"H ομορφιά του παρελθόντος είναι το αποτέλεσμα, όχι ο λόγος της νοσταλγίας"
Μ. Foucault

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2007

...Είναι πολλά τα τεστ Μαριέττα.....

Από τότε που η Ν. πήγε για πρώτη φορά στον παιδικό σταθμό την πηγαίνω εγώ, στο σχολείο. Η καθημερινή διαδρομή, είναι και μια αφορμή για αστείους διαλόγους, σχόλια και εκμυστηρεύσεις . Κοντεύουν δυο εβδομάδες τώρα (και έχουμε άλλες δυο μπροστά μας, αλίμονο) που η καθημερινή μας διαδρομή έχει αλλάξει (όπως αλλάζει τα τελευταία δυο χρόνια) υφή, καθώς ο τελικός προορισμός, δεν είναι το σχολείο. Είναι ένα ίδρυμα-τέρας, ένας θεσμός-δικαστής, ένας οργανισμός-κριτής. Αφήνω ένα μαραμένο δεκαπεντάχρονο κοριτσάκι, μπροστά σε μια τεράστια πύλη, περιτριγυρισμένο από εκατοντάδες παρόμοια μαραμένα, αγχωμένα και δυστυχή πιτσιρίκια στην πρώτη τους εφηβεία, φορτωμένα μισοσχισμένα βιβλία (καθώς στο βιβλίο επιτρέπεται να παραμείνουν μόνο οι σελίδες της εξεταστέας ύλης) και σημειώσεις (καθώς τα προαναφερόμενα βιβλία είναι δυσνόητα και κακογραμμένα), τετράδια, χάρακες και γόμες, άγχος και ριβοσώματα, συσκευές Golgi, υποτακτικές συντάξεις, δεύτερους αορίστους, ημισφαίρια του Μαγδεμβούργου, Ελένες, Ιφιγένειες, διανύσματα και οργανικές ενώσεις. Μια γνώση συσσωρευμένη στο κεφαλάκι τους όχι για την καλλιέργεια της σχέσης με τη γνώση αλλά ως απόδειξη της ικανότητας και της αποτελεσματικότητάς τους. Μια γνώση η κατοχή της οποίας δεν ερμηνεύεται ως συμπλήρωμα και ανάπτυγμα της καθημερινής γνώσης αλλά ως μέτρο αξιολόγησής τους, ως κώδικας διαχωρισμού τους.
Και έρχομαι, η εκπαιδευτικός, να ρωτήσω: Αυτό είναι η εκπαίδευση? Μια αέναη διαδικασία αξιολόγησης που δρα ως διαιρετική πρακτική?
Αυτό είναι το σχολείο? Ένα σε διαρκή λειτουργία εξεταστικό κέντρο στο οποίο η αξιολόγηση αποτελεί τον κυρίαρχο μηχανισμό μέσω του οποίου αναπαράγονται και νομιμοποιούνται οι ταξικές ανισότητες? Αυτή είναι η μάθηση? Η διαρκής απόδειξη κατοχής ενός απαιτούμενου από το εκπαιδευτικό σύστημα πολιτισμικού κεφαλαίου που αποδίδεται αποκλειστικά ή πρωταρχικά στις ικανότητες του ατόμου, παραλείποντας την επίδραση των κοινωνικών ή οικονομικών, έμφυλων ή φυλετικών ανισοτήτων, έτσι ώστε αυτές να παγιώνονται, να νομιμοποιούνται άρα και να αναπαράγονται? (Ας μην ξεχνάμε ότι, αν ανατρέξουμε στον σοφό μελετητηή της εκπαίδευσης Bourdieu θα δούμε ότι, το σύστημα της εκπαίδευσης, δρα ως (υποθετικά) μονωμένος (από εξωτερικές κοινωνικές, πολιτισμικές ή οικονομικές επιρροές) αλλά και ουδέτερος (πολιτικά και ιδεολογικά) χώρος, που επιτρέπει την υλοποίηση της κοινωνικής ιεράρχησης μεταμφιεσμένης έτσι, ώστε να περνά απαρατήρητη).
Αυτή είναι η εκπαιδευτική πολιτική? Όλο και πιο κωδικοποιημένες πρακτικές αξιολόγησης και δοκιμασίες εξετάσεων, ώστε όλοι οι συμμετέχοντες στην εκπαιδευτική διαδικασία από τον ερευνητή, τον σχεδιαστή τον εκπαιδευτικό, τον μαθητή ακόμη και τον γονιό να εισέλθουν σε, και εν τέλει να αποδεχθούν ως φυσική, μια λογική δημόσιας λογοδοσίας? Αυτός είναι ο στόχος της υποχρεωτικής (και όχι μόνο) εκπαίδευσης? Μέσα από συνεχείς αξιολογητικές κρίσεις να ενσωματώσουν τα παιδάκια μας (τα βλασταράκια μας, το (δυστυχώς υποθηκευμένο) μέλλον αυτού του κόσμου), σύμφωνα με τον Shilling, τόσο επιτελεστικτούς κώδικες (performance codes) (αυθεντία, ιεραρχία, πειθαρχία, και ρυθμιστική τάξη πραγμάτων) όσο και κώδικες βελτιστοποίησης (perfection codes) (αυτονομία, ατομική υπευθυνότητα, επιτήρηση και έλεγχο), που αποσκοπούν στην κυριάρχηση πάνω στον/στην εκπαιδευόμενο/η και μελλοντικό πολίτη.
Αυτός είναι ο στόχος του σχολείου? Μέσα από την αξιολόγηση χωροθετικά περιορισμένων παιδιών (καρφωμένα, ακίνητα για ώρες σε στενά θρανία, σε μια αφύσικη για το ανθρώπινο σώμα στάση),με αμοιβές και ιεραρχική αναβάθμιση για τους συνεπείς και πειθαρχικές ποινές, επιτήρηση και υποβάθμιση για τους ασυνεπείς να επιδιώκει την νομιμοποίηση της, σύμφωνα με τον Foucault, κανονικοποίησης άρα και της ομογενοποίησης του μελλοντικού κοινωνικού σώματος?

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2007

Παρατράγουδα, παραφωνίες και αϋπνίες

Ήθελα να γράψω ένα ποστάκι για το ποδόσφαιρο και τις γυναίκες, καθώς μονίμως αισθάνομαι μια μειονοτική, ένα ζώο προς εξαφάνιση (καλά όχι ότι υπήρξα ποτέ είδος εν αφθονία) αλλά από βήμα σε βήμα, από blog σε blog βρέθηκα σε μια πολύ ενδιαφέρουσα και έντονη αντιπαράθεση γύρω από τις εκπομπές της Πάνια (και εν μέρει και την ίδια την Πάνια), με εκατέρωθεν θύματα και παράπλευρες απώλειες. Ο «καυγάς» με ιντριγκάρισε και πιάστηκα από ένα παρακλάδι του, για το αν υπάρχουν ή όχι «καθυστερημένοι», για να σκεφτώ το ζήτημα συνολικά.
Βλέπετε, κάθε ζήτημα κανονικότητας (και αξίας) είτε οικουμενική (φυσιολογικός/η, ανάπηρος/η, τρελός/η) είτε σχετικιστική (ψώνιο, καθυστερημένος/η) κρίνεται, κατά βάθος, από το βαθμό που αποδεχόμαστε την ετερότητα. Από το βαθμό που, σε μια εποχή με ρευστές ταυτότητες (και ταυτόχρονα πόλωσης ανάμεσα στο Εμείς και το Αυτοί/ες), κρίνουμε το εαυτό μας ως Άλλο/η. Από το βαθμό που κατορθώνουμε να μας υπενθυμίσουμε ότι δεν είμαστε οι καθ’ ολοκληρίαν κυρίαρχοι/ες, δεν είμαστε οι μόνοι/ες κληρονόμοι της ζωής.
Η ερώτησή μου αυτή τη φορά είναι γιατί, με τόσο ιερό μένος, καταγγέλλουμε (το υπερασπιζόμαστε, είναι μια άλλη θλιβερή ιστορία, που θα την αναλύσουμε άλλη φορά) τις εκπομπές τύπου «Παρατράγουδα»?
Είναι πραγματικά η αγανάκτησή μας για την εκμετάλλευση των θυμάτων (ποιος μπορεί να κρίνει αν είναι θύματα ή ευτυχισμένοι οι συμμετέχοντες?) ή μήπως, ενδόμυχα, δεν αντέχουμε το θέαμα της διαφορετικότητας αυτών των ανθρώπων, αισθανόμενοι/ες υπόλογοι/ες σε ένα αλλότριο, που μας ταράζει?
Πρεσβεύουμε την κατάργηση αυτών των εκπομπών αγανακτισμένοι/ες για την οικονομική συναλλαγή (που, κατά βάθος, δεν παρεκκλίνει της οιαδήποτε καπιταλιστικής συναλλαγής) ή αποζητούμε την απόσυρση των Άλλων από το προσκήνιο, από το οπτικό μας πεδίο? Γιατί, ναι μεν, μπορώ να αποστρέψω τα μάτια μου (η διακριτική αδιαφορία μπροστά στον ξένο/διαφορετικο/ανάπηρο, κατά Goffman), ωστόσο γνωρίζω ότι παραμένουν εκεί, υλικές και φυσικές παρουσίες μέσα στην εικονικότητά τους, ανάγοντας σε απαγορευμένο, terra incognita, ένα τμήμα του ορίζοντά μου. Μήπως, αποζητώντας να τους αφανίσουμε από την οθόνη άμεσα, αποζητούμε και την έμμεση αορατοποίησή (μα τι λέξεις φτιάχνω, η άθλια!!) τους? Μήπως ελπίζουμε ότι η αδυνατότητα της αφήγησής τους θα οδηγήσει στον φαινομενολογικό τους θάνατο? Καταγγέλλουμε την αισθητική της εκπομπής προβληματιζόμενοι/ες για την ολοκληρωτική επιβολή του κιτς (το οποίο, όμως θεωρούμε ως cult σε σχεδιαστές όπως οι Victor & Rolf, ή σε τραγουδίστριες όπως η Carmen Miranda…) που θα οδηγήσει σε συνολική έκπτωση/παρακμή το αισθητικό κριτήριο των θεατών/τριών (κατ’ επιλογή τους, μην ξεχνιόμαστε) ή μήπως για το ότι μια διαφοροποιητική εικονογράφηση αμφισβητεί τη δική μας (κυρίαρχη, αστική) αισθητική, απειλώντας τις ταξινομητικές, παγιωμένες μας κατηγορίες? Μήπως η αισθητική των Παρατράγουδων (και των συναφών εκπομπών) κάνει δυσδιάκριτο το ποιος/α στέκεται μπροστά στον παραμορφωτικό καθρέφτη? Τούτων λεχθέντων (που λέει και ο σοφός γερο-πατέρας μου) να διευκρινίσω ότι, χωρίς να έχω απαντήσει τα παραπάνω ερωτήματα, δεν βλέπω ποτέ την εκπομπή (χωρίς όμως να μπορώ να την αποφύγω, καθώς σαρκοφάγα αποσπάσματα παραμονεύουν τους ανυποψίαστους περιπατητές των ΜΜΕ και του ιστού). Η απέχθειά μου κυρίως επικεντρώνεται σ’ αυτό το κυνικό, διαπεραστικό βλέμμα της Πάνια:
- Σε ξέρω… σε ξέρω όσο δεν σε ξέρεις….ξέρω πόσο όλοι αυτοί/ες οι απόκληροι/ες σου μοιάζουν κι ας κοροϊδεύεις…. σε ξέρω… σε τρομάζω… και θα το εκμεταλλευτώ…. (μιλάμε, ανατριχιαστικό, εντελώς!!!!)

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2007

Ποδόσφαιρο θέαμα τηλεόραση / Football - spectacle - TV

Η χθεσινή ημέρα ήταν αποκλειστικά αφιερωμένη στο ποδόσφαιρο και στη ΝΕΤ η οποία (απ' ότι ξέρω) είχε δώσει ένα υπέρογκο ποσό για τα δικαιώματα μετάδοσης του αγώνα, προσδοκώντας, φυσικά, τεράστια κέρδη από τις διαφημίσεις, καθώς, σύμφωνα με κάποιον πρόεδρο του NBC (ιδέα δεν έχω ποιον, όλοι εξ' άλλου, φαντάζομαι,της ίδιας ιδεολογίας είναι), οι αγώνες είναι το μόνο θέαμα στο τηλεοπτικό πρόγραμμα που ενώνει την οικογένεια μπροστά από τη συσκευή. Ο τελικός, του Champions League από ένα από τα μεγαλύτερα αθλητικά γεγονότα έχει μετατραπεί πια σε ένα από τα μεγαλύτερα επικοινωνιακά γεγονότα του πλανήτη. Η εποχή μας δημιούργησε το φαινόμενο της τηλεοπτικοποίησης του αθλητισμού και της αθλητικοποίησης της τηλεόρασης.
Και τσουπ, νάτο πάλι το ερώτημά μου....Πώς κατασκευάζεται η μηντιακή πραγματικότητα του αθλήματος (εν προκειμένω του ποδοσφαίρου)? Ποσο ποδόσφαιρο είναι το ποδόσφαιρο που βλέπουμε στις οθόνες μας? Ποιοι είναι οι κανόνες και οι παράμετροι του μηντιακού ποδοσφαίρου? Ποια η νοηματοδότησή του?
Παρότι, όπως λέει ο Rousseau, στα θεάματα όλοι απομονώνονται, ο οπαδός στο γήπεδο βιώνει μια ομαδική εμπειρία, καθώς δίπλα του αισθάνεται την υλικότητα των συν-θεατών και παράλληλα βιώνει τη σωματικότητα των αγωνιζόμενων. Αντίθετα ο τηλεθεατής προσ-λαμβάνει το παιχνίδι από την τηλεόραση μοναχικά στην εικονικότητά του και όχι στην υλική πραγματικότητά του. Η εικόνα πρέπει να αναπληρώσει τις ηδονές του πλήθους. Το παιχνίδι, σύμφωνα με τον Whannel, δε συμβαίνει πια στο χώρο και το χρόνο στους οποίους υφίστανται οι γραμμικοί νόμοι της μονοσήμαντης διαδοχής. Για παράδειγμα, μέσα από το ζουμ και την αργή κίνηση, υλοποιείται μια σύμπτυξη του χώρου και μια επιμήκυνση του χρόνου που λειτουργεί ενάντια στην ισορροπία του παιχνιδιού. Ένα παιχνίδι βίαιων σωματικών επαφών και ταχύτητας μετατρέπεται σε χορευτική παράσταση. Το κοινό της τηλεόρασης, βιώνει ένα διαφορετικό θέαμα από αυτό του κοινού της κερκίδας καθώς βλέπει σκηνές που ο οπαδός στο γήπεδο χάνει ή δεν τους αποδίδει την ίδια σημασία. Ενώ στο γήπεδο βιώνεται μια τελετουργία στην τηλεόραση η εμπειρία ανάγεται σε φαντασμαγορία. Γιατί?
Μήπως αυτό που επιχειρούν η τηλεοπτική εικόνα (και φυσικά ο λόγος του σχολιαστή) είναι να αλλάξουν αυτό που αναμένει ο τηλεθεατής από το ποδόσφαιρο (όπως και το μπάσκετ, το τένις, το βόλεϋ, το οποιοδήποτε άθλημα), αυτό που αντιλαμβάνεται ως ποδόσφαιρο (ή αντίστοιχα οποιαδήποτε αγωνιστική συνάντηση)? Για παράδειγμα σε ένα καθαρά βίαιο και δυναμικό άθλημα όπως το ποδόσφαιρο γίνεται προσπάθεια να (εφευρεθεί, συνήθως, και να) τονιστεί η πνευματικότητα και η τεχνικότητά του στοχεύοντας στην προσέλκυση όχι μόνο των οπαδών αλλά και των αμύητων όπως οι γυναίκες (που αδιαφορούν για το παιχνίδι, αντίθετα από την κάτοχο(?) αυτού του blog) ή οι μη φίλαθλοι (ναι... ναι... υπάρχουν και τέτοιοι!!).
Μπορούμε να ερμηνεύσουμε την κατασκευή του μηντιακού αθλητικού γεγονότος αν συλλάβουμε την υπόσταση του, κατά τον Eco, φίλαθλου του καναπέ, ο οποίος καταναλώνει το αθλητικό μηντιακό προϊόν αποκομμένα και ναρκιστικά αναζητώντας ανακούφιση από τις καθημερινές εντάσεις? Η αναπαράσταση της δράσης, η οικειότητα με το λόγο του σχολιασμού, η ταύτιση με συγκεκριμένους παίκτες ή ομάδες, συνδυάζονται για να διαλυθούν τα όρια της οθόνης και να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση της συμμετοχής στο γίγνεσθαι. Μήπως, σε τελική ανάλυση, το τηλεοπτικό ποδόσφαιρο (και όχι μόνο) μπορεί να γίνει κατανοητό ως μια σαπουνόπερα για άνδρες (και κάποιες άτυχες, ασύμβατες όπως εγώ) με τις πολλαπλές αφηγήσεις της να εστιάζουν στην προσωπική προσπάθεια, στην κοινωνική ένταση και τις ηθικές συγκρούσεις? Βέβαια το ποδόσφαιρο όπως και κάθε αθλητικό γεγονός, είναι αυθεντικό με έναν τρόπο που δεν μπορούν να είναι τα καταναλωτικά κατασκευάσματα. Είναι απρόβλεπτο καθώς αληθινοί άνθρωποι υλοποιούν αληθινές πράξεις, προσπαθούν, υποφέρουν, επιτυγχάνουν αληθινές νίκες και υφίστανται πραγματικές ήττες. Ο αθλητισμός, σύμφωνα με τον M. Real παραδίδει στο κοινό μια ιστορία πολύ ανώτερη από αυτές που μπορούν να του παραδώσουν ο λαϊκός κινηματογράφος, η μουσική ή η λογοτεχνία (μην αγανακτείτε κορίτσια, και μη χαίρεστε αγόρια, μια άποψη είναι μόνο...). Ωστοσο, μήπως τα σημασιολογικά κλειδιά του: η υπερπροσπάθεια, ο ανταγωνισμός και η συλλογική ταύτιση είναι αυτά που εξασφαλίζουν τις λειτουργίες της κορύφωσης και της κάθαρσης, με την αριστοτελική τους νοηματοδότηση, αναγκαίες για την ψυχολογική αποφόρτιση των θεατών/καταναλωτών, κατασκευάζοντας έτσι και τη μηντιακή πραγματικότητά του?

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2007

Σώμα, υποκειμενικότητα, εικονικότητα Body/subjectivity/virtuality

Πριν από μερικές μέρες, σε κάποιο blog, δημιουργήθηκε ένα ζήτημα γύρω από τη σεξουαλική ταυτότητα της κατόχου, το οποίο εξελίχθηκε σε σεξουαλική παρενόχληση(?) και τελικά σε μια τοποθέτηση της blogger για τη σχέση της με το σώμα της και την ταυτότητα της. Το γεγονός είναι άλλο ένα δείγμα των αντιπαραθέσεων γύρω από το σώμα και το άτομο και ειδικότερα του σώματος ως τόπου εγγραφής της ταυτότητας. Η μάλλον όχι της ταυτότητας, αλλά μιας νέας σύλληψης, αυτή της υποκειμενικότητας, η οποία είναι προσφορότερη για την ερμηνεία του εαυτού, αποδεχόμενη ότι η δόμηση του εαυτού υλοποιείται όχι μονο μέσα από την προσωπική επιλογή αλλά και από τις κοινωνικές συνθήκες, στην υλικότητά τους. Η υποκειμενικότητα, αφ’ ενός, συνυπολογίζει τις σχέσεις εξουσίας που διαμορφώνουν τις συνθήκες της μεγαλύτερης ή μικρότερης προσωπικής επιλογής και, αφ’ ετέρου, ερμηνεύει τη ρευστότητα των σημερινών συνθηκών διαμόρφωσης των υποκειμένων.
Κι έτσι για άλλη μια φορά ανέκυψε το ερώτημα μου: Σε μια εποχή, όπου τα άτομα είναι εγκλωβισμένα σε ένα περιβάλλον υπερπληροφόρησης, δομημένο απο πληθώρα σημείων, τα οποία αντικαθιστούν σταδιακά την πραγματικότητα, δημιουργώντας, σύμφωνα με τον Baudrilliard, συνθήκες υπερ-πραγματικότητας.... Με ένα μέσο όπου το σώμα γίνεται όλο και περισσότερο απόν, όπου γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτα το περίγραμμα και τα όρια του....πως γίνεται και αποκτά μια όλο και σημαντικότερη θέση στις κοινωνιολογικές, ψυχολογικές και οικονομικές έρευνες, θεωρίες και μελέτες???? Πως γίνεται και το σώμα αποκτά μια ολοένα αυξανόμενη πολιτική σημασία, τη στιγμή που η ενσώματη υπόσταση των ατόμων γίνεται όλο και πιο αχνή ως υλικότητα, αντικαθίσταται από μια εντεινόμενη εικονικότητα?
Μήπως η εικονική πραγματικότητα, στην α-σώματη διάστασή της, ξεχνώντας ότι το σώμα δεν μπορεί να αναχθεί στο πράγμα, παραβλέποντας ότι το σώμα είναι κάτι που ζούμε, κάνει απαραίτητη την αναζήτησή του σε μια αναζήτηση μιας στερεότητας στο σχεδιασμό του εαυτού? Μήπως, τελικά, επειδή έχει χαθεί η αμεταβλητότητα των παραδοσιακών νεωτερικών και προ-νεωτερικών ταυτοτήτων, που πήγαζε από μια σταθερή αίσθηση του κόσμου, η μετανεωτερική υποκειμενικότητα, σήμερα, γίνεται όλο και πιο ρευστή και το σώμα επιστρατεύεται ως ένα εφόδιο πάνω στο οποίο προβάλλεται μια αναστοχαστική αίσθηση του εαυτού? Μήπως τελικά, προσπαθούμε να αναστρέψουμε μια απώλεια του σώματος, της υλικής κατά βάση υπόστασης του εαυτού, η οποία, σύμφωνα με τoν Fitzclarence, έρχεται σε επαφή με τους υπόλοιπους ενσώματους εαυτούς και τον ευρύτερο κόσμο? Μήπως αποζητούμε την αποκατάσταση της ενσώματης υπόστασης του ατόμου, την ενσώματη επαφή με τους εικονικούς άλλους, ώστε να επιστρέψουμε σε μια αντίληψη της πραγματικότητας, στην υλική πολλαπλότητά της???

Τρίτη, 15 Μαΐου 2007

Eurovision/ ετερότητα/ δημοκρατία

Υπάρχει ένα κείμενο για τη φιλοσοφία και την επικαιρότητα του φιλοσόφου Alain Badiou στο βιβλίο του (Περιστάσεις 1 & 2, εκδ. Άγρα). Σύμφωνα με αυτό, σε κάθε συμβάν, που έρχεται στην επικαιρότητα (ακόμη και σ' αυτά που τείνουμε να υποτιμούμε, όπως το πανηγυράκι της Eurovision, τώρα) υπάρχει μια σύντηξη του Αγαθού ή του Κακού με το Αληθινό (μην μπούμε τώρα στη συζήτηση περί αληθινού, απλά ας αποδεχτούμε τον όρο!).
Η συνάντηση του επίκαιρου με τη φιλοσοφία, αναδεικνύει τη συνεχή ανάγκη του ανθρώπου να έχει επιλογές, να έρχεται σε ρήξη ή να συμπαρατάσσεται. Ωστόσο, κάθε δίλημα τύπου, Eurovision ή (ας πούμε) Shakira? - "So you think you can dance" ή "Ελλάδα έχεις ταλέντο"? - "Βέρα στο δεξί" ή "Μεγάλο παζάρι"? - "internet ή διδασκαλία?" - "Βιβλίο ή φίλμ"? - "εφημερίδα ή δελτίο των 8"? - "Sarkozy ή Royal"? μπορεί να μεταφραστεί ως άλλη μια απόπειρα ισοπεδωτικής αριθμητικής, όσον αφορά την αισθητική, τη λογική, την τεχνολογία, την κοινωνία ή την πολιτική. Οι (θεωρητικά) αμέτρητες δυνατές επιλογές (οι "ατομικές προτιμήσεις") αναστέλλουν στην ουσία, τη γενική βούληση, αφού (με το πρόταγμα της ισότητας), τη μετατρέπουν σε μια ακίνδυνη γνώμη, καταγεγραμμένη μέσα από πραγματικές (ή οιωνεί) δημοσκοπήσεις.
Μέσα, τώρα, στο πλαίσιο της Eurovision, όπου αποθεώνεται η απονευρωμένη πλευρά της τραγουδιστικής αισθητικής, τα τελευταία χρόνια (και φέτος περισσότερο από ποτέ) τέθηκε και το δίλημμα της ετερότητας. Πέρυσι η ετερότητα παρουσιάστηκε μέσα από τα τέρατα (που εν τέλει απέσπασαν την ψήφο, άρα και τη γενικότερη αποδοχή) και φέτος με την τερατολογική διάσταση ή μάλλον τη διάσταση καρικατούρας του διαφορετικού (που και πάλι απέσπασε τη γενικότερη συναίνεση, με πολλές θετικές ψήφους, οι οποίες διασπάστηκαν στις πολλές επιλογές κι έτσι δεν διαμόρφωσαν αποτέλεσμα). Η τερατώδης εμφάνιση, η καρικατούρα, τονίζει το όριο αυτού που μπορεί να νοηθεί, να ειπωθεί, να υλοποιηθεί. Γίνεται εμφανής η αψήφηση (ποια διάολο λέξη υπάρχει γι αυτό?) των αποδεκτών μοντέλων ταυτότητας μέσα από την παραβατικότητα, το αφύσικο, το αποτρόπαιο και το αντιφατικό (συμπυκνωμένα ωστόσο, σχεδόν αποκλειστικά, πάνω στα σημάδια του σώματος, τα σημάδια που διαβάζει και ερμηνεύει ο Άλλος).
Με την ένταξή της στο συγκεκριμένο πλαίσιο, η ετερότητα απονεκρώνεται από το περιεχόμενό της και ο συμβολισμός εξαφανίζεται. Η διαφοροποίηση περιορίζεται στη μορφή του υποκειμένου, έτσι και η επιλογή περιορίζεται, όπως θα έλεγε και ο Badiou, "στη διαζευκτική σύνδεση ανάμεσα σε δυο μηδενισμούς", καθιστώντας ασήμαντη την επιλογή και αδύνατη την αμφισβήτηση κοινωνικών και πνευματικών παγιωμένων. Η ετερότητα δεν απορρέει πια από κάποιο πολιτικό διακύβευμα, δεν απαντά σε κανένα ερώτημα και, αναγόμενη σε άλλο έναν διαθέσιμο λόγο (discourse), αποστειρώνεται και συγχωνεύεται....

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2007

Derrida, κειμενικότητα και blogs

Έχει νόημα η ερώτηση, ποιο είναι τέλος πάντων αυτό το εντός του κειμένου το “dans le texte” του Derrida σ’ ένα blog? Τι είναι σημαντικότερο στο blog? η γραμματολογία, του κειμένου ή οι εκπηγάζουσες από την κειμενικότητα βαθύτερες ιδεολογικές και πολιτικές προεκτάσεις?
Η ανά-γνωση θέτει το blog υπό ερμηνεία, αποκαλύπτοντας έτσι, τη λειτουργία της γραφής στη διάσπαση και επανασύνθεση του νοήματος. Υπάρχει μια ανταπόκριση του κειμένου στην «προσδιορισμένη κωδικοποιημένη προσδοκία, σ’ ένα μάτι κι ένα αυτί που το προσλαμβάνουν και το υπαγορεύουν, κατά κάποιον τρόπο, και το προσανατολίζουν». Παράλληλα, σε μια κυκλικά ανατροφοδοτούμενη σχέση, το κείμενο «σχεδιάζει τη δομή και τη φυσιολογία του ματιού» μερικές φορές «εφευρίσκει τον προορισμό του» (Derrida: Συνομιλίες, εκδ. Πλέθρον).
Αυτή η χιαστί σχέση των λόγων, αντιπροσωπευτική της αποδομητικής λογικής, παίζει με την ένταση των νοημάτων καθώς το ένα υπεισέρχεται στο άλλο, αμφισβητώντας κάθε ιεραρχική τους δόμηση, δημιουργώντας μια ακαταστασία (désordre) σε συνεχή διαδικασία ταξινόμησης. Η χιαστή αυτή σχέση, όπου, παραφράζοντας τον Brook Thomas (The New Historicism and Other Old-Fashioned Topics εκδ. Princeton University),… η φιλοσοφικότητα του κειμένου και η κειμενικότητα της φιλοσοφίας πιστοποιούν ότι το κείμενο είναι φιλοσοφία και η φιλοσοφία κείμενο, έχει την τάση να μετατρέπεται από σχέση διαφορετικότητας σε σχέση ταυτότητας. Κι έτσι για άλλη μια φορά ανακύπτει ερώτημα: Αυτή η αντικατάσταση της διαφορετικότητας με ταυτότητα,(όχι ότι κάτι τέτοιο προκύπτει άμεσα από τα κείμενα του Derrida, αλλά ποιος θα μας μαλώσει εδώ που βρήκαμε καταφύγιο?) λόγω της δήλωσης ότι όλα μπορούν να αναχθούν σε κείμενο – “il n’ y a pas de hors texte” (λέει ο σοφός παππούς, Derrida) μήπως οδηγεί σε ένα ιμπεριαλισμό της επιστήμης (discipline), μεταμφιεσμένο σε διεπιστημονικότητα (inter-disciplinarity)?
Ωστόσο, σε κάθε χιασμό (από τις πιο όμορφες και ποιητικές δομήσεις του λόγου) ενυπάρχει μια γραμμή διαφυγής, εκτός ίσως από το ποίημα “An Irish airman foresees his death”του Yeats (για να στρέψουμε το βλέμμα και δυτικότερα) οπού η α-δυνατότητα ταξινόμησης άρα και ανεύρεσης αυτής της γραμμής διαφυγής, έχει ως αποτέλεσμα το τραγικό τέλος....

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2007

Chomsky Foucault: Justice v/s Power

Μόλις ξαναδιάβασα τον περίφημο διάλογο Chomsky - Foucault, ο οποίος υπάρχει μεταφρασμένος και στα ελληνικά στη συλλογή "Η μικροφυσική της εξουσίας" (εκδ. Ύψιλον) όποτε είδα να ανακύπτει δριμύτατο το ερώτημα του Quentin Skinner, όπως το διάβασα στη συνέντευξή του στο Βήμα της Κυριακής: "Μπορούν να (δι)ερμηνευθούν τα κείμενα?".
Αυτή τη φορά η ανά-γνωση μου επικεντρώθηκε στην ιδέα που διέτρεχε το πρώτο μέρος των λεγομένων του F. για την επιστήμη και τη φιλοσοφία. Σύμφωνα μ' αυτή υπάρχει μια εμμενής ικανότητα παραγωγής γνώσης, η οποία, ερμηνευμένη ως συλλογική πρακτική, οδηγεί στην επανεκτίμηση του ρόλου των ατόμων (individus) στην ανάπτυξη της γνώσης. Μιας γνώσης που, καθώς δομείται μέσα από τη δημιουργία ολοτήτων από περιορισμένα δεδομένα, με περι(κατά)-γράψιμους κανόνες και κανονικότητες, οδηγεί όχι σε μια νέα επιστήμη/γνώση/αλήθεια, αλλά μια γνώση-αποτέλεσμα των μετασχηματισμών των λόγων (discours) των συλλογικοτήτων (populations), που, σύμφωνα με τον F., πηγάζουν όχι από την ελεύθερη βούληση του ατόμου αλλά από τις οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά και τεχνολογικά επιβεβλημένες κανονικότητες. Σ' αυτή την απόφανση, έγκειται η αμφισημία (κατ' εμέ) της τοποθέτησης του F. (της αντιφατικότητάς του αν θέλετε), απέναντι στο τρίπτυχο γνώση/υποκείμενο/ελευθερία (συμπληρωμένο φυσικά, από την πολυαγαπημένη του έννοια την αλήθεια) και παράλληλα το δικό μου ερώτημα: υπάρχει νέα γνώση? ή όπως ισχυρίζεται ο σοφός παππούς F. η αύξηση του σώματος της γνώσης δεν είναι παρά μόνο ένας αέναος μετασχηματισμός της ήδη υπάρχουσας? Υπάρχει αύξηση του σώματός της γνώσης ή αυτή η άυξηση δεν είναι παρά απλή απόκλιση της οικονομίας της λειτουργίας της γνώσης κατά το "ξαναγράψιμο" της?