότητα των ερμηνειών της ιστορίας από τις κοινωνικές τάξεις νομιμοποιείται η συγκρότηση των συσχετισμών δυνάμεων που αντιπαλεύουν για την εξουσία....

Και αφού αναρωτηθείτε αν το αφιέρωμα αφηγείται μια κωδικοποιημένη ιστορία ή μήπως δομεί μια κοινωνική πραγματικότητα....

Και αφού αναρωτηθείτε γιατί οι ιστορικοί ειδήμονες αναλαμβάνουν το βαρύ έργο να κωδικοποιήσουν τον ιστορικό λόγο και γιατί προσπαθούν (φανερά ή λιγότερο φανερά) να τον εντάξουν πλήρως στις πρακτικές του κράτους....

Κι αφού αναρωτηθείτε τινί δικαίω κάθε ομάδα, χρησιμοποιώντας τις ιστορικές αφηγήσεις και ερμηνείες, προβάλλει το δικό της δίκαιο και τη δική της διεκδίκηση στην εξουσία...

Αφού αναρωτηθείτε για τους μηχανισμούς με τους οποίους η ιστορία ανάγεται στον γενικό λόγο αληθείας των πολιτικών και ηθικών αγώνων.....

Τότε, θα έχει έρθει η ώρα να ανακράξωμεν (λυτρωτικά και) όλοι μαζί:

Ζήτω το όχι!

Ζήτω η 28η Οκτωβρίου!

Ζήτω το έθνος!

Ζήτωσαν όλοι (κι ο Θεός βοηθός)

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2008

... χρόνια σιωπής...

Και ας τελειώσουμε...

Με την Μπλανς στον ψηλότερο πύργο σε ύπνο ατελείωτο, ένα σύννεφο θλίψης τύλιξε τη χώρα και από ευτυχία (να ξερνάς) κατέληξε σε (μελό της δεκαετίας του 60, να ξαναξερνάς) όλη τη χώρα να κλαίει και να οδύρεται και οι γιατροί (καλά, μη φανταστείτε, ούτε ένας Χάουζ, ένας Σέπαρντ, κανείς της προκοπής να κάνει μια ριζοσπαστική διάγνωση, να κλείσει το παραμύθι εδώ και να γλιτώσετε) να μπαίνουν καλήν και να βγαίνουν κακώς από το παλάτι αναζητώντας τη θεραπεία. Το μόνο, βέβαια, που κατόρθωσαν ήταν να καταγραφεί αναλυτικότατα το ιστορικό για τις επόμενες ιατρικές γενεές και όχι μόνο.


Όταν απελπίστηκαν από τους γιατρούς, οι έρμοι οι γονείς, στράφηκαν στο υπερβατολογικό και πιάσαν τους ναούς, τις μονές και της σκήτες αναζητώντας τη λύση σ’ ένα (που δεν ερχόταν) θαύμα. Τι τάματα, τι προσκυνήματα, τι αναθήματα, τι ολονυχτίες, τι εξορκισμοί, τι αφιερώματα, χωρίς να το καταλάβουν βρέθηκε το παλάτι, και οι περιβάλλοντες χώροι, που (με μια αυθαίρετη ερμηνεία από μέρους των μοναχονομομαθών) σήμαινε το σύνολο της παραμυθοχώρας, στην κυριότητα της μονής ΒατοΠΕΔΙΟΥ, που τότε έγινε ΒατοΠΑΙΔΙΟΥ (ευτυχώς που μπαίνετε στο τίμιον τούτο βλόγον και βρίσκετε τις ερμηνείες σε όλες σας τις απορίες), αφού το βασιλοΠΑΙΔΙ ήταν κι αυτό μέσα στα προς ανταλλαγή αγαθά. Οι βασιλείς πήραν έκπληκτοι μια πράξη ανταλλαγής (επικυρωμένη από το Νομικό Συμβούλιο του κράτους) όπου τους πληροφορούσε ότι κατά τη διάρκεια κάποιου προσκυνήματος, με κάποιο χρυσόβουλο, τα είχαν ανταλλάξει όλα με μια καλύβη στα όρια του βασιλείου (εκεί που εντέλει αποσύρθηκαν, αφού φίλησαν μια τελευταία φορά το αγαπημένο τους κοριτσάκι και έζησαν μέχρι το τέλος των ημερών τους) και όλοι οι υπήκοοι μπορούσαν (αν ήθελαν ας έκαναν κι αλλιώς) να εργάζονται ως κολλήγοι (από τον ηγούμενο, πρέπει να βγαίνει αυτή η λέξη) και του μανα(επειδή εκτρέφει μανάρια)στηριού.


Η μονή, από εκείνη τη μέρα και πέρα, επανειλημμένα προσπάθησε να ανταλλάξει το παλάτι με ακίνητα σε εμπορικότερα σημεία (διότι το τάμα του Εφραίμ στη Μεγαλόχαρη ήτο η δημιουργία ιερού εμπορικού κέντρου, όπου θα άνοιγαν καταστήματα πώλησης κομποσκοίνιων πολυτελείας, οίκοι ωτ-κουτύρ με την τελευταία μόδα στα ράσα –μοναχικά και ιερατικά-, εκδοτικοί οίκοι με βιούς αγίων -και λιγότερο αγίων, αλλά που ωστόσο είχαν μέσο-, μουλτιπλεξ κινηματογράφους με μεγάλα ποσοστά κέρδους από το ευλογημένο ποπ-κορν κ.λ.π –φαντάζομαι το ‘χετε το μεγαλόπνοο σχέδιο του φωτισμένου ιερομόναχου). Το εγχείρημα ωστόσο έβρισκε σοβαρό πρόσκομμα στην ύπαρξη του κλειστού δωματίου με την κοιμωμένη Μπλανς, (που όσο να πεις έδινε έναν σπούκι -μπρρρ!- αέρα στο κάστρο) κι έτσι κανένας σοβαρός κτηματομεσιτκός επενδυτής (καθώς όλοι είχαν και τα προβλήματά τους με τις επισφαλείς επενδύσεις σε σύνθετα προϊόντα στεγαστικής πίστης που είχαν καταρρεύσει, όπως το σπιτάκι της μάγισσας στο Χανς και Γκρέτελ, ή τον πύργο της κακιάς νεράιδας στη Ραπούνζελ, δημιουργώντας τεράστια προβλήματα κρίσης της αξιοπιστίας του παραμυθοκαπιταλισμού και άρα παρατεταμένης παραμυθοΰφεσης) δεν αναλάμβανε το ρίσκο μιας τέτοιας επένδυσης. Έτσι το παλάτι έμενε κλειστό με τα βάτα να το κατακλύζουν (αφού σιγά μη φρόντιζε η μονή για τη συντήρησή του, εφόσον δεν ήταν παραγωγικό) και τους αιώνες να περνούν.Και ξαφνικά, μια ωραία πρωΐα έφτασε έξω από το παλάτι νεαρός συντηρητής έργων τέχνης και αποκαταστάτης παλαιών κτηρίων (οκτάμηνης σύμβασης στο Υπουργείο Πολιτισμού αλλά που τον παραμύθιαζαν ότι θα μονιμοποιηθεί) επιφορτισμένος με τη μελέτη για την αναπαλαίωση του πύργου, ο οποίος είχε περάσει πια στην κυριότητα του Δημοσίου, αφού η μονή τον είχε ανταλλάξει με υγροβιότοπο προστατευμένο από το δίκτυο Νατούρα (που αργότερα με θαυματουργό τρόπο η Παναγία –φυσικά με τη γήινη βοήθεια επενδυτών- θα μετέτρεπε σε γήπεδα γκολφ για στελέχη με παραμυθένιες –κυριολεκτικά- αποδοχές).


Ο νεαρός, ανοίγοντας δωμάτια, καταμετρώντας έργα τέχνης, υπολογίζοντας στατικότητες και δομικούς συντελεστές, έφτασε και στη σοφίτα της Μπλανς. Έκθαμβος κοίταξε τη νεαρή που κοιμόταν (αλήθεια, τώρα που το σκέφτομαι, αυτό εννοούν τα περιοδικά μόδας και ομορφιάς όταν μιλάνε για beauty sleep? Όχι γιατί αν εννοούν αυτό, ν’ αρχίσω να το σκέπτομαι!) με ένα βίντατζ νυχτικό και είδε μπροστά του και το χοντρό βιβλίο με όλο το ιστορικό που είχαν κατά καιρούς γράψει οι γονείς αλλά και ιατροί, μοναχοί, κομπογιανίτες (και λοιποί εκμεταλευτές του ανθρώπινου πόνου) με επισυναπτόμενο το συμβόλαιο των νεράιδων. Τα διάβασε και τα δυο πολύ προσεκτικά, έξυσε το κεφάλι του στοχαστικά, και έσκυψε πάνω από τη Μπλανς: Σήκω, Μπλανς, πρέπει να γραφτείς στο Πανεπιστήμιο.... Η Μπλάνς, ω, του θαύματος (ΟΚ, το ξέρετε όλοι ότι θα ξυπνήσει, αλλά κάντε τους έκπληκτους, μου χαλάτε το σασπένς της ιστορίας) άνοιξε τα μάτια και αμέσως εμφανίστηκαν και οι δυο νεράιδες έτοιμες να βουτήξουν η μια την άλλη.


Αυτό είναι το τέλος, μανδάμ, πάρτε την κατάρα σας και ξέρετε τι να την κάνετε, έλεγε η συμβολαιογραφονεράιδα, ενώ με το bluetooth στ’ αυτί (ε, εντάξει! τι να κάνουμε? πέσαμε σε φασιον-βίκτιμ και τεκνο-φρικ νεράιδα, τι θέλετε να την απολύσω?) προσπαθούσε ταυτόχρονα να συνεννοηθεί με την παραμυθοπολεοδομία για τη νέα άδεια κατασκευής του νέου σπιτιού των τριών λυκακίων (αφού για άλλη μια φορά το προηγούμενο το εγκρέμισε ο Ρούνυ-Ρούνυ το ύπουλο κακό γουρούνι). Τι λέτε μανδάμ, διαβάσατε τα συνυπογραφόμενα? Που είναι το τέλος? Ρωτήστε να διείτε τι τσιμπήματα έχει ακόμα... φώναζε η νεράιδα του Γιατί. Α, δε θέλω να αμφισβητείτε την καλή τη πίστη λύση του συμβολαίου ανταπαντούσε η συμβολαιονεράιδα, Ποια καλή πίστη, μανδάμ, εδώ μιλάμε για σαφή καταπάτηση των δικαιωμάτων μου, θα καταφύγω στο Παραμυθοδικαστήριο Νεραϊδικών Δικαιωμάτων... Τόσο απορροφήθηκαν στην ανταλλαγή επιχειρημάτων που καθόλου δεν πρόσεξαν ότι είχαν μείνει μόνες στο δωμάτιο.


Καθώς κατέβαιναν τις σκάλες, αλήθεια, πάνε οι γυναίκες στο Πανεπιστήμιο?.... ρώτησε η Μπλανς για άλλη μια φορά τον νεαρό. Φυσικά, και στο Πολυτεχνείο και στα ΤΕΙ και μη σου πω, πιο πολλές γυναίκες πάνε πια παρά άντρες. Και, Μπλανσούλα, μην ανησυχείς, παραμύθι είναι. Θα πάρεις υποτροφία για να σπουδάσεις κι όταν τελειώσεις θα βρεις αμέσως δουλειά και θα αμείβεσαι με έναν δίκαιο μισθό και θα έχεις φτάσει στο τέλος των αναζητήσεών σου...


Η Μπλανς τον κοίταξε σκεφτική... νομίζω λαογράφος, αναλυτής τπαραμυθιών θέλω να γίνω.


Κι αυτό δεν είναι το τέλος, είναι η αρχή για καινούργια, ολοκαίνουργα παραμύθια....


(Έτσι, νατασσάκι μου, για να έχεις μια άλλη εκδοχή της -που τόσο αγαπώ- ωραίας κοιμωμένης και να σταματήσεις να τη μισείς...)

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2008

... ελευθερία της σιωπής....

Συνέχεια εκ του προηγουμένου...
Λοιπόν, όχι ότι κατάλαβαν και πολλά πράγματα οι βασιλογονείς, πήραν το συμβόλαιο με τη διευκρινιστική φράση, πήραν το μωρό που (προς μεγάλη τους κατάπληξη και απορία) κλαψούριζε και έληξαν άρον-άρον (αφού δεν είχαν φτάσει στα πρώτα γενέθλια) τη γιορτή για να φωνάξουν τον βασιλικό ιατρό, βέβαιοι ότι το μωρούδι (αυτό είναι δανεικό από την Κοκό, που πολύ την ευχαριστούμε) ήτο ασθενές.

Ο ιατρός που δεν επισκεπτόταν και ιδιαίτερα συχνά τα μωρά (αφού τα ευτυχή μωρά, ειδικά στα παραμύθια δεν ασθενούν), ενθουσιάστηκε και έφτασε πλήρως εξοπλισμένος, με τα ακουστικά του, τα ωτοσκόπια του, τα λαρυγγοσκόπια του το νευροσφυράκι (ξέρετε, αυτό με το οποίο ο Γ. Βογιατζής χτυπά το γόνατο του Κωνσταντάρα στην ταινία «Η γυναίκα μου τρελάθηκε», λίγο προτού ο Κωνσταντάρας πει τη μνημειώδη φράση: Τρεις ηλίθιους έχω γνωρίσει στη ζωή μου εμένα, εσένα και τον Μϋϋλερ) και γενικά όλα όσα συνιστούν τον εξοπλισμό ενός αξιοσέβαστου γιατρού. Με το που ξεκίνησε η εξέταση, μπροστά στα ανήσυχα μάτια του βασιλιά και της βασίλισσας, άρχισαν και τα παράδοξα. Αντί η φρεσκοβαφτισμένη πριγκίπισσα Μπλανς να σταθεί στο ύψος του αξιώματός της και της βασιλικής παραδόσεως, έπιασε τα ακουστικά και προσπάθησε να δέσει τον γιατρό παρέα με τον βασιλιά, έβαλε στη μύτη της το ωτοσκόπιο, προσπάθησε με το λαρυγγοσκόπιο να δει το αυτί του γιατρού και το μάτι της νταντάς που την κρατούσε, μασούλησε με μεγάλη βουλιμία τα ξυλάκια που της έβαζε ο γιατρός στο στόμα, χτύπησε επανειλημμένα με το σφυράκι τη βασιλομητέρα και γενικά έκανε ότι αναμένει κανείς από ένα ζωηρό μωρό στον παιδίατρο, αλλά δεν ήτο καθόλου αναμενόμενο από ένα πριγκιπομωρό. Ο γιατρός απεφάνθη ότι η πριγκίπισσα ήταν μια χαρά, αν και λίγο ζωηρότερη από το αναμενόμενο για μια πριγκίπισσα, και συμβούλευσε τους βασιλείς να ανησυχούν για την εκπαίδευση της μικρής και ουχί για την υγεία της.


Ο βασιλιάς και η βασίλισσα ησυχασμένοι πήραν το μωρό τους αγκαλιά, αντάμειψαν το γιατρό βάζοντας το ποσό της αμοιβής σε ένα φάκελο γιατί δεν τους βρισκόταν ένα πουγκί (και τώρα αντιλαμβάνεσθε πόθεν ξεκίνησαν τα προβλήματα των δημοσίων συστημάτων υγείας) και ξεκίνησαν έναν αναστοχασμό προσπαθώντας να εμπεδώσουν τα συμβάντα και να χαράξουν την από δω και πέρα πορεία τους. Άμαθοι όπως ήταν στις παραμυθοσυμβάσεις και τους γρίφους, διάβαζαν και ξαναδιάβασαν το νεραϊδοσυμβόλαιο (δεν τους βρισκόταν κι εύκολος ένας Κούγιας, ένας Αλεφαντάκης, κάποιος, ένας νομομαθής, ο Αρσένιος ίσως, να τους ανοίξει τα μάτια) φυσώντας, ξεφυσώντας καικατέληξαν να μεταφράσουν το τσίμπημα κυριολεκτικά και αποφάσισαν να απομακρύνουν ότι μπορούσε να τσιμπήσει τη Μπλάνς. Άρχισαν με τις βελόνες και τις καρφίτσες, πέρασαν στα ψαλίδια, τα μαχαίρια και τα πηρούνια και τελείωσαν με αυτές τις ανυπόφορες, αιωνόβιες θείες (βασιλικές ή μη) που έχουν τη συνήθεια ν’ αφήνουν το κραγιόν τους πάνω στα μάγουλα των μωρών άχ τι χαριτωμένα που με φτύνει το χρυσούλι μουουουου, και να τα κατατσιμπούν στα μαγουλάκια.


Έτσι μεγάλωναν τη Μπλάνς, σε όλη αυτή την ατμόσφαιρα ανακατωσούρας, οι βασιλείς καθώς είναι πολύ άβολο να πρέπει να φας το ψητό σου με κουτάλι, να μη βρίσκεται μια παραμάνα να στηρίξεις το ξηλωμένο σου σιφόν και να πρέπει να μην καλείς τις θείες χωρίς να παρεξηγηθούν αυτές ή η βασιλοπεθερά σου που δεν καλείτε τη θεία σου την Ισμήνη που σ’ αγαπάει κι όταν ήσουν μικρή σε φρόντιζε (ναι, πώς φρόντιζε, να σου σπάει τα νεύρα και να σε γεμίζει σάλια και κοκκινίλες στα μάγουλα από τα τσιμπήματα!). Άσε που όλοι έπρεπε να ράβονται εκτός βασιλείου, να αγοράζουν τα πλεκτά τους από τους γειτόνοι και γενικά τα προληπτικά μέτρα του βασιλιά πλήττανε ανεπανόρθωτα την οικονομία του κράτους, άσε που δεν είχαν και κανένα αποτέλεσμα αφού η πριγκίπισσα, μεγάλωνε, γινόταν ένα πολύ όμορφο και χαριτωμένο κορίτσι, αλλά εύκολη δεν μπορούσες να την πεις... ολοένα κάτι την τσιμπούσε κι άρχιζε τις ερωτήσεις... Γιατί, νενέ, το νερό όταν βράζει βγάζει μπουρμπουλήθρες τσουκ το χέρι μέσα να πιάσουμε τη μπουρμπουλήθρα, να σου τρεις μήνες στο παθολογικο του παραμυθοπαίδων να τρέχουν οι βασιλογονείς, να σου απολυόταν και η νταντά... Γιατί, κυρία, όταν ανεβαίνω στο περβάζι βλέπω πιο κοντά τον ήλιο, τσούκ μια τούμπα από το περβάζι, να σου τέσσερεις μήνες στο ορθοπεδικό του παραμυθοπαίδων να τρέχουν οι βασιλογονείς, να σου απολυόταν η δασκάλα.... Πόσες φορές μπορώ κύριε να γυρίσω χωρίς να ζαλιστώ, τσούκ μια τούμπα στο παρκέ απ’ τις πολλές φούρλες, να σου δυο βδομάδες στο νευροχειρουργικό του παραμυθοπαίδων οι βασιλογονείς, να σου απολυόταν ο χοροδιδάσκαλος...


Αλλά τα χειρότερα ήταν η εκπαίδευση και η βιβλιοφαγία.... Τρεις νηπιαγωγίνες, έξι δημοδιδάσκαλοι, δύο καθηγήτριες μπαλέτου τέσσερεις ξενογλωσοδάσκαλοι και 22 καθηγητές του σαβουάρ βιβρ κατέληξαν σε νευρολογικές κλινικές, μέχρι να φτάσει η Μπλανς στα δώδεκα. Γιατί το ένα γιατί το άλλο, πώς το ένα πώς το άλλο, πού το ένα πού το άλλο, ποιος το ένα ποιος το άλλο, πότε το ένα πότε το άλλο.... πολύ θέλει ο άνθρωπος??? Οι δάσκαλοι μπαινόβγαιναν στο παλάτι με απίστευτη ταχύτητα (πως αλλάζουν τα εκπαιδευτικά και εξεταστικά συστήματα στη χώρα μας, ένα ανά υπουργό, ενίοτε και δύο? ε, αυτό!). Τα δε βιβλία φτάνανε στο παλάτι με παλέτες. Αρχικά έχτισαν μια παιδική βιβλιοθήκη στη συνέχεια, έφτιαξαν μια δεύτερη αίθουσα δίπλα στην επίσημη βασιλική βιβλιοθήκη και τέλος άρχισαν να ποστιάζουν (που λέει και ο αχαιός καλός μου) στα υπόγεια σε ξύλινες ραφιέρες, κούτες και μπαούλα. Οι βασιλογονείς στην αρχή το διασκέδαζαν, βρε το σκασμένο, τι έξυπνο που ήταν, μετά άρχισαν να αγωνιούν (καθότι δεν ήταν και τα τέρατα μορφώσεως οι ίδιοι, ούτε είχαν ξανακούσει για τέτοια περίπτωση φιλομάθειας σε παραμυθοβασιλοπούλα) για την ανεύρεση κατάλληλου δασκάλου για το καμάρι τους και τέλος (καθότι δεν υπήρχε και τότε το πρόγραμμα της βιβλιοανταλλαγής) άρχισαν να απελπίζονται από τους όγκους βιβλίων (με τις φρέσκες σελίδες των οποίων κάθε τόσο κοβόταν η Μπλανς και τρέχαν με αιμορραγίες και μολύνσεις στο νοσοκομείο) που σωρεύονταν στο παλάτι.


Στα δώδεκα, όπως μέχρι τότε συνηθιζόταν, είπαν της μικρής ότι ήρθε η ώρα να σταματήσει η εκπαίδευση της και ν’ αρχίσει η αναζήτηση του κατάλληλου πρίγκηπος για την αποκατάστασή της. Η Μπλανς έπαθε τέτοια ταραχή και αποπροσανατολισμό, άρχισε να έχει κρίσεις υστερίας, να σπάει τα πιάτα και τα ποτήρια και να απειλεί ότι το ίδιο θα κάνει και με τα κεφάλια των μνηστήρων, που οι βασιλογονείς τρομαγμένοι αποφάσισαν να παρατείνουν τις σπουδές της, για να εξασφαλίσουν την πνευματική ισορροπία της κόρης και την ησυχία του σπιτιού τους και κάνοντας μια τεράστια υπέρβαση την έβαλαν μαζί με τα αγόρια των αυλικών να παρακολουθεί το πρόγραμμα της μέσης εκπαίδευσης της εποχής... Και έτσι, η Μπλανς έφτασε στα δεκαέξι, εποχή της ενηλικίωσης, για να νοιώσει το μεγαλύτερο τσίμπημα ζήλιας, απογοήτευσης και αδικίας της ζωής της... Τα αγόρια (είτε πιο χαζά είτε πιο έξυπνα από αυτήν) θα συνέχιζαν σε κάτι που ονομαζόταν πανεπιστήμιο, ενώ αυτή θα παρέμενε στον πύργο της. Τα πανεπιστήμια ΔΕΝ ήταν για κορίτσια. Έκλαψε, φώναξε, θύμωσε, τσίριξε, κράτησε μούτρα, μα γιατί, γιατί, γιατίιιιιιι, είμαστε στον δέκατο πέμπτο αιώναααα και μου λέτε ότι δεν έχω δικαιώματα (που να ξέρε για πόσα χρόνια ακόμα δε θα χε δικαιώματα...) δε γινόταν τίποτα, κανένα πανεπιστήμιο δε θα δεχόταν ένα κορίτσι. Άρχισε να μαραζώνει το κοριτσάκι, να κλείνετε με τις ώρες στις βιβλιοθήκες της, να μην τρώει, και να κοιμάται με τις ώρες, αφού δεν έβρισκε τίποτα ενδιαφέρον στο παλάτι...


Και τότε εμφανίστηκε η νεράιδα του Γιατί, να υλοποιήσει την υπόσχεση της βάφτισης. Το τσίμπημα της ενηλικίωσης σήμαινε το τέλος... Αμ, δε! Αμέσως οι βασιλείς έβγαλαν το συμβόλαιο και φώναξαν τη συμβολαιονεράιδα, που ήρθε τρέχοντας όσο της επέτρεπαν τα Μανόλο που κοπανάγαν στα μάρμαρα και η πένσιλ της Ντόνα Κάραν.Που πάτε μανδάμ?... Ήρθα να συλλέξω... πώς να συλλέξετε, κυρία μου? Τα μικρά γραμματάκια τα διαβάσατε?... Καλέ ποια μικρά και δεν έχω και το οματογιάλιο της πρεσβυωπίας?... Αυτά κυρία μου που λέει ότι αποτελειώνει δε σημαίνει μας την παίρνετε αλλά την αφήνετε όπου είναι και ψάχνει το τέλος.... Α, σας περικαλώ, λάθος κάμνετε, εκεί που είναι ναι, αλλά δεν ψάχνει μόνη της και τέλος... μη σφαχτούμε εδώ μέσα. Και να μην τα πολυλογούμε, αι δυο νεράιδαι έφτασαν σε εξωδικαστικό συμβιβασμό και η Μπλανς έμεινε να κοιμάται σε ένα δωμάτιο του πύργου μέχρι να βρεθεί από κάποιον το τέλος στο τσίμπημα στην καρδιά της...

Συνεχίζεται νατασσάκι....

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2008

... μες τη χιλιετή σιωπή

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς ευτυχισμένος και χαμογελαστός (να τα θησαυροφυλάκια γεμάτα, να οι υπήκοοι μέσα στην ευμάρεια και την υποταγή, και ούτε ένας γείτονας σαν την Τουρκία ή τη FYROM να του σπάνε τα νεύρα), η βασιλογυναίκα του δίπλα μέσα στην ευτυχία να κεντά χρυσοκλωστές και μαντιλάκια (που τι να τα κάνει? Αφού όλοι ζούσαν μες στην ευτυχία ποιος να κλάψει, ποιος να νοιώσει αδυναμία και φυσικά ποιος να κολλήσει συνάχι), οι αυλικοί μέσα στην τιμιότητα και την καλοσύνη (πώς είναι οι δικοί μας υπηρεσιακοί παράγοντες? ε, καμία σχέση! Αυτοί γυρνούσαν με ένα δίλεπτο από τη μια άκρη της χώρας στην άλλη γυρεύοντας αυτόν που ο φοροεισπράκτορας το παρακράτησε γιατί δεν του ευρίσκονταν τα ρέστα) οι κυρίες επί των τιμών η μία ωραιοτέρα, κομψοτέρα και χρυσοχεροτέρα της άλλης (και μάστα όχι αλλά Μ. Ντενίση, τρία στρώματα πηλός κι από πάνω μια στρώση τερρακότα, όοοοοχι καθόλου. Τόσο εντελώς φυσικές κι αυθεντικές που θα ‘καναν την Κάτια Ζυγούλη να σκάσει απ’ το κακό της) οι δε υπήκοοι και υπηκόες ζούσαν τέτοια άνετη ζωή, είχαν τέτοια καλή διάθεση όλη την ώρα, που στα φανάρια, οι τροχονόμοι ήταν επιφορτισμένοι να υποχρεώνουν τους εποχούμενους να ΜΗΝ παραχωρούν προτεραιότητα γιατί (ευγένεια στην ευγένεια και περάστε εσείς δεν πειράζει θα περάσω εγώ μετά από σας) δεν προχωρούσε κανείς.

Μια χώρα μέσα στην τρελή χαρά (να ξερνάς δλδ, τόση ευτυχία) κι όλα αυτά γιατί στην προηγούμενη παραμυθοαπογραφή (εκατόν πενήντα χρόνια πριν, διότι υπάρχουν και αρκετές αντικειμενικές δυσκολίες στους παραμυθοαπογράφους, ειδικά με τις απογραφές στα δρακόσπιτα όπου εκεί που μόλις ρωτήσει ο παραμυθοαπογραφοϋπάλληλος πόσα δρακοπαίδια έχετε μανδάμ δράκου? δεν προλαβαίνει η δρακοχριστιανή να απαντήσει 34 μέχρις εχθές καλέ...και να σου ο δράκος τρώει μες στη νύχτα καμιά δωδεκάδα, ανατρέποντας διαρκώς τις παραμυθοστατιστικές. Είναι κι αυτοί οι πρίγκηπες που μόλις ο παραμυθοσυγγραφέας τους βάλει ένα σπαθί στο χέρι καθαρίζουν χώρες ολόκληρες και στρατούς ατελείωτους, να σου η καθυστέρηση στην παραμυθοαπογραφή) είχε γίνει λάθος και η Νεράιδα του Γιατί δεν είχε πληροφορηθεί την ύπαρξη της χώρας....


Anyhow και να μην μακρυγορούμε, ήταν τόσο ευτυχείς ο εις με την έτερη, οι δυο μαζί με το κράτος και το κράτος με αυτούς... που όταν η βασίλισσα άρχισε να γίνεται διπλή και τρίδιπλη, να κάνει επιδρομές τη νύχτα στο ψυγείο και να ζητά από τις καλοπροαίρετες μονίμως (όχι έχει τελειώσει το ωράριό μου να πάτε μόνη σας να τον φτιάσετε τον ντάκο) υπηρέτρες σάντουιτς με ψωμί τσιαπάτα, πάστα ελιάς, κρέμα γάλακτος, σαλάμι Νάπολι, παρμεζάνα ρετζιάνο και μαρμελάδα αχλάδι, να ρωτά καλιε σεις ποιος μαγερεύει ντουλμαδάκια και μου έσπασε ο μύτος??? και γενικώς να έχει όλα εκείνα τα συμπτώματα που προοικονομούν ότι η αξιωματικά αποδεκτή πρόσθεση 1+1=2 δεν είναι απαραίτητα και αληθής σε όλες τις συνθήκες, δεν είχαν άλλη χαρά να κάνουν διότι θα πήγαιναν από αποπληξία (και θα τελείωνε εδώ το παραμύθι, τι κρίμα γι’ αυτούς τι ανακούφισή για σας).


Όταν, δε, γεννήθηκε η βασιλοκόρη, η χώρα ζούσε σε παραλήρημα χαράς για εβδομάδες, μήνες... Ξεκίνησαν τα γλέντια στη γέννηση και στα βαφτίσια ακόμα τρωγοπίνανε, χορεύαν και έριχναν κανονιοβολισμούς από τις πολεμίστρες των κάστρων. Κάναν τόση φασαρία που ξύπνησαν την (αρκετά στριφνή είναι η αλήθεια και με λόγια που τσιμπούσαν) νεράιδα του Γιατί, και ρώτησε γιατί γινόταν τόση φασαρία, γιατί αυτή δεν ήξερε την χώρα και γιατί τέλος πάντων δεν την είχαν καλέσει στη βάπτιση. Κι αφού πήρε απάντηση σε όλα τα γιατί της, αποφάσισε να πάει έστω και ακάλεστη, γιατί στο κάτω-κάτω είχε υποχρέωση να κάνει κι αυτή ένα δώρο στο βασιλομωρό, και γιατί είναι παραμυθοπαράδοση, εξ’ άλλου τα βασιλοπαίδια να έχουν νεραϊδονονές.


Φτάνει λοιπόν η καλή (αλλά παρεξηγημένη) σου στο γλέντι της βάφτισης και ζητά να αναγγελθεί στο βασιλιά ως υψηλή καλεσμένη και προχώρησε να δει το μωρό που το είχανε σε μια ροζ βασιλοκούνια, με ροζ, ροδιά, και καραμελί μωρουδιακά. Ο βασιλιάς βεβαίως διαπορών ερώτησε πώς είπατε? Ορίστε? Συγγνώμη κυρία μου ποια είστε? Κι εκεί η αγνοημένη έπαθε ΤΟ ντελίριουμ τρέμενς? Γιατί δεν με γνωρίζουτε? Γιατί δεν με καλέσατε? Γιατί δεν υπάρχει θέση με καρτελάκι με το όνομά μου στο τραπέζι? Γιατί σερβίρετε πρώτα το κόκκινο και μετά το λευκό κρασί? Γιατί βγάλατε για κύριο πιάτο τον αρνή κι όχι μοσχάρι που κάνουνε στα σικ τραπέζα? Γιατί όλοι γύρω-γύρω χαχανίζουν? Γιατί αυτό το μωρό τρώει τον δάχτυλο του ποδιού του και δεν γκλαίει όπως κάνει κάθε μωρό που σέβεται τον εαυτό του στη βάφτιση? Γιατί το έχετε, καλέ, το βρέφος μες στα ροζουλιά? Και άλλες τέτοιες απορίες που πολύ προβλημάτισαν το βασιλοζεύγος και το άφησαν ώρα ενεό, να κοιτά μια τη νεράιδα του Γιατί που ανέβαζε στροφές (και δεν καταλαβαίνανε και τι τρέχει, αφού, όπως προείπαμε, κανείς δεν εκνευριζότανε στη χώρα) και μια το κοριτσάκι που το είχε πάρει στα χέρια της η νεράιδα και όλο και άλλαζε συμπεριφορά κι από εκεί που ήταν ολογέλαστο και ροζ-ροζ γινόταν όλο και πιο νευρικό κι όλο και πιο σκοτεινό.... μάλλον γιατί το τσιμπούσαν τα λόγια της νεράιδας του Γιατί... Κι εκεί έγινε το μοιραίο λάθος. Η βασιλομάνα, άπλωσε τα χέρια να πάρει πίσω το μωρό να δει τι έπαθε καλέ το πουλάκι μου κι η νεράιδα καταπροσβεβλημένη σηκώθηκε να φύγει, αλλά θυμήθηκε (να τους έλειπε των χριστιανών, δλδ με τέτοια μούτρα που το έκανε) το δώρο που έπρεπε να φέρει και μέσα στην τσαντίλα της τους είπε πάντα τα λόγια μου, να την τσιμπούν και το τσίμπημα της ενηλικίωσης να την αποτελειώσει. Οι βασιλογονείς έμειναν άναυδοι και ρωτούσαν ο ένας τον άλλο, τι εννοούσε να την αποτελειώσει? Κάποιος πιο υποψιασμένος από γειτονική (που όσο να πεις τις τράβαγε τις περιοδικές στενοχώριες της) χώρα τους το σφύριξε και πάθανε ΤΟΝ ντουβρουτζά... Μέσα σε ένα λεπτό, ανατράπηκαν όλες οι ευτυχείς σιγουριές τους και εκφράσανε το πρώτο τους μα ΓΙΑΤΙ τους έκανε τέτοιο δώρο? Και οδηγήθηκαν στην πρώτη τους θλίψη (που αμφότεροι την πέρασαν για δυσπεψία, τόσο άσχετοι ήταν οι ευτυχείς) και στις πρώτες τους υποψιασμένες σκέψεις.


Ευτυχώς, βέβαια, που υπάρχουν ατελείωτες νεράιδες στα παραμύθια κι έτσι όλο και κάποια φτάνει αργοπορημένη και τη σκαπουλάρουνε οι ήρωες (και ακόμα συχνότερα οι ηρωίδες). Στην περίπτωσή μας η αργοπορημένη ήταν η συμβολαιονεράιδα, η οποία συντάσσοντας τα προγαμιαία συμβόλαια της Σταχτομπούτας είχε ξεχαστεί και θυμήθηκε τη βάφτιση μόλις κοίταξε το νεραϊδοφάιλοφαξ (τι? δεν μπορούν να είναι χάι τεκ οι νεράιδες? says who?) κι ήρθε τρέχοντας με το ταγεράκι της δουλειάς και την Κέλυ ανα χείρας (ενώ είχε κανονίσει τουαλέτα από του Οσκαρ ντε λα Ρεντα και κλάτς από του Ζούλια) κι ήταν μες στην κακή χαρά. Την ώρα, λοιπόν, που γινόταν το σκηνικό στεκόταν ακριβώς από πίσω από τη νεράιδα του Γιατί, ήταν και στις κακές της, φορούσε και η άλλη μια αηδία Βερσάτσε μες στο πλουμίδι και την παγιέτα, ήρθε και της γύρισε ο μάτης!!!! Τι μας λέτε μανδάμ? Έτσι χωρίς υπογραφή χωρίς συμβόλαιο, χωρίς δικηγορόσημο? Τι θα απογίνουμε εμείς? Απόκληραι θα καταλήξουμε παρέα με τον Καλούση και την Μπουρμπούλια και θα αλωνίζουνε αι Πελέκηδες? Και τσούκ, να σου και συντάσσει μια δικαστική πράξη ακυρώνοντας εν μέρει το πρότερον δώρο με μια διευκρινιστική ερμηνεία της τελευταίας πρότασης σε να βρει eventually το τέλος.....

Νατασσάκι, συνεχίζεται.....

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2008

... With Cats...

είμαστε οικογενειακώς στις (πάρα πολύ) κακές μας, με έναν Θέμο αρκετά άρρωστο...

οπότε ελπίζω αυτό να μας φτιάξει λίγο τη διάθεση...

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2008

... ακούσατε....

Εμείς, σ' αυτό το σπίτι, συχνά συνεννοούμαστε με σημειώματα.......

............................................................κακώς................................................κάκιστα....................................
Καλό Μήνα απανταχού γονείς.....