"H ομορφιά του παρελθόντος είναι το αποτέλεσμα, όχι ο λόγος της νοσταλγίας"
Μ. Foucault

Σάββατο, 21 Απριλίου 2007

Δικτατορία και σώμα / Body and Dicatorship

Σαράντα χρόνια σήμερα από την 21η Απριλίου 1967...
Τη δικτατορία δεν τη θυμάμαι. Ήμουν σχεδόν μωρό το όταν κυρήχθηκε και μαθήτρια του δημοτικού όταν έπεσε. Είχα, όμως, την τύχη να μεγαλώσω στην πολιτικά φορτισμένη μεταδικτατορική Αθήνα και να ανήκω στη γενιά με τις πολιτικές και πολιτισμικές ζυμώσεις, τις αναταραχές και τις αναδιατάξεις των φοιτητικών κινημάτων, τις πολιτικές συζητήσεις η οποία έμαθε να σκέφτεται (το γιατί το ξέχασε είνα άλλο ζήτημα). Δεν είμαι "της μεταπολίτευσης χαμένη γενιά" (κι ας λέει ο Πορτοκάλογλου)...είμαι ωστόσο το παρελθόν... ο περασμένος αιώνας... Η κόρη μου, 15 χρονών σήμερα, απέχει απο τη δικτατορία όσο εγώ από το Οχι (του Μεταξά? του λαού? αδιευκρίνιστο, ίσως και ασήμαντο πια), απο την Κατοχή και τον εμφύλιο.... Για τη Ν. ο Παναγούλης είναι ένας Κολοκοτρώνης με παντελόνια, μια φιγούρα του παρελθόντος χωρίς υπόσταση. Καθώς, δε, η κηρυξη της δικτατορίας και τα ταραγμένα χρόνια της (ή ίσως και τα νεκρικά ήσυχα χρόνια της) είναι ιστορικά γεγονότα που επιμελώς αποφεύγουν να διδάξουν στο σχολείο, δεν της λέει τίποτα. Στάθηκε αδύνατο να την πείσουμε να παρακολουθήσει έστω ένα αφιέρωμα, να καταλάβει τι ακριβώς ήταν αυτή η δικτατορία, πώς έφτασε η Ελλάδα σ' αυτήν, τι συνέπειες είχε για τη ζωή μας αργότερα...
Α! Τα αφιερώματα στην τηλεόραση και τον τύπο! Παρακολουθώ την εξέλιξή τους με μια διαστροφική περιέργεια και ευχαρίστηση... Τα βρίσκω όλο και πιο αραιά, εξαιρετικά κάποια (ειδικά στην κρατική τηλεόραση και το κανάλι της Βουλής, ομολογώ), αδιάφορα κάποια άλλα για να μην αναφέρουμε και αυτά που σε ένα πλαίσιο λήθης και συναίνεσης, απονευρώνουν την ιστορική πραγματικότητα, αποσιωπώντας ή επιτρέποντας στους πρωταγωνιστές να αποσείσουν τις ευθύνες.
Και ξαφνικά φέτος γιά πρώτη φορά, ακούγοντας δε θυμάμαι σε ποιο αφιέρωμα για τη συνεργασία και εκπαίδευση των βασανιστών με ανατόμους γιατρούς για τα βασανιστήρια, βλέποντας τις φωτογραφίες από εκδηλώσεις στρατιωτικές και μαθητικές, παρακολουθώντας στη "Λούφα και Παραλλαγή" τη διεξαγωγή της "Πολεμικής Αρετής των Ελλήνων", μου ήρθε στο μυαλό η σχέση του σώματος και της χούντας... Σκέφτηκα για πρώτη φόρά σε αυτό το πρίσμα της θεωρίες του Foucault για την πειθάρχηση και τη σωματική επιβολή των λόγων για την υλικότητα της εξουσίας που δρα πάνω στα σώματα. Το σύνηθες μοτίβο των ομιλιών του Παπαδόπουλου παρουσιάζει την Ελλάδα ως άρρωστο σώμα και τη θεραπεία της την αναζητά στην ακινητοποίηση μέσω του γύψου, ή την χειρουργική επέμβαση. Η συμβολική ακινητοποίηση του κοινωνικού σώματος περνάει σταδιακά (?) και στο πραγματικό σώμα. Με τα βασανιστήρια η προσπάθεια επικεντρώνεται στην επιβολη πρωταρχικά πάνω στο σώμα του εξεγερμένου, του διαφωνούντα. Οι κανονιστικές παρεμβάσεις στη φοιτιώσα και μαθητιώσα νεολαία, αρχίζουν από το σώμα (οι εμφανίσεις, τα μαλλιά, τα ρούχα, το βάδισμα...) και τη σεξουαλικότητα, αλλά και η αντίδραση των νέων από εκει ξεκινά, από το σώμα. Εικονοκλαστικοί στην καθημερινότητά τους, διεκδικούσαν πιο ελεύθερες σεξουαλικές σχέσεις, αντισυμβατική εμφάνιση, ισότητα των φύλων. Αφήνουν μακριά μαλλιά, κονταίνουν τις φούστες, χορεύουν αφήνοντας όλο το σώμα ελεύθερο, και διεκδικούν με αυτό το σώμα-στόχο τη σεξουαλική τους ελευθερία, την ευχαρίστηση την ηδονή την αποτίναξη των περιορισμών που προσπαθούν να περάσουν οι συνταγματάρχες...
Η τέχνη της εποχής οι παραμορφωμένες εικόνες τα σώματα έμψυχα και άψυχα, περασμένα από έναν παραμορφωτικό καθρέπτη αντιστέκονται στον ρεαλισμό και την καθωσπρέπει απεικονιστική αισθητική της δικτατορίας. Το σώμα ξεπερνά τα αισθητικά και ρεαλιστικά όρια αναζητώντας την ελευθερία της κίνησης εσωτερικής και εξωτερικής. Υπάρχει μια εμφανής συνάφεια με τη γερμανική πρωτοπορία της περιόδου του μεσοπολέμου και της ανόδου του ναζισμού και την περίφημη έκθεση "Εκφυλισμένη Τέχνη" του 1937. Το σώμα γίνεται το πεδίο διαμάχης των αντιμαχόμενων πλευρών καθώς αποτελεί την υλική υποσταση του εαυτού, τόσο το μέσο αντίληψης της πραγματικότητας και του άλλου, όσο και το μέσο διαμόρφωσής τους...

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2007

....April is the cruellest month...

Καθώς είναι Απρίλης για άλλη μια φορά μου έρχεται στο μυαλό η περίφημη φράση από την Waste land του T.S. Eliot. Λέω, λοιπόν, να κάνω πασχαλινό δώρο, στον εαυτό μου κυρίως, εκτός από την απλή έκδοση που υπάρχει στην πρώτη υπερ-σύνδεση, και μια σχολιασμένη έκδοση του ποιήματος την οποία θα βρείτε αν κάνετε κλικ εδώ. Σας εμπιστεύομαι απόλυτα μικρα, μετα-μοντέρνα, μετα-επιστημονικά και μετα-τεχνολογικά παιδιά του hypertext και του writalk για να πλοηγηθείτε στο site το οποίο είναι τέλειο, καθώς όχι μόνο έχει το κείμενο, αλλά και όλες τις παραπομπές, τις ερμηνείες, και τις μεταφράσεις που χρειάζονται(?) για την κατανόηση του ποίηματος saga του 20ου αιώνα, του ποίηματος που, όπως λένε οι σοβαροί κριτικοί (και ποια είμαι εγώ που θα τους αμφισβητήσω? άσε που μου αρέσει τρελλά και το ποίημα) πέρασε την ποίηση από το ρομαντισμό και τον κλασικισμό στον μοντερνισμό...
Φυσικά δεν είμαι σε θέση να κάνω καμιά κριτική προσέγγιση σε ένα κείμενο που θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα όλων των εποχών (δες και παραπάνω)...ωστόσο επιτρέψτε μου (γιορτές μέρες) να κάνω δυο σχόλια...
Κατ' αρχάς μου φαίνεται πάντα απίστευτη αυτή η χρονική απόσταση, από το 1922 που γράφτηκε το ποίημα. Όλο λέω, ότι είναι λάθος. Κάποιος το έγραψε σήμερα, χθές, ίσως να συμπληρώσει και αύριο κάποιους στίχους περιγράφοντας, μάλλον, και όχι καταγγέλοντας την παρακμή του σύγχρονου τρόπου ζωής, του πολιτισμού (μη σας πω και της παγκοσμιοποίησης), με μια βαθιά αίσθηση αναπόδραστου. Και πάντα έχω την αίσθηση ότι παρ' όλη την απαισιοδοξία που διαπερνά το ποιήμα είτε στις σατιρικές, είτε στις προφητικές αποστροφές του, ο Eliot δεν είναι τόσο απορριπτικός, όσο φαίνεται με μια πρώτη ματιά και προσεγγίζει με μια υπόρητη κατανόηση για τις αδυναμίες της μια α-χρονική ανθρωπότητα. Η βαθιά απαισιοδοξία του ποίηματος, για μένα, έγκειται ακριβώς σ' αυτό τον εξω-ιστορικο, εξώ-εθνικό και εξώ-κοινωνικό άνθρωπο. Το άτομο χαρακτηρίζεται από μια οικουμενικότητα, όπως φαίνεται από τις συνεχείς παραπομπές και την παράθεση αποσπασμάτων κλασικών από τον Όμηρο και τον Σοφοκλή ως τον Verlaine και τον Huxley που επιτρέπει στον Eliot, να διακρίνει την προϊούσα παρακμή ως φυλογενετικό χαρακτηριστικό του άτόμου, άρα μη αναστρέψιμη...
Και δεύτερο, εμένα (τι να πει κανείς? το κείμενο επαναπροσδιορίζεται από τον αναγνώστη, κάποιος, που δε θυμάμαι, το έχει πει αυτό, ίσως ο Derrida) το πρώτο επτάστιχο με την περίφημη φράση δε μου φαίνεται τόσο απαισιόδοξο, παρ' όλη τη γενικότερη παρακμιακή και απαισιόδοξη οπτική όλου του ποιήματος. Εμένα μου φέρνει πάντα στο μυαλό τη γέννηση του καινούργιου και την αντιπαράθεσή του με το παλιό. Η λέξη cruel μου φέρνει στο νου την σκληρότητα με την οποία ο καινούργιος οργανισμός ξεπροβάλλει ξεσκίζοντας τα σωθικά του παλιού και τον πόνο που ενέχει κάθε γέννα (η ζωή είναι κίνηση, και αναταραχή για αυτό ίσως και η λέξη stirring και πάλη) αντίθετα από την παρακμή που εκκολάπτεται στην ακινησία, τη γαλήνη της αδιαφορίας, σύμφυτης με τον θάνατο (Θάνατος, συμβολικός δεν ήταν ο χειμώνας, στον οποίο αναφέρεται με το winter kept us warm, και για τους αρχαίους έλληνες? ). Μήπως οι πρώτοι αυτοί στίχοι, ακυρώνουν, την απαισιόδοξία του υπόλοιπου ποιήματος? Μήπως τέλικά, ο ποιητής αυτοαναιρείται, και αντί να φοβάται, αποζητά τον πόνο της καταστροφής που θα φέρει το καινούργιο, ίσως καλύτερο(?) αύριο.

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2007

αθλητισμός, βία, δημοσιογραφία sports, violence, journalism

Πάλι για το ίδιο θέμα θα γράψω μου φαίνεται...Ποιοι είναι όλοι αυτοί οι δημοσιογράφοι που βγαίνουν στα κανάλια και κατηγορούν δίκαους και άδικους για την κατάσταση στον αθλητισμό, για τα φαινόμενα του χουλιγκανισμού? Δεν είναι οι ίδιοι που πριν τον αγώνα μυρίζουν το αίμα? Δεν είναι οι ίδιοι που δημιουργούν ένα πολεμικό κλίμα εμφανές στη ρητορική των έντυπων, αλλά και του ηλεκτρονικού τύπου, συμπεριλαμβανομένων των ραδιοφώνων, των τηλεοπτικών καναλιών, ακόμη και του internet? Δεν είναι αυτοί οι ίδιοι δημοσιογράφοι, που πριν τον αγώνα καλλιεργούν την εμπόλεμη κατάσταση ? Τώρα, μετά τη διεξαγωγή του αγώνα, ικανοποιούν την ηδονοβλεπτική τάση του «φιλάθλου του καναπέ», σύμφωνα με την ορολογία του Ecco, παρουσιάζοντας διογκωμένα και συχνά διαστρεβλωμένα τα επεισόδια. Ταυτόχρονα, επικαλούμενοι τη δήθεν νομιμοφροσύνη της, χειραγωγούν τη σιωπηλή πλειοψηφία των μη φιλάθλων ζητώντας την παρέμβαση του κράτους. Η υποκριτική αυτή στάση στην ουσία δεν ζητά την εξάλειψη της πρακτικής του ρατσισμού, του σεξισμού ή της επιθετικότητας αλλά την ποινικοποίηση της δημοσιοποίησής τους.
Ποιες είναι οι αιτίες και οι αφορμές για όλο αυτό το κλίμα που πηγάζει και διαμορφώνει το αθλητικό γίγνεσθαι? Νομίζω ότι, αναγκαστικά, θα καταφύγουμε στη μαρξιστική οπτική για το όπιο του λαού (δεδομένης, μάλιστα, της σχέσης του αθλητισμού με τη θρησκεία), εδώ άλλοι πολλοί σοβαρότεροι άνθρωποι από εμένα κατέφυγαν σε αυτή την οπτική, εγώ θα κωλώσω (πως στην οργή γράφεται αυτό?), να οικειοποιηθώ τον καλό γέροντα Μαρξ? Μέσω του τύπου, της τηλεόρασης, του ραδιοφώνου, του διαδικτύου, ο αθλητισμός μετατρέπεται στην ουσία στη συζήτηση για τον αθλητισμό, στην απεικόνιση του αθλητικού γεγονότος αφού η παρακολούθηση στο μεγαλύτερό της ποσοστό γίνεται μέσω των ΜΜΕ. Σε αυτή τη συζήτηση "οι διανοητικές δυνάμεις ασκούνται και αλληλοεξουδετερώνονται" πάλι σύμφωνα με τον Ecco. Οι αξιολογήσεις, οι κριτικές, οι φραστικές επιθέσεις ακολουθούν μια ρητή δομή που προσιδιάζει στην πολιτική συζήτηση. Έχει όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της πολιτικής συζήτησης. Τι έγινε, τι έπρεπε να γίνει, τι θα γίνει. Μόνο που το αντικείμενο είναι ο αθλητισμός. Πρόκειται για μια παρωδία πολιτικής συζήτησης όπου όμως πειθαρχούνται οι δυνάμεις που διαθέτει ο πολίτης για την πολιτική συζήτηση. Το υποκατάστατο αυτό της πολιτικής συζήτησης καταλήγει να γίνει η ίδια η πολιτική συζήτηση.
Η διαφορά ανάμεσα στις δυο συζητήσεις είναι ότι όταν μιλάς για πολιτική στην ουσία παράγεις πολιτική, ενώ όταν μιλάς για τον αθλητισμό δε συμμετέχεις στο παιχνίδι. Σ’ έναν αγώνα ο θεατής, αξιολογεί, κρίνει σύμφωνα με τους κανόνες αλλά δεν παίζει. Συχνά δεν βλέπει καν το παιχνίδι αλλά ακούει την περιγραφή ή μόνο τη συζήτηση για το παιχνίδι. Κάθε φορά η απόσταση από το σώμα του μεγαλώνει.
Στην πολιτική η συζήτηση, η συμμετοχή, η δράση, η σύγκρουση, ανεξάρτητα από ιδεολογική τοποθέτηση, παρεμβαίνει στο τελικό εξαγόμενο για να το καθορίσει ποιοτικά. Στον αθλητισμό η συζήτηση γίνεται με πρόφαση το άθλημα, η δράση του θεατή δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα, χρησιμοποιείται σαν εκτόνωση της προσωπικής του επιθετικότητας, διοχετεύεται σε μια δραστηριότητα που δεν επηρεάζει την πολιτική ζωή. Ο εξωαγωνιστικός αθλητικός χώρος, η κερκίδα λειτουργεί ως μια βαλβίδα εκτόνωσης της βίας μιας συνήθως περιθωριοποιημένης μάζας που πιθανόν διαφορετικά να εκδηλωνόταν, σε πολιτικές επαναστατικές πράξεις προσπαθώντας να καθορίσει τη ζωή της κοινότητας. Ο αθλητισμός χρησιμοποιείται ως “instrumentum regni” όπως εδώ και πολλούς αιώνες τώρα. Από την αρχαία Ρώμη που οι θηριομαχίες και οι ιπποδρομίες χαλιναγωγούσαν την ανεξέλεγκτη δύναμη του όχλου