"H ομορφιά του παρελθόντος είναι το αποτέλεσμα, όχι ο λόγος της νοσταλγίας"
Μ. Foucault

Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2007

σιωπή....

1. Κάτω ἀπ᾿ τὰ ροῦχα μου δὲ χτυπᾶ πιὰ ἡ παιδική μου καρδιὰ

Λησμόνησα τὴν ἀγάπη πού ῾ναι μόνο ἀγάπη

Μανώλης Αναγνωστάκης


2. Εσβησε το κερί και μαζί του έσβησαν τα γκρίζα μάτια σου,

μέσα στο σκοτάδι ψηλάφισα το κορμί σου κι ήταν υγρό,

ιδρωμένο από την ανείπωτη σαγήνη της αγκαλιάς μας.

Εκλεισα τα μάτια και συ έλειπες...

έλειπες, έλιωσε το κερί, κερί και η αγάπη, έμεινε η έλλειψη...


Η αλήθεια είναι ότι άργησα να (όχι, βέβαια, ότι μου πέρασε από το μυαλό να μην) ανταποκριθώ στο κάλεσμα του Adaeus, καθώς όλη την προηγούμενη εβδομάδα ήμουν σκοπιά κάτω απ’ τη ροδακινιά (στην πραγματικότητα γιαρμαδιά, που πληροφορήθηκα ότι είναι είδος υπό εξαφάνιση και άρα έπρεπε να την προστατέψω με νύχια και με δόντια και ας έχω τύψεις για τη βερικοκιά, την αμυγδαλιά, τις ακακίες και τις ελιές κι όλα τα περιφρονημένα υπόλοιπα λουλούδια μας). Παραφυλούσα, μια χαζή εξοπλισμένη με τα λάστιχα (του ποτίσματος, όχι αυτά που παίζαμε πηδώντας όταν ήμασταν κοριτσάκια έναν αιώνα πίσω), φορώντας τη στολή του εθελοντή δασοπυροσβέστη: μπλουζάκι μακό (αν και δεν βρήκα αρκετά ξεχειλωμένο), σορτσάκι χακί, σαγιονάρα (αλήθεια, αυτές οι πλαστικές οι καφέ, πού στην ευχή κυκλοφορούν ακόμα;) και μαντήλι στο λαιμό (που το τραβάμε λίγο κάτω από το στόμα μόλις εμφανιστούν οι κάμερες), προετοιμάζοντας τα σχεδιαγράμματα διαφυγής για τους γονείς, την αδερφή και την κόρη μου (πρώτα τα γυναικόπαιδα, βλέπεις) και απαντώντας στο κινητό ανά πεντάλεπτο (καθότι ο καλός μου, εγκλωβισμένος στην Αθήνα, μας πληροφορούσε τι λένε τα ραδιόφωνα και απαιτούσε να τον διαβεβαιώσουμε ότι είναι υπερβολές).
Υπό αυτές τις συνθήκες, ήταν λογικό …κάτω απ’ τα ρούχα μου να μη χτυπά πια ἡ παιδική μου καρδιά… Σήμερα, αμφιβάλλω αν υπήρξε ποτέ (είτε κάτω είτε πάνω απ’ τα ρούχα μου) αυτή η παιδική καρδιά. Αυτές τις μέρες, είμαι σίγουρη ότι γεννήθηκα, γεννηθήκαμε ενήλικες, σε έναν κόσμο με αποστεγνωμένες καρδιές, σ’ έναν κόσμο που επιτρέπει στις καρδιές μας (στην καρδιά του) μόνο έναν χτύπο άρρυθμο και άκομψο. Βρεθήκαμε να διασχίζουμε τη ζήση μας με μια ήδη γέρικη, κουρασμένη και ανίκανη να αναγνωρίσει και να μην καταστρέψει την ομορφιά καρδιά…
Και (είμαι σίγουρη πια) κάποιοι συνωμοτούν για να λησμονήσω (αν υποθέσουμε ότι κάποτε την έζησα, τη γεύτηκα, την αναγνώρισα) την αγάπη που ‘ναι μόνο αγάπη και ποίηση και μουσική. Να χάσω από μπροστά μου την ομορφιά και το γέλιο. Και το χειρότερο? Συνωμοτούν, ώστε το παιδί μου, βομβαρδισμένο από τις Καρβελοπάνιες (και την αισθητική τους), τους Τριανταευαγγελόπουλους (και τον καταγγελτικό, πολτό τους), τους Πολύδωρογιακουμάτους (και την απολιτική πολιτική τους) τους Κατσικοκαλογερόπουλους (και τις παράνομες χωματερές/δαυλούς τους, τα αυθαίρετα κτίσματα/φυτίλια τους, τα μπαζωμένα ρέματα/δυναμίτες τους κι από κοντά να οι κιτς παραδοσοεκδηλώσεις τους, άρτος και θεάματα για μια επαρχιακή ρωμαϊκή αρένα), τους εμπρηστοαθώους (και την κριτική του καφενείου τους, γιατί σιγά μην πήγαιναν ποτέ να περιπολήσουν στα καμένα, σιγά μην έκαναν αυτοί τη δουλειά της πυροσβεστικής) να μην τη μάθει ποτέ, αυτή την αγάπη που είναι μόνο αγάπη.
Εντάξει, φέτος τη γλιτώσαμε τη ροδακινιά. Και το λιχούδικό μου θα τριγυρνάει πάλι από το δεκαπενταύγουστο από κάτω της, σέρνοντας τον παππού της απ’ το χέρι: Ακόμα παππού? Κανένα δεν έγινε? Γιατί αργούν? Γιατί, γλυκιά μου, είναι αυτή η προσμονή, που τα κάνει τόσο νόστιμα, είναι αυτή η αναμονή κάτω απ’ το δέντρο που κάνει το χρώμα τους τόσο ζωηρό, είναι αυτή η καθυστέρηση που κάνει το ζουμί (που με εκνευριστική συνέπεια λεκιάζει τα τζιν και τα μπλουζάκια σου, καθώς η πρώτη δαγκωνιά σου κόβει το φρούτο στις αρχές του Σεπτέμβρη), τόσο γλυκό. Φέτος, η αγάπη γλίτωσε κρυμμένη στις φυλλωσιές του δέντρου που φύτεψαν χρόνια πριν ο πατέρας κι ο καλός μου...
Ο καλός μου... μ' ένα σώμα παγωμένο, να το κρατώ μέσα στο σκοτάδι του Σαββατόβραδου και με υγρά (κι ας λένε ότι οι άντρες δεν κλαίνε) μόνο τα χρυσαφιά (μα γκρίζα απ’ τον καπνό) μάτια του.
Παρ’ όλο το σβηστό κερί, η νύχτα είναι μέρα καθώς οι φλόγες γλύφουν, ακόμα, όλο το διάσελο κι η αγκαλιά μου δε σαγηνεύει, ούτε καν παρηγορεί. Δεν μπορεί να παρηγορήσει για όλα τα μέρη που εκείνος αγάπησε και μ’ έμαθε να αγαπώ τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια και δεν υπάρχουν πια. Για όλα τα δάση από έλατα, βελανιδιές και αγριομηλιές, που χαθήκαμε με τη μηχανή, με το τζίπ, με τα πόδια και τώρα μένουν σιωπηλά αποκαΐδια. Για το φαράγγι που κατέβαινα στις αρχές του καλοκαιριού με την κόρη μου να μαζέψουμε ρίγανη και θυμάρι, να πλατσουρίσουμε στο ποτάμι και να δούμε αν οι γυρίνοι έγιναν βατράχια και τώρα είναι ένας τάφος.
Κλείνω τα μάτια, κλείνει τα μάτια όχι γιατί λείπω από δίπλα του, όχι γιατί λείπει από δίπλα μου… αυτό που λείπει, πια, είναι ο βωμός (στην κυριολεξία) σε μια κουφάλα πλάτανου που βάφτισα το παιδί μου 14 χρόνια πριν και το ξωκλήσι δίπλα του τού 16ου αι., που κεραυνοβολήθηκαν. Λείπουν τα πατρικά των φίλων μας στα βουνά, τα χτήματα που μου έδειξε πώς μαζεύουν το κεράσι, λείπουν τα λευκά κουρτινάκια στ’ ανοιχτά παράθυρα στο σπίτι της θεια-Ρήνας, που τώρα χάσκουν ψυχές βγαλμένες...
Ναι, Adaeus, αυτό έμεινε: Η ΕΛΛΕΙΨΗ…και η σιωπή.
Αυτή η ιστορία με τις μπάλες που πηγαινοέρχονται, έχει μια δυσκολία εν μέσω καλοκαιριού, Adaeusάκο μου, σε περίπτωση που δεν το κατάλαβες. Ο βαθμός δυσκολίας, βέβαια, ποικίλει, γιατί άλλο μια εικονίτσα/μπάλα, που τη στέλνεις στον άλλον (τον ΕΝΑΝ άλλον), ο οποίος γράφει το κειμενάκι του (ή σε γράφει ανάλογα με τη διάθεσή του) και πετά την μπάλα σε έναν, άντε η Νερίνα που είναι λίγο πιο ιδιόρρυθμη την πέταξε σε δυο τρεις) κι άλλο ΔΥΟ κείμενα με ΠΕΝΤΕ παραλήπτες… Πού θα βρεθούν οι πέντε χρυσέ μου, μέσ’ στο κατακαλόκαιρο? Στις ξαπλώστρες είναι όλοι… Κι όσοι ανοίγουν τα λαπτόπια, χρυσά τα πληρώνουν τα βονταφόνια και τα γουίντια, με τη δική σου την προβληματάρα θα ασχολούνται? Κι εγώ σου λέω τους βρήκες (Κουνούπι, Άκη, Έμιλυ, Ναπολέων, Tάσο ακούτε?)... Τα δυο κειμενάκια? ΠΟΥ θα τα βρω τα δυο κειμενάκια?
Λοιπόν, αν και ο Καβαδίας φάρος στα διαβάσματά μου, θα επιλέξω μια φράση (που νομίζω, αφορά σε όλο το bloggoχωριό) από τον Μπέκετ:

"Μόνο ό,τι έχει ειπωθεί υπάρχει."

και σε στυλ μποντλερικό (που λέει κι ο Καββαδίας) ας σκαρώσω κι εγώ μία φρασούλα:
"Κι αν η φωνή μου χάνεται σε πλήθος λέξεις,
εσύ, ξεριζωμένη αλήθεια κι ομορφιά, να ΄ρχεσαι
μεσ' στην ευτέλεια του λόγου μου κρυμένη..."
Δεν έχω ξανακάνει πρόσκληση σε παιχνίδι, αλλά ελπίζω οι πέντε της παρένθεσης (μέσα στις διακοπές τους ή μετά από αυτές) να βρούν το χρόνο και την επιθυμία...

Σάββατο, 21 Ιουλίου 2007

Η Αλίκη, η όπερα και η κουνελότρυπα...

Πραγματικά δεν ξέρω πώς έμπλεξα… Όλα ξεκίνησαν όταν ακολούθησα το Άσπρο Κουνέλι στην κουνελότρυπα. Εκείνη τη στιγμή μου φάνηκε καλή ιδέα, παρότι είχα ακούσει την παροιμία για τη γάτα και την περιέργεια... Βρέθηκα να κολυμπώ όχι σε μια θάλασσα δακρύων, αλλά σε μια θάλασσα άγνοιας. Συναντιόμουν συχνά βέβαια με τον Καλόβολο Ποντικό, άλλα κάθε τόσο ξεπηδούσε και ο σαρκαστικός Γάτος του Cheshire
Το πόσο βαθιά είχα χωθεί στο δάσος το συνειδητοποίησα την περασμένη εβδομάδα, στο πιο ακατάλληλο μέρος για να συνειδητοποιείς ότι έχεις φάει από τη λάθος μεριά του μανιταριού και είσαι ελαχιστότατος: στην Επίδαυρο όπου βρεθήκαμε διευρυμένα (θα σας εξηγήσω αργότερα τον όρο) οικογενειακώς να παρακολουθούμε τη όπερα-αφιέρωμα στη Μαρία Κάλας.
Εμείς, ως οικογένεια, όσο να πεις, ένα σακατιλίκι με την κουλτούρα, γενικότερα (ξέρετε θέατρα, μουσικές παραστάσεις κου.λου.που.), και την όπερα, ειδικότερα, το ‘χουμε. Εγώ, δε, (ως χαϊντεγκεριανό dasein) είμαι αυτή η τρελή που κλαίει (προσπαθώντας να μη ρουφάω και τη μύτη μου και ενοχλώ τους οπερόφιλους) όταν πεθαίνει η σκλάβα Λιου στην Τουραντό, ή η Βιολέττα στην Τραβιάτα, ή όταν η Άιντα τραγουδάει «Rittorna vincitor» ή στην σκηνή της τρέλλας της Λουτσίας ή…. αναγκάζοντας τον καλό μου να προσποιείται ότι τυχαία μας έβαλαν σε διπλανά καθίσματα, και όχι δεν την γνωρίζει την τρελή. Μετά από αυτόν τον πρόλογο, γίνεται αντιληπτό ότι ήταν αδιανόητο να χάσουμε την κορυφαία μουσική έκφραση του κόσμου, όπου η φωνή είναι ισότιμο ίσως και προεξάρχον όργανο σε ορχήστρα, στο κορυφαίο ακουστικά θέατρο του κόσμου. Εδώ τραβολογιόμασταν στην Αρένα της Βερόνα και είδαμε και την Μποέμ, τη μόνη όπερα στην οποία αδυνατώ να πιάσω τον παλμό και το συναίσθημα της τραγικότητας κι έτσι γλυτώνει κι ο καλός μου την ξεφτίλα (Εγώ φταίω, όχι πείτε μου, που η σοπράνο πεθαίνει επί 9 συναπτά λεπτά και εκεί που λες αυτό ήταν, ανασηκώνεται για να ξαναπεθάνει…) δε θα πηγαίναμε να δούμε τη Μήδεια του Cherubini στην Επιδαυρο?
H παράσταση ήταν μαγική (τουλάχιστον, έτσι μου φάνηκε, της μη ειδικής, και μπορεί να φταίει και η νύχτα, το σκηνικό, η αγάπη μου για τη συγκεκριμένη όπερα, η Επίδαυρος...) με Μήδεια, την πολύ καλή Αντονάτσι, με έναν μουγκό στον ρόλο του Ιάσoνα, (ίσως λόγω σκηνοθετικής ή μουσικής άποψης, ώστε να δικαιολογήσουν τη Μήδεια που σκοτώνει τα παιδιά του, βλέποντας το φόνο, ως πράξη ευγονικής), με μια μουσικόφιλη γατούλα που μπαινόβγαινε στα σκηνικά, αγνοώντας τα βλέμματα αποδοκιμασίας των επισήμων στις πρώτες σειρές, με το απαραίτητο ψώνιο από πίσω μας που στο διάλειμμα πρώτης και δεύτερης πράξης, παραπονιόταν ότι τα τζίτζίκια τραγουδούν πολύ δυνατά και δεν τον αφήνουν να μπει στη μυσταγωγία κι έναν ηλικιωμένο δίπλα μας που ανά τακτά διαστήματα ρωτούσε απέλπις τη συμβία του «τραγουδούν σιγά ή εγώ δεν ακούω?»

Εκεί λοιπόν στο διάλειμμα ανάμεσα δεύτερη και τρίτη πράξη (διότι στο πρώτο ήμουν απασχολημένη να μισώ τον πίσω-μου-σ-εχω-ψώνιο και να σκέφτομαι τι κρίμα να μην είναι εδώ και ο Βαλές κούπα, να τον κατακεραυνώσουμε together), διαπίστωσα ότι οι σκηνές που η κόρη μου είχε τραβήξει με το κινητό (παρανόμως, αλλά μέσα στο γενικό κλίμα, του αν δεν υπάρχει η καταγεγραμμένη ανάμνηση, δεν υπάρχει το βίωμα) ήταν προφανώς καλύτερες από τις σκηνές που είχα πάρει εγώ με την ψηφιακή φωτογραφική (άλλη μια διάψευση της άποψης ότι τον μάστορα τον κάνουν τα εργαλεία… Τον μάστορα τον κάνει η μαστοριά)! Αλλά εκεί που βεβαιώθηκα ότι ζω μια εικονικότητα και ότι στην πραγματικότητα μίλαγα με την Σοφή Κάμπια ήταν όταν είπε – θα το ανεβάσω στο YouTube, έχεις λογαριασμό?
Τι λογαριασμό παιδιά? Εγώ 150 ευρώ έχω σε μια τράπεζα κι αυτό γιατί έχω χάσει και την κάρτα και το βιβλιάριο…Αφού κάλεσε και τον σοφό Γρύπα-ξάδερφο, (η διεύρυνση που λέγαμε, γιατί εμείς το εφηβάκι μας το έχουμε μοναχοπαιδί και όπως οι άλλοι εξοπλίζονται με σακβουαγιάζ και ομπρέλες θαλάσσης, εμείς εξοπλιζόμαστε με συνομήλικα, αλλιώς δεν ακολουθεί, πια, στα μακρινά, το καμάρι μας) μου εξήγησαν περί τίνος πρόκειται…
Και κοίτα να δεις που ΚΑΙ το κατάλαβα, και μου άρεσε, και αποφάσισα να το διοργανώσω μόνη μου εν είδει πάρτυ τσαγιού του Τρελλού Καπελά, όπου σκόπευα να καλέσω όχι μόνο τον Λαγό του Μάρτη και τον Μικροπόντικα, αλλά και όλους όσους φαντάζομαι ότι δεν περιορίζουν τη μουσική τους στο βας βας ο Παρασκευάς, όπως τον στοχαστικό Bill, τον ήπιο Ρήγα Κούπα, ακόμη και την αθυρόστομη Μαγείρισσα
Πόσο χρόνο θα μου έπαιρνε δεν είχα συνειδητοποιήσει, αλλά για να διαβάζετε τώρα αυτές τις γραμμές (που έχει ήδη τελειώσει ΚΑΙ η επόμενη παράσταση, παρεμπιπτόντως τραγωδία) και να βλέπετε και να ακούτε τώρα αυτά τα αποσπάσματα (που στο κοίλον της Επιδαύρου απαγγέλλονται χορικά, αντί να άδονται χορωδιακά) αντιλαμβάνεστε την ταλαιπωρία και τις δυσκολίες μου, τις οποίες πιθανά να περιγράψω σε επόμενο ποστ, ακολουθώντας την πρακτική (που είναι και πρακτική) της Δούκισσας….


Τρίτη, 17 Ιουλίου 2007

Catch the ball

Μια χαρά καθόμουν στην παραλία μου. Κρατούσα στο χέρι και τ' αστέρια της Βερενίκης (όχι δεν είμαι ποιητική σαν τη Μαριαλένα, απλά ο Γκετζ έγραψε άλλο ένα μαθηματικό μυθιστόρημα) ενώ ο καλός μου και η κόρη μου είχαν μεταφέρει την ομπρέλα μας δυο πετσέτες πιο αριστερά και έκαναν ότι είναι απορροφημένοι στο βιβλίο τους (και για να τους καρφώσω, Μεγαλοκοπέλα μου, κανείς τους δεν εκτιμά την Όστεν). Έκαναν επίσης και ότι δεν με ξέρουν καθώς είμαι, λέει, εντελώς γελοία με το πρεσβυωπικό γυαλί του φαρμακείου ΚΑΤΩ από το γυαλί του ηλίου (και τι να κάνω? να διαβάζω με σύστημα Μπράιγ?). Και ενώ προσπαθώ να ανταπεξέλθω στο καλοκαίρι της καλής (ελπίζω να μην ακούει, ή μάλλον διαβάζει, ο Adaeus) μάνας, κόρης και συζύγου.....τσούπ (όχι, το σωστό είναι γκουπ!) μου ήρθε στο κεφάλι η μπάλα της Νερίνας!!! Έχετε ιδέα όταν μια μπάλλα διασχίζει όλη την Ελλάδα και σε βρίσκει στο κεφάλι πόσο πονάει? Ξερή έμεινα…. Άσε που έχασα τη σελίδα μου, άσε που χρειάζομαι καινούργια γυαλιά, άσε που έμεινα να κοιτάζω την μπάλλα ως καθυστερημένο: "Τι 'ν' τούτο"... για πάαααρα πολλή ώρα (βέβαια είμαι και διάσημη για τον απίστευτο χρόνο που χρειάζομαι για να εκτιμήσω καταστάσεις, και να προκρίνω λύσεις, αλλά ας μην το κάνουμε τώρα θέμα, το κάνει η Τζο και φτάνει).
Και αφού μου πήρε ώρα πολλήηηη (έφτασε απογευματάκι να το σκέφτομαι, ενώ αντιμετώπιζα τους αιμοβόρους συγγενείς του Κουνουπιού), αποφάσισα ότι αυτή η συγκεκριμένη μπάλα μπορεί να αντιμετωπιστεί ως φιλοσοφικό πρόβλημα, αφού όπως σοφά είπε ο, εδώ και χρόνια αποδημήσας, Βιτγκενστάιν (ο οποίος ήτο και μέγας φιλόσοφος, οπότε δε μας παίρνει να τον αγνοούμε!) φιλοσοφικό είναι κάθε πρόβλημα που έχει τη μορφή "δε βγάζω άκρη". Κι εγώ κοιτώντας τη φωτό, να παριστάνει άθελά της (και μακριά από την αρχική της λειτουργία) τη μπάλα σε ένα ερζατς παιχνίδι, δείχνω να αδυνατώ να κατανοήσω ένα (τουλάχιστον) χαρακτηριστικό της. Την απουσία...
Εδώ, κυριαρχεί μια απουσία. Όχι μια απουσία νοήματος (δεν είμαι τόσο απαισιόδοξη όσο η Just me, ούτε τόσο φιλοσοφημένη όσο ο Ροϊδης) αλλά η φυσική, σωματική απουσία.
Λείπει αυτός που θα καθίσει «…σ’ ένα τραπέζι με καρό τραπεζομάντιλο…», όπως λέει ο Βαρβέρης. Αυτός που θα απολαύσει το σαξόφωνο, που παίζει στο dvd (μη χαίρεσαι Άκη, δεν σκοπεύω να ανεβάσω το τραγούδι, άσε που δεν ξέρω και ποιο είναι, καλύτερα να απευθυνθείς στον Ινδικτο), αυτός που θα ακολουθήσει τον σκύλο στην αυλή για να παίξει μαζί του, με μια αληθινή μπάλα αυτή τη φορά.
Κι αναρωτιέμαι (για να διατηρήσω και την εκτίμηση της Κερασιάς) τι τον έδιωξε από το πλάνο?
«…η αγωνία που φέρνει η μοναξιά δίπλα στον άλλο, η μοναξιά μέσα στον άλλο, η μοναξιά μέσα στο πάθος του άλλου…», όπως λέει ο Ασλάνογλου???
Ή μήπως τον έβγαλε επίτηδες από το πλάνο ο φωτογράφος θέλοντας (ακολουθώντας και πάλι τον Ασλάνογλου) να πει
«…Μου αρκεί να γεύομαι της απουσίας σου την αίσθηση
μου αρκεί να γεύομαι του ιδεατού σου κόσμου την αφή…»???
Τέλος πάντων όπως ο Ρίτσος
"...Να φανούν ζητώντας τ’ αφανέρωτα,
σύντομα με πρόφτασε το βράδυ...". Ανάβω τσιγάρο (κακή συνήθεια Τάσο το ξέρω) στη βεράντα, μπροστά στα πόδια μου ο Κορινθιακός και έρχεται στο μυαλό μου ο, πατέρας του ρομαντισμού, Ρίλκε που σε μια από τις ελεγείες του Ντουίνο (σιγά μη θυμάμαι ποια!) λέει ότι ο άνθρωπος δεν είναι ευτυχισμένος σε έναν ερμηνευμένο κόσμο... Δε βαριέσαι λοιπόν! Θα αφήσω (ακούγοντας τον Lex, που πιστεύει ότι το κάθετι θα δείξει στην ώρα του...) αυτή την μπαλα να παραμένει "... a heap of broken images..." στην Wasteland του T.S. Eliot...

Κι αφού πω, όπως ο Κακναβάτος
"...Ιδού το βίωμά μου πρώιμο άλφα
Των αλαλήτων ..."

Πιάνω τη μπάλα στα χέρια μου και αύτη τη φορά δεν μου χρειάζεται καθόλου χρόνος για να σκεφτώ σε ποιον θα κάνω πάσα. Στον πιο αγαπημένο μου στη blogoσφαιρα: Εϊ, Adaeus!! CATCH THE BALL

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2007

Πού είναι το κείμενο?

Στο blog του Lex_Luthor, είναι αναρτημένο ένα ποστ για την κυκλοφορία την Κυριακή μιας εφημερίδας γραμμένης (αμιγώς νομίζω) από blogger. Σκοπός μιας τέτοιας εφημερίδας υποθέτω και φαντάζομαι, ότι είναι η μεταφορά της διαφορετικότητας του λόγου των blogger που ανακηρύσσονται σε (συν)γραφείς της, η οικειοποίηση του ιδιότυπου της γλώσσας των blog, η αναπαραγωγή του κλίματος και της υπόστασης του bloggoχωριού . Και voila το βασικό ερώτημά μου:
Είναι κάτι τέτοιο εφικτό?
Για να μην πείτε ότι μιμούμαι τον Μουζέλη που έκρινε το βιβλίο του Dawkins χωρίς να το διαβάσει, δηλώνω εξ' αρχής ότι δεν κρίνω το εγχείρημα αλλά διατυπώνω τον προβληματισμό μου:
Μπορεί αυτό το καινούργιο έντυπο να γίνει έναυσμα για μια ανανέωση εκδοτική, ενημερωτική και αισθητική?
Αν, αποδεχτούμε ότι το βασικό επιχείρημα του εγχειρήματος είναι η γλώσσα και ο λόγος του bloggoχωριού (που να μας δει κανένας Μπαμπινιώτης να χρησιμοποιούμε στην ίδια λέξη ελληνικούς και λατινικούς χαρακτήρες, δημιουργώντας δικά μας σημαίνοντα και σημαινόμενα!), τότε, ακολουθώντας το σκεπτικό που αναπτύσσει ο απελθών Foucault στο «Οι Λέξεις και τα Πράγματα»…
…μπορούμε να πούμε πως η ιδιαιτερότητα της γλώσσας των blog είναι ότι η πρώτη της φύση είναι όχι η εκφορά (ο προφορικός λόγος) αλλά η γραφή, προσομοιάζοντας έτσι στις εσωτεριστικές διδασκαλίες (όπως η Καμπάλα, που είναι και της μόδας και εντρυφούν όλοι οι rich and famous σ’ αυτήν) όπου οι συμβολισμοί πηγάζουν από τα γραπτά σύμβολα και όχι από την εκφορά των λέξεων. Παράλληλα, η άμεση αλληλεπίδρασή (προσίδιον των νέων τεχνολογιών) της δίνει τη μορφή του writ(e)(-)(t)alk, όπου η σκέψη διαμορφώνεται (από και) κατά τη διάρκεια της γραφής. Αυτή η διαδικτυακή γλώσσα (συναποτελούμενη από λέξεις εικόνες και ήχους, που δεν είναι παρά πρόσκαιρες (εκ)φράσεις αυτού του writalk) δομείται όχι ως ένα καθαρό σύνολο ανεξάρτητων σημείων, διαθεσίμων στην σημειολογία και την ερμηνευτική, αλλά ως ένα αινιγματικό σύνολο που διαπλέκεται με τον κόσμο. Η γλώσσα του δικτύου είναι μια ανεξάρτητη οντότητα που βρίσκεται ανάμεσα στην ορατότητα του κόσμου και στην εσωτερικότητα των λόγων. Στον ιστοχώρο, γενικά, και στο blogoχωριό, ειδικότερα, η προϊούσα λειτουργία του γραπτού έναντι της προφορικότητας ευθύνεται για τη μη διάκριση ανάμεσα σε αυτό που βλέπουμε και αυτό που διαβάζουμε, στο περιγραφόμενο και την (περί)γραφή…
Πώς μεταφέρεται αυτή η γλώσσα στο χαρτί? Είναι δυνατή η (επανα)λειτουργία της στο έντυπο?
Ο ιντερνετικός λόγος, ο blogoλόγος, διχοτομείται συνεχώς από αυτό που ο F. ονομάζει το «συνεχές αναμάσημα του σχολίου». Στη blogoσφαιρα φαίνεται σαν όλα τα (μη) υλικά να μιλούν. Πάνω από τα σημάδια δομείται ο δευτερεύων (που γίνεται πρωτεύων) λόγος του σχολίου. Η γνώση στο διαδίκτυο έγκειται σε (και δημιουργείται από) τη συνεχή ερμηνεία. «Ερμηνεύουμε περισσότερο τις ερμηνείες παρά τα πράγματα» σύμφωνα με τον ξεχασμένο Montaigne. Τα περισσότερα ποστ (με την παρεμβολή και των σχολίων) γράφονται για άλλα ποστ, τα οποία έχουν γραφεί για άλλα ποστ, που κι αυτά με τη σειρά τους έχουν γραφτεί επ’ αφορμή άλλων ποστ…. Αυτή η πρακτική επιτρέπει στη bloggoγλώσσα να αναπτύσσει μια ιδιάζουσα σχέση με τον εαυτό της, να διατηρεί μια συνεχή ανοικτότητα να (συν)σωματώνεται με τον κόσμο και έτσι να αποτελεί όχι ένα «επεισόδιο στην ιστορία της γλώσσας, αλλά μια ολοκληρωμένη πολιτισμική πραγματικότητα» εγκλωβισμένη, βέβαια, ανάμεσα στο κείμενο και την ερμηνεία.
Είναι δυνατό να μετουσιωθεί αυτή η ιδιότυπη πολιτισμική πραγματικότητα της γλώσσας των blogger στο έντυπο?
Κάθε ποστάκι-γραφή γίνεται με τη σειρά του αφορμή γραφής για έναν νέο λόγο. Κάθε διαδοχικός λόγος, ωστόσο, απευθύνεται στην πρώτη γραφή, το πρωταρχικό κείμενο. Προσπαθεί να επιστρέψει στον πρωταρχικό λόγο μέσα από μια αλυσίδα προσομοιοτήτων, όπου κάθε σχόλιο μοιάζει απροσδόκητα με αυτό που σχολιάζει. Αυτό το άπειρο έργο του σχολίου ως λόγος εξασφαλίζεται μόνο από την ύπαρξη του πρωταρχικού κειμένου και της ερμηνείας.
Από τη στιγμή που, στην έντυπη μορφή του, το σχόλιο χάνει το πρωταρχικό κείμενο και ανάγεται το ίδιο σε κείμενο τότε πώς είναι δυνατό ο blogoλόγος/γλώσσα να διατηρήσει τα χαρακτηριστικά του/της? Από τη στιγμή που αυτή η γλώσσα από υλική γραφή των πραγμάτων ξαναβρίσκει τη φύση της ως παράστατικότητα, ως σχέση σημαίνοντος και σημαινόμενου, δε χάνει τη συνάφειά της με τον κόσμο? Δεν εξαφανίζεται έτσι η αυθεντικότητα και πρωτοτυπία της? Μήπως τελικά αυτό το έντυπο επιστρέψει τη γλώσσα και τον λόγο των blogger σε ένα κλασικό λογοτεχνικό κείμενο? Μήπως η πρωτοτυπία της γλώσσας, που το (προς έκδοση) έντυπο επιδιώκει να αναπλαισιώσει, εξαφανιστεί καθώς οι λέξεις (εικόνες, ήχος, γραφή) θα χάσουν την άμεση επαφή με τον κόσμο και θα ξανακλειστούν στον εαυτό τους ως σημεία????

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2007

κι άλλος ποιητής μιλά για μένα....

Σήμερα ήμουν εκτός Αθήνας (τώρα είμαι και εκτός εαυτού) κι έτσι δεν μπόρεσα να είμαι στη συγκέντρωση στο Σύνταγμα. Είδα, λοιπόν, στις ειδήσεις ότι μαζεύτηκαν (αραιά αραιά, να φαινόμαστε καμιά δεκαριά) μόλις τρεις χιλιάδες άτομα. Μην πει κανείς ότι ήταν πολλά, ήταν ελάχιστα, για την κινητοποίηση που προηγήθηκε, τα άπειρα sms, τις αλληλοειδοποιήσεις στο διαδίκτυο και στα blogs, τις δημοσιεύσεις στον ημερήσιο τύπο και τις αναφορές στο ραδιόφωνο, ακόμα και την (αδιάφορη σε ό,τι δεν έχουν διοργανώσει οι διάφορες μεγαλο-φιλάνθρωπες κυρίες, ή η ίδια) τηλεόραση. Αντίθετα, αν διαβάσετε στα ΝΕΑ Σ/Κ 1750 άτομα το Σάββατο αμέσως μετά τη φωτιά ανέβηκαν στο Μον Παρνές για να παίξ0υν στο καζίνο....
Φαίνεται ότι το μαύρο (μας το χάλι) που επικράτησε στις φωτογραφίες και τις οθόνες, δεν ήταν ικανό να μας σηκώσει από τις πολυθρόνες μας, τους καναπέδες μας, τις ξαπλώστρες (και τις ψάθες) στις παραλίες. Μπορεί μόνο να μας κάνει να φρίττουμε διαβάζοντας και επικοινωνώντας. Η πανίδα και η χλωρίδα που καταστράφηκε δεν μπορεί να μας κάνει να αγωνιστούμε για αυτή. Μπορεί να μας αγγίξει μόνο ως αισθητικό ερέθισμα (το καημένο το ελαφάκι!). Κι έτσι αισθάνομαι ότι η ιερή αγανάκτηση του πραγματικά αριστερού Αναγνωστάκη
….Φτάνει πια αυτές οι μέρες που μας κούρασαν τόσο
(Οδυνηρές παραστάσεις άυλων οραμάτων)
Φτάνει πια η γαλάζια αιθρία του Αιγαίου με τα
ποιήματα που ταξιδεύουν σ’ ασήμαντα νησιά
για να ξυπνήσουν την ευαισθησία μας
Τα κορίτσια που ερωτεύονται την ίδια τους μορφή
στον καθρέφτη και προσμένουν να λικνίσουν
τ’ αβρά όνειρά τους.
Μες στις μεγάλες πολιτείες οι άνθρωποι αγαπούν
ορμητικά και πεθαίνουν
Τρέχουν, τα λόγια τους βγαίνουν πρόωρα, οι καρ-
διές τους σφυροκοπούν σαν το μέταλλο
Μες στα πολύβοα λιμάνια κατέβηκα και γέμισα το
στήθος μου ομίχλη στις αποβάθρες που δε θέ-
λουν να γεράσουν
Κατέβηκα να σου φέρω την αγάπη που τόσο σου
ζήτησα και τη γυρεύω με λαχτάρα
Στα σκοτεινά πλοία που ρίχνουν την άγκυρα φορ-
τωμένα πελαγίσιες εικόνες και κάρβουνο
Στις χαμηλές κάμαρες των πανύψηλων οικοδομών
που κρατούν τη φωτιά και το μυστήριο
Και τα ρολόγια χτυπούν ρυθμικά δεν έχω καιρό.....
Απόσπασμα Μ. Αναγνωστάκης «Το καινούργιο Τραγούδι» (Εποχές, Θεσσαλονίκη 1945)
αφορά ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ