"H ομορφιά του παρελθόντος είναι το αποτέλεσμα, όχι ο λόγος της νοσταλγίας"
Μ. Foucault

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2007

Extra large κι ακόμη παραπάνω....

Λοιπόν, κατά τις 3 το μεσημεράκι, μπήκα να φάω το σαντουιτσάκι μου, ήσυχα ήσυχα σε ένα από αυτά τα μεταμοντέρνα του κέντρου όπου στις γιγαντοοθόνες (όσο πιο μοδάτο το μαγαζί τόσο πιο τεράστια η γιγαντοοθόνη) περνούν διάφορες εικόνες από ψηφιακά και δορυφορικά κανάλια και από τα στερεοφωνικά του μαγαζιού (όσο πιο μοδάτο τόσο πιο εξελιγμένο το ηχοσύστημα, και τόσο πιο δυνατό) ακούγεται αυτή η (και καλά) mainstream μουσική, η οποία επιπλέον είναι παντελώς (αλλά μιλάμε, παντελώς) άσχετη με την εικόνα (σχετικοάσχετο, που λέει και η Κερασιά, ποια ακριβώς η λογική αυτής της πρακτικής?). Και εκεί που είμαι με τον οδόντα στο μαρούλι και την μοτσαρέλα (έχω περάσει το πάνω ψωμάκι και ετοιμάζομαι να διαπεράσω και το έτερο), τσούπ, στην γιγαντοοθόνη περνάνε σκηνές από το ένα reality που λέγεται "extra large", απ' ότι με πληροφόρησε η πάντοτε (μιλάμε αυτό δεν το χωνεύω καθόλου... το ίδιο διαβάζουμε, το ίδιο δουλεύουμε - κι εγώ έχω και παιδί που όσο να πεις μια ενημέρωση περί του trash, την έχω από πρώτο χέρι - πώς διάλο γίνεται και αυτή προφταίνει και είναι?) ενήμερη για τα πάντα φίλη μου και όπου κάποιοι υπέρβαροι θα περπατήσουν από την Πρέβεζα στο Βόλο (ή τέλος πάντων μια τέτοια απόσταση). Άναυδη, έμεινα να κοιτώ μια κυρία, που (δε βοηθούσε και η άσχετη μουσική από πίσω, δεν άκουγα και σχεδόν τίποτα) νομίζω εγκατέλειψε την προσπάθεια και προσπαθούσε να δικαιολογήσει ακριβώς αυτή την εγκατάλειψη σε όλους τους συντελεστές (και κατ' επέκταση και στους θεατές) που την αντιμετώπιζαν περίπου ως ρίψασπι!
Κι εκεί, με την Corona στο χέρι, η όλη σύλληψη του reality (μέσα από μια φοβερά στοχευμένη σκηνοθεσία και μια σοφή εικονοληψία, όπου τα ζουμ στα αλλοιωμένα από την προσπάθεια πρόσωπα των συμμετεχόντων και τα ταλαιπωρημένα σωματά τους, υποστηριζόμενα από μπαστούνια, εναλλάσονται με εικόνες βουκολικής ομορφιάς και gros plans στα επικριτικά πρόσωπα, των επαγγελματιών της υγείας - γυμναστές, γιατροί, διαιτολόγοι και λοιποί συγγενείς και φίλοι- αλλά και των ίδιων των συμπερπατούντων) με τρόμαξε.... Όλη η συζήτηση, η οποία περιστρεφόταν γύρω από το πόσο είχε προσπαθήσει η γυναίκα που εγκατέλειπε, πόσο είχε επιβληθεί στον εαυτό της και πόσο είχε ξεπεράσει τα όρια της, με φούντωσε... Αυτή η εικονογράφηση και η μυθοπλασία, μέσα από τη δημιουργία μιας ομάδας υπέρβαρων ατόμων, δομούσε την κοινότητα των υπέρβαρων, της απέδιδε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και μια διακριτή ταυτότητα. Σε αυτό το reality show δομείτο μια κοινότητα διαφοροποιημένη από την κοινότητα των ατόμων με φυσιολογικό(?) βάρος, μια κοινότητα της οποίας τα άτομα χαρακτηρίζονται (τουλάχιστον) ως ελειμματικά...
Γυρνώντας σπίτι, έβαλα στο γουγλοψαχτήρι τη λέξη παχυσαρκία... Βγάζει 161.000 αποτελέσματα!!! και στη λέξη obesity 30.800.000 αποτελέσματαααααα!! Η παχυσαρκία, έχει μετατραπεί σε ασθένεια. Είναι η πανδημία της εποχής (χειρότερη από την πανούκλα, αλλά ίσως λίγο καλύτερη από τη χολέρα), Οι δε (δυο όροι που, παρ' ότι σημαίνουν εντελώς διαφορετικό πράγμα χρησιμοποιούνται εν αλλάξ σε πείσμα κάθε επιστημονικής αλήθειας) υπέρβαροι (αυτοί/ες που έχουν βάρος πάνω από ένα δοσμένο - αυθαίρετα- όριο) ή παχύσαρκοι (όσοι έχουν υπερβολικό ποσοστό λίπους σε σχέση με τη μάζα του σώματός τους) οι αρνητικοί πρωταγωνιστές της (ένα είδος λεπρών, που πρέπει να απομακρυνθούν από το οπτικό μας πεδίο, κλεινόμενοι σε ινστιτούτα αδυνατίσματος, όπου θα μαστιγώνονται ωσότου ξαναγίνει δυνατή η ένταξή τους στην κοινωνία των κανονικών).
Και τελικά, συγγνώμη δλδ, που ρωτάω (μαζί με τον κ. Kirk εδώ), ποιο ακριβώς είναι το ζήτημα της παχυσαρκίας? Πόσο πραγματικό είναι το ερώτημα?
Στις περισότερες περιπτώσεις βλέπουμε ότι το ζήτημα αντιμετωπίζεται αμφίσημα. Τόσο με οικονομικούς όρους (πόσο στοιχίζει ο/η υπέρβαρος/η στην οικονομία) όσο και υγειινολογικούς/κανονιστικούς (πόσο απέχει από το φυσιολογικό και πως θα ξαναενταχτεί σε αυτό το φυσιολογικό). Σε οποιαδήποτε περίπτωση είναι προφανής η προσπάθεια επαναρύθμισης και ομαλοποίησης του παρεκκλίνοντος καθώς όλοι πρέπει να ταιριάζουμε σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο διαβίωσης και η φύση μας επιτρέπεται να κυμαινεται μέσα σε συγκεκριμένα όρια ακόμα (και ίσως κυρίαρχα) σωματικά.
Παρακολουθώντας τη συζήτηση στα sites γίνεται προφανές ότι η παχυσαρκία αντιμετωπίζεται όχι απλώς ως μια παρέκκλιση από το κανονικό(?), αλλά ως απειλή για την ίδια την υπόσταση του έθνους (εδώ μπαίνουμε στην ευγονική και τις εθνικιστικές υστερίες των απανταχού δικτατόρων όπου το έθνος αποκτά ένα συλλογικό σώμα και η κατάσταση του απειλείται από το μη φυσιολογικό/τερατώδες). Η πασυσαρκία ανάγεται σε αδυναμία του ατόμου να ανταποκριθεί στις φυσιολογικές διατροφικές επιταγές (ξέρετε που οι μαμάδες όλους/ες μας μεγάλωσαν με ρόκα παρμεζάνα στο τραπέζι μας, την χωριάτικη με τις βούτες του ψωμιού, ούτε που να τις ακούσουν) και στις επιταγές του lifestyle για φυσική δραστηριότητα άσκηση και χαρά (ξέρετε, που οι μπαμπάδες μας όλη μέρα χτυπιόντουσαν με το σκουώς και τα σαββατοκύριακα κάναν κάνυονινγκ, ενώ το καφενείο, τον καναπέ και το γήπεδο ούτε να τα δούν στα μάτια τους), άρα, και οι προτάσεις για την αντιμετώπισή της είναι παρεμβατικές στον τρόπο ζωής των ατόμων, αφορούν σε μεθόδους φροντίδας του εαυτού (τις οποίες ο σοφός και όχι ξεχασμένος παππούς Foucault ονομάζει τεχνικές του εαυτού), στην πραγματικότητα μεθόδους αυτοεπιτήρησης, αυτοελέγχου και εντέλει αυτοπειθάρχησης (οι μεταμοντέρνες κοινωνίες δεν έχουν ανάγκη πρωτόγονες μεθόδους αστυνόμευσης και επιβολής, στην ουσία προάγουν ως μεθόδους καθυπόταξης μια σειρά από όλο και πιο άυλους περιορισμούς, οι οποίοι όπως στην περίπτωση της παχυσαρκίας, αφορούν στο σώμα).
Η διαρκής συζήτηση για την παιδική παχυσαρκία (γενικόλογη και χωρίς στοιχεία για το πόσο κοινωνικά ταξική είναι, καθώς όσο χαμηλότερη η κοινωνική τάξη, τόσο μεγαλύτερο το ποσοστό υπέρβαρων παιδιών) μεταθέτει την ευθύνη για την αντιμετώπισή της στο σχολείο, στην ήδη επιβαρυμένη με την πειθάρχηση του παιδικού σώματος Φυσική αγωγή, με την οποία ο μαθητής καλείται να (με τις κυριολεκτικές και μεταφορικές έννοιες του όρου) ενσωματώσει τις αρχές του καπιταλισμού (η οικονομική παραγωγή έχει ανάγκη από υγιή σώματα, εύρωστα και σε θέση να αντεπεξέρχονται στις συνθήκες εργασίας), να αποδεχτεί την έννοια της εξουσίας, της υποταγής σε αυτήν. Η επίθεση στο σωματικό μέγεθος, δεν είναι παρά μια άμυνα απέναντι στο σώμα του υπέρβαρου παιδιού (μελλοντικού υπέρβαρου ενήλικου) που φανερώνει μια περιφρόνηση (και μια αποτυχία του συστήματος να το εντάξει) στην κοινωνία των "υγειών" μελλοντικών εργαζόμενων.
Κύριο εργαλείο στην προπαγάνδα κατα της παχυσαρκίας είναι η απεικόνιση των υπέρβαρων σωμάτων ως αποκρουστικά σε σύγκριση με τα λεπτότερα σώματα, σε συνδυασμό με την απαρίθμηση τρομολάγνων στατιστικών για τη (γενικόλογη) διασύνδεση της παχυσαρκίας με θανάτους (στην πραγματικότητα, ως παράγοντας επιβάρυνσης σε περιπτώσεις θανατηφόρων ασθενειών, αλλά αυτό δεν αναφέρεται παρά στις υποσημειώσεις) και την παρουσίαση ερευνών όπου μόνο στην τελευταία σειρά του άρθρου αναφέρεται ότι είναι υπό επαλήθευση και ότι η παχυσαρκία μπορεί να συνδεθεί μόνο παραγοντικά με ασθένειες όπως ο καρκίνος). Ωστόσο (αφήνοντας στην άκρη τις ιατρικές κριτικές, όπου δεν έχω τις γνώσεις, ή τη φιλοδοξία να αντικρούσω) η οπτική της (στρατηγικά απεχθούς) απεικόνισης δε φανερώνει παρά τις προκαταλήψεις της εποχής απέχοντας από τα πληθωρικής σάρκας γυμνά του Schiele, του Renoir, ή του ακόμα νεώτερου (και πιο εμμονικού με τα πληθωρικά σώματα) Bottero, όπου το παχύσαρκο δεν είναι επ' ουδενί αποκρουστικό ή αντιαισθητικό.
Η απέχθεια που δημιουργείται μέσω της κουλτούρας του λεπτού σώματος, η οποία έχει φτάσει στην αντίπερα όχθη με άπειρες διατροφικές διαταραχές όπως η νευρική ανορεξία ή η βουλιμία φέρνει ως φυσικό επακόλουθο την πολυδάπανη κοσμετική με ακόμη ριζικότερες παρεμβάσεις στο σώμα, το οποίο μετατρέπεται σε έναν καμβά απεικόνισης του "ιδανικού" όπως το πρεσβεύει ο υγειινολογικός λόγος της καταναλωτικής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που σου ζητά να καταναλώσεις τα πάντα αλλά απαιτεί να αυτοπειθαρχήσεις και να μη χρησιμοποιήσεις ότι αποκτάς ως καταναλωτής....Μιας κοινωνίας που αφού σου ζητήσει να καταναλώσεις οτιδήποτε θα σε οδηγήσει στην παχυσαρκία, μετά (σε ένα κλίμα μετάθεσης της ευθύνης στο άτομο) θα σε εξευτελίσει για την αδυναμία σου και θα απαιτήσει (με αμφιλεγόμενης χρηματοδότησης έρευνες) να καταναλώσεις τώρα και τις υπηρεσίeς απίσχνασης (φαρμακευτικές, αισθητικές, γυμναστικές και λοιπά καλούδια της υγειινολογικής αγοράς) ώστε να επανέρθεις (υγιής και άρα δριμύτερος/η) στη φυσιολογική κατανάλωση και να αισθανθείς ένας/μια ανανήψας/α, ένας/μια μετανοών/ουσα...
Εν τω μεταξύ (ούτε που το είχα προσέξει, καθώς ήμουν απασχολημένη με τη Μετεωρίτη να γιορτάζουμε την παγκόσμια μέρα των ζυμαρικών και να αποκρούουμε τις επιθέσεις που δεχόταν από τον Ίνδικτο και τους πατσαδοφάγους - μπλιέξ) η 24/10 είναι η παγκόσμια μέρα κατά της παχυσαρκίας. Άλλη μια ευκαρία (όπως όλες αυτές οι απεχθείς "παγκόσμιες ημέρες") ώστε να στιγματιστούν οι υπέρβαροι, να κατηγοριοποιηθούν ως μια μειοψηφική ομάδα για την οποία χρειάζονται ειδικά μέτρα ώστε να επιστρέψει στο "κανονικό". Μια ομάδα την οποία η κρατούσα κουλτούρα (κυρίως) κατηγορεί (ακριβώς) για έλλειψη αυτοπειθαρχίας (και γιατί παρακαλώ, ο Σχορτσιανίτης πρέπει να αδυνατίσει για να συνάδει με το θεωρούμενο φυσιολογικό σώμα του αθλητή?) και αδυναμία (άρνηση?) αυτορύθμισης και αυτοπειθάρχησης (πως ακριβώς βελτιώνομαι ως άτομο αν παραλείψω το παγωτό μου?). Η "παράδοση" στην πολυφαγία αντιμετωπίζεται περίπου ως αντίστοιχη της σεξουαλικής ασυδοσίας (ασυδοσία που εγώ προσωπικά βρίσκω επιθυμητότατη, αλλά o περιρρέων πουριτανισμός και καθωσπρεπισμός καταδικάζoυν) και ο παχύσαρκος θεωρείται όχι απλώς παρεκκλίνων αλλά ακόμα και έκφυλισμένος...
Το ποστ φυσικά δεν πρέπει να ερμηνευτεί ως απόρριψη της φυσικής άσκησης ή της προσπάθειας για διατήρηση μιας όσο το δυνατό καλύτερης υγείας, άλλα ως διαμαρτυρία για τις υπερβολές, τον στιγματισμό και την στοχοποίηση των ατόμων με ζητήματα βάρους (μα καλά, δεν μπορεί να το ράψει το ρημάδι το στόμα του? και γιατί να το ράψει ρε παλλικάρια?). Και για να μην πλακώσετε, ισχυριζόμενοι/ες ότι το ζήτημα είναι προσωπικό, να σας διαβεβαιώσω ότι έχω δείκτη μάζας σώματος 21 (ούαου!).
Απλά αναρωτιέμαι (και ταυτόχρονα, απορρίπτω το) κατά πόσο η εξουσία στις διάφορες μορφές της υπόρρητα επιτηρεί, και στη συνέχεια χρήσιμοποιεί το βάρος, το σωματικό μέγεθος και την αυτοεικόνα (και ένα σωρό άλλα στοιχεία της προσωπικής μας ζωής, όπως το τι θεωρείται φυσιολογικό σεξουαλικά, τι θεωρείται φυσιολογικό ψυχολογικά κ.α) για να επεμβαίνει και να ρυθμίζει στις ζωές μας ?
Κι επειδή ως γνωστόν, Ιt ain't over till the fat lady (την περίπτωσή μας gent) sings....
Get this widget | Track details | eSnips Social DNA

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2007

...Το γονίδιό μου μέσα....

Δεν είμαι γενετίστρια, δεν είμαι των θετικών επιστημών (κρίμα!) αντίθετα προέρχομαι, μάλλον, από τις ανθρωπιστικές επιστήμες και δεν ασχολούμαι (παραπάνω από όλους όσους διαβάζουν τα ένθετα των εφημερίδων) με τις εξελίξεις γύρω από τις βιολογικές επιστήμες . Ίσως γι' αυτό είμαι τόσο βαθιά πεπεισμένη ότι όλες οι θεωρίες περί κληρονομικότητας, γονιδίων και εκ γενετής ικανοτήτων, έχουν ισχυρές πολιτισμικές ρίζες και ίσως γι αυτό το αγαπημένο μου βιβλίο (actually -μαζί με "Το εγωιστικό γονίδιο" του Dawkins - το μοναδικό που έχω διαβάσει πάνω στο θέμα) είναι το "Οι κληρονόμοι του Δαρβίνου" του Marcel Blanc. Ωστόσο, μετά από την ιστορία που ανέκυψε, με τον αξιότιμο επιστημονονομπελογενετιστή Watson και ένα σχόλιο του Adaeus στο προηγούμενο ποστ (κι αν είναι αλήθεια, τι?), άνθρωπος είμαι παρασούρθηκα και το ερώτημα που ανέκυψε αυτή τη φορά, ήτο πιεστικό, καθώς αφορούσε τη στάση ζωής μου...
Βρε, δε θες να έχει δίκιο ο εβδομηκονταεννούτης κι εγώ να είμαι μια εξωπιστημονικοαστήρικτα φανατική? (Γεγονός, που δε με χαλνά καθόλου, αλλά να το γιγνώσκω, βρε αδερφέ....)
Άρχισα λοιπόν να ψάχνω, οπότε ανακάλυψα, ότι:
Fistly, (που λέμε κι εμείς οι Αθήνησι ορμώμενες, οι και γκαγκάρες αποκαλούμενες...): ψιλοαμφιλεγόμενος ο βραβευθείς, ακόμη και ύποπτος για λογοκλοπή και οικειοποίηση ερευνητικών ευρημάτων της (πολύ βολικά για τους Watson & Crick -o έτερος Καπαδόκης του Νόμπελ) τεθνεούσης Rosalind Franklin...
Secondly, από την ιστορία και μόνο των επιγόνων (και κληρονόμων των γονιδιών) του κ. J. Watson, θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι η θεωρία της κληρονομικότητας δεν είναι και η πιο αξιόπιστη θεωρία που πρέπει να λάβει κανείς υπ' όψη του όταν αποφασίσει (με το καλό) να τεκνοποιήσει, πρακτική, που εγώ, ως τεκνοποιήσασα (καλά υπάρχει αυτή η λέξη?), συστήνω, βέβαια, να αποφεύγεται (κι αν επιμένετε, σας δανείζω ένα μήνα το σπλάχνο μου, να σας πείσει ή να σας αποτελειώσει...)
Κατά τρίτον (διότι βαρέθηκα ν' αλλάζω το πληκτρολόγιο), υποπτεύομαι ότι ο αξιότιμος νομπελίστας προτίθεται να ξεκινήσει πολιτική καριέρα στην Ελλάδα (ειδικά μετά την αποτυχία του ογκόλιθου της πολιτικής αστυνόμου Θεοχάρη) καθώς βιάστηκε να ισχυριστεί ότι οι δηλώσεις του διαστρεβλώθηκαν . Έφ' όσον έχει το βασικό προσόν, να αυτόδιαψεύδεται και να θεωρεί τους αναγνώστες μειωμένης αντίληψης (πιθανά, να νόμιζε ότι είμαστε όοοοοολοι κατίμαυροι και ποικίλων άλλων αποχρώσεων, οπότε εγώ διαλέγω το σοκολά, που πάει με το καινούργιο μου μαλλί), είναι βέβαιον ότι είναι περιζήτητος ανάμεσα στα ελληνικά κόμματα...
Κατά τέταρτον, όλος αυτός ο ντόρος που ξεσήκωσε ο κρυφοκαρατζαφερικός (το κόβω έγω) κ. J. Watson, οδήγησε πολλούς επιστήμονες να τον αντικρούσουν με επιστημονικά επιχειρήματα (που ημείς, ως βλόγον, ΔΕΝ διαθέτουμε, μηδέ ισχυριζόμαστε ότι διαθέτουμε) όπως ο νευροβιολόγος (ότι και αν σημαίνει αυτό) S. Rose σε συνέντευξή του εδώ, αλλά και να συνεχιστεί ο διάλογος πάνω σε θέματα κληρονομικότητας ή περιβάλλοντος, που ανεξάρτητα από τις ιδέες του κάθε κ. Watson, πάντα προωθεί την επιστημονική γνώση και αλήθεια.
Τέλος, η κάτοχος του παρόντος ιστολογίου, αντίθετα με την προσφιλή της συνήθεια, ΔΕΝ θέτει ερώτημα, (καθ' ότι δεν τίθεται θέμα), αλλά δηλοί ότι (μετά από ώριμη σκέψη, με γνώση των συνεπειών και ανεξάρτητα από επιστημονικές διαπιστώσεις) προτιμά (σε περίπτωση που της προταθεί, πιεστικά, μη φανταστείτε...) να διαιωνίσει τα ακριβώς από πάνω γονίδια παρά αυτά...


του επιστήμονος. Μπρρρρ! Ανατρίχιασα....

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2007

Περί πολυπολιτισμικοφυλοχρωματικών γονιδίων...

Τόσος πανικός για ένα διαφορετικό σώμα? Πόση απειλή από ένα διαφορετικό σώμα?

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2007

...Ελλάδα Βοσνία 3-2







Στην αρχή όλα πάνε μια χαρά. Μάλλον είναι θέμα μεγέθους (είμαι μικροσκοπική και δε γίνομαι εύκολα αντιληπτή). Δυστυχώς δεν είμαι και μουγκή (κάθε άλλο μάλιστα, λαλίστατη η χρυσή σας!) οπότε αναπόφευκτα θ’ ανοίξω το στόμα μου, λέγοντας κάτι όπως ρεεεε! ή ουάου! και νομοτελειακά έχει έρθει η στιγμή της κρίσης (Πού να τολμήσω κι ολόκληρη λέξη: όπως φάουλ, οφ σάιντ, γκοοοοολ!)….
Στην αρχή ψάχνουν να εντοπίσουν τη φωνή (έχουν ακόμα μια ελπίδα ότι κάνουν λάθος) μετά ακολουθεί μια παγωμένη σιωπή (όπου συνήθως εγώ εκνευρίζομαι και λέω το χαρακτηριστικό – και ευφράδες – «ε, τι?»). Η επόμενη φάση περιλαμβάνει το σούσουρο και τον ψίθυρο... Κάποιοι οικτίρουν τον καλό μου που του κατσικώνομαι ακόμη και στ’ αθλητικά (οι υπόλοιποι τον οικτίρουν έτσι κι αλλιώς που του προέκυψα γενικώς). Τέλος περνάμε στα μεγαλόφωνα σεξιστικά σχόλια (και υπ’ όψην, οι φίλοι μας είναι, όπως λέει και ο Bourdieu, κάτοχοι ενός σχετικά υψηλού κοινωνικού και πολιτισμικού κεφαλαίου) γύρω από την ανικανότητα του εγκεφάλου της γυναίκας να αντιληφθεί τη λογική του αθλήματος (ξεκινάμε με το ότι η μπάλα είναι στρογγυλή), τη φυσική αδυναμία της να παρακολουθήσει το παιχνίδι (γιατί ο κύριος με τα κίτρινα δεν παίρνει την μπάλα?) και γενικά την ασυμβατότητα των όρων φίλαθλος και γυναίκα (ο Γκατούσο δεν είναι ιταλική τσάντα, είναι ποδοσφαιριστής). Οι φίλοι μου (και όχι μόνο) θεωρούν ότι οι όροι άθλημα και θηλυκό αυτοναιρούνται, ειδικά όταν πρόκειται για άθλημα παραδοσιακά (ότι και να σημαίνει αυτό) ανδρικό, όπως το μπάσκετ, το χάντμπολ ή το πόλο και ακόμα χειρότερα το ποδόσφαιρο Φόρμουλα 1 είναι απαγορευμένη λέξη).
Ε, τι να κάνουμε τώρα? Ομολογώ (και τύπτομαι) είμαι ένα αντιφατικό πλάσμα. Από τη μια λατρεύω να κλαίω στην όπερα και από την άλλη τρελαίνομαι για βίαια αθλήματα με γρήγορες εναλλαγές, όπως το kick-boxing, το ice-hockey, και λατρεύω το ποδόσφαιρο. Δυστυχώς τα αποδεκτά για γυναίκες αθλήματα όπως το βόλεϊ, το τένις ή οι καταδύσεις με καμία σωματική επαφή ανάμεσα στους παίκτες δε μ’ ενθουσιάζουν καθόλου.
Ε, τι να γίνει? Από τη μια στήνομαι στις ουρές με τις ώρες να βρω εισιτήρια για μπαλέτα και πρωτοποριακές ομάδες χορού και από την άλλη φανατίζομαι με μηχανοκίνητα αθλήματα, όπως η Formula1 και το MotoGP ή αθλήματα με έντονη σωματική προσπάθεια όπως η ελληνορωμαϊκή ή η κωπηλασία. Και με αφήνουν παγερά αδιάφορη τα αθλήματα που υμνούν τη χάρη και την αρμονία όπως η ρυθμική αγωνιστική γυμναστική ή το πατινάζ στον πάγο.
Έχω αναρωτηθεί άπειρες φορές και ήρθε η ώρα να εκφράσω και δημόσια την απορία μου:
Για ποιο λόγο δημιουργώ τέτοια αμηχανία στους συν-θεατές μου και (είναι σίγουρο) προβληματίζω τους παραγωγούς του αθλητικού θεάματος και των αθλητικών εκπομπών (έχετε προσέξει κάτι διαφημίσεις για αφρολουτρομακιγιάζ που κάνουν δειλά την εμφάνισή τους ανάμεσα σε αυτοκινητοξυριστικόεργαλεία και ουισκομπυρομηχανές? Ε, σε μένα απευθύνονται) ενώ κάνω τον Ντε Κουμπερτέν (που ήθελε - σοφά και φαλλοκρατικά σκεπτόμενος - μετά την απαγόρευση της συμμετοχής αθλητριών, να απαγορέψει την είσοδο ΚΑΙ των θεατριών στο γήπεδο) να γυρίζει στον τάφο του????
Η αλήθεια είναι ότι ο αθλητισμός (και ειδικά ο αγωνιστικός ομαδικός) απαιτεί την αποδοχή και τη συμμόρφωση με τους κανόνες (διαιτητή άρχοντα του αγώνα!!) και την καθεστηκυία τάξη (Ρεχάγκελ θεέ!) για την επίτευξη του τελικού στόχου, που δεν είναι άλλος από τη νίκη (πόνεσε η τριάρα Μουσλίμοβιτς?). Άρα, μήπως η διάρρηξη ενός στερεότυπου έστω και αυτό του θεατή (η εισαγωγή της γυναίκας ως θεατή) δημιουργεί σοβαρές ανατροπές στη νοηματοδότηση του αθλήματος, κάνοντας αμφίβολη τη νίκη?
Κι ενώ στους φιλάθλους των ομάδων (ειδικά του ποδοσφαίρου) δημιουργείται το αίσθημα του ανήκειν σε μια κοινότητα, μήπως η συμπερίληψη της γυναίκας σε αυτή την κοινότητα είναι αδιανόητη αφού οι γυναίκες (από την Ελένη της Τροίας ως την Ελένη Λουκά) είναι ένας συνεχής κίνδυνος στην αρραγή ενότητα της κοινότητας?
Σ’ αυτή την κοινότητα της αθλοθέασης είναι επιτρεπτή η έκφραση αισθημάτων όπως η θλίψη με σωματικές εκδηλώσεις όπως τα δάκρυα. Μήπως λοιπόν η παρουσία της γυναίκας είναι ανεπιθύμητη καθώς λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας (η αρχετυπική σύγκρουση εκφρασμένη με το "Στο καλό καημέ μου πικρέ/ και μην κλάψεις για μένα ποτέ/ οι άντρες δεν κλαίνε, δεν κλαίνε" – Μαρινέλλα – μπάαα… "Όσοι δεν πόνεσαν, άστους να λένε/ κι όμως κυρία μου οι άντρες κλαίνε" – Καζαντζίδης), αποκλείοντας τη συναισθηματική εκτόνωση της φόρτισης? Σ’ αυτή την κοινότητα όπου οι παρέες των αντρών θεατών εκφράζουν τον ενθουσιασμό τους και εκτονώνουν τα αισθήματα τους αγκαλιαζόμενοι και χοροπηδώντας μήπως το σώμα της γυναίκας (σε μια απόλυτη έλλειψη απόστασης) δημιουργεί αμηχανία, καθώς η μόνη επαφή που αντιλαμβάνεται το αρσενικό αφορά στη σεξουαλική οικειότητα?
Επιπλέον (έστω και οριακά) στον αθλητισμό, τόσο μέσα στο γήπεδο, όσο και στις (αληθινές ή εικονικές) κερκίδες η (σωματική ή λεκτική) βία είναι μια (παραβατική μεν) αποδεκτή (δε) συμπεριφορά για τους άνδρες. (Σε τελική ανάλυση το ποδόσφαιρο – και μάλιστα η διαμεσολαβημένη από την τηλεόραση μορφή του – δεν είναι τίποτα άλλο από την αποθέωση του καταφέρνω-τα-πάντα-με-τον-τσαμπουκά μου «ανδρισμού»). Σε μια κοινωνία, ωστόσο, όπου μόνο οι γατούλες και οι Μπάρμπι είναι αποδεκτές μορφές θηλυκότητας και μια γυναίκα με την αδρεναλίνη (καθόλου ανδρικό προνόμιο, αγόρια, σας διαβεβαιώ) στα ύψη προκαλεί αποστροφή, μήπως η ίδια συμπεριφορά από τη μεριά μιας γυναίκας πέρα από το ότι θεωρείται αντιασθητική, γίνεται και τρομερά απειλητική για τον άντρα που αισθάνεται να αμφισβητείται η ίδια του η φύση από αυτή την έκδηλη επιθετικότητα?
Σε μια μετα-βιομηχανική εποχή όπου η δύναμη του αρσενικού έχει μετατεθεί από τον πόλεμο και την χειρωνακτική εργασία στο συμβολικό επίπεδο και στη σεξουαλική (καθώς συλλήβδην γαμιούνται οι αδερφές, οι μάνες και οι γυναίκες αντιπάλων και διαιτητών) κυριαρχία, μήπως το συν-ωρυόμενο σώμα της γυναίκας συμμετέχει εν δυνάμει σ’ αυτή την επίδειξη συμβολικής δύναμης? Μήπως από σώμα υφιστάμενο τη σεξουαλική κυριαρχία του αρσενικού, γίνεται ένας ενοχλητικός ισότιμος συν-κάτοχος της ίδιας δυνατότητας σεξουαλικής κυριαρχίας (κι έτσι ξαναθυμούνται το ΠΟΙΟΣ/ΤΙ σέρνει καράβι και μελαγχολούν για τη χαμένη τους ψευδαίσθηση…)?
Και τέλος αλλά όχι τελευταίο (ιεραρχικά) η αθλοθέαση πάει πακέτο με την κριτική και την αμφισβήτηση. Ο οπαδός μπορεί να σχεδιάσει καλύτερα από τον προπονητή, να εκτελέσει ακριβέστερα από τον παίκτη και φυσικά να κρίνει ορθότερα από τον διαιτητή. Μήπως αυτή η δυνατότητα αμφισβήτησης δεν είναι δυνατό να παραχωρηθεί σε μια γυναίκα, καθώς η αμφισβήτηση της ανδρικής κρίσης ή ικανότητας από το θηλυκό φέρει άλλη μια (μη επιτρεπτή) ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης του απολύτως ανδροκρατούμενου αθλοχώρου (εδώ είναι αδιανόητη η κριτική προσέγγιση σε άλλους κι άλλους χώρους όπου η γυναίκα είναι πλέον - λέμε τώρα - αποδεκτή) μια αμφισβήτηση της ίδιας της ανδρικής ταυτότητας?
Και έρχομαι τώρα να θέσω το τελικό ερώτημα (ρητορικό…): Με τόσα προβλήματα που δημιουργώ μου αξίζει ή όχι η πυρά της άθλιας φιλαθλοπροβληματικής οπαδού και ανατρεπτικόαθλοθεάτριας?

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2007

... blogers και bloging δεύτερο ημίχρονο...

Αυτό το ποστ ξεκίνησε ως απάντηση σε ένα σχόλιο του Τασου στην προηγούμενη ανάρτηση, αλλά επειδή οι τοποθετήσεις του εγείραν πολλά ζητήματα προτίμησα να το ανεβάσω εδώ, ως γενικότερη τοποθέτηση.
Η θεμελιακή μας διαφωνία, ήταν στο αν γράφουμε για να διαμαρτυρηθούμε και αν γράφουμε για να μην ξεχνάμε, (φράση που, αν αντιλαμβάνομαι σωστά, εντάσσεται σε ένα καταγγελτικό πλαίσιο), ερωτήματα που, νομίζω, ορίζουν το ποσο παρεμβατικό θεωρητικά είναι ένα blog. Για μενα λοιπόν, η τήρηση του blog δε συνιστά παρεμβατική πράξη. Δε γράφω ούτε για να διαμαρτυρηθώ, ούτε για να καταγγείλω. Καλός ο blogoχώρος, αλλά (χωρίς να απαξιώνω τη διαδραστική του λειτουργία στη διάδοση των ιδεών και της πληροφορίας) υπάρχουν οργανωμένοι θεσμοί για να διαμαρτυρηθείς, να καταγγείλεις και να επιδιώξεις (ουσιαστικά) και μέσα από τους μηχανισμούς της συντεταγμένης πολιτείας (εννοώντας κόμματα, οργανώσεις, κινήματα, συνδικαλισμό, εκλογές) την απτή (απτότατη) δικαίωση ή ανατροπή. Η οποιαδήποτε γραφή, ανάρτηση banners, υπογραφή ανούσιων, γενικόλογων και κοινότοπων ιδεολογικών κειμένων (όρα Αμαλία), ακόμη και αυτά τα γραφικά των συγκεντρώσεων διαμαρτυρίας (όπου μαζευόμαστε τρεις κι ο κουκοbloger κι επαιρόμεθα ότι δρούμε κι είμαστε ενεργοί (active – actιβιστές), δεν είναι παρά άλλοθι και εκτόνωση (ανάλογη των καυγάδων στα γήπεδα) που μας προσφέρει (επιτρέπει και καλλιεργεί) η εξουσία (όχι στην καθεστωτική αλλά στην οντολογική της σύλληψη) ώστε να καταστέλλεται (και υποπτεύομαι να ελέγχεται υπόρρητα) η πραγματική πολιτική δράση και αντίδραση.
Από την άλλη, δεν (νομίζω, μάλλον δεν έχω την ψευδαίσθηση, ότι) γράφω (ούτε καν ότι διαβάζω τα υπόλοιπα blog) για να μάθω. Η μάθηση, η πληροφόρηση και η γνώση είναι τρεις έννοιες πολύ διαφορετικές μεταξύ τους, τις οποίες, όμως, συχνά τις συγχέουμε. Κι όπως λέει και ένας διανοητής, που ξεχνώ τώρα (μεγάλη γυναίκα είμαι, το Αλτσχάιμέρ μου προχωρεί), οι δρόμοι της πληροφορίας είναι ανοιχτοί, αλλά οι δρόμοι της γνώσης έχουν ακριβά διόδια… Αν πάλι, το "να μάθω" σημαίνει να κατακτήσω την αυτογνωσία, μέσα από το γράψιμό, τις λέξεις, τη γλώσσα…η διαφωνία μου έγκειται στο ότι η γλώσσα (λέμε εμείς οι μεταμοντέρνοι/ες- μακριά από σας!) μας προσανατολίζει και σχεδιάζει για τον καθένα μια πραγματικότητα, αλλά αυτό ΔΕΝ είναι αυτογνωσία, είναι ένα ιδιοσυμβάν, ένα «καθ’ όδόν Είναι» (αυτό το είπε ο Paul Celan, τον θυμάμαι, άρα έχω ελπίδα).
Όσον αφορά στο αν γράφω για να εκφράσω τις σκέψεις μου, πιστεύω ότι όπως είπε και ο Ίνδικτος, για άλλα ξεκινάμε πολλές φορές και σε άλλα καταλήγουμε… Δεν είμαι σίγουρη ότι εκφράζω τις σκέψεις μου αλλά μάλλον ότι προσπαθώ «να ανακαλύψω τους τόπους μέσα μου» (ούτε αυτό είναι δικό μου, του Βέλτσου είναι, αλλά το σκέφτομαι τόσο πολύ, κάθε φορά που γράφω, ώστε μπορείς να πεις ότι με εκφράζει απόλυτα – και μη σηκώνετε το φρυδάκι ειρωνικά εσείς όλοι οι στρουχτουραλιστές και υπαρξιστές - σας βλέπω…)
Σε καμία, δε, περίπτωση δεν γράφω για να εξασκηθώ να γράφω καλύτερα, καθώς αυτό το καλύτερα (συγκρινόμενο με τι ή ποιον?) δεν έχει για μένα κανένα νόημα. Όπως έχω επανειλημμένα δηλώσει, οι συγκρίσεις, οι ταξινομήσεις και οι ιεραρχήσεις με σκοτώνουν, καθώς βλέπω σ’ αυτές έναν ετεροκαθορισμό, με όρους ηθικής (πτώσης ή ανάτασης, αδιάφορο). Σε κάθε παραίνεση για το καλύτερος/η γίγνεσθαι διακρίνω, με φρίκη, μια ομοιοστοιχία ανάμεσα στα προς περιγραφή φαινόμενα και τις (κατά κανόνα αυθαίρετα δομημένες-από ποιους?) ηθικές κατηγορίες, γεγονός που, κατ’ εμέ ασκεί μια κρυφή (και φυσικά αθέμιτη) βία. Η μόνη προσπάθεια μου είναι συνήθως, να βρω ένα όριο ανάμεσα στη λογοτεχνία και την (οριζόμενη ως) γνώση, να δω αν η (ας πούμε) επιστημονική γραφή, μπορεί να σταθεί με εξω-επιστημονικά ή (μη με βρείτε θρασεία δεν υπάρχει άλλη έκφραση) λογοτεχνικά κριτήρια, αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με το καλύτερο, αλλά με αυτό που έγραψα στην προηγούμενη ανάρτηση για το ταξίδι εντός και εκτός εαυτού μέσω του κειμένου.
Όσον αφορά στο γράφουμε για να λάβουμε τα σχόλια των άλλων, φυσικά και ενστερνίζομαι (πώς θα μπορούσε αλλιώς, αφού, ως μεταμοντέρνα-ξορκισμένη με τον απήγανο! αποδέχομαι τη σύλληψη του Derrida, ότι το κείμενο το διαμορφώνουν εξ’ ίσου ο γράφων και ο αναγνώστης) απόλυτα ότι (όπως λέει και ο Levinas αλλά και ο έτερος μεταμοντερνιστής Derrida) η γραφή μας, δεν είναι παρά ένα αέναο παιχνίδι ανάμεσα στο Λέγειν (η διάταξη του λόγου) και το Λεχθέν (το σημασιολογικό περιεχόμενο μιας απόφανσης) που παράγεται μόνο από την ύπαρξη του Άλλου (του αναγνώστη, του σχολιαστή, του επικριτή). Όμως αυτός ο άλλος δεν κομίζει κάποια προτασιακή αλήθεια, ούτε καν μια κανονιστική ορθότητα. Το κείμενό μου δεν υποβάλλεται στην ελεγκτική ανάγνωσή του, η οποία, μέσα από άπειρες απόπειρες ιδιοποίησης (νάτος πάλι ο Derrida) επιδιώκει, παραγνωρίζοντας τις παραμέτρους του, να καθηλώσει το νόημά του.
Το τι γράφουμε πάλι (αν γράφουμε απλές ή σύνθετες σκέψεις, αλήθειες ή ψέμματα, αν χρησιμοποιούμε τα λόγια, τις φωτογραφίες, τους πίνακες ή τις μουσικές άλλων, αν έχουμε έμπνευση ή αν είμαστε λογοκλόποι – καλά μη φρικάρετε, ακόμη κι ο Χατζιδάκης είχε παραδεχτεί ότι «δανειζόταν» στοιχεία από άλλους μουσουργούς) και οι σκοπιμότητες που μας οδηγούν να γράφουμε (αν σαρκαζόμαστε ή σαρκάζουμε, αν χειραγωγούμε ή αν καθοδηγούμε – που δεν απέχουν και πολύ, μην κοροϊδευόμαστε, αν ξορκίζουμε τα φαντάσματά μας ή αν κυνηγούμε την αναγνωσιμότητα και τη δημοφιλία, αν πολιτικολογούμε ή κοινωνιολογούμε αν κλαψομουνιάζουμε-τι λέξη(!) ή κάνουμε πλάκα), δεν μπορεί από κανένα (ΑΛΛΑ ΚΑΝΕΝΑ) να προκαθορίζονται (και γιατί άλλωστε?) Τα blog ΔΕΝ είναι ταξιδιωτικοί οδηγοί, όπου αυτός που τους διαβάζει πρέπει μετά να αναγνωρίσει το μέρος που επισκέπτεται, από την περιγραφή του. Ο/η καθένας/μια μπορεί και δύναται να αναγνωρίσει το δικό του τόπο (εσωτερικό εαυτό), σε κάθε περιγραφή (κείμενο, πόστ) χωρίς ευθύνη (ίσως και σε πείσμα) του/της γράφοντος/ουσας, καθώς οι ίδιες οι λέξεις που επιδιώκουν να δομήσουν την εμπειρία, εμπεριέχουν και την άρνησή της, την αντίφαση. Λέγοντας εδώ, εννοώ αλλού, λέγοντας τώρα είναι ήδη αργότερα και λέγοντας εγώ, μιλάω για έναν άλλο…
Τέλος, (παραβλέποντας το «προσπαθούμε και πρέπει» καθώς δεν το συζητώ… καμιά (ΑΛΛΑ ΚΑΜΙΑ) προσταχτική δεν έχει θέση σ’ αυτό το blog και) επικεντρώνοντας στο γράφουμε απλά, σύντομα, με σαφήνεια… έ! τι να πω? Κανείς δεν έχει παρά να διαβάσει τα ποστ μου, μακροσκελέστατα, σουρεαλιστικά, γεμάτα σύνθετους συντακτικούς τύπους, ανύπαρκτες λέξεις, παρενθετικές προτάσεις (όπου η συγγραφέας, μεταθέτει, συμπληρώνει ή και αναιρεί το νόημα προηγούμενων και επόμενων προτάσεων) και όσο για σαφήνεια… Ούτε εγώ δε θυμάμαι μετά τι (συνήθως ανούσιο ή αδιάφορο για τρίτους) ήθελα να πω… Και μ’ αρέσει! Και δε νομίζω καθόλου ότι μου (σε κανέναν, δηλαδή δεν) χρειάζονται συνταγές κατάλληλες για δοκιμιοεκθέσεις υποψηφίων στις πανελλήνιες. Η γραφή υπενθυμίζει εαυτόν: ηχεί, συνηχεί και αντηχεί τη φωνή ενός σώματος και μόνο: του δικού μου

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2007

Αφήστε τους bloggers στην ησυχία τους…

Blogoδιάρροια... blogoθύελλα... όταν μείνουν τα καλά blogs... η συνάντηση των ελλήνων bloggers… οι εφημερίδες δημιουργούν blogs… Είναι καιρό τώρα που με προβληματίζουν σχόλια και άρθρα σε εφημερίδες και διαδικτυακούς τόπους κι όλο σκέπτομαι να γράψω κάτι (που δεν αφορά κανέναν άλλον/η παρά μόνο εμένα) και όλο το αναβάλλω (γιατί με αφορούν και άλλα και κυρίως η νεόκοπη εργασία μου, μην αναφέρω και την προβληματάρα μου, ελέω παρόχων, με το adsl), αλλά σήμερα με αφορμή ένα ποστ στο ιστολόγιο (όπως ο ίδιος αγαπά να το ονομάζει) του Ίνδικτου, για την αντιμετώπιση των bloggers ως ομάδας με κοινά χαρακτηριστικά, με κοινή αντίδραση και πιθανά κοινή ιδεολογία (και επ’ ευκαιρία του ότι ξανααπέκτησα σύνδεση ανθρώπινη) αντί να γράψω ένα μακροσκελές σχόλιο στο δικό του blog λέω να γράψω ένα ποστάκι σχετικό εδώ. Κυρίως γιατί νομίζω ότι αυτό το ζήτημα της εκπροσώπησης εντάσσεται ως δευτερεύον χαρακτηριστικό σε ένα μεγαλύτερο πρόβλημα που είναι η κριτική του blogoχώρου και η ταξινόμηση των ιστολογίων, η κατάταξή τους σε καλά και κακά, σε χρήσιμα και άχρηστα, σε αποδεκτά και απορριπτέα.
Είναι γεγονός ότι δεν είμαι καιρό στο blogoχώρο, αλλά παρατηρώ, μέσα από τα γραφόμενα, τόσο στον έντυπο, όσο και στον διαδικτυακό τύπο, ότι το φαινόμενο αλλάζει διαστάσεις, διεκδικεί ένα νόημα στο χώρο της γνώσης, της αισθητικής, της διαλεκτικής, των ορίων της κοινωνικής συγκρότησης (και εν τέλει της πολιτικής) και ταυτόχρονα μεταβάλλεται και η αντιμετώπισή του. Οι αρχικές εκφράσεις συμπάθειας των έντυπων, κυρίως, Μ.Μ.Ε. αμβλύνονται από σποραδικά αλλά σημαδιακά αρνητικά σχόλια (τώρα τελευταία και εντός του blogoχωριού), ενώ η προσπάθεια ομαδοποίησης και ορισμού εκπροσώπων τους που εντόπισε ο Ίνδικτος γίνεται όλο και πιο οργανωμένη.
Και αναρωτιέμαι (η πτωχή, πλην τιμία, αν και όψιμη blogger/ιστολόγα): Γιατί αυτές οι ξαφνικές προσπάθειες κριτικής? Τι είναι αυτό που έβαλε τη blogoσφαιρα σε διαδικασίες μέτρησης και ταξινόμησης?
Γιατί, ξαφνικά, γραφόμενα που δεν διεκδικούν κανενός είδους αναγνωσιμότητα, απλά υπάρχουν ως εκφραστική λειτουργία, κρίνονται ως προς την αξία της γλώσσας τους, των περιεχομένων τους, της αισθητικής, της ανταπόκρισης τους στην επικαιρότητα ή την ικανότητά τους να προσελκύουν αναγνώστες?
Ποιος και «τινί δικαίω» αποφασίζει για το τι είναι ενδιαφέρον, σημαντικό και αισθητικά άρτιο και, άρα, μπορεί να βρει βήμα ή είναι ανιαρό, μη συμβατό με (ποια?) αισθητικά κριτήρια και άρα δεν νομιμοποιείται η ύπαρξή του?
Ποιοι είναι αυτοί που δεν συν-φωνούν και αντι-δρούν στο ότι τα κείμενα των blog δεν θέλουν να πληροφορήσουν (για τίποτα άλλο εκτός από τη διάθεση του/της ιδιοκτήτη/τριας?), να επικοινωνήσουν (με κανέναν πλην, ίσως των φίλων και συν-γενών) να δηλώσουν (παρά μόνο την ψυχική διάθεση του/της γράφων/ουσας), άρα δεν επιθυμούν να υπο-δείξουν (τι τα θες? πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι, είπα να μη χρησιμοποιήσω γλωσσολογικά παιχνίδια κι αυτή η παράγραφος βγήκε ντεριντιανό ντελίριο….).
Τι συνιστά blogoθύελλα? Ποιος αποφασίζει για τον αποδεκτό αριθμό των blog και την ταξινόμησή τους ανάλογα με τη σοβαρότητα της θεματολογίας και του στησίματός τους? Προς τι αυτή η μανιχαϊστική προσπάθεια διαχωρισμού των bloggers σε καλούς και κακούς, χρήσιμους ή περιττούς, ενδιαφέροντες ή ανιαρούς, εντός του συνόλου ή υπεράριθμους?
Και τώρα οι καχύποπτες αναρωτήσεις (ξέρετε, αυτές με το σηκωμένο φρύδι...):
Μήπως όλη αυτή η ανησυχία για το επίπεδο των blogs δεν αντικατοπτρίζει παρά έναν «επαρχιωτισμό» των συμβατικών Μ.Μ.Ε., την επιθυμία τους να αυτοπροβάλλονται σε έναν ναρκισσιστικό διάλογο με τον εαυτό τους, ο οποίος καταστρέφεται ή και απλώς παρεκκλίνει από την αντισυμβατική ετερογένεια ενός (έστω και ανιαρού) blogoλόγου?
Μήπως, λέω τώρα εγώ, παρακολουθούμε την εναρκτήρια φάση άλλης μιας έκφρασης (και ταυτόχρονα υποδαύλισης) της πολιτι(σμι)κής αγοραφοβίας της κοινωνίας μας, εκφραστές της οποίας είναι αυτή η reductio (που θα έλεγε και ο Βέλτσος) στα κριτήρια τόσο κριτικόσυγγραφέωνειδικών που εντρυφούν σε χώρους όπως η δημοσιογραφία, όσο και γενικότερων σχολιαστορητοροαναλυτοδιανοούμενων υπερασπιστών των (σε όλα τα επίπεδα) ιερών και των οσίων ενός (φασματικού) λαού?
Μήπως, τελικά, το εκτός των ορίων στο οποίο οδηγείται και ανθεί ο (μη)χώρος των ιστολογίων, δυσχεραίνοντας τη χειραγώγηση της πνευματικής (προσωπικής) και πολιτικής (δημόσιας) ζωής του υποκειμένου, ενεργοποιεί τα εξαρτημένα ανακλαστικά των χειραγωγικών μηχανισμών της εξουσίας (όλες οι μεγάλες εφημερίδες και τα κανάλια στήνουν ιστοχώρους, χρήστες μηνύονται για links στα ιστολόγιά τους, γίνονται δικαστικές παρεμβάσεις για τα περιεχόμενα, δημοσιεύονται αυτόκλητες ρυθμιστικές κριτικές, κηρύσσονται ομιχλώδεις σταυροφορίες συλλογικής δράσης κάτω από κοινότοπους αποδεκτούς στόχους (λίγο οικολογία, λίγο ανθρωπισμός, λίγο ακτιβισμός), διάφοροι δε blogoκήνσορες περι-φέρονται στα ιστολόγια αναρτώντας επικριτικά σχόλια στα μη συντασσόμενα blog, εμφανίζονται και οι (από μηδένα οριζόμενοι ή ψηφιζόμενοι) εκπρόσωποι των bloggers) πάντα στο όνομα ενός υψηλού ιδανικού?
Τα ιστολόγια δημιουργήθηκαν από ανθρώπους που δεν αποζήτησαν (εσκεμμένα και πιεστικά) τον αναγνώστη, το κείμενο δεν στοχεύει σε κάποιο μάτι, που θα το διαμορφώσει (κατά Derrida), αλλά, στην ίδια τη γραφή. Γράφοντας, οπισθοβατικά για τον εαυτό τους, (με τη διττή έννοια του όρου) βγήκαν έξω από αυτόν. Αναζητώντας το κείμενο, βγήκαν έξω από αυτό, ψαύσαν τα όρια του. Με αυτό το διπλό ταξίδι εντός και εκτός εαυτού και κειμένου εντόπισαν και την ουσία του κειμένου και την περατότητα του εαυτού τους.
Καλό θα ήταν λοιπόν να αφεθούν στην ησυχία τους…..