"H ομορφιά του παρελθόντος είναι το αποτέλεσμα, όχι ο λόγος της νοσταλγίας"
Μ. Foucault

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

...η πλατεία ήτανε άδεια...

Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια τα άτομα, ως θεατές των ειδήσεων των οκτώ, δεν είναι παρά απλοί παρατηρητές ενός παντοδύναμου γίγνεσθαι, το οποίο είναι προβλεπόμενο, περιγραφόμενο, ενίοτε κατακριτέο, αλλά πάντα μη κυριαρχούμενο και, φυσικά, αναπόδραστο. Το άτομο δείχνει να έχει απολέσει την ικανότητα της σκέψης. Γίνεται οπαδός μιας μαζικής πίστης όχι απαραίτητα επειδή αποδέχεται ειλικρινά την αλήθεια της αλλά επειδή κάποια αόριστα εξειδικευμένα στοιχεία της, προσαρμοσμένα στις δικές του πραγματικότητες, ικανοποιούν ανάγκες του. Φυσικά, γι αυτή την επιλογή του πληρώνει το τίμημα της μετατροπής της ζωής του σε απλό γρανάζι του οικονομικού μηχανισμού.
Καθώς, όμως, οι συνθήκες του ύστερου καπιταλισμού γίνονται όλο και σκληρότερες, καθώς στενεύει ο κύκλος αυτών που νέμονται την εξουσία, καθώς ο κορπορατιστικός-μονοπωλιακός καπιταλισμός έχει οδηγήσει σε μια κοινωνία που κυριαρχείται από βιομηχανικά και οικονομικά τραστ, καθώς ο έλεγχος πάνω στον εργαζόμενο και τα παραγωγικά μέσα γίνεται το διακύβευμα της διαμάχης ανάμεσα σε ισοδύναμα ισχυρές κοινωνικές και οικονομικές ομάδες τόσο της εγχώριας όσο και της διεθνούς αγοράς, το άτομο γίνεται μάρτυρας αυτού που ο Horkheimer ονομάζει "υπαρξιακή κρίση επί του υπάρχοντος". Το ελληνικό οικονομικό μοντέλο των τελευταίων δεκαετιών, μετά από μια περίοδο συνεχούς καταναλωτικής ανάπτυξης χωρίς θεμέλια παραγωγής απέδειξε ότι δεν λειτουργήσε παρά ανασταλτικά και οδήγησε την κοινωνία προς την κατά Καστοριάδη βαρβαρότητα. Η οριακή κατάσταση έκανε απαραίτητη τη μετάβαση σε μια διαφοροποιημένη κονωνική, οικονομική και πολιτική οργάνωση η οποία, ωστόσο, μπορεί να επιτευχθεί μόνο όταν η ίδια κοινωνία διαμορφωθεί σε συνειδητοποιημένο υποκείμενο, ικανή να καθορίσει ενεργητικά τις δικές της μορφές δράσης και βίου.
Ο αγώνας για ένα οικονομικό, κοινωνικό, και πολιτικό γίγνεσθαι δεν μπορεί πλέον να υλοποιηθεί, στηριζόμενος στις βάσεις των καθιερωμένων πρακτικών και των στερεότυπων μέσων πάλης. Έτσι, οι ατομικιστικές πρακτικές του διαδικτύου, οι απομονωτικές στη σύλληψή τους εικονικές κοινότητες, έγιναν το πεδίο μιας όλο και περισσότερο εξαπλούμενης διαβούλευσης, ανεξάρτητης από τα υποκείμενα και γι αυτό δυνάμενης να επιβιώσει μεταφέροντας την αλήθεια της. Μέσα από τις δομές της διαδικτυακής κοινότητας η διακίνηση ιδεών οδήγησε σε ζυμώσεις της κοινωνίας με την πολιτική, της οικονομίας με τη φιλοσοφία, ακόμη και του πολιτισμού με το υπερβατολογικό. Κι επειδή αυτές οι ζυμώσεις από ένα σημείο και πέρα, για να πραγματωθούν απαιτούν ένα σώμα, απαιτούν τη φυσική παρουσία του άλλου, την κίνησή του, το άγγιγμά του μπράτσου του, τις χειρονομίες του, τη φωνή του και το βλέμμα του, οι άνθρωποι βγήκαν στην πλατεία.
Βγήκαν στην πλατεία αναζητώντας να μετατρέψουν τις κυρίαρχες σήμερα έννοιες στο ακριβώς αντίθετό τους. Να αποκαλύψουν το δίκαιο της οικονομικής συναλλαγής ως βαθύτατη κοινωνική αδικία, να καταδείξουν την περίφημη ελεύθερη αγορά ως την απόλυτη κυριαρχία των μονοπωλίων, να προσδώσουν στη σημερινή κοινωνική ισότητα και δικαιοσύνη το αληθινό της πρόσωπο της εξαχρείωσης και αποκλεισμού ολόκληρων πληθυσμιακών ομάδων, να καταγγείλουν την εξάπλωση της επιστήμης, της γνώσης και του πολιτισμού ως την επικράτηση της ημιμάθειας, την εμπέδωση των προκαταλήψεων και την έλλειψη αισθητικής.
Οι άνθρωποι που μαζεύτηκαν στην πλατεία ήρθαν να αμφισβητήσουν το αναλλοίωτο της ζωής τους, να αρνηθούν την τυφλή υποχρεωτικότητα των επιλογών τους, να προαναγγείλουν το τέλος μιας εποχής και να δηλώσουν πώς υπάρχουν περισσότερες δυνατότητες για τον καθένα μας από την προσαρμογή στο υπάρχον.
Το πρόβλημα της πλατείας ξεκινά από τη στιγμή που αυτή η συνεχής εξάπλωση της κρίσιμης μάζας της, με τη συνεχή κατάτμηση (μέχρι το σημείο εξάχνωσης) της πολιτικής θεωρίας που λειτούργησε ως συνεκτικός ιστός κατά την αρχική κινητοποίηση, έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια της φυσιογνωμίας της συνάθροισης και τον μετασχηματισμό της σε κάτι αδύνατο να αυτοκαθορισθεί. Η άκριτη διακίνηση και συχνά υιοθέτηση αντιφατικών και συνήθως αντικρουόμενων θέσεων με θραυσματικές θεωρητικές βάσεις, οδηγούν στην επικράτηση στοιχείων αποπροσανατολισμού και στην παρείσφρυση επαγγελματιών δημαγωγών, ξεχασμένων πολιτικών, ανεύθυνων διανοούμενων και ακραίων στοιχείων, τα οποία κινούνται στις παρυφές του πολιτικού συστήματος. Αυτή η συμμαχία, με τη βοήθεια της προπαγάνδας και των συμβατικών ΜΜΕ, καθοδηγεί την πλατεία στον μετασχηματισμό της, την αποκαθάρει από αυτούς που πρωτοστάτησαν στη διαβούλευση, φέρνει στο προσκήνιο μια μικροαστική τάξη διαμαρτυρόμενη για βιωτικές και ευδαιμονικές απώλειες κι έτσι επικρατεί ο λαϊκισμός που μπορεί να βοηθήσει κάθε μονάδα αυτής της συμμαχίας ξεχωριστά και όλους μαζί σε σύνολο, να σφετεριστούν ένα κομάτι μικροεξουσίας.
Οι διάφοροι, δε, πνευματικοί ταγοί περιοριζόμενοι τις τελευταίες μέρες να εξυμνούν με περισσή ευλάβεια, σχεδόν δουλικότητα, τη "δημιουργική δύναμη" του κόσμου της πλατείας, υπεκφεύγοντας στην οποιαδήποτε προοπτική αντίθεσης και κριτικής προσέγγισης, το μόνο που κάνουν είναι να καθιστούν όλον αυτόν τον κόσμο όλο και πιο αδύναμο μέσα στην κολακευμένη ημιμάθειά του, όλο και πιο εγκλωβισμένο στην αυτάρεσκη αποενοχοποίησή του, όλο και πιο αναποτελεσματικό μέσα στην αδυναμία σχηματοποίησης των ιδεών του.
Οι ζυμώσεις, οι ξεσηκωμοί, οι συνευρέσεις, οι (κατά Horkheimer) "διανοητικές προσπάθειες" που δεν συνδέονται με μια υλοποιήσιμη πρόταση, αλλά αυτοπεριορίζονται σε μια αφηρημένη αγανάκτηση, που δεν προωθούν μια εφαρμόσιμη πρακτική αλλά παλινωδούν μέσα στις αποχρώσεις των προσεγγίσεων του ιδίου κινήματος, δεν υπηρετούν την ιστορική εξέλιξη. Αντίθετα, αναστέλουν και αποτρέπουν την οικονομική και πολιτική πορεία προς την αλλαγή και τον κοινωνικό και πολιτισμικό μετασχηματισμό.
Κι έτσι φοβάμαι ότι όσος κόσμος και να υπάρχει την Κυριακή, η πλατεία θα είναι άδεια...