"H ομορφιά του παρελθόντος είναι το αποτέλεσμα, όχι ο λόγος της νοσταλγίας"
Μ. Foucault

Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2008

.. Χριστούγεννα...

Και ξαφνικά μου 'ρθε μια φλασιά (που λεει και το καμάρι μου)! Μήπως έφτασαν τα Μεταχριστούγεννα?

Μήπως έφτασαν εκείνο το βράδυ, που φλεγόμενο το δέντρο του Κακλαμάνη ενέταξε τη γιορτή σε νέα συμφραζόμενα, και επαναπλαισίωσε την εμπειρία του γιορτινού βίου? Μήπως εκείνο το απόγευμα, που γύρω από το (περιφρουρούμενο από αμήχανους ματατζήδες) δέντρο νούμερο δύο, ξέφρενοι διαδηλωτές σ’ έναν παιδιάστικο γύρω-γύρω όλοι πετούσαν σκουπίδια, η πραγματικότητα άλλαζε από τον σπινθήρα της επαφής δυο αντίθετων πόλων και τα Μεταχριστούγεννα εγκαθιδρύονταν ως η οριστική εκδοχή της γιορτής? Μήπως εκείνο το απόγευμα κρεμώντας τα στολίδια που του έπρεπαν στο παρακμιακό δέντρο ενός δημοτικού ταγού, που (όπως είπε πάνω κάτω και ο Ε. Αρανίτσης και πολύ μου άρεσε) το μόνο του ενδιαφέρον ήταν να σβήσει από τη μνήμη των πολιτών αυτό που μόλις τους είχε σημαδέψει, οι νεαροί διαμαρτυρόμενοι ενταφίασαν για πάντα τα Νεωτερικούγεννα που βίωνε η πόλη εδώ και πολλά χρόνια?

Μήπως η στιγμή που ο Κακλαμανοδήμαρχος παρήλαυνε με την μπάντα του, επιχειρώντας να εντάξει στανικώς την πενθούσα και ανάστατη πόλη στον γνωστό προεόρτιο καταναλωτικό παροξυσμό της, γίνεται το κομβικό σημείο αποδόμησης των Νεωτερικούγεννων νοηματοδοτημένων από φωτισμένες και έμφορτες βιτρίνες? Μπορεί η παράτα και η πεισματική δήλωση «εγώ θα κάνω τα Χριστούγεννα ότι και να γίνει» γίνεται ο μηχανισμός εξάρθρωσης των Νεωτερικουγέννων της συμβολικής επαιτείας μεροκαματιάρηδων μεταναστοΑηΒασίληδων με λυμφατικά πόνυ και φτηνές ψηφιακές μηχανές?

Η εικόνα των βιαστικά επιδιορθωμένων καταστημάτων και των ωρυόμενων νοικοκυραίων καταστηματαρχών να παραινούν τους πολίτες να κατέβουν στο κέντρο της πόλης όχι για να πενθήσουν ή να διαμαρτυρηθούν, αλλά να καταναλώσουν, επιχειρεί να στείλει τις εικόνες της εξέγερσης στο χθες. Μια κοινωνία video-clip προσπαθεί να εναλλάξει με εικόνες προκάτ χαράς, τις εικόνες του ζόφου, ώστε ν’ ακυρωθεί το νόημα αυτού του ζόφου πριν αποκρυπτογραφηθεί από τους πολίτες και καταστραφεί η εμπεδωμένη ιδέα που υπάρχει για τα γεγονότα και τη μεταξύ τους σχέση. Μήπως, όμως, οι αντικατεστημένες, κούκλες έχουν ήδη εκκινήσει τη διαδικασία μετάβασης σ’ έναν μεταονειρικό κόσμο μεταμορφωμένων αντικειμένων, όπου η νοηματική λειτουργία διεκδικεί ξανά το πρωτείο της έναντι του φαίνεσθαι?

Μπορεί τα εξεγερμένα αγόρια και κορίτσια σκαρφαλωμένα στα αλογάκια του καρουζέλ να γελοιοποιούν τον καπιταλισμό, ενεργοποιώντας την ανατολή μιας υπερρεαλιστικής μεταχριστουγεννιάτικης ουτοπίας, όπου συγκροτούνται νέες μορφές κουλτούρας και ζωής? Μήπως το καρουζέλ γίνεται χώρος πληρούμενος από μια καθολική αίσθηση ελευθερίας και αυτοπραγμάτωσης, που επαναπροσδιορίζει το νόημα των Χριστουγέννων, επιστρέφοντάς το στους αρχέγονους συμβολισμούς του?

Μήπως ο κυκλωτικός χορός των διαδηλωτών ενταφιάζει (έστω και προσωρινά –δεν πειράζει– εμένα μου δημιούργησε μια αισιοδοξία) αυτή τη νεωτερική χυδαιότητα που λάθρα και ανευλαβώς αλλοίωσε και σταδιακά εξαφάνισε το (μπολιασμένο με λαϊκές δοξασίες, μυθικά φορτία και προχριστιανικά συμβολικά συστήματα) μήνυμα των προνεωτερικοΧριστουγέννων? Μπορεί η φάτνη της Βηθλεέμ, βαμμένη κόκκινη από τον θάνατο ενός άλλου θλιβερού αγοριού, φωτισμένη από τις φωτιές κάποιων άλλων φευγάτων παιδιών, αποστερημένη από τα πλαστικά δώρα ύποπτων μάγων και δυσοίωνων γκουρού, να ξανασυμβολίζει την αλλαγή του τρόπου ερμηνείας του πραγματικού? Μήπως, έτσι, επανερχόμαστε στο ζητούμενο των Πρωτουγέννων, ως γέννηση του θανάτου που δεν είναι άλλο από μια διαφορετική σχέση του ατόμου με τον εαυτό του, με τη φύση, την κοινωνία και την κουλτούρα, με τον έτερο?

Μήπως οι λεηλασίες ακριβά κοστολογημένων σάκων κοκακολΑηΒασίληδων, μπροστά σε κάμερες ασφαλείας, αντικατέστησαν τα συνήθη ζαχαρωμένα θεάματα ενός μικροαστικού τηλεοπτικού κοινού, καταγγέλλοντας τη χολυγουντιανοδυτική εκδοχή των Χριστουγέννων? Μήπως η κατάλυση των ορίων του συστήματος ανέτρεψε τη για χρόνια επιβαλλόμενη τάξη των στοιχείων του, που μέσα από μια γελοία πολιτική ορθότητα και την αντίστοιχη σχετικοκρατία αυτού που οι υπερρεαλιστές ονομάζουν «μη αναγκαστική σήμανση, μη δεσμευτική ερμηνεία» μας έτρεφε με γκροτέσκους ΆηΒασίληδες (ακόμη και με τη μορφή της Γούπι Γκολντμπεργκ), α-νόητα ξωτικά (άλα Ντάντλεϊ Μουρ) και φωτεινομύτηδες καταταναλωμεταφέροντες ταράνδους? Μήπως οι βιβλικές (κατά τους τηλεοπτικοαστεροπαρουσιαστές) καταστροφές σηματοδότησαν (όπως και κάθε βιβλική ανατροπή) το πέρασμα σε μία νέα γη (ή έναν νέο ουρανό –ανάλογα με τη θεωρία) την έναρξη της αναζήτησης της δύναμης ανανέωσης των πραγμάτων, της πάλης με τα όρια που πρέπει να ξεπεραστούν?

Μήπως το αναρχικό, ελευθέριο, ανατρεπτικό πνεύμα των Χριστουγέννων που σε λανθάνουσες μορφές επεβίωνε τόσες εκατοντάδες χρόνια ξεπρόβαλε καθώς η οικονομική (και η συνεπακόλουθη κοινωνική κρίση) έσπαζε τη βιτρίνα της κατανάλωσης? Μήπως τα τούβλα των εξεγερμένων οδήγησαν τα Νεωτερικούγεννα στο χθες και να ξανάβγαλαν στον δρόμο το πνεύμα των Χριστουγέννων που αφορά στην καθολική απελευθέρωση του ατόμου από τους κάθε λογής πειθαναγκασμούς, στη συλλογική χειραφέτηση της κοινωνίας από ιδεολογήματα και αμαρτίες και στην επαναμάγευση του Κόσμου.

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2008

τι θελκτικές στ αλήθεια...

Φίλη που αγαπώ πολύ, πολύ, πολύ μου έστειλε το εξής e-mail, με νομίζω ανάρτηση από κάποιο blog:

Πάντα το πίστευα και εξακολουθώ ακράδαντα να το πιστεύω πως εμείς, οι δάσκαλοι, μπορούμε να σώσουμε τον κόσμο. Ακόμη και μόνοι μας. Αν είμαστε δυο σε κάθε σχολείο, τότε το θαύμα φαντάζει τελειωμένο. Μην πω για τρεις ή περισσότερους, γιατί δεν είμαι ρομαντικός.
Ακούστε λοιπόν την ιστορία του κούκου.
Διδάσκει ένα μάθημα δευτερεύον ή τριτεύον. Είναι πατέρας τεσσάρων παιδιών, άρα με πολλές υποχρεώσεις στο σπίτι.
Κι όμως...
Στο γυμνάσιό του κάνει θαύματα. Στα διαλείμματα είναι στη βιβλιοθήκη και διαβάζει σε συνέχειες για όσα παιδιά θέλουν λογοτεχνία. Κι όταν η ιστορία θυμίζει τον πατέρα του, δε διστάζει να δακρύζει μπροστά στα παιδιά.
Άλλοτε πάλι στο διάλειμμα είναι στο προαύλιο και παίζει με τα παιδιά του σχολείου του.
Τις Κυριακές και τις αργίες και τις συνδικαλιστικές αργίες πάλι στο σχολείο για το θεατρικό παιχνίδι ή για να στολίσει με τα παιδιά το σχολείο.
Τα απογέματα της Κυριακής 3 ώρες θεατρικό παιχνίδι, για να αποβάλουν τα παιδιά τυχόν αναστολές, φοβίες κτλ.
Κι αμέσως έπειτα προβολές ταινιών, όπως "Σινεμά ο Παράδεισος", Ἡ ζωή είναι ωραία", "Δάσκαλος χορωδίας" και άλλες παρόμοιου επιπέδου.
Τα παιδιά τρέχουν με λαχτάρα στο σχολείο τις αργίες, τα απογέματα. Όταν τα ειδοποιήσει. Τρέχουν στο σχολείο, όπως ο καθένας μας πηγαίνει εκεί που θα ήθελε να είναι περισσότερο από οπουδήποτε αλλού. Δεν τρέχουν, για να καταστρέψουν το μισητό χώρο του σχολείου.
Αυτός είναι ένας δάσκαλος που θα βοηθήσει δεκάδες, εκατοντάδες παιδιά να αγαπήσουν τη ζωή και να αγωνιστούν με θάρρος γι' αυτήν. Και θα τα καταφέρουν. Και θα θυμούνται σε όλη τους τη ζωή το δάσκαλό τους, τον κ. Γανωτή, και θα του λένε στα όνειρά τους:
Mille merci, monsieur professeur. Mille merci.


Ξεκίνησα, λοιπόν, να της απαντώ... Μετά θυμήθηκα το από ανάλογο chain mail ποστ στης Abttha πριν από μερικές μέρες και πόσο τα είχα πάρει... Μετά μου ήρθε στο μυαλό και οοοοοοόλη αυτή η περιρρέουσα χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα περί προσφοράς, χαράς, αλληλεγγύης και καλής προαίρεσης και φυσικά εξερράγη..... Και αναρωτήθηκα (που καιρό είχα να αναρωτηθώ):

Γιατί να τα ακούει μόνο η Ν.????

Δεν είναι ευκαιρία ΚΑΙ να διώξω και από μπροστά το γλυκανάλατο, που μου χαλά τη διάθεση μόλις μπω στο βλόγον ΚΑΙ να ξαναβρώ τον παλιό κακό και είρωνα εαυτό μου????

Και έκανα την απάντηση ποστάκι (της ξεπέτας, που λέει και η just me, αλλά ΟΚ, τον τελευταίο καιρό, δεν είμαι και στις εμπνεύσεις μου και τρώγεστε κι εσείς και κυκλοφορείτε τέτοια κείμενα, ενώ θα έπρεπε να γνωρίζετε, ότι λειτουργούν ως θρυαλλίδα στον κυνισμό μου....) για τον κούκο και την ιστορία του. Και δεν αναρωτιέμαι πλέον αλλά βρίσκομαι σε φάση πλήρη; άρνησης, καθώς για μένα ο κούκος (που καλά θα ήταν να θυμόμαστε ότι ΔΕΝ φέρνει την άνοιξη), όπως και κάθε ήρωας τέτοιων γλυκανάλατων κείμενων, δε λειτουργεί παρά ως άλλοθι ώστε η συντεταγμένη πολιτεία να αποποιηθεί τις ευθύνες τις, ώστε να μπορέσει ανενόχλητη να κάνει το ΤΙΠΟΤΑ που λέει και η γελοιογραφία στο ποστάκι της mamma...

Η αδιαφορία, η απροθυμία και η ανικανότητά της να δημιουργήσει θεσμούς πρόνοιας για τα άτομα με ειδικές ανάγκες, καλύπτονται πίσω από τις ιστορίες των καλών γονιών και συμμαθητών που χειροκροτούσαν τον αυτιστικό (όχι ότι τα παιδιά με αυτισμό είναι άτομα με ειδικές ανάγκες, χρησιμοποιώ την προσέγγιση της ανάρτησης) Σέι...

Η αδιαφορία, η απροθυμία και η ανικανότητά της να δημιουργήσει σχολεία και εκπαιδευτικό σύστημα της προκοπής καλύπτονται πίσω από τις ιστορίες του δασκάλου κούκου, της καθηγήτριας κουκουβάγιας και των εκπαιδευτικών φραγκόκοτων μη ΣΕ πω, που δουλεύουν εθελοντικά και παραβλέποντας όλες τους τις προσωπικές ανάγκες....

Η αδιαφορία, η απροθυμία και η ανικανότητά της να δημιουργήσει σωστό σύστημα υγείας (με αποτέλεσμα θανάτους σαν της Αμαλίας), καλύπτονται πίσω από τις (συνήθως ψευδείς) ιστορίες πολυπληθών κινητοποιήσεων για να θεραπευτεί το άρρωστο παιδάκι από το Κάτω Λουμπουτιστάν...

Η αδιαφορία, η απροθυμία και η ανικανότητά της να δημιουργήσει κράτος πρόνοιας καλύπτονται πίσω από εκτενείς περιγραφές για φιλανθρωπικά γκαλά και εβδομάδες μόδας για αργόσχολες κοσμικές με ευαίσθητα τσιντσιλά κρεμασμένα στις πλάτες τους....

ΑΡΚΕΤΑ, λοιπόν, με όοοοολες αυτές τις προβοκατόρικες διηγήσεις, με όλα αυτά τα mail-αλυσίδες, με όλες αυτές τις αναρτήσεις ανθρωπιάς, καλοσύνης και (ειδικά τώρα τα Χριστούγεννα) προσφοράς στον συνάνθρωπο, που το μόνο που προσπαθούν να κάνουν είναι να μας πείσουν ότι τα πράγματα δεν πάνε καλά γιατί ΕΜΕΙΣ οι πολίτες είμαστε ελλειμματικοί....

ΑΡΚΕΤΑ με όλα αυτά τα γλυκανάλατα κείμενα που μας βομβαρδίζουν προσπαθώντας να μας πεισουν ότι ΔΕΝ φταίει η συντεταγμένη πολιτεία, με τους (στρεβλούς) θεσμούς και τα (συμφεροντολογικά) πλέγματα μηχανισμών της που δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες των πολιτών της, αλλά οι ίδιοι οι πολίτες που δεν παρουσιάζουν περίσσευμα ψυχής..

ΑΡΚΕΤΑ, με αυτή τη διασπορά ενοχών, γιατί μέλημα μου είναι να τραφώ, να αντεπεξέλθω στις ανάγκες μου, γιατί θεωρώ τη συμμετοχή μου στον συνδικαλισμό δικαίωμα και υποχρέωση, γιατί θέλω να ζήσω το παιδί μου, αντί να προσπαθώ να συμπληρώσω τις ελλείψεις του κράτους, μέσα από μια ατομικότητα χωρίς συνέχεια και συνέπειες....

ΑΡΚΕΤΑ με αυτή την ιστορία της συλλογικής και ατομικής ευθύνης του καθενός όπου εν τέλει εγώ, ο εδικός φρουρός, ο Εφραίμ, ο Στυλιανίδης, ο Αλαβάνος, οι πακιστάνοι, ο Βουλγαράκης, ο κουκουλοφόρος, ο στρατηγός άνεμος, οι κουμπάροι, ο Προκόπης, ο Καραμανλής jr και ο Θέμος (ο γάτος μου) επιμεριζόμαστε ίσο ποσοστό ευθυνών για ένα σύστημα που απαιτεί από τον πολίτη αυτό που ΔΕΝ του παρέχει.....

ΑΡΚΕΤΑ, με αυτή την υπόρρητη προσπάθεια να φορτωθούν οι ευθύνες του κράτους στις δικές μου (πολύ μικρές, όπως έλεγε και ο Σαββόπουλος) πλάτες....



Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2008

... θα ξαναμιλήσεις?

Πάνε χρόνια που είναι γυμνή και μόνη της....

Πάνε χρόνια που δεν ξεκινούν απ’ το Λευκώριον φέρουσες πέπλα, με ιστορημένες τiς μάχες της, οι παρθένες της πόλης...

Πάνε χρόνια που οι πολίτες της δεν έρχονται σε λιτανεία σεβαστική με παιάνες και λαμπάδες να αποθέσουν άνθη, καρπούς και αίμα στα πόδια της....

Πάνε χρόνια που δεν χαϊδεύει το πρόσωπό της καπνός θυμιάματος από σιωπηλούς ιερείς και σεμνές αυλητρίδες....

Πάνε χρόνια που δεν καταθέτουν στο βωμό της το στεφάνι της νίκης κάθιδροι εύανδροι ιππείς...

Πάνε χρόνια που δεν χορεύουν στον περίβολο για την ευλογία της έφηβοι με λάδι στον θώρακα, στα μπράτσα, στις λαγόνες...

Πάνε χρόνια που τη θλίβει ο θρήνος των θυγατέρων του Ερεχθέα για την αρπαγή των δυο αδερφών τους...

Πάνε χρόνια που μέσα από τη σκεπή, τιναγμένη στον αέρα, τα βράδια το θάμβος της πόλης την αφήνει με έναν μουντό ανάστερο ουρανό...

Πάνε χρόνια που σε πέτρες αριθμημένες αντανακλάται ένας ήλιος θαμπός και σκληρός που της καίει τα μάτια...

Πάνε χρόνια που η συλημένη περικεφαλαία δεν προστατεύει τ’ αυτιά της από ήχους, κλαγγές, βοές μιας υδροκέφαλης πόλης...

Πάνε χρόνια που βλέπει σιδηρόφρακτους στρατούς να παρελαύνουν στις θύρες του ναού της, καλύπτοντας με σκόνη και θάνατο το στήθος της...

Πάνε χρόνια που τη φυλακίζουν γελαστές και γελασμένες ορδές σε ασπρόμαυρες και έγχρωμες αναμνήσεις...

Πάνε χρόνια που ο ποιητής ακούμπησε το μάγουλο στην κολώνα της, προσπαθώντας ν’ ακούσει την ανάσα της και να της δώσει τη δική του...

Πάνε χρόνια που κάτω απ’ το χιτώνα της έκρυψε τους εφήβους που λύτρωσαν τη σάρκα της από γαμψά νύχια...

Πάνε λίγες μόνο ώρες που οι γιοί και οι κόρες αυτού του αιώνα κρέμασαν μπρος στα σανδάλια της νέο πέπλο και στείλανε το μήνυμά τους στα πέρατα της γης...

Πάνε ώρες που οι νομοταγείς και σώφρονες, θεωρώντας διασυρμό το άσεμνο πέπλο, αποκαθήλωσαν την αντίσταση...

Και την αφήσαν ακόμα πιο γυμνή... ακόμα πιο μόνη...

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

... δίχως εσένα...

Από την Κυριακή είμαι στους δρόμους φορτωμένη δικούς μου και αλλότριους στεναγμούς[i]. Τα μάτια μου είναι πρησμένα από τα δακρυγόνα, ο λαιμός μου καίει απ’ τις φωτιές και τα πόδια μου από τα γόνατα και κάτω δεν τα νοιώθω απ’ το περπάτημα.

Τόσο περπάτημα μ’ ένα κείμενο θλίψης μέσα στο βλέμμα μας[ii] κι όμως δεν έχω προχωρήσει βήμα. Κάθε φορά που γυρνώ το κεφάλι μου προς τα πίσω είμαι στην Τζαβέλα κι ο 15/χρονος (που ντρέπομαι πια ν’ αποκαλέσω με το μικρό του, έτσι όπως το έπιασαν στα στόματα τους –σε μια επίδειξη οικειότητας, σε μια προσπάθεια οικειοποίησης– και το βεβήλωσαν πολιτικοί, δημοσιογράφοι και ταγοί) πέφτει νεκρός.

Μου είναι κόπος να παρακολουθώ τηλεοράσεις, blog, ραδιόφωνα γεμάτα αποδείξεις βίας της πάνοπλης εξουσίας απέναντι στα εύθραυστα σώματα των εξεγερμένων παιδιών, μου είναι δύσκολο να κυκλοφορώ στην ενημέρωση αναζητώντας τις στάχτες της φωτιάς όπου κάηκα[iii].

Ανοίγω το TraceIP και με τρομάζει η έξαρση των επισκεπτών που αναζητούν μια πληροφόρηση, μια εικόνα και το μόνο που βρίσκουν είναι η ψυχή μου κομμένη με οδυνηρό ψαλίδι σε μικρά φύλλα, μικρά χαρτιά, αστραπές μικρές[iv].

Θέλω ν’ αλλάξω την ανάρτησή μου, θέλω να γίνω άλλου είδους νερό, άλλου είδους γλώσσα[v], θέλω να σπρώξω λίγο πιο κάτω αυτό το ποστ με τα ονόματα τόσων νεκρών, που η σιωπηλή παρουσία τους έμαθε την Ελλάδα πώς σιωπή δεν υπάρχει[vi]. Θέλω να γυρίσω στην εποχή της αθωότητας, τότε που οι λέξεις μου ανάβρυζαν σιωπή και χαμόγελο[vii], τότε που μπορούσα να γκρινιάζω για τα Χριστούγεννα και να καμαρώνω τα λογάκια του παιδιού μου, το οποίο περπατά με τα μάτια της δυο χιονοθύελλες[viii] στις πορείες της Αθήνας, αλλά χώρια από μένα, μακριά από μένα και με την ευλογία των δακρύων, των λουλουδιών και των μπαλονιών στα ΜΑΤ ν’ απαλύνουν τη θλίψη και την οργή της. Θέλω να φτιάξω μια ανάρτηση γελαστή αλλά η καρδιά μου είναι τρυπημένη απ’ τα βλέμματα χιλιάδων παιδιών, είναι γιομάτη καρφωμένα μαχαίρια[ix] και δεν τολμώ.

Δεν βρίσκω τι να γράψω για να πάω παρακάτω, με την ψυχή μου ένα σπήλαιο σιωπής[x]. Δεν καταλαβαίνω πώς και με τι να ερευνήσω τον χρόνο, το χώρο, τη μάζα της ύλης[xi]. Δεν ξέρω πώς να διώξω από το πρώτο πλάνο την εικόνα του νεκρού αγοριού. Μια εικόνα που γελάει, αντίθετα από τις εικόνες της μακριάς σειράς των νεκρών που προηγήθηκε, εικόνες σωμάτων καθημαγμένων από την εξουσία. Ο μικρός Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος αντιπαραθέτει μια γελαστή όρθια εικόνα του στις εικόνες ξαπλωμένων, διασωληνωμένων, παγωμένων σωμάτων, συντριμμένων από τη σύγκρουσή τους με την εξουσία.

Απέναντι στις πληγές, τους μώλωπες, τους πόνους και τον επιθανάτιο τρόμο των Λαμπράκη, Πέτρουλα, Κουμή, Κανελοπούλου, Καλτεζά, Τεμπονέρα, ο νεαρός (εν δυνάμει όπως και κάθε 15-χρονος) μαθητής μου αντιπαραβάλλει μια τυφλή οπή, το δάγκωμα του σκορπιού.

Ο μικρός πρίγκηπας Gregory, φύσει και θέσει όχημα της εξουσίας και των μηχανισμών καταστολής της, χάνεται δαγκωμένος απ’ αυτήν στο κέντρο της λίμνης και στο χαμό του την παρασέρνει στον πάτο. Αυτή η βύθιση, ωστόσο, ξεκόλλησε μια ολόκληρη κοινωνία από τον πάτο, όπου ήταν χρόνια τώρα κολλημένη. Της έδωσε έναν παλμό και μια ζωντάνια που τα είχε ξεχάσει.

Βρήκε ξανά την οργή της, άρχισε να αρθρώνει τα διάχυτα και αόριστα ερωτήματα, και να βαδίζει ενάντια στην εξουσία που υποθηκεύει τη ζωή και το μέλλον των παιδιών με βήματα βαριά που ακούγονται υπόκωφα ως μέσα στη μήτρα της γης[xii].

Η κοινωνία, άνοιξε τα μάτια της και βάλθηκε ποτάμι ξεχειλισμένο που έχει κατακλύσει το φράγμα του ήλιου[xiii] να καταδιώκει κραυγάζοντας αυτούς που δεν έπραξαν τίποτα δεν αναγνώρισαν τίποτα, που βυθισμένοι σε μια εκκωφαντική σιωπή δεν ανέλαβαν καμιά ευθύνη.

Ήλπιζα πώς απόψε το βράδυ, γυρνώντας από τη σιωπηλή διαμαρτυρία στο Σύνταγμα, όπου κατόρθωσα να κλάψω πλάι στην κόρη μου, μαζί με την κόρη μου, πώς μετά από αυτό το βράδυ ίσως να έσπαγε ο μαγικός κύκλος της βίας και να κατόρθωνα να γράψω κάτι αισιόδοξο όμως, ακόμη και με τη βοήθεια του Βρεττάκου, δεν τα καταφέρνω... ακόμα νοιώθω το στήθος μου σα να πήρε ένα δάσος φωτιά και να κάηκαν τα 24 γράμματα[xiv]



[i] Αποχαιρετισμός στην οδό Καραΐσκου

[ii] Αδιέξοδο

[iii] Αποχαιρετισμός

[iv] Η διανομή

[v] Ανθρακωρύχος

[vi] Ο χορός του κορυδαλλού

[vii] Ανασύνθεση

[viii] Ένας αητός

[ix] χρέος

[x] Ώρα 12 τη νύχτα

[xi] Επική ποίηση

[xii] Το αφηνιασμένο άλογο

[xiii] Η βρύση του πουλιού

[xiv] Μαίναλο

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

... τους έχει λησμονήσει...

Κάθε γενιά έχει τους νεκρούς της στις συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής:

Η γενιά του 1-1-4 είχε τον Πέτρουλα...

Η γενιά του Πολυτεχνείου είχε τον Διομήδη Κομνηνό...

Η γενιά της μεταπολίτευσης είχε τον Κουμή και την Κανελλοπούλου...

Η γενιά Χ είχε τον Καλτεζά...

Κι αυτή η γενιά, η γενιά των 700 ευρώ έχει τον Αλέξανδρο, τον Gregory...

Η ειδοποιός διαφορά είναι ότι
ενώ για τις προηγούμενες γενιές υπήρξε σύγκρουση εκφρασμένη κι ο νεκρός ήταν το θύμα της...
ενώ για τις προηγούμενες γενιές υπήρξε διακύβευμα εμφανές κι ο νεκρός ήταν το θύμα του...
ενώ για τις προηγούμενες γενιές ο μπάτσος στάθηκε στο ταξικό και επιχειρησιακό του μετερίζι κι ο νεκρός ήταν το θύμα του...
ενώ για τις προηγούμενες γενιές ο νεκρός ήταν το θύμα λόγω της συνεπούς ταξικής και πολιτικής του στάσης...

Ο νεκρός αυτής της γενιάς,
είναι το θύμα μιας αποσαρθρωμένης πολιτικά και πολιτισμικά κοινωνίας
είναι το θύμα ενός αόρατου μέλλοντος
είναι απλά, οριστικά και ανεπανόρθωτα το θύμα του ανεξέλεγκτου, νομιμοποιημένου αλλά χωρίς άλλοθι τσαμπουκά της εξουσίας...

Δυο μητέρες νομίζουν ότι είναι μόνες


Ο γιός της σκοτώθηκε πριν έξι μήνες.
Τώρα κάθε πρωϊ που ανοίγει την πόρτα της
είναι ένα πένθος. Νομίζεις πως βλέπεις,
έξω από χρόνο και χώρο το πένθος.
Το βράδυ το ίδιο
Σπρώχνει την πόρτα
σα να σωριάζεται. Μπαίνει τρεκλίζοντας,
ανάβει το φως. Η μαύρη της μπόλια
είναι λυμένη. Οι άκρες της κρέμονται
ως κάτου το πάτωμα. Στον τοίχο, αντίκρυ της,
η εικόνα ταράζεται. Η Παναγία τη βλέπει,
τρέμουν τα χέρια της, θα της φύγει θαρρείς, θα της πέσει το βρέφος της.

Τα χείλη της σφίγγονται, η κόκκινη
μαντήλα της παίζει. Θέλει να την
βοηθήσει, αλλά -το σπίτι είναι έρημο.
Δεν έχει σε ποιον ν' αφήσει
σ' αυτόν
τον κόσμο για μια στιγμή το παιδί της

Νικηφόρος Βρεττάκος

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

... θάνατος...


Έγκλημα....
Ότι λόγια κι αν χρησιμοποιήσεις.... όπως κι αν το πεις....
Απλά έγκλημα....

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2008

μια φωνή...

14.10: Εκατοντάδες γονείς γύρω από μια πλατεΐτσα, σε αναμονή των μαθητών που σχολάνε κι εγώ περιμένω....
14.15: Το αυτοκίνητο παρκαρισμένο σε μια γωνία ως Κομανέντσι κατά την έξοδό της από τη δοκό κι εγώ περιμένω....
14.25: Τεράστια καγκελόπορτα που ανοίγει και αρχίζουν να ξεχύνονται πάνω από 1500 μαθητές όλων των ηλικιών κι εγώ περιμένω....
14.30: Δεκάδες πούλμαν βγαίνουν κορνάροντας, οδηγοί σχολικών που τσακώνονται με γονείς για να περάσουν κι εγώ περιμένω....
14.35: Τα αυτοκίνητα φεύγουν, οι αυλές αδειάζουν, γονείς παραλαμβάνουν τα καμάρια τους κι εγώ περιμένω....
14.40: Ο δρόμος αδειάζει, ο φύλακας ξανατραβά την καγκελόπορτα, τα τελευταία λυκειόπαιδα στην πλατεία καπνίζουν (κακώς), γελούν (καλώς) κι εγώ περιμένω....
14.45: Ξάφνου, εντοπίζω το καμάρι μου στο περίπτερο, κατεβαίνω απ’ το αυτοκίνητο και προχωρώ προς το μέρος της...

Φτάνω δίπλα της κι αυτή ακόμα στο περίπτερο προσηλωμένη σε κάτι παντελώς ασαφές....
-Ν.!!!!
Γυρνά, με κοιτά με απορημένα και χαμογελαστά μάτια....
- Μισό λεπτό έκανα... Πήρα σοκολάτες!!
Μου δείχνει δυο μικρές λάκτες στα χέρια της από τις οποίες ήδη έχει βγάλει τα αλουμινόχαρτα και μασουλάει....
Προχωρώ προς το αυτοκίνητο και την ψέλνω, για το στήσιμο που τρώω συστηματικά, για την ώρα που μου τρώει το κωλοσχολείο καθημερινά, για το φαγητό που δεν θα θέλει να φάει....
Ξαφνικά σταματώ....τόσην ώρα μιλώ στον αέρα... ΔΕΝ είναι δίπλα μου...
Γυρνώ... Προχωρά δυο βήματα πίσω μου μπουκωμένη τις σοκολάτες, έχει κάνει τα αλουμινόχαρτα συρματάκια και τα χώνει σκανταλιάρικα στα ρουθούνια της!!!!!!!!

- ΤΙ κάνεις παιδί μου?????
- .....
- ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ????
- ... Σεεεε.... ακούω...?

- Και ΤΙ λέω?????
- ....
- ΚΑΙ ΤΙ ΛΕΩ???????
- ... Νααα... μηβάζωχαρτάκιαστημύτημου....?

Ζω ημέρες Ιονέσκο, η μάνα ή μου φαίνεται??????


Υ.Γ. Καλό μήνα απανταχού γονείς....

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2008

... κόκκινη καρδιά...

ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ - ΜΠΕΝΦΙΚΑ 5-1
Oh yes!!!!!!!!

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008

... έχω ξοφλήσει...

Έχω μια διάθεση πάντα αρνητική και αποφεύγω να αναφερθώ σε γεγονότα όσο αυτά είναι στην επικαιρότητα. Δεν ξέρω γιατί αλλά νοιώθω μια αμηχανία, παρακολουθώντας την εξέλιξή τους. Διαρκώς έχω την αίσθηση, ότι όποια και να είναι η έκβασή τους πάντα νομιμοποιείται, πάντα είναι το νομοτελειακό και φυσικό τους τέλος. Πάντα νοιώθω πως ό,τι και να πω (είτε επιβεβαιώνεται είτε διαψεύδεται), υπάρχει ένα κενό σκέψης, υπάρχει ένα διαφεύγον νόημα...

Μακρύς πρόλογος, ε? Ναι αλλά απαραίτητος, για να μπορέσω να ξεφουρνίσω τη σοφία μου τώρα που η απεργία πείνας έληξε, τώρα που υπάρχει ένα τέλος (ευτυχώς, ευτυχές) στην κινητοποίηση. Για να μπορέσω να πω αυτό που τριγυρίζει στο νου μου όλες αυτές τις μέρες που εξελίσσεται το δράμα (με την αρχαιοελληνική έννοια της λέξης), για να σταθεί δυνατό να εκφράσω το παράδοξο που εντοπίζω σε όλη την ιστορία:

Οι φυλακισμένοι απείλησαν την πολιτεία με την εξουδετέρωση (ως το σημείο της εξαφάνισης) του σώματος τους, αυτού ακριβώς του σώματος που συνιστά (συμβολικά και πραγματικά) την απειλή για την πολιτεία. Και η Πολιτεία προσπάθησε να συντηρήσει, να επαναφέρει (ακόμη και με τη βία) στην ενάργεια αυτό το σώμα που αψηφά την εξουσία της και που όσο θα υφίσταται θα συνιστά μια απειλή γι αυτήν.

Η προφανής απάντηση είναι ότι η Πολιτεία μεριμνά για τους πολίτες της ανεξάρτητα από την ηθική τους κατάσταση. Η πραγματική (λέω εγώ δανειζόμενη τη λογική και τη φιλοσοφία του σοφού παππού Foucault) είναι ότι ο θάνατός τους σηματοδοτεί τη διαφυγή από την εξουσία της. Το άτομο, ακόμη και με την απλή δήλωση της απόφασής του να περάσει στο επέκεινα και μάλιστα με έναν εκκωφαντικά σιωπηλό τρόπο, υλοποιεί την επαναστατικότερη των πράξεών του και εκφεύγει οριστικά από τις ρυθμίσεις, τους ομαλοποιητικούς κανόνες, την επιτήρηση και την πειθάρχηση της Πολιτείας.

Από τη στιγμή που η νεωτερικότητα μετάθεσε την εξουσία από το σώμα, τη φυσική υπόσταση του ηγεμόνα (L’ état cest moi – Το κράτος είμαι εγώ), αναγκαστικά μετέθεσε και το σημείο άσκησης αυτής της εξουσίας. Ενώ ο ηγεμόνας ασκούσε την εξουσία του πάνω στη ζωή με την επιβολή του θανάτου, η νεωτερική γραφειοκρατική διακυβέρνηση ασκεί την εξουσία της πάνω στη ζωή φροντίζοντάς την (κοινωνικό κράτος, συστήματα υγείας, εκπαιδευτικοί θεσμοί), ρυθμίζοντάς την (μείωση βρεφικής θνησιμότητας, προσπάθειες αύξησης του προσδόκιμου ορίου επιβίωσης), απλώνοντας όμως έτσι ένα αδιόρατο δίχτυ, επιτηρήσεων, ελέγχων, ρυθμίσεων και περιορισμών (με τις ιδεολογίες για την παχυσαρκία, τις απαγορεύσεις του τσιγάρου –η παλαιότερα του αλκοόλ– με παρεμβατικές καμπάνιες στη σεξουαλική ζωή των ατόμων).

Ο θάνατος από κορυφαία εκδήλωση της εξουσίας, από υπέρτατο σημείο άσκησης της εξουσίας μετατρέπεται στο σημείο που εκφράζεται η αποτυχία της. Κάθε θάνατος, ατύχημα, απώλεια συνιστά το σημείο κακής εφαρμογής των κανόνων της. Ακόμη και η επιβολή της θανατικής ποινής νομιμοποιείται μόνο από την απειλή που συνιστά για τη ζωή των υπολοίπων (των νομοταγών) ο παρεκκλίνων. Το ελάχιστο έγκλημα δεν αφορά μόνο στο πραγματικό θύμα. Ο εγκληματίας συνιστά μια οιονεί απειλή για την ίδια την εξουσία, επιτίθεται σε ολόκληρη την κοινωνία. Ο παραβατικός γίνεται ο κοινός εχθρός, που πρέπει να απομονωθεί και σε ακραίες περιπτώσεις να εκλείψει.

Η επιβολή όμως των ποινών και η εκτέλεσή τους έχει διαφοροποιηθεί ριζικά, τόσο ως προς τη μορφή της όσο και ως προς τη στοχοθεσία της. Από τις δημόσιες σωματικές ποινές και τους θανάτους/θέαμα (από τους ραβδισμούς και τις κρεμάλες στις δημοσιές της Ιγγλετέρας ως τους δημόσιους αποκεφαλισμούς της Γαλλικής επανάστασης), το δημόσιο εξευτελισμό και τον συμβολικό ή πραγματικό ακρωτηριασμό (από το κούρεμα και τη διαπόμπευση των τεντιμπόηδων της δεκαετίας του 1960 –με τον περίφημο νόμο 4000– ως τους δημόσιους ακρωτηριασμούς χεριών στις πλατείες των ισλαμικών χωρών) με στόχο όχι την αναμόρφωση του ενόχου αλλά τον παραδειγματισμό των υπολοίπων, περάσαμε στον εγκλεισμό, την απόσυρση του σώματος του ενόχου από τη δημόσια θέα. Το σώμα που (εν τέλει) τιμωρείται με τον εγκλεισμό δεν είναι πια ένα σώμα, είναι η έδρα του λάθους της ζωής και η τιμωρία, που στόχος της πια είναι να παραδώσει αναμορφωμένο το άτομο, αποκτά ως όριο μόνο το ίδιο το σώμα του.

Αυτή, άρα, η απειλή του θανάτου του κρατουμένου διαπερνά τον τοίχο, που λειτουργώντας απομονωτικά, κρατώντας τους ενόχους εκτός της κοινωνίας των νομοταγών και ταυτόχρονα, περιορίζοντας τη γνώση του έξω κόσμου για τη ζωή κατά την εκτέλεση της ποινής υπενθυμίζει τη δυνατότητα της εξουσίας να τιμωρεί. Η απειλή του εκούσιου θανάτου ακυρώνει το συμβολισμό της φυλακής. Ο κρατούμενος μετατρέπει τον θάνατό του από ιδιωτική μοναχική υπόθεση, σιωπηρά βιωνόμενη, στο τραγικό δημόσιο συμπλήρωμα μιας κοινωνίας του θεάματος. Ο θάνατος δεν είναι απλά η απώλεια ενός ατόμου, γίνεται μια ρωγμή στο κοινωνικό σώμα από το οποίο η εξουσία κινδυνεύει να κατρακυλήσει στο κενό.

Ναι, η Πολιτεία, κατά κάποιον τρόπο υποχώρησε, δεσμεύτηκε να λάβει μέτρα για τη βελτίωση της διαβίωσης κατά την εκτέλεση της ποινής. Ναι η απεργία πείνας σταμάτησε, οι κρατούμενοι δεν κινδυνεύουν από τους εαυτούς τους.

Και έτσι οι τοίχοι μπορούν να ξανακλείσουν πίσω μας, τα κάγκελα να υψωθούν μπροστά τους και η εξουσία να διασφαλίσει τη συνεχιζόμενη επιβολή της

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2008

Όχι στο Όνομά μας

Με αφορμή το πρωτόγνωρο κύμα απεργιών πείνας από τους κρατούμενους στις Ελληνικές φυλακές αλλά και την εγκληματική αποσιώπησή του από τα κυρίαρχα ΜΜΕ, για τη Δημοκρατία και την προάσπιση των βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων καλούμε όλους όσους διατηρούν μπλογκς, διαδικτυακά φόρα και όχι μόνο να δημοσιεύσουν ταυτόχρονα και συντονισμένα στις 20 Νοεμβρίου 2008, ημέρα Πέμπτη, το παρακάτω κείμενο και όλους του χρήστες του διαδικτύου να το υπογράψουν.

Όχι στο Όνομά μας


Είναι απαράδεκτη η κατάσταση στις ελληνικές φυλακές. Είναι κύριο θέμα η ριζική αλλαγή του σωφρονιστικού συστήματος”.

Κάρολος Παπούλιας, 6/11/08


Είμαστε άνθρωποι – κρατούμενοι. Άνθρωποι, λέω”

- Βαγγέλης Πάλλης, Κρατούμενος, 9/11/08


Από τις τρεις Νοεμβρίου μία εκκωφαντική κραυγή συνταράσσει τα θεμέλια της Δημοκρατίας μας. Από τις τρεις Νοεμβρίου σύσσωμοι οι κρατούμενοι όλης της χώρας κατεβαίνουν σε απεργία πείνας διεκδικώντας το αυτονόητο : τη χαμένη τους αξιοπρέπεια. Απέναντί τους αντιμετωπίζουν την εκκωφαντική σιωπή των κραταιών ΜΜΕ και την παντελή αδιαφορία της πολιτικής ηγεσίας. Σε αυτές τις πρακτικές όσοι υπογράφουμε αυτό το κείμενο ΔΕ ΣΥΝΑΙΝΟΥΜΕ.


Η κατάσταση στις Ελληνικές φυλακές είναι απερίγραπτη και μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο με τη σκληρή γλώσσα των μαθηματικών. Στα κατ’ επίφαση “σωφρονιστικά” ιδρύματα της χώρας έχουν καταγραφεί συνολικά 417 θάνατοι την τελευταία δεκαετία, ενώ ο ρυθμός τους έχει απογειωθεί σε τέτοιο σημείο, ώστε σήμερα να σβήνουν στα χέρια του κράτους τέσσερις άνθρωποι το μήνα. Η πληρότητα αγγίζει το 168% (10.113 κρατούμενοι για 6.019 θέσεις) με την αναλογία χώρου για κάθε άνθρωπο να φτάνει σε περιπτώσεις το 1τμ. Με ημερήσιο κρατικό έξοδο ανά κρατούμενο τα 3,60 Ευρώ τα συσσίτια που παρέχονται είναι άθλια, οι υποδομές θυμίζουν μεσαίωνα και η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη είναι ελλιπέστατη. Συγχρόνως, το Ελληνικό δικαστικό σύστημα στέλνει στη φυλακή έναν στους χίλιους κατοίκους της χώρας με τους έγκλειστους χωρίς δίκη (υπό προσωρινή κράτηση) να αγγίζουν το 30% του συνολικού αριθμού των κρατουμένων. Αν η ποιότητα μίας Δημοκρατίας κρίνεται από τις φυλακές της, τότε η Δημοκρατία μας ασθμαίνει. Αν η τιμώρηση παραβατικών συμπεριφορών με εγκλεισμό γίνεται από το κράτος στο όνομα της κοινωνίας, τότε για την κατάσταση στις Ελληνικές φυλακές είμαστε όλοι υπόλογοι, με συντριπτικές όμως ευθύνες να αναλογούν στην κρατική μηχανή. Σε αυτή την πραγματικότητα όσοι υπογράφουμε αυτό το κείμενο απαντούμε ΟΧΙ ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΑΣ.


Τα στοιχεία που αποκαλύπτονται από επίσημους φορείς για τις Ελληνικές φυλακές σκιαγραφούν εικόνα κολαστηρίων. Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων (2007) διαπιστώνει βασανιστήρια, απάνθρωπη μεταχείριση και απειλές κατά της ζωής κρατουμένων, σειρά παραβιάσεων αναφορικά με τις συνθήκες κράτησης, ελλείμματα στη διερεύνηση και τιμωρία των ενόχων, αποσιώπηση περιστατικών βίας με την συμπαιγνία ιατρών και φυλάκων, απαράδεκτες συνθήκες ιατρικής περίθαλψης και ιατρικού ελέγχου στους κρατούμενους κλπ. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει εκδώσει σειρά καταδικαστικών για την Ελλάδα αποφάσεων που αφορούν κακομεταχείριση ή/και παραβιάσεις άλλων δικαιωμάτων κρατουμένων από σωφρονιστικές αρχές. Η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου έχει πάρει απόφαση - καταπέλτη για τα κακώς κείμενα στις φυλακές, προτείνοντας άμεσες δράσεις για την επίλυση τους. Ο Συνήγορος του Πολίτη διαμαρτύρεται για την παντελή έλλειψη συνεργασίας των αρμόδιων κρατικών φορεών μαζί του, λόγω της οποίας έχει ουσιαστικά απαγορευτεί η είσοδός του στις φυλακές της χώρας τα τελευταία δύο χρόνια. Οι δικηγορικοί σύλλογοι όλης της χώρας, μη κυβερνητικές οργανώσεις, όπως η Διεθνής Αμνηστία, και πολλοί πολιτικοί/κοινωνικοί φορείς καταγγέλλουν την απαράδεκτη κατάσταση και ζητούν ευρύτερη συνεργασία για το ξεπέρασμα του προβλήματος. Αν ανθρώπινα είναι τα δικαιώματα που πρέπει να απολαμβάνει κάθε ανθρώπινο ον, κάθε στέρησή τους στις Ελληνικές φυλακές αποτελεί ανοιχτή πληγή για την κοινωνία μας. Σε αυτή την κατάσταση όσοι υπογράφουμε αυτό το κείμενο απαντούμε ΝΑ ΣΠΑΣΕΙ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΤΟ ΑΒΑΤΟ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ.


Με την απεργία πείνας οι κρατούμενοι καταφεύγουν στο τελευταίο οχυρό αντίστασης, που τους έχει απομείνει, το σώμα τους. Είχε προηγηθεί έσχατη έκκλησή τους προ μηνός προς τους ιθύνοντες να ενσκήψουν στο πρόβλημα, καθώς δεν πήγαινε άλλο. Για να λύσουν την απεργία πείνας ζητούν την ικανοποίηση αιτημάτων, που αποκαθιστούν την χαμένη τους αξιοπρέπεια και επανακτούν τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματά τους, αιτημάτων συγκεκριμένων, αξιοπρεπών και άμεσα υλοποιήσιμων. Απέναντι στις κινητοποιήσεις των κρατουμένων η πολιτική ηγεσία εξαντλεί τη δράση της σε αδιαφορία, υποσχέσεις και καταστολή των κινημάτων τους. Τυχόν αδιαφορία και αναλγησία της πολιτικής ηγεσίας όμως και σε αυτή τη φάση θα σημαίνει νεκρούς απεργούς πείνας. Στη μετωπική λοιπόν σύγκρουση που επιλέγουν οι κρατούμενοι της χώρας για τη διεκδίκηση των ανθρωπίνως αυτονόητων δε μπορούμε να μένουμε απαθείς σταυρώνοντας τα χέρια και περιμένοντας τις ειδήσεις των θανάτων από τις απεργίες πείνας αλλά θα σταθούμε αλληλέγγυοι. Αν η περιφρούρηση της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων επιβάλλουν την επαγρύπνιση όλων μας, τώρα είναι λοιπόν η στιγμή να πάρουμε θέση όλοι απέναντι στο πρόβλημα χωρίς αδιαφορίες και υπεκφυγές.


Απέναντι στην τεταμένη κατάσταση στις φυλακές όλης της χώρας όσοι υπογράφουμε αυτό το κείμενο καθιστούμε την πολιτική ηγεσία απολύτως υπεύθυνη για ό,τι συμβεί και απαιτούμε άμεσα την τόσο θεσμική όσο και στην πράξη ΕΓΓΥΗΣΗ ΤΩΝ ΒΑΣΙΚΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ.


Την 21η Νοεμβρίου το κείμενο αυτό θα σταλεί σε όλα τα μέλη του κοινοβουλίου και σε όσο το δυνατόν περισσότερους φορείς μέσων μαζικής ενημέρωσης με την προτροπή της αναδημοσίευσής του. Το κείμενο προς αποστολή θα φέρει τους υπερσυνδέσμους (URL) από όλες τις ιστοσελίδες, που το υιοθέτησαν.

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2008

... Στο παιδί μου...


Γράφω ποιήματα μέσα στα πλαίσια που ορίζουν οι υπεύθυνες υπηρεσίες
Που δεν περιέχουν τη λέξη Ελευθερία, τη λέξη Δημοκρατία
Δεν φωνασκούν: κάτω οι τύραννοι ή: Θάνατος στους προδότες
Που παρακάμπτουν επιμελώς τα λεγόμενα φλέγοντα γεγονότα
Γράφω ποιήματα άνετα και αναπαυτικά για όλες τις λογοκρισίες
Αποστρέφομαι τετριμμένες εκφράσεις όπως: σαπίλα ή καθάρματα ή πουλημένοι
Εκλέγω σε πάσα περίπτωση την αρμοδιότερη λέξη
Αυτή που λέμε "ποιητική": στιλπνή, παρθενική, ιδεατώς ωραία

Γράφω ποιήματα που δεν στρέφονται κατά της καθεστηκυίας τάξεως....
(Μανώλης Αναγνωστάκης: Απολογία νομοταγούς)

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2008

... Κι ἡ Πηνελόπη η φρόνιμη...

Υπάρχει η νομιμοποίηση της κριτικής? Ποιος νομιμοποιείται να κρίνει και πότε?

Πάντα αναρωτιέμαι αν γι αυτά που διαβάζω, που βλέπω, που ακούω υπάρχει κάποιος που τον αφορά η παρ-ανάγνωσή μου, η παρ-όραση, το παρ-άκουσμά μου και η απάντησή μου βγαίνει πάντα αυθόρμητα: Όχι, κανείς, αφού στην πραγματικότητα αδυνατώ (κι ούτε που θέλω άλλωστε) να νομιμοποιήσω την κριτική μου, αδυνατώ να εμπεδώσω την ιδέα του κρίνειν, την ηθελημένη επιλογή ανάμεσα σε δύο πόλους τον θετικό και τον αρνητικό.

Μην μπερδευτείτε, όμως. Μέσω της αδυναμίας μου, τιμώ και θαυμάζω απεριόριστα τους κριτικούς γιατί θεωρώ ότι στέκονται σε μια διασταύρωση. Βρίσκονται, ακριβώς στον χιασμό επιστημοσύνης και ποιητικής, μόνο που, νομοτελειακά, η επιστημολογία ανάγεται στο ισχυρό μέλος του χιασμού και (υποκλέπτοντας από την ποιητική το όπλο της, τη ρητορική) αντί να επικοινωνεί έναν νόημα, κοινωνεί ένα επι-νόημα (που θα έλεγε και ο Βέλτσος, -θα σας πεθάνω στα λινκάκια, σήμερα, πάρτε το απόφαση).

Κι αυτά που διαβάζεις, ακούς, βλέπεις και συστήνεις ή αποτρέπεις τους φίλους/ες σου από το να κάνουν το ίδιο? Συνιστούν κριτική? Μπααα! Εγώ το ονομάζω προτίμηση και αυτό στέκεται σε ένα άλλο σταυροδρόμι. Αυτό της εμπειρίας και της μοναδικότητας μου. Μπορεί οι προτιμήσεις μου να αντιφάσκουν αισθητικά, να χάσκουν νοηματικά, ν’ απειλούν ή να δυσαρεστούν την ατομικότητα άλλων και κυρίως να πρήζουν τον καλό μου, αλλά η απάρνησή τους αντιτίθεται στην ηθική επιταγή της αυτονομίας μου –λέω, τώρα εγώ (και συμφωνεί μαζί μου και ο παλαιός των διανοητών ο Derrida). Έτσι λοιπόν, έχω μια λίστα δίπλα στα ποστ μου με τη γνώμη μου γι αυτά που διαβάζω, όπου κάθε κρίση μου παραμένει αυθαίρετη και αναιτιολόγητη μη διεκδικώντας αξία θεσφάτου, περιχαράσσοντας ωστόσο τη μοναδικότητά μου.

Εκεί, λοιπόν, πάνω-πάνω στη λίστα εδώ και κάνα τεσσάρι-πέντε μέρες βρίσκεται η Ντία Μέξη-Τζόουνς με την Πηνελόπη και τον Τζόνι της κι ενώ είχα αποφασίσει απλά να τους ταξινομήσω με όλη τη χαρά που μου πρόσφερε η ανάγνωσή τους, τελικά κάτι (που είπε η Penelope, αλλά δεν το ομολογώ, έτσι κι αλλιώς αυτή ξέρει) με κάνει να θέλω να γράψω κάτι παραπάνω. Όχι εν είδει κριτικής (αφού θεωρώ ότι δεν διαθέτω ούτε τα επιστημονικά φόντα, ούτε την ηθική νομιμοποίηση ν’ αξιολογήσω και να ταξινομήσω ένα έργο) αλλά σαν ένα ποστ διαλόγου με τη φίλη μου, σαν ένα ποστ ένταξης σε μια λέσχη ανάγνωσης (που εγκαινίασε ο Ντροπαλός) του έργου της κας. Μέξη-Τζόουνς, όπου συζητώντας για τον Τζόνι, αποδεχόμενοι τη μυθοπλασία του Τζόνι, διαπιστώνουμε ότι αναγιγνώσκουμε και γράφουμε διαφορετικά, πιθανά μιλώντας και για διαφορετικά πράγματα.

Το "Ο Τζόνι κι εγώ" είναι ένα κείμενο με αυτοβιογραφικές προεκτάσεις που στέκεται ανάμεσα στη μυθοπλασία και την αυτοαναφορά κι έτσι, αν με ρωτάτε –που δε με ρωτάτε, αλλά θα σας πω anyhow–απαιτεί μια σπειροειδή κατανόηση, μια αναγνώριση των κειμενικών του λειτουργιών και όχι μια ερμηνεία (όπως μας ματα-ξανα-λέει ο μπερδεμενομπερδευτικός Βέλτσος). Η Penelope, η διαδικτυακή περσόνα της κας Ντίας Μέξη Τζόουνς (που για μένα την αντικαθιστά –χωρίς να την υποκαθιστά– αφού η διαδικτυακή της υπογραφή, με την οποία τη γνώρισα, αυτονομήθηκε –όπως ήταν προορισμένη να κάνει– από τον/την κάτοχό της σε μια αδιάλειπτη περιπλάνηση) σε ένα βιβλίο-ημερολόγιο, με γραμμική εξέλιξη (μεγάλη ανακούφιση, μετά απ' όλα αυτά τα διακειμενικά και α-χρονικά μεταμοντέρνα που με/μας -αν θέλετε- κατατρύχουν) και που συνεχώς παραπέμπει στον εαυτό του, απλώνει τον μύθο της σε τρεις άξονες:

Της ανατροπής –κι αν η Οδύσσεια ήταν Πηνελοπιάδα?

Της γλώσσας – η ουσία της γλώσσας γράφεται πάντα σε μια και μοναδική γλώσσα?

Της ταυτότητας –αναγγέλλεται η ταυτότητα, αποδίδεται ή κατακτάται?

Η ανατροπή απαντά στη ρήση ενός σπουδαίου φιλοσόφου (νομίζω του Χάρρυ Κλυνν) τη δεκαετία του 80, ότι η δυστυχία του Έλληνα είναι ότι είναι ένας άνθρωπος-αλλού. Όπου και να βρίσκεται θέλει να βρεθεί κάπου αλλού. Και σ’ αυτή την περιπλάνηση υπάρχει πάντα πίσω μια υφαίνουσα-ξεϋφαίνουσα Πηνελόπη στην αναμονή. Αν όμως...

Αν αντί για τον Οδυσσέα ταξίδευε για το αλλού η Πηνελόπη, πώς θα είχε εξελιχθεί το ομηρικό έπος? Αν η Ωγυγία δεν ήταν στη Μεσόγειο, αλλά στον Ατλαντικό κι αν η Καλυψώ ήταν Τζόνι, πώς θα είχε εξελιχθεί η ιστορία του σεβάσμιου επικού?

Η περιπλάνηση της Πηνελόπης είναι μια θηλυκή απάντηση κατανόησης απέναντι στον επεκτατισμό, τον θάνατο και τον ιμπεριαλισμό της περιπλάνησης του Οδυσσέα. Η Πηνελόπη δεν αντιμάχεται τους Λωτοφάγους, τους προσφέρει τις συνταγές της, δεν τυφλώνει τους Κύκλωπες, τους αναγκάζει να σωπάσουν, δεν κλέβει τα βόδια του Ήλιου, τα ανταλλάσσει με τα καλούδια της θείας και της μητέρας της. Η Πηνελόπη δε χώνει το σπαθί της στο λαιμό της Κίρκης για να λύσει τα μάγια της, χώνει το αλβιονάκι στην αγκαλιά του Τζόνι. Δεν διεκδικεί την επιστροφή της σπίτι (που έτσι κι αλλιώς δεν είναι σίγουρη αν είναι η Ωγυγία ή η Ιθάκη), δεμένη στο κατάρτι για να αποφύγει τη γοητεία των Σειρηνών, κατεβαίνει απ’ το πλοίο και επιβάλλει τη δική της γοητεία συνομιλώντας στη γλώσσα τους.

Μια γλώσσα, που το εκπληκτικό παιχνίδι της Penelope με τη μορφή και το περιεχόμενο (η φωνητική απόδοση των λέξεων της Αλβιόνας), την αδειάζει από το νόημά της. Η απώλεια της λατινικής μορφής της λέξης, εξατμίζει το σημαινόμενό της. Στο κείμενο της, η Penelope γίνεται η Βαβέλ, (που δεν είναι το όνομα του πύργου, όπως μαθαίναμε παιδιά, αλλά έτσι ονομάζει ο Θεός τον εαυτό του την στιγμή που καταστρέφει τον πύργο –της νόησης– για να επιβάλλει τη γλωσσική διαφορά) και μεταφέρει τις λέξεις της Αλβιόνας στην Ελλάδα, μετατρέποντας τες σε κενά σημαινόμενα.

Η ελληνική μορφή μεταγράφει το βρετανικό νόημα (με την έννοια της νοητικής κατασκευής) αφ' ενός ομολογώντας τη διαφυγή του, αφ' ετέρου παραπέμποντας στο βαθύτερο φόβο της απώλειας του ίχνους της γλώσσας που ενώ δίνει τη μορφή αφήνεται πίσω. Το νόημα της Αλβιόνας αενάως διαφεύγει από την Penelope ενώ την ίδια στιγμή υφέρπει εντός της, αποζητώντας να γεμίσει το κενό της λησμονούμενης γλώσσας. Κι έτσι, η Ελληνίδα πλάνης (για την οποία θα ήτο υπερήφανος ο σοφός εκλιπών Derrida) ταλαντεύεται ανάμεσα στα δυο νοήματα που κομίζουν εναλλάξ το διαβατήριο και η ταυτότητα.

Μια αμφιβάλλουσα ταυτότητα, η οποία με το (επίσης) πολύ έξυπνο εύρημα του πιο προσωπικού εγγράφου της Penelope, που πότε εμφανίζεται πότε εξαφανίζεται αναδεικνύει τον ενδότερο φόβο της Penelope: την απομάκρυνση από τον ίδιο τον εαυτό της. Κάθε φορά που η ταυτότητα αναγγέλεται, κάθε φορά που οριοθετείται η ένταξη, λαμπιόνια που αναβοσβήνουν μες στο μυαλό της Penelope σχηματίζουν τη φράση: προσοχή παγίδα. Η διστακτικότητα της Penelope για το πού θα σταθεί το εκκρεμές της ζωής της μετατρέπεται σε κρίση ταυτότητας που φτάνει να την απειλεί με το πρόσωπο μιας άλλης στην ταυτότητα της.

Και φυσικά, η οριστική στάση του εκκρεμούς έρχεται με το παιδί. Η Penelope διαιρείται, αποκτά τον έτερο εαυτό, τον άλλο (στην περιπτωσή της την άλλη) πέρα από τον εαυτό. Κι αυτή η άλλη, το αλβιονάκι της, αγκυρώνει την Penelope στο χώμα της Αλβιόνας. Η ταυτότητά της τής προτείνεται από τον τόπο και τον χρόνο, αλλά εμπεδώνεται, τελικά, από τον καρπό της., από την ίδια. Η Penelope και το αλβιονάκι τη στιγμή που βρίσκουν η μια την άλλη κάνουν και ένα δώρο η μία στην άλλη. Στο αλβιονάκι, προσφέρεται μια αμβλύνουσα τη βρετανικότητα, συσσωρευμένη κληρονομιά 3000 ετών (αδειασμένη επάνω της με το όνομα Σοφία), από τη μητέρα, τη γιαγιά, τη θεία και μια μακριά σειρά γυναικών της γενιάς της που φτάνει ως τη μυθική Πηνελόπη, την ίδια στιγμή που το αλβιονάκι προσφέρει στη μητέρα της τη ρίζα. Το αλβιονάκι χαρίζει στην Penelope το χώμα της Αλβιόνας, του Τζόνι, του αδερφού, του πατέρα, του παππού και μιας μακριάς σειράς ανδρών της γενιάς της που φτάνει ως τον δυσοίωνο Beowulf.


Εγώ πάντως Penelope dearest (για να κλέψω και τη ritsmas) θα βγάλω το βιβλίο από την τσάντα μου, θα το βάλω στη λίστα με τα διαβασμένα-κερδισμένα και θα περιμένω το επόμενο.

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2008

...Δύο, φυσικά ... ο ένας τον άλλο...

Είκοσι-δύο χρόνια πριν, σαν σήμερα, φίλησα για πρώτη φορά τον καλό μου (γιατί αν περίμενα να με φιλήσει αυτός, ακόμη εκεί θα ήμασταν στην Τσακάλωφ, εγώ σκαρφαλωμένη στα σκαλάκια του Κουασιμόδου για να είμαι σε ένα αξιοπρεπές ύψος κι αυτός να με κοιτάζει μ' αυτά τα λίγο μεθυσμένα από τη νύχτα στον Γκολέ, χρυσαφιά και αναποφάσιστα μάτια).

Κι εκεί, σ' εκείνο το σκαλάκι, άρχισε ο πόλεμος κι εγώ είκοσι-δύο χρόνια τώρα μετρώ συντριβές...
Γιατί κάθε προσπάθειά μου να διερευνήσω πού στέκομαι, πού βρίσκομαι, προς τα πού με πηγαίνουν τα πράγματα, κάθε προσπάθειά μου να σχεδιάσω μια πραγματικότητα για μένα σκοντάφτει στη βύθιση του σώματός μου στο σώμα του..

Είκοσι-δύο χρόνια τώρα διολισθαίνω σ' ένα κενό δίχως τέλος...
Γιατί κάθε λέξη του που μού απευθύνεται, κάθε ματιά του που στρέφεται προς εμένα δημιουργεί ένα ρήγμα στο πραγματικό, κατασκευάζει μια άλλη γλώσσα, τη γλώσσα του ανείπωτου, του ανέκφραστου, τη γλώσσα που αποτελεί τη μοναδική εκφορά αυτού που εγώ και μόνο εγώ αποκρυπτογραφώ....

Είκοσι-δύο χρόνια τώρα αιωρούμαι σε μία αφόρητη αντίθεση του υπαρκτού με το τίποτα...
Γιατί κάθε μέρα μου μακριά του με υποχρεώνει στην οικειοποίηση του κενού, τη βίωση μιας απώλειας και κάθε μέρα μου μαζί του εξατμίζει τη διάσταση της ατομικότητάς μου, ανασύροντας την αποδοχή μιας θεμελιακής δυαδικότητας στην εσωτερική μου ολότητα...

Είκοσι-δύο χρόνια τώρα αδυνατώ να ανακαλύψω τους τόπους μέσα μου...
Γιατί κάθε εγώ που εκφέρω γίνεται αυτόματα εκείνος, ένα άλλο άτομο που καταλαμβάνει τη θέση μου, γιατί η ατομικότητά μου υλοποιείται με την ταυτότητα μαζί του, η περιχάραξη της εαυτότητας μου γίνεται δυνατή μόνο μέσα στο πρόσωπό του....

Είκοσι-δύο χρόνια τώρα ένα δίχτυ λεχθέντων με τυλίγει ασφυκτικά...
Γιατί κάθε άρθρωση διαφωνίας παραπέμπει σε μια πρόσωπο με πρόσωπο αντιπαράθεση αλήθειας διακοπτόμενης από χάσματα και ρήγματα, παρεξηγήσεις, επιστροφές, καθυστερήσεις, σημεία και σημαινόμενα ενός άναρχου διαλόγου όπου διαρκώς αποκαλύπτεται η αδυνατότητα της συμμετρίας της σχέσης μας, χωρίς την ασυμμετρία...

Δεκαέξι, δε, χρόνια τώρα βιώνω τις έσχατες συνέπειες της σχέσης...
Γιατί κάθε μέρα εδώ και δεκαέξι τόσα χρόνια κοιτώ τη Ν. και συνειδητοποιώ στην ανάδυση αυτού του τέλειου νέου όντος, στην εκπλήρωση της φράσης της Παλαιάς Διαθήκης: "και έκλεισε τη σάρκα ξανά στη θέση της", ότι ο καλός μου μού πρόσφερε το μέλλον, τη δυνατότητα να υπερβώ την περατότητα μου...

Είκοσι-δύο χρόνια πριν, ο καλός μου έσκυψε προς το μέρος μου και με φίλησε πρώτη φορά (γιατί αν περίμενε να φύγω και να τον αφήσω ήσυχο, ακόμη εκεί θα ήμασταν στην Τσακάλωφ, αυτός να με κοιτάζει μ' αυτά τα λίγο ζαλισμένα από τη νύχτα στον Γκολέ, χρυσαφιά και χαμογελαστά μάτια κι εγώ σκαρφαλωμένη στα σκαλάκια του Κουασιμόδου να τεντώνομαι στις μύτες προς το μέρος του).

Κι εκεί, σ' εκείνο το σκαλάκι, άρχισε ο πόλεμος κι αυτός είκοσι-δύο χρόνια τώρα μετρά συντριβές...
Γιατί κάθε βήμα του προς την πραγμάτωση του εαυτού του, η χάραξη κάθε γραμμής προσδιορισμού της ατομικής του φύσης, σκοντάφτει στην επαναλαμβανόμενη υποδήλωση ενός αδιαίρετου και συγκεχυμένων ορίων, διφυούς είναι ...

Είκοσι-δύο χρόνια τώρα διολισθαίνει σ' ένα κενό δίχως τέλος...
Γιατί κάθε λόγος μου που φτάνει σε αυτόν, κάθε ματιά μου που στρέφεται προς εκείνον ρηγματώνεται και αποσυνδέεται στις συνάψεις του νου του, ώστε κάθε σκέψη μου να μπορεί να αποκρυπτογραφείται ιδιωματικά μόνο από την σκέψη του...

Είκοσι-δύο χρόνια τώρα αιωρείται σε μία αφόρητη αντίθεση του υπαρκτού με το τίποτα...
Γιατί κάθε μέρα του μακριά μου τον εξωθεί σε μια κίνηση προς εμένα, ανίκανη να επιστρέψει στην αφετηρία της, το πουθενά και κάθε μέρα του μαζί μου διαθλά την αυτοσυνείδησή του μέσα στην απεραντοσύνη του παντού...

Είκοσι-δύο χρόνια τώρα αδυνατεί να ανακαλύψει τους τόπους μέσα του...
Γιατί στη συγχρονία κάθε εγώ που εκφέρει, το σώμα του μέσα στο σώμα μου, τα ίχνη του δέρματός μου στις άκρες των δαχτύλων του, αντιπαραβάλλουν αυτόματα τη διαχρονία ενός εμείς...

Είκοσι-δύο χρόνια τώρα ένα δίχτυ λεχθέντων τον τυλίγει ασφυκτικά...
Γιατί σε κάθε άρθρωση διαφωνίας, αρνούμενης να επεκτείνει τα όρια της ως τη σχάση της πρωταρχικής δυαδικότητας, η κρυφή φωνή της σιωπής ανιχνεύει την ετερότητα σύμφυτη και επιβεβαιωτική της ολότητας της σχέσης...

Δεκαέξι, δε, χρόνια τώρα βιώνει τις έσχατες συνέπειες της σχέσης...
Γιατί κάθε μέρα εδώ και δεκαέξι τόσα χρόνια κοιτά τη Ν. και συνειδητοποιεί, στην ανάδυση αυτού του τέλειου νέου όντος, από την κοινή ρίζα αρσενικού και θηλυκού, ότι χαρίζοντάς του την αθανασία του είδους νίκησα το θνησιγενές της φύσης του...

Update: Εντελώς τυχαία, είδα ότι αυτό είναι το εκατοστό μου ποστ... Δεν είναι bitch το πεπρωμένο???????

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2008

... φρίκη...

Έχω πει να μη γίνω άλλη μια μάνα-blogger. Αλλά επειδή όλοι είσαστε με το παιδί (και το παιδί βεβαίως το ξέρει!) ιδού η συνέχεια...

η πόρτα της Ν.


το σημείωμα της Ν.


το δωμάτιο της Ν....

και φυσικά εγώ

πάσα προσφορά δεκτή

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2008

... λογομαχώντας...

-Που πας παιδί μου?
-Πρώτα πρέπει να πάω στη Φ. και....
-Λάθος, αγάπη μου, πρώτα πρέπει να μαζέψεις το δωμάτιό σου και....
-Λάθος εσύ, μαμά μου, πρώτα πρέπει να είμαι καλός άνθρωπος!
-!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Υ.Γ. Οι διάλογοι με την κόρη μου γίνονται όλο και πιο σουρεαλιστικοί...
Y.Γ2. Καλό μήνα απανταχού γονείς

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2008

...και τουφεκιά...

Κι ήρθε άλλη μια εικοστή ογδόη Οκτωβρίου, ήρθε άλλη μια επέτειος, άλλη μια αφορμή να κατακλυστούμε (ίσως όχι με την ένταση και το πάθος που μας επέβαλε η αλήστου μνήμης επταετία και η μεταδικτατορική κυβέρνηση, η οποία αναζητούσε μια ομοψυχία και μια μεγαθυμία και μια συγχώρεση από κοντά -ένα σάς γμσμε αλλά περασμένα ξεχασμένα- ένα καλό φενγκ-σούι, τέλος πάντων...) από έντυπα και ηλεκτρονικά αφιερώματα, καταθέσεις μνήμης και ψυχής, αφηγήσεις και αναλύσεις ειδημοσύνης.

Ήρθε άλλη μια ευκαιρία να δημιουργηθεί ένα ιστορικό νήμα (το οποίο θα τυλίξει όλους μας, από τον Πρέκα μέχρι τον Άδωνι και από τον Τσίπρα ως την Κανέλη και τον Άνθιμο) με αφετηρία τον Τρωικό πόλεμο και τους άθλους του Ηρακλέους, μη σας πω (και όσοι είναι και στο τσακίρ κέφι της ιστορικής υπερηφάνειας υποπτεύομαι θα το ξεκινήσουν από Ωρίωνα μεριά με την απογείωση των αερόπλοιων που μας –τι ποιους «μας»? εμάς τον περιούσιο- έφεραν σε αυτή την ασήμαντη γη) και τέρμα το αειφόρον (η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει –και κακό σκυλί ψόφο δεν έχει, λέτε να ‘ναι σύμπτωση– δεν τη σκιάζει φοβέρα καμιά) του ελληνικού κράτους να το πω? της φυλής να το πω? του εμείς θα το πω? Η ιστορία γίνεται μια αφήγηση που πραγματεύεται στο εξής τις περιπέτειες ενός κάτι που κινείται κάτω και πέρα από το κράτος και το έθνος. Κάτι που την ίδια ώρα διαπερνά το δίκαιο, που είναι παλαιότερο, και ουσιαστικότερο τόσο από το κράτος όσο και από το έθνος.

Όλες αυτές οι (από τους συμμετέχοντες ενενηντάχρονους πλέον, όσοι ζουν, ως τους ιστορικούς ειδικούς) αφηγήσεις, οι (από τον Τζέημς Πάρη και τον Νίκο Φώσκολο με τον Πρέκα να εξολοθρεύει τους εχθρούς ως μηρμύγκια και την Βουγιουκλάκη να βασανίζεται διότι έλιωσε το ρίμελ, αλλά εκεί αυτή.... ηρωίδα να μη λυγίζει με τίποτα, ως τα ντοκιμαντέρ του Παρασκηνίου και του Εξάντα) κινηματογραφικές απεικονίσεις, οι (από τον Τσώρτσιλ, που επειδή η κοσμική ισορροπία έχει χιούμορ, βραβεύτηκε για την πεντάτομη εκδοχή του τού 2ου Παγκοσμίου Πολέμου με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, ως το Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο του Ελύτη) γραπτές μαρτυρίες συγκροτούν μια γνώση. Μια γνώση κατασκευασμένη από ίδιο τον (στην ευρεία έννοιά του ) κρατικό μηχανισμό για το κράτος. Μια γνώση για το εμείς ως υπηκόους (που νομιμοποιούνται και υποχρεούνται να θεωρούνται προνομιούχοι και υπερήφανοι που είναι υπήκοοι από τους αγώνες τους στα Δερβενάκια, στο Εσκι Σεχίρ, στην Κορυτσά, στην Πάφο και στα Ίμια για την επιβίωση και την μακροημέρευση) αυτού του κράτους. Η ιστορία ως όπλο στα χέρια της πολιτείας, πίσω από τις γραμμές και τις παραγράφους της (ερμηνευμένες από τις φωνές, ενίοτε τις κραυγές και τα δάκρυα των υποκειμένων της) αποκρυπτογραφεί, υπομνύει και καταγγέλλει τους εξωτερικούς (υπονοώντας και στοχοποιώντας ταυτόχρονα) και τους εσωτερικούς εχθρούς ώστε να παραμένει διαρκώς το φάσμα τους μπροστά στα μάτια των υπηκόων και να εξασφαλίζεται η συνοχή ενός (στην ουσία) ταξικά, πολιτισμικά και πολιτικά διαιρεμένου κοινωνικού σώματος.

Το υποκείμενο της αφήγησης, εντασσόμενο τόσο εντός (αφού είναι ο βιώσας) της αφήγησης όσο και εκτός (αφού μεταφέρει και τις εικόνες των άλλων) αυτής, ανάγεται στο νέο ιστορικό και ταυτόχρονα πολιτικό υποκείμενο, αφού αποδέχεται ότι η βιωμένη του αλήθεια (όπου υπερασπιζόμενος τις αξίες του -τη μάνα, τον γιό, το σπίτι του- στο Τεπελένι, σκασίλα του αν ο Ιταλός υποχωρώντας προς την Κορυτσά, ή ο Γερμανός καθηλωμένος δεκατόσες μέρες απέναντι απ’ το Ρούπελ τις μοιραζόταν επίσης) δεν έχει καμία σχέση με τη μη-αξιακη, αλλά καθολικά οριζόμενη αλήθεια των φιλοσόφων. Η αποδοχή αυτή, ωστόσο, δεν εμποδίζει τον αφηγητή να επιδεικνύει ένα θεμιτό πάθος για την επέκταση αυτής της ιστορικής γνώσης, για τη συμπερίληψη, υπό το κράτος της αέναης εξωτερικής απειλής (πότε του Τούρκου, πότε του Σκοπιανού, πότε του εκ βορρά, πότε του εξ ανατολών, anw του παντιόθεν κινδύνου) ή της εσωτερικής συνωμοσίας (πότε των αναρχικών, πότε των κουκουλοφόρων, πότε των λαθρομεταναστών, πότε των ομοφυλοφίλων ενίοτε και της Ρούλας που μοιράζει τον εθνικό πλούτο στα ξενόφερτα τεκνά, λες και χάθηκαν οι έλληνες νταβραντισμένοι) όσο το δυνατόν περισσότερων ατόμων στην αλήθεια του, βοηθώντας έτσι στη δημιουργία μιας ομάδας, μιας κοινότητας, μιας κοινωνίας, ενός έθνους, και εντέλει μιας ενισχυμένης (κατά το μάλλον ή ήττον) πολιτειακής εξουσίας.

Κάθε ιστορική αφηγηματική προσέγγιση δηλώνει, μεν, ένα πάθος για την αντικειμενική (που δεν υπάρχει, εκτός αν είσαι ο Ζουράρις οπότε, εντάξει, έχεις ένα ατού στα χέρια σου, είσαι κολλητός με τον Θουκυδίδη, ίσως και τον Ηρόδοτο) ιστορική γνώση, αποδεικνύει, δε, μια συστηματικά μονομερή ερμηνευτική κατανόηση. Το καταγγελτικό αυτό πάθος, νομιμοποιημένο από την διάρθρωση της αφηγουμένης ιστορίας, γύρω από έναν συμωμοσιολογικό άξονα, όπου το κράτος βρίσκεται διαρκώς υπό την απειλή επίθεσης (θα ‘ρθει η ώρα που θα τον προσκυνάμε τον Λιακόπουλο, που τα είχε όλα καταλάβει και έχει βγάλει στη σέντρα και τους Νεφελίμ και τους Ελωχίμ κι όλα τους τα σόγια) δεν έχει άλλο στόχο, από τη δημιουργία μιας κοινωνικής συνοχής και μιας προθυμίας υποταγής στα εξουσιακά κελεύσματα (για να εξουδετερωθεί και ο στρατηγός άνεμος).

Φυσικά πάντα είναι παρούσα και η αντιπαρατιθέμενη ιστορική αφήγηση, η οποία προσπαθεί μέσω ρηγματώσεων στην κρατούσα ιστορική γνώση, να αποσυνδέσει την απόλυτη βούληση της αυθαιρεσίας της εξουσίας (οι Βατοπαιδινοί να κολυμπούν στη λίμνη Βιστωνίδα, επιχειρώντας να υποκλέψουν τις συνομιλίες των Ζημενσιανών, για να μάθουν σε ποιες μετοχές του 99 έπρεπε να επενδύσουν, πριν κανάς Ζαχόπουλος βουτήξει απ’ τη βεράντα, ακολουθούμενος από τις κατάρες των υπευθύνων των ασφαλιστικών ταμείων που έπρεπε να τον περιθάλψουν) από την ευπείθεια των υποκειμένων (ώστε να τολμήσουν να ζητούν αναδασμό του υφάλμυρου νερού και να ποδοπατήσουν αυτοί τους όρους της συνθήκης Νατούρα). Κι είναι αυτή η αντιπαλότητα (ο Ζέρβας απέναντι στον Βαφειάδη) των ιστορικών αφηγήσεων που επιτρέπει τη δόμηση ενός πεδίου θεμιτής και νομιμοποιημένης σύγκρουσης και διαπάλης (η Αλέκα ενάντια στον Κωστάκη και ο Αλέξης απέναντι στον Γιωργάκη) για τη νομή της εξουσίας. Η σιγουριά της κοινότητας των βιωμάτων (εν προκειμένω ο Γοργοπόταμος, που είχε και ένα γκλάμουρ ξενικό, μια βρετανική εσάνς κι όλο αυτόν αναφέραμε στις σχολικές εορτές) επιτρέπει την ιστορική και συνεπαγωγικά την πολιτική διαπάλη, η οποία λειτουργεί ως εργαλείο κοινωνικής πολιτικής και πολιτισμικής εξέλιξης.

Οι ιστορικές αφηγήσεις, που έχουμε να φάμε στη μάπα όλες αυτές τις μέρες τόσο στη σοβαρή (αντικρουόμενες και παραπληρωματικές αφηγήσεις για το έπος του σαράντα και τη δυστυχία της κατά μόνας και ομαδικής αντίστασης που ακολούθησε από ελασίτες και εαμίτες, από εδεσίτες και ανίδεους που πεθαίναν στα αντίποινα), όσο και στην ανεκδοτολογική τους μορφή (ο καλός έλλην αγωνιστής Χρήστος Πολίτης να κραυγάζει αεράααααα καθώς εξοντώνει τον κακό γερμανό Κομνηνό... τι ήθελε κι αυτός ο χριστιανός να είναι τόσο ξανθός? με τόσους θανάτους πια, πέθανε από κοντά και η καριέρα του), σηματοδοτούν αλλά και γίνονται θεμέλιο των πολιτικών ανακατατάξεων, της ανατροπής των συσχετισμών δυνάμεων και εν τέλει των εναλλαγών εξουσίας. Και κάθε εναλλαγή αφού νομιμοποιήσει τον δικό της ιστορικό λόγο (το ΠΑ.ΣΟ.Κ. να αναγνωρίζει την εθνική αντίσταση, άσχετα αν τελικά, αντίσταση στους γερμανούς, -σύμφωνα με το ποιοι καταθέσαν χαρτιά και πήραν συντάξεις- βρέθηκε να έκαναν οι οκτάχρονοι και οι νεογέννητοι μη ΣΕ πω) δεν μπορεί παρά να αναμένει την ανατροπή και τη ρηγμάτωση (ο Καρατζαφέρης με τον Πλεύρη –μακριά από μας– να προσπαθούν να εμπεδώσουν με δήθεν άσχετες και άγνωστες ιστορίες στο λαϊκό υποσυνείδητο την αθωότητα των Χιτών, των μαυραγοριτών, των δοσιλόγων –κι όταν δεν τους κοιτάμε– ακόμα και των πρωταιτίων της επταετούς δικτατορίας) της ιστορικής της γνώσης και αλήθειας από τους επόμενους διεκδικητές της εξουσίας.

Η ιστορία, σύμφωνα με τον Foucault (βρε, πού ήταν αυτός και άργησε να φανεί?) κάνει κάτι πολύ περισσότερο από το να αποτελεί την καταγραφή των συσχετισμών δυνάμεων, καθώς αυτός ο συσχετισμός, αυτό το πλέγμα εξουσίας που δημιουργείται απ’ αυτόν αποτελούν και την ίδια την ουσία της εξουσίας. Φυσικά τα γεγονότα υπάρχουν (ο Μεταξάς άρθρωσε όντως το Όχι) και φυσικά πρέπει να διατηρηθούν οι μνήμες (όχι, Ν. μου, δεν ήταν ο Κολοκοτρώνης που φώναζε αέρα στα βουνά της Πίνδος), απλά πρέπει να έρθει και στο προσκήνιο αφ’ ενός το πλέγμα της εξουσίας που τα κατέστησε δυνατά (ο φόβος του Μεταξά για την ανατροπή του ήταν ισχυρότερος από τον φόβο του για τους Ιταλούς), αφ’ ετέρου ο απορρέων πολιτικός υπολογισμός που επιβάλλει μια ερμηνεία τους (τελικά το Όχι το είπε ο Μεταξάς όταν κυβερνά η Ν.Δ. και ο λαός όταν κυβερνά το ΠΑ.ΣΟ.Κ.) . Η ιστορία φτάνει πολύ βαθύτερα από την καταλογογράφηση, αφού αυτός που αφηγείται μια ιστορία δεν καταγράφει, κατά που λέει και ο (σοφός αλλά παρεξηγημένος και παρερμηνευμένος) Μακιαβέλι τους συσχετισμούς δυνάμεων. Αντίθετα απεργάζεται τη μετατροπή ή τη διατήρηση των συσχετισμών, την ανατροπή ή την εμπέδωση της διάταξης και τη μεταβολή ή τη διατήρηση της ισορροπίας.

Καθίστε λοιπόν στον διθέσιο (στον τριθέσιο, βάλτε τον τσόγλανο με απλωμένα όλα τα παραφερνάλια: κηρομπογιές, μαρκαδόρους, χαρτιά, γόμες, και όλα τα συναφή, ώστε αφ’ ενός να ακούει –έστω και υποσυνείδητα– αφ’ ετέρου να μη λυσσάει μπαμπά και μπαμπά, μαμά και μαμούνια και σας αποσπά την προσοχή) πάρτε το τηλεκοντρόλ στα χέρια, απλώστε τα αφιερώματα των εφημερίδων στο τραπεζάκι (και μην έχετε τύψεις που δεν σπεύσατε να αγοράσετε το εικοσιοκτωβριανό πόνημα Γκιουλέκα θα το μελετήσετε του χρόνου που θα το δίνουν οι εφημερίδες ως ένθετο) και ξεκινήστε τη συγκριτική ακροανάγνωση(και αναγνωσοακρόαση το ίδιο είναι).

Κι αφού αναρωτηθείτε, αν τελικά υπάρχει ή όχι κοινή αντίληψη της ιστορικής και πολιτικής διάστασης αυτού που ονομάζουμε κράτος, έθνος, φυλης....

Κι αφού αναρωτηθείτε πώς να συλλέξετε όλα αυτά τα χιλιάδες θραύσματα αναστημένης μνήμης και παραγνωρισμένης ή μη βιωμένης εμπειρίας ώστε να επιτευχθεί μια συνεκτική ιστορική αφήγηση...

Κι αφού αναρωτηθείτε, πώς είναι δυνατόν για άλλη μια φορά να έχει δίκιο ο (σοφός γενειοφόρος γέρων) Μαρξ, ότι μέσα από τη διαφορετικότητα των ερμηνειών της ιστορίας από τις κοινωνικές τάξεις νομιμοποιείται η συγκρότηση των συσχετισμών δυνάμεων που αντιπαλεύουν για την εξουσία....

Και αφού αναρωτηθείτε αν το αφιέρωμα αφηγείται μια κωδικοποιημένη ιστορία ή μήπως δομεί μια κοινωνική πραγματικότητα....

Και αφού αναρωτηθείτε γιατί οι ιστορικοί ειδήμονες αναλαμβάνουν το βαρύ έργο να κωδικοποιήσουν τον ιστορικό λόγο και γιατί προσπαθούν (φανερά ή λιγότερο φανερά) να τον εντάξουν πλήρως στις πρακτικές του κράτους....

Κι αφού αναρωτηθείτε τινί δικαίω κάθε ομάδα, χρησιμοποιώντας τις ιστορικές αφηγήσεις και ερμηνείες, προβάλλει το δικό της δίκαιο και τη δική της διεκδίκηση στην εξουσία...

Αφού αναρωτηθείτε για τους μηχανισμούς με τους οποίους η ιστορία ανάγεται στον γενικό λόγο αληθείας των πολιτικών και ηθικών αγώνων.....

Τότε, θα έχει έρθει η ώρα να ανακράξωμεν (λυτρωτικά και) όλοι μαζί:

Ζήτω το όχι!

Ζήτω η 28η Οκτωβρίου!

Ζήτω το έθνος!

Ζήτωσαν όλοι (κι ο Θεός βοηθός)

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2008

... χρόνια σιωπής...

Και ας τελειώσουμε...

Με την Μπλανς στον ψηλότερο πύργο σε ύπνο ατελείωτο, ένα σύννεφο θλίψης τύλιξε τη χώρα και από ευτυχία (να ξερνάς) κατέληξε σε (μελό της δεκαετίας του 60, να ξαναξερνάς) όλη τη χώρα να κλαίει και να οδύρεται και οι γιατροί (καλά, μη φανταστείτε, ούτε ένας Χάουζ, ένας Σέπαρντ, κανείς της προκοπής να κάνει μια ριζοσπαστική διάγνωση, να κλείσει το παραμύθι εδώ και να γλιτώσετε) να μπαίνουν καλήν και να βγαίνουν κακώς από το παλάτι αναζητώντας τη θεραπεία. Το μόνο, βέβαια, που κατόρθωσαν ήταν να καταγραφεί αναλυτικότατα το ιστορικό για τις επόμενες ιατρικές γενεές και όχι μόνο.


Όταν απελπίστηκαν από τους γιατρούς, οι έρμοι οι γονείς, στράφηκαν στο υπερβατολογικό και πιάσαν τους ναούς, τις μονές και της σκήτες αναζητώντας τη λύση σ’ ένα (που δεν ερχόταν) θαύμα. Τι τάματα, τι προσκυνήματα, τι αναθήματα, τι ολονυχτίες, τι εξορκισμοί, τι αφιερώματα, χωρίς να το καταλάβουν βρέθηκε το παλάτι, και οι περιβάλλοντες χώροι, που (με μια αυθαίρετη ερμηνεία από μέρους των μοναχονομομαθών) σήμαινε το σύνολο της παραμυθοχώρας, στην κυριότητα της μονής ΒατοΠΕΔΙΟΥ, που τότε έγινε ΒατοΠΑΙΔΙΟΥ (ευτυχώς που μπαίνετε στο τίμιον τούτο βλόγον και βρίσκετε τις ερμηνείες σε όλες σας τις απορίες), αφού το βασιλοΠΑΙΔΙ ήταν κι αυτό μέσα στα προς ανταλλαγή αγαθά. Οι βασιλείς πήραν έκπληκτοι μια πράξη ανταλλαγής (επικυρωμένη από το Νομικό Συμβούλιο του κράτους) όπου τους πληροφορούσε ότι κατά τη διάρκεια κάποιου προσκυνήματος, με κάποιο χρυσόβουλο, τα είχαν ανταλλάξει όλα με μια καλύβη στα όρια του βασιλείου (εκεί που εντέλει αποσύρθηκαν, αφού φίλησαν μια τελευταία φορά το αγαπημένο τους κοριτσάκι και έζησαν μέχρι το τέλος των ημερών τους) και όλοι οι υπήκοοι μπορούσαν (αν ήθελαν ας έκαναν κι αλλιώς) να εργάζονται ως κολλήγοι (από τον ηγούμενο, πρέπει να βγαίνει αυτή η λέξη) και του μανα(επειδή εκτρέφει μανάρια)στηριού.


Η μονή, από εκείνη τη μέρα και πέρα, επανειλημμένα προσπάθησε να ανταλλάξει το παλάτι με ακίνητα σε εμπορικότερα σημεία (διότι το τάμα του Εφραίμ στη Μεγαλόχαρη ήτο η δημιουργία ιερού εμπορικού κέντρου, όπου θα άνοιγαν καταστήματα πώλησης κομποσκοίνιων πολυτελείας, οίκοι ωτ-κουτύρ με την τελευταία μόδα στα ράσα –μοναχικά και ιερατικά-, εκδοτικοί οίκοι με βιούς αγίων -και λιγότερο αγίων, αλλά που ωστόσο είχαν μέσο-, μουλτιπλεξ κινηματογράφους με μεγάλα ποσοστά κέρδους από το ευλογημένο ποπ-κορν κ.λ.π –φαντάζομαι το ‘χετε το μεγαλόπνοο σχέδιο του φωτισμένου ιερομόναχου). Το εγχείρημα ωστόσο έβρισκε σοβαρό πρόσκομμα στην ύπαρξη του κλειστού δωματίου με την κοιμωμένη Μπλανς, (που όσο να πεις έδινε έναν σπούκι -μπρρρ!- αέρα στο κάστρο) κι έτσι κανένας σοβαρός κτηματομεσιτκός επενδυτής (καθώς όλοι είχαν και τα προβλήματά τους με τις επισφαλείς επενδύσεις σε σύνθετα προϊόντα στεγαστικής πίστης που είχαν καταρρεύσει, όπως το σπιτάκι της μάγισσας στο Χανς και Γκρέτελ, ή τον πύργο της κακιάς νεράιδας στη Ραπούνζελ, δημιουργώντας τεράστια προβλήματα κρίσης της αξιοπιστίας του παραμυθοκαπιταλισμού και άρα παρατεταμένης παραμυθοΰφεσης) δεν αναλάμβανε το ρίσκο μιας τέτοιας επένδυσης. Έτσι το παλάτι έμενε κλειστό με τα βάτα να το κατακλύζουν (αφού σιγά μη φρόντιζε η μονή για τη συντήρησή του, εφόσον δεν ήταν παραγωγικό) και τους αιώνες να περνούν.Και ξαφνικά, μια ωραία πρωΐα έφτασε έξω από το παλάτι νεαρός συντηρητής έργων τέχνης και αποκαταστάτης παλαιών κτηρίων (οκτάμηνης σύμβασης στο Υπουργείο Πολιτισμού αλλά που τον παραμύθιαζαν ότι θα μονιμοποιηθεί) επιφορτισμένος με τη μελέτη για την αναπαλαίωση του πύργου, ο οποίος είχε περάσει πια στην κυριότητα του Δημοσίου, αφού η μονή τον είχε ανταλλάξει με υγροβιότοπο προστατευμένο από το δίκτυο Νατούρα (που αργότερα με θαυματουργό τρόπο η Παναγία –φυσικά με τη γήινη βοήθεια επενδυτών- θα μετέτρεπε σε γήπεδα γκολφ για στελέχη με παραμυθένιες –κυριολεκτικά- αποδοχές).


Ο νεαρός, ανοίγοντας δωμάτια, καταμετρώντας έργα τέχνης, υπολογίζοντας στατικότητες και δομικούς συντελεστές, έφτασε και στη σοφίτα της Μπλανς. Έκθαμβος κοίταξε τη νεαρή που κοιμόταν (αλήθεια, τώρα που το σκέφτομαι, αυτό εννοούν τα περιοδικά μόδας και ομορφιάς όταν μιλάνε για beauty sleep? Όχι γιατί αν εννοούν αυτό, ν’ αρχίσω να το σκέπτομαι!) με ένα βίντατζ νυχτικό και είδε μπροστά του και το χοντρό βιβλίο με όλο το ιστορικό που είχαν κατά καιρούς γράψει οι γονείς αλλά και ιατροί, μοναχοί, κομπογιανίτες (και λοιποί εκμεταλευτές του ανθρώπινου πόνου) με επισυναπτόμενο το συμβόλαιο των νεράιδων. Τα διάβασε και τα δυο πολύ προσεκτικά, έξυσε το κεφάλι του στοχαστικά, και έσκυψε πάνω από τη Μπλανς: Σήκω, Μπλανς, πρέπει να γραφτείς στο Πανεπιστήμιο.... Η Μπλάνς, ω, του θαύματος (ΟΚ, το ξέρετε όλοι ότι θα ξυπνήσει, αλλά κάντε τους έκπληκτους, μου χαλάτε το σασπένς της ιστορίας) άνοιξε τα μάτια και αμέσως εμφανίστηκαν και οι δυο νεράιδες έτοιμες να βουτήξουν η μια την άλλη.


Αυτό είναι το τέλος, μανδάμ, πάρτε την κατάρα σας και ξέρετε τι να την κάνετε, έλεγε η συμβολαιογραφονεράιδα, ενώ με το bluetooth στ’ αυτί (ε, εντάξει! τι να κάνουμε? πέσαμε σε φασιον-βίκτιμ και τεκνο-φρικ νεράιδα, τι θέλετε να την απολύσω?) προσπαθούσε ταυτόχρονα να συνεννοηθεί με την παραμυθοπολεοδομία για τη νέα άδεια κατασκευής του νέου σπιτιού των τριών λυκακίων (αφού για άλλη μια φορά το προηγούμενο το εγκρέμισε ο Ρούνυ-Ρούνυ το ύπουλο κακό γουρούνι). Τι λέτε μανδάμ, διαβάσατε τα συνυπογραφόμενα? Που είναι το τέλος? Ρωτήστε να διείτε τι τσιμπήματα έχει ακόμα... φώναζε η νεράιδα του Γιατί. Α, δε θέλω να αμφισβητείτε την καλή τη πίστη λύση του συμβολαίου ανταπαντούσε η συμβολαιονεράιδα, Ποια καλή πίστη, μανδάμ, εδώ μιλάμε για σαφή καταπάτηση των δικαιωμάτων μου, θα καταφύγω στο Παραμυθοδικαστήριο Νεραϊδικών Δικαιωμάτων... Τόσο απορροφήθηκαν στην ανταλλαγή επιχειρημάτων που καθόλου δεν πρόσεξαν ότι είχαν μείνει μόνες στο δωμάτιο.


Καθώς κατέβαιναν τις σκάλες, αλήθεια, πάνε οι γυναίκες στο Πανεπιστήμιο?.... ρώτησε η Μπλανς για άλλη μια φορά τον νεαρό. Φυσικά, και στο Πολυτεχνείο και στα ΤΕΙ και μη σου πω, πιο πολλές γυναίκες πάνε πια παρά άντρες. Και, Μπλανσούλα, μην ανησυχείς, παραμύθι είναι. Θα πάρεις υποτροφία για να σπουδάσεις κι όταν τελειώσεις θα βρεις αμέσως δουλειά και θα αμείβεσαι με έναν δίκαιο μισθό και θα έχεις φτάσει στο τέλος των αναζητήσεών σου...


Η Μπλανς τον κοίταξε σκεφτική... νομίζω λαογράφος, αναλυτής τπαραμυθιών θέλω να γίνω.


Κι αυτό δεν είναι το τέλος, είναι η αρχή για καινούργια, ολοκαίνουργα παραμύθια....


(Έτσι, νατασσάκι μου, για να έχεις μια άλλη εκδοχή της -που τόσο αγαπώ- ωραίας κοιμωμένης και να σταματήσεις να τη μισείς...)