"H ομορφιά του παρελθόντος είναι το αποτέλεσμα, όχι ο λόγος της νοσταλγίας"
Μ. Foucault

Κυριακή 30 Μαρτίου 2008

σήμερα γά- σήμερα γάμος γίνεταιαιαιαιαιαι....

Μετεωρίτες μας, να ζήσετε

(εγώ ως συνήθως αλλου 'ντ' αλλού!)
(sorry Jo!)

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2008

...περνά ο στρατός της Ελλάδος φρουρός....

"Κάθε παρέλαση είναι ένα δημόσια εκτεθειμένο ψέμα" είπεν ο σοφός παππούς Έκο. Ένα σωματικά δομημένο ψέμα, έμφορτο με εθνικιστικές συμπαραδηλώσεις επιθετικότητας και απόλυτα συνδεδεμένο με ιδεολογίες σωματικής πειθάρχησης, πνευματικής υποταγής και στρατιωτικής ετοιμότητας.
Το θυμήθηκα αφού ήρθε πάλι ο καιρός της παρελάσεως (ο εφιάλτης στο δρόμο με τα δίευρα...) και η εμμονή σε αυτήν της ελληνικής (ομού μετά τινών ανατολικασιαστικών δικτατοριών) πολιτείας και κοινωνίας (ειδικά στις μαθητικές). Άλλη μια απόδειξη (για μένα) της υλικής πραγματικότητας που συνιστούν η πολιτική και η ιδεολογία και (καθώς, εδώ και πολλά χρόνια μάς έχει τελειώσει η παραδοσιακή καρτεσιανή διχοτομική προσέγγιση πνεύματος/σώματος) της αποδοχή; της σωματικοποιημένης έννοιας του ανθρώπινου όντος, ότι δλδ το άτομο είναι τα βιολογικά όρια του σώματος του, αφού (πολύ σχηματικά) χωρίς αυτό δεν υπάρχει (η σκέψη) το έξω από αυτό. {Ο εγκεφαλικός θάνατος -θάνατος της (έδρας της) σκέψης επέρχεται πριν ακόμα και τον καρδιακό θάνατο, ενώ το ζήτημα της (ύπαρξης ή ανυπαρξίας της αθάνατης) ψυχής άπτεται του πεδίου της παραψυχολογίας (ει μη και της θρησκειολογίας, ετέρου παράγοντα του μεταφυσικού) οπότε δεν αναιρεί το παραπάνω. (μιλάμε έχω αρχίσει να βάζω παρενθέσεις στις παρενθέσεις... Η κατάστασή μου επιδεινώνεται....)}. Άρα οι λειτουργίες (και οι χρήσεις) του σώματος (όπως η παρέλαση) σε ένα κοινωνικά δομημένο περιβάλλον, καταδεικνύουν τη σημασία του, ως παράγοντα στις λειτουργίες της αμοιβαιότητας και της ανταλλαγής ανάμεσα στα άτομα, και αποκαλύπτουν τις διασυνδέσεις ανάμεσα στη διαμόρφωση του σώματος και τη δόμηση του κράτους, στη νοηματοδότηση του σώματος και τις ιδεολογίες της εξουσίας (στις θεσμικά ιεραρχημένες αλλά και στις οριζόντια διαχεόμενες μορφές της).
Οι πρώτες διαφοροποιημένες από το καρτεσιανό μοντέλο αναφορές στην έννοια του σώματος παρατηρούνται στη νεωτερική κοινωνία στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αι. Την περίοδο που μεταβάλλεται ο γεωπολιτικός και κοινωνικός χάρτη της Ευρώπης, λόγω των ναπολεόντειων πολέμων και της βιομηχανικής επανάστασης. Η οικονομική σημασία του σώματος, στην αλυσίδα παραγωγής, αλλά και η χρησιμότητα του για την κυριάρχηση πάνω σε άλλες πληθυσμιακές και εθνικές ομάδες, οδήγησε στην ανάπτυξη ενός διαφοροποιημένου λόγου (διάβαζε ιδεολογία) σώματος, πνευματικής και σωματικής υγείας, και φυσικής άσκησης. Έτσι, ανατίθεται (ή αναλαμβάνει, η σχέση δεν είναι τόσο ντετερμινιστική όσο ακούγεται, αλλά φυσικά ούτε τόσο συμπτωματική και αθώα...) η διάδοση του αθλητισμού και της Φ.Α., στη δημόσια εκπαίδευση, έναν από τους θεσμούς που συνέβαλε και στην εγκαθίδρυση των εθνικών κρατών.
Σε ένα παράλληλο χρονικά (και νοηματικά) επίπεδο, αν διαβάσουμε προσεκτικά τους λόγους του Κουμπερτέν (εις την αλλοδαπήν), του Βικέλα (εις τα καθ' ημάς) ή των τεχνοκρατών του αθλητισμού (σήμερα), θα διακρίνουμε το υπονοούμενο (και λιγότερο υπονοούμενο) ότι κάθε αθλητικό (σωματικό) επίτευγμα είναι απόδειξη πως έχει προοδεύσει η ίδια η ανθρωπότητα, τόσο ως προς τη σωματική κατάσταση συνολικά των ατόμων, αλλά, κυρίως (πέφτοντας στην ύπουλη παγίδα ότι αφού κάθε επιτυχία, επιτυγχάνεται μέσω της θεϊκής επιθυμιάς τότε η νίκη αποκτά μια ηθική πλευρά- εφόσον -ελέω- δεν μπορεί να αποδοθεί στους αήθεις), ως προς το ήθος (να μην ξαναναφέρω ως χαρακτηριστική την αντιμετώπιση των ατόμων με "προβλήματα βάρους", ως παρεκκλίνοντων όχι απλά του σωματικά φυσιολογικού, αλλά του πνευματικά, συναισθηματικά και ψυχολογικά "κανονικού"). Ένα ήθος που αξίζει την επιβράβευση (μετάλιο), αλλά και υποχρεούται στην επίδειξη (παρέλαση πριν την έναρξη των αγώνων, και μετά από αυτούς) επιβεβαίωση της ανωτερότητας του έθνους (αφού γέννησε τον) νικητή.
Έτσι, λοιπόν ήταν (είναι) επόμενη η σύνδεση της προόδου του έθνους, έμμεσα (ή λιγότερο έμμεσα), με την καλή φυσική κατάσταση, την υγεία και τη δύναμη των πολιτών και από εκεί (ο εκφυλισμός) σε αυτό που ο σεβάσμιος αθλοερευνητής ο Alter ονομάζει σωματικό εθνικισμό. Συνεπαγωγικά, λοιπόν (μιλάμε μέσα στον ντετερμινισμό είμαι σήμερα) τα μέσα του 19ου αι. δημιουργούν της κατάλληλες συνθήκες ένταξης της Φυσικής Αγωγής (τότε Γυμναστικής ή Σωματικής Αγωγής) στην εκπαίδευση (για τη δημιουργία του ικανού προς εργασιακή απόδοση και επίτευξη των ιμπεριαλιστικών στόχων ατόμου, μέσω του ελέγχου και την πειθάρχηση του σώματος) με συστήματα μαζικής γύμνασης με μιλιταριστικό σχεδιασμό, όπως το γερμανικό, το οποίο συνίστατο στην άσκηση σε πυκνές παρατάξεις, με δοσμένες ομαδικές εντολές, με απόλυτο συγχρονισμό, τη χρήση πολεμικών οργάνων, ακόμη και την εξάσκηση σε πρακτικές πολέμου. Είναι επίσης η εποχή όπου προκύπτουν οι πρώτες (στρατιωτικές) παρελάσεις ως εκφοβιστικές εκ(και συμπαρά- μη σου πω)δηλώσεις αποφασιστικότητας και (εργασιακής και μιλιταριστικά ερμηνευμένης) επιθετικότητας, επίγονοι των ρωμαϊκών θριάμβων, όπου ο νικητής τροπαιοφόρος στρατηγός παρήλαυνε με το στρατό του στους δρόμους της πόλης (πιστοποιώντας την κατοχή της από αυτόν, άρα και την υποχρέωση των κατοίκων της να του προσφέρουν τις προσόδους τους) περιφέροντας μαζί σιδηροδέσμιους τους ηττημένους (πιστοποιώντας έτσι την κατωτερότητά τους άρα και τον λόγο για τον οποίο έχασαν -τη δυνατότητα- της ελευθερίας και των προσόδων τους...).
Αλλά εκεί που η παρέλαση (και το περίφημο βάδισμα της χήνας) βρήκε τη χαρά της ήταν η επιβολή των φασιστικών (όλων των χρωμάτων, καθότι μόλις μου ήρθε στο νου και η Κόκκινη Πλατεία με τους κομμισάριους της να περνούν καμαρωτοί με γόνατο τεντωμένο και κουντεπιέ στητό, μπροστά από τον Στάλιν, στον Χρουτσόφ, τον Μπρέζνιεφ κ.ο.κ...) και εθνικοσοσιαλιστικών κομμάτων στην Ευρώπη που απέβλεπαν στη δημιουργία του πνευματικά, σωματικά και ηθικά «χαλύβδινου ανθρώπου», στην υπηρεσία του αρχηγού και του κράτους, και πρέσβευαν τη διαμόρφωση του πολεμικά πρόθυμου υποκειμένου, του στρατιωτικά έτοιμου σώματος...
Στην Έλλάδα, η διδασκαλία της Φυσικής Αγωγής (η μάνα της παρέλασης, ενώ και η παρέλαση σε μια κυκλικά ανατροφοδοτούμενη σχέση παράγει τη Φυσική Αγωγή) ανατίθεται αρχικά σε στρατιωτικούς (καθηγητές εκπαιδεύονται πολύ αργότερα και πάντα η εκπαίδευσή τους γίνεται μέσα σε μιλιταριστικά πλαίσια και συμφραζόμενα) και μάλιστα εκτός του σχολικού ωραρίου. Αποκτά έτσι μια λειτουργία επέκτασης του σχολικού χρόνου, σε μια γενικευμένη προσπάθεια υπόρρητου ελέγχου των σωμάτων των μαθητών, τονίζοντας τη συμπληρωματική προς την εκπαίδευση (η οποία -στη θεσμική της έκφραση το σχολείο- με μια σειρά μηχανισμών χώρου -όπως η στενότητα των διαδρόμων στην τάξη, η τοποθέτηση της έδρας ψηλότερα από τα θρανία, οργάνων -όπως τα θρανία, ειδικά τα παλαιότερα, ένα μέγεθος από την πρώτη μέχρι την τελευταία τάξη του σχολείου που υποχρεώνει τα παιδιά σε μια αφύσικα καμπουριασμένη ή τεντωμένη στάση, μεθόδους και τεχνικές -όπως η Φ.Α., η σωματική τιμωρία, ή η παρέλαση- τυποποιεί και κανονικοποιεί τα παιδιά διασφαλίζοντας την υποταγή των σωμάτων και των δυνάμεών τους) λειτουργία της, όσον αφορά στην πειθάρχηση των μαθητών αλλά και στην ελεγχόμενη ανάπτυξη της επιθετικότητάς τους (όπως λέει και ο σοφός αθλοκοινωνιολόγοθεωρητικός Dunning), ώστε μελλοντικά να λειτουργήσουν ως υπερασπιστές του κράτους. Κι εκεί στη δεκαετία του τριάντα, με την άνοδο του Μεταξά στην εξουσία... η Σωματική Αγωγή γεννά την μαθητική παρέλαση ώς απόδειξη αυτής της υπερασπιστικής δεινότητας, αυτής της πολεμικής ετοιμότητας, αυτής της ομόθυμης υποταγής στον άριστο. Οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν τη διατήρησαν αποζητώντας την ιδεολογική και κοινωνική ενσωμάτωση μιας μαθητικής νεότητας που προερχόταν από τα παιδιά του πολέμου και της εμφύλιας σύγκρουσης, η χούντα των συνταγματαρχών τη διατράνωσε και τη συμπλήρωσε με γιορτές τύπου "Ελληνική αρετή".... και δε γλιτώσαμε από δαύτη ποτέ....
72 χρόνια αργότερα εξακολουθούμε να επιδεικνύουμε (μέσα από) τη σωματική ρώμη των παιδιών μας την πνευματική τους ενάργεια, να αποδεικνύουμε (μέσα από) τον συγχρονισμό στο βήμα τους την πειθάρχησή τους στον φορέα της αλήθειας, να αναδεικνύουμε (μέσα από) την τιμητική περιφορά των λαβάρων την ετοιμότητά τους να πολεμήσουν κάθε (πραγματικό και προπάντων) φαντασιακό εχθρό.
Ωστόσο, αναρωτιέμαι....
Είναι σκόπιμο να συζητιούνται θέσεις για την κατάργηση των παρελάσεων, όταν ακόμα μέσα από συλλαλητήρια (με εθνοκεντρικές ομιλίες και πολιτειοφοβικές αγορεύσεις) για το όνομα της όμορης χώρας, που είναι αμφίβολο αν θα υπάρχει σε 15 χρόνια, μέσα από προσκυνήματα εικόνων ειδικά φερμένων (για την ενίσχυση του θρησκευτικού αισθήματος του λαού) από ιερά βουνά και λαγκάδια αποδεικνύουμε ότι ο χρόνος μας παραμένει παγιδευμένος σε μια προνεωτερικότητα?
Μήπως γίνονται γραφικοί όσοι θεωρούν ότι ήρθε ο καιρός διαφοροποίησης των πανηγυρισμών για την εθνική παλιγγενεσία, όταν ακόμα μέσα από σταυροφορίες (με ανοικείες επιθέσεις και αμφισβητήσεις της ιθαγένειάς τους και λοιδώρησης) για την απόσυρση (ει μη και καύση) ενός βιβλίου, όταν με την περιφορά ιερών λαβάρων (ώστε η εθνεγερσία -σοφά αποκομμένη από την κοινωνική της διάσταση- να εγείρει συνδέσεις και συνειρμούς) για την εμπέδωση του δικαιώματος της θρησκείας να παρεμβαίνει στη λειτουργία της πολιτείας (όσον αφορά ατον καθορισμό της ταυτοτήτας των πολιτών) καταδεικνύεται ο προ-αστικός χαρακτήρας της ελληνικής πολιτείας?
Μήπως είναι ανοησία να αμφισβητείται η συμβολή των παρελάσεων στην υγιή ανάπτυξη των προσωπικοτήτων των μαθητών/τριών, όταν μέσα από τα καναλοπαράθυρα (που βρίσκουν θέμα στις χαλεπές -ειδησεογραφικά- μέρες των αργιών), για τις φουστίτσες των μαθητριών και τα αθλητικά των μαθητών, όταν μέσα από τους καυγάδες (των ίδιων εκείνων ελλήνων γονιών, που βρήκαν τον Πικάσσο τολμηρό και το "Λεωφορείον ο πόθος" ανήθικο) για την ελληνικότητα των σημαιοφόρων αναδεικνύεται η υπόρρητη συντηρητικότητα και η ξενοφοβία της ελληνικής κοινωνίας?
Βρε μήπως το παρακάνω με τις αναρωτήσεις μου και εκνευριστεί ο Ζουράρις και οι συν αυτώ?

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2008

... πριν δεκά χρόνια μεθυσμένη μου ΄πες "σ΄αγαπώ"...

Λοιπόν, να ξέρετε, τον πρώτο μου καιρό (όχι και πολύ παλιά) στο blogoχωριό, τον πέρασα περιπλανώμενη κρυφοκοιτώντας από τα παράθυρα εικόνες, μουσικές και λόγια και κρυφακούγωντας από blogόθυρες συζητήσεις, διαφωνίες και τσακωμούς . Απ' όλα όσα συμβαίναν στα blogoσπιτα, αυτό που με προσείλκυε περισσότερο ήταν τα παιχνίδια, καθώς η δημιουργία ενός παιχνίδιού σημαίνει την αποδοχή του άλλου και τη δημιουργία ενός κοινού περιβάλλοντος στο οποίο καθένας αυτοτοποθετείται. Τις πρώτες μου προσκλήσεις σε παιχνίδια, τελικά, τις πήρα πολύ νωρίς από (ποιον άλλο?) τον Adaeus και τη blogoαρχόντισα Νερίνα. Οι πάσες τους θεωρώ ότι συνεισέφεραν πολύ στην αποδοχή μου από πολύ κόσμο, αλλά καθοδήγησαν και την αυτοτοποθέτησή μου στο ιστολογοσύμπαν.
Για άλλη μια φορά η πρόσκληση για παιχνίδι με θέμα: Ποιο είναι το τραγούδι με το οποίο θα ήθελα να μου πουν σ' αγαπώ...." είναι από τον Adaeus, που δε με ξεχνά ποτέ, απ' ότι φαίνεται....
Αυτό είναι το αρκετοστό (κατά το πολλοστό) μου παιχνίδι κι επειδή ο Adaeus, σε αντίστοιχη δική μου πρόσκληση την έκανε τη ζαβολιά του, θεωρώ ότι δικαιούμαι να προσαρμόσω λίγο (αλλά πολύ λίγο ΣΕ λέω Adaeus) τους κανόνες. Έτσι, αντί να αναρτήσω το τραγούδι με το οποίο θα ήθελα να μου πουν σ' αγαπώ (κυρίως επειδή έχω κάποιον πολύ συγκεκριμένο στον νού μου ο οποίος είναι εξαιρετικά παράφωνος) θα αναρτήσω, κατ' αρχάς, αυτό που νομίζω ότι είναι το ωραιότερο ερωτικό τραγούδι των τελευταίων χρόνων το "A love that will never grow old" (είδατε? ξεκόλησα από τους ποθαμένους) και από τότε που το άκουσα στο Brokeback mountain με την Emmylou Harris έχω πάθει ένα κόλλημα (ξεχνώντας πολλούς αγαπημένους μου τραγουδοποιούς και με σαφώς καλύτερα άσματα...). Για να καταλάβετε, το έχω στο Mp4 μου και το βάζω με το που ανεβαίνω στο μηχανάκι... ηρεμώ... και μετά αντιμετωπίζω τη σκληρή μοίρα που λέγεται "καθηγήτρια σε γυμνάσιο του Δ. Αθηναίων με συναδέλφους/ισες έτερους/ες εμπνευσμένους/ες καθηγητές /τριες τύπου Ταπανίδη".


Go to sleep, may your sweet dreams come true
Just lay back in my arms for one more night
I've this crazy old notion that calls me sometimes
Saying this one's the love of our lives.

Refrain:
Cause I know a love that will never grow old
And I know a love that will never grow old.

When you wake up the world may have changed
But trust in me, I'll never falter or fail
Just the smile in your eyes, it can light up the night,
And your laughter's like wind in my sails.

(Refrain)

Lean on me, let our hearts beat in time,
Feel strength from the hands that have held you so long.
Who cares where we go on this rutted old road
In a world that may say that we're wrong.


Το δεύτερο τραγούδι, το "Con te partiro "είναι αυτό που λέμε διαχρονικό (όσο και να το έχουν κακοποιήσει, Νταλάρες, Moύσχουρες, Ντάλες και άλλοι που δε μου έρχονται -και δε γνωρίζω κι όλας), και ανέκαθεν ονειρευόμουν να ακούγεται ως μουσική υπόκρουση στο σ' αγαπώ... Επειδή όμως ΔΕΝ μου συνέβη (βέβαια ποτέ δεν είναι αργά) το χρησιμοποιώ επίσης ώς ηρεμιστικό... Είναι από αυτά που βάζω με το που μπαίνω σπίτι... ηρεμώ... και μετά αντιμετωπίζω τη σκληρή μοίρα που λέγεται "εργαζόμενη, σύζυγος και μάνα έφηβης κόρης"






Quando sono solo
sogno all'orizzonte
e mancan le parole
si lo so che non c'e luce
in una stanza quando manca il sole
se non ci sei tu con me
Su le finestre
mostra a tutti il mio cuore
che hai acceso
chiudi dentro me
la luce che
hai incontrato per strada

Con te partiro
paesi che non ho mai
veduto e vissuto con te
adesso si li vivro
Con te partiro
su navei per mari
che io lo so
no no non esistono piu
con te io li vivro

Quando sei lontana
sogno all'orizzonte
e mancan le parole
e io si lo so
che sei con me con me
tu mia luna tu sei qui con me
mio sole tu sei qui con me
con me con me con me

Con te partiro
paesi che non ho mai
veduto e vissuto con te
adesso si li vivro
Con te partiro
che io lo so
no no non esistono piu
con te io li rivivro
Con te partiro
su navi per mari
che io lo so
no no non esistono piu
con te io li rivivro

Con te partiro
lo con te

No no non esistono piu
Con te io li rivivro
Con te partiro
Su navi per mari
Che io lo so
No no non esistono piu
Con te io li rivivro
Con te partiro.
Io con te




Όταν είμαι μόνος
Ονειρεύομαι τον ορίζοντα
Και μου λείπουν οι λέξεις
Ναι, το ξέρω ότι λείπει το φως
Σ’ ένα δωμάτιο που λείπει ο ήλιος
Αν δεν είσαι μαζί μου, μαζί μου...
Δίπλα στο παράθυρο,
Δείχνω σ’ όλους την καρδιά μου
Την φλεγόμενη από σένα καθώς
Έκλεισα μέσα μου
Όλο το φως
Που μάζεψα από τους δρόμους

Με σένα θα φύγω
Σε χώρες που ποτέ δεν
Είδα και δε μοιράστηκα μαζί σου
Και τώρα, ναι, θα τις ζήσω
Μαζί σου θα φύγω
Με πλοία διασχίζοντας θάλασσες
Που, ξέρω πως,
Όχι, όχι, δεν υπάρχουνε πια
Αλλά με σένα θα τις ζήσω

Όταν είσαι μακριά
Ονειρεύομαι τον ορίζοντα
Και μου λείπουν οι λέξεις
Και, ναι, το ξέρω
Ότι είσαι μαζί μου
Εσυ, φεγγάρι μου, είσαι μαζί μου
Εσύ ήλιε μου είσαι μαζί μου
Μαζί μου, μαζί μου

Με σένα θα φύγω
Σε χώρες που ποτέ δεν
Είδα και δε μοιράστηκα μαζί σου
Και τώρα, ναι, θα τις ζήσω
Με σένα θα ξεκινήσω
Αν και το ξέρω
Πώς δεν υπάρχουν πια
Με σένα θα τις ξαναζήσω
Με σένα θα φύγω
Διασχίζοντας με πλοία θάλασσες
Που, ξέρω πως,
Όχι, όχι, δεν υπάρχουνε πια
Αλλά με σένα θα τις ξαναζήσω

Με σένα θα ξαναφύγω
εκεί μαζί....

Κάνω μια μικρή απόπειρα (που ελπίζω δε θα κριθεί αυστηρά) για μια ψιλοαπόδοση απο τα ιταλικά στα ελληνικά, (ξέροντας ότι τα ιταλικά δεν είναι και πολύ διαδεδομένα ως γλώσσα) καθώς οι στίχοι, μπορεί να είναι απλοϊκοί, αλλά είναι πολύ ερωτικοί και αξίζει να είναι γνωστοί....
Εδώ, το βάζω και τραγουδισμένο από την Sarah Brightman και τον Andrea Bocelli (μ' αρέσει που κορόιδευα και τον Ιντι που έβαλε τις τέσσερεις εποχές με τον Nigel Kennedy...). Αγνοείστε τις ηλίθιες σφήνες αγγλικών στίχων ως Time to say goodbye (από πού κι ως πού, άραγε?) αφού το τραγούδι μιλά για αυτούς που θα φύγουν μαζί κι όχι αυτούς που θα χωριστούν και απολαύστε δυο εξαιρετικές (παρ' όλα αυτά φωνές)


Το τέλος των παιχνιδιών με μπερδεύει πάντα, αφού πάντα φοβάμαι ότι αυτοί που θα προσκαλέσω θα έχουν ήδη λάβει πρόσκληση και θα έρθουν σε δύσκολη θέση κι έτσι (αφού τους προσάρμοσα που τους προσάρμοσα τους κανόνες) θα το αφήσω free κι όποιος θέλει ας δηλώσει ότι παίρνει πάσα και συμμετέχει.

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2008

... Οι φίλοι μου φεγγάρια ήταν, νησιά...


Μέχρι πρόσφατα, οι φιλίες μου (ανάλογα με το υλικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίστηκαν στη ζωή μου) συγκροτούνταν σε δυο κατηγορίες: στο χώμα και τον καπνό....
Οι φιλίες του χώματος είναι αυτές που συστάθηκαν στην πρώτη φάση της ζωής μου (κατά κανόνα στα εκπαιδευτικά χρόνια) και ορίζονται από τη σωματική πραγματικότητα της σχέσης. Αυτές που σχηματοποιήθηκαν σε σκάμματα και τσουλήθρες με γδαρμένα γόνατα και ματωμένους αγκώνες σκουπισμένους σε λευκά μπλουζάκια και τζιν σορτσάκια, (τα οποία απέλπιδες μανάδες μούλιαζαν και έτριβαν τα βράδια με λευκαντικά και μαλακτικά προσπαθώντας να βγάλουν το πράσινο του γρασιδιού, το καφέ της λάσπης και το κόκκινο των ξεραμένων αιμάτων). Αυτές που τις οριοθέτησαν ιδρωμένες ποδηλατοδρομίες σε μακρινούς δρόμους, μουσκεμένα ποδόσφαιρα σε αλάνες, ξέπνοα λάστιχα, σχοινάκια και γερμανικό σε εξοχικές αυλές γιαγιαδοπαπούδων (που μας έτριβαν μετά κάτω από λάστιχα ποτίσματος με παγωμένο νερό και σαπούνι Μασσαλίας προσπαθώντας να διώξουν όλο το χώμα απ’ τα μαλλιά και τα πετραδάκια από τα νύχια). Αυτές που δομήθηκαν με μοιρασμένα σε πάρκα λιωμένα παγωτά, με συνεταιρικά αγορασμένα σε κοπάνες χάμπουργκερ (με το κέτσαπ να στάζει σε παπούτσια και τσάντες), με κρυμμένες κάτω από την ποδιά στην τάξη σοκολάτες (που γίνονταν μια μάζα σε μελανωμένα χέρια), με γεύματα κουπονιών σε φοιτητικές εστίες (που κατέληγαν ζουληγμένα σε τσάντες για τα γατιά και τα σκυλιά μας). Αυτές που τελειώθηκαν με βομβαρδισμούς από τραπουλόχαρτα (χαμένων δηλωτών) πιόνια από τρίβιαλ (λανθασμένων απαντήσεων) και γραμματάκια σκράμπλ (ανορθόγραφων διασταυρώσεων). Είναι οι φιλίες που συγκροτήθηκαν μέσα από ύπνους (μεθυσμένους, με εμετούς και δάκρυα) σε αμμουδιές της άγονης γραμμής όπου η θάλασσα μας δέχονταν σερνάμενους στις πρώτες ακτίνες του ήλιου (που διαπερνούσαν σαν τρυπάνια κρανία και εγκεφάλους) για να ξεπλύνει από πάνω μας υγρά και αύρες άτυχων ερώτων.... Κι ενώ είναι ασήμαντη η πραγματολογική συνθήκη της σκέψης, είναι αδιάφορη η ιδεολογική συμφωνία ή διαφωνία, και είναι αμελητέο το πόσο συχνά αναζητάμε ο ένας τον άλλο, όταν συναντηθούμε κρεμιόμαστε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και ξαναπιάνουμε μια κουβέντα με χαζόγελα και σκουντιές από ένα ασαφές σημείο, όπου είχε μείνει εκκρεμής την προηγούμενη φορά....
Οι φιλίες του καπνού (που τις συνάντησα στην ενήλικη φάση της ζωής μου), με συναδέλφους, συνοδοιπόρους και συν-ιδεαζόμενους προσδιορίζονται από την πραγματικότητα του λόγου. Είναι οι φιλίες που συστάθηκαν σε άπειρες ώρες συνδιαλέξεων (με αλκοόλ φιστίκια και τσιγάρα σε καναπέδες και σκαμπό) για νοηματοδοτημένες ζωές, ιδεατά φαντασιακά, εξουσιαστικές πολιτικές, ψυχαναλυτικές ερμηνείες και παιδοψυχολογικές και γνωσιακές θεωρίες ανατροφής παιδιών. Είναι αυτές που συγκροτήθηκαν σε θέατρα και σινεμά, ρεμπετάδικα και τζαζ μπαρ με έντονες διαφωνίες για αισθητικές αξίες, οντολογικά υπονοούμενα και φιλοσοφικές υποκειμενικότητες. Δένονται με την ανταλλαγή βιβλίων και CD, συνταγών και διαίτων. Πληρούνται σε τηλέφωνα που λύνουν ερωτικά, οικογενειακά και επαγγελματικά ερωτήματα, σε e-mail με τα καινούργια hot της πόλης, και τα κουτσομπολιά του γραφείου και σε sms που διαβάζονται στο γόνατο σε σεμινάρια και meetings, για ραντεβού σε καφέ και τσιπουράδικα (αφού σίγουρα θα αισθανθείς μια ξαφνική αδιαθεσία και θα πρέπει να φύγεις σε κάνα μισάωρο...). Οι φιλίες του καπνού είναι με αυτούς που δε θα μοιραστείς ποτέ ένα σάντουιτς αλλά τα έξοδα της βραδινής εξόδου ή της μεσημεριανής οινοποσίας. Δε θα ανοίξετε τα κεφάλια σας με βουτιές σε νυχτερινές θάλασσες ξορκίζοντας φόβους και έρωτες αλλά θα ανοίξετε τις καρδιές σας βουτώντας σε λίμνες αλκοόλ (ξανα)αναλύοντας φόβους και έρωτες. Δεν θα ιδρώσετε σε αλάνες και χωματόδρομους κυνηγώντας μια μπάλα αλλά θα ιδρώσετε σ’ ένα πινγκ πονγκ επιχειρημάτων (ισορροπώντας ίιιιισα ίσα, ανάμεσα στο διάλογο και την πολεμική) κυνηγώντας την ορθότερη ιδεολογικοφιλοσοφικοπολιτική προσέγγιση.
Σταδιακά, ανάμεσα σ’ αυτές τις φιλίες (οι οποίες ενίοτε αλλάζανε θέση διασχίζοντας η μία τα όρια της άλλης), που τις στήριζα (και με στήριζαν) ή τις παραμελούσα (και με παραμελούσαν), αναδύθηκε άλλη μια κατηγορία φιλιών, που δομήθηκαν στον blogoχωριό, από άτομα που δεν τα ορίζει ούτε το σώμα ούτε ο (προφορικός σε πρώτη φάση) λόγος τους, αλλά που τα αισθάνομαι οικεία, και τη σχέση μου μαζί τους (εργαλειακά σχεδόν) πολύτιμη. Και μόλις πρόσφατα (διαβάζοντας για τα υπομνήματα στον Φαίδρο), κατάλαβα... Αυτές είναι οι φιλίες του μολυβιού (του πληκτρολογίου θα ταίριαζε περισσότερο, αλλά υποπτεύομαι ότι πολλοί γράφουν χειρόγραφα και μετά πληκτρολογούν, οπότε θα διατηρήσω το συμβολισμό), οι οποίες προσδιορίζονται από την πραγματικότητα του κειμένου. Είναι οι φιλίες που συγκροτούνται με τα ποστ, τα οποία λειτουργούν ως υλική μνήμη (αυτών που έχει διαβάσει, έχει δει, έχει ακούσει, έχει σκεφτεί, έχει βιώσει ο καθένας από εμάς) και με τα σχόλια που λειτουργούν ως ερμηνευτική ανταπόκριση ακριβώς σε αυτή την υλική μνήμη. Είναι οι φιλίες οι οποίες προσδιορίζονται τόσο με την ανάρτηση των ποστ που (αν και προσωπική διαδικασία στη βάση της) λειτουργεί ως έκθεση του εαυτού, όσο και με τα σχόλια των αναγνωστών (άτυπα και υπόρρητα αναγορευθέντες σε συνδιαχειριστές του εαυτού) που αλληεπιδραστικά οδηγεί στη συγκρότηση του εαυτού. Είναι οι ιδιότυπες αυτές φιλίες που δομούνται από κάθε ποστάκι που φωτίζει τις κινήσεις της σκέψης μας και διαλύει το εσωτερικό σκοτάδι με το οποίο μας απειλούν οι εσ(ξ)ωτερικοί εχθροί και από κάθε ανταπόκριση σχολίου που προσφέρει το μάτι του άλλου (του σχολιάζοντα), αναζητώντας να χρησιμέψει (ακούσια ή εκούσια) σαν καθρέφτης του εαυτού. Είναι οι φιλίες όπου, όπως λέει και ο Foucault (όχι που θα τον γλιτώνατε), ψάχνουμε να ατενίσουμε τον εαυτό μας σε μια άλλη ψυχή ώστε να αναγνωρίσουμε εκεί το θεϊκό στοιχείο της, την αλήθεια μας. Αυτή η επαφή μέσω των γραπτών, είναι η ασφαλιστική δικλείδα που επιτρέπει να φτάνουμε ο καθείς/μια στον εαυτό μας (χωρίς να βυθιζόμαστε σ’ αυτόν) να ζούμε με τον εαυτό μας (χωρίς να απομονωνόμαστε), ν’ αρκούμαστε στον εαυτό μας (χωρίς να αποξενωνόμαστε) να επωφελούμαστε από τον εαυτό μας (χωρίς να ολισθαίνουμε στην αυταρέσκεια).
Ζω σ’ έναν κόσμο που αλλάζει μορφές και πλαίσια λειτουργίας με ιλιγγιώδεις ρυθμούς και (έχω την αίσθηση ότι) καταβάλω εργώδεις προσπάθειες για να προσαρμοστώ στα καινούργια συμβολικά και πραγματολογικά πεδία στα οποία πρέπει να προσδιοριστεί ακόμη και η καθημερινότητα των σχέσεών μου. Κι ενώ, έχω πια αντιληφθεί ότι κάθε φιλία που διατηρώ είναι πολύτιμη, όσο περνά ο καιρός (και ο χρόνος μου γίνεται είδος εν ανεπαρκεία) η προστασία τους γίνεται όλο και δυσκολότερη.
Αναρωτιέμαι, λοιπόν, μήπως αυτές οι πρόσφατες άυλες φιλίες του μολυβιού είναι εξ ίσου πολύτιμες με τις ενσώματες, καθώς (στο υποχρεωτικά μοναχικό πεδίο όπου διαχειρίζομαι το εγώ) μού επιτρέπουν να διατηρώ μια ισορροπία στη σχέση με τον εαυτό μου???

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2008

Who's afraid of the big bad game????



Σε μια προσπάθεια να με εκδικηθεί, γιατί σαραντατρία χρόνια τώρα, δεν τον αφήνω ήσυχο, ο παλιοAdaeus με κάλεσε στο παιχνίδι της απόλυτης αυτοέκθεσης καθώς πρέπει να ομολογήσεις:
1ον: ότι κοτζάμ γαϊδούρα/γάιδαρος σου αρέσουν τα καρτούνς... και ΔΕΝ πηγαίνεις στο σινεμά (δήθεν) να συνοδέψεις τα ανηψάκοπαιδάκια σου, ούτε έχεις κάνει πλούσιο το Dvdάδικο της γειτονιάς σου νοικιαζοαγοράζοντας μικυμάους (ξαναδήθεν) για τα μούλικα (αν υπάρξει κανείς/μια που θεωρήσει αυτή την έκφραση ατόπημα πολιτικής ορθότητας, θα του δανείσω τη Ν. ένα Σ/Κ ... ή καλύτερα θα τον υποχρεώσω να πάρει τη θέση μου στο σχολείο για ένα διήμερο και ΤΟΤΕ θα το ξανασυζητήσουμε...) που κλαίει στο σπίτι, αλλά γιατί τα βλέπεις με τον καλό/καλή σου μεταμεσονύχτια προβολή όταν ο/η τσόγλανος (στους διαμαρτυρόμενους για την έκφραση συνιστώ να σταθούν ένα τέταρτο σε διάλειμμα έξω από τα κάγκελα παιδικού σταθμού ή να καθήσουν με την εφημερίδα τους σε παγκάκι πλατείας κυριευμένης -μιλάμε μόνο πειρατική σημαία δεν σηκώνουν- από πιτσιρίκια της ηλικιακής κατηγορίας 10-2 ετών, κατά προτίμηση με ποδήλατο και δη με βοηθητικές ρόδες με τα οποία κάνουν απίστευτες παντιές...) έχει αποκοιμηθεί και (επειδή, ευτυχώς, όπως όλα τα παιδιά που μόλις αποκοιμηθούν μετατρέπονται σε λευκά γατιά Αγκύρας -εντελώς κουφά μιλάμε...) δεν μπορεί να ακούσει και να αντιληφθεί τη γελοιότητα αυτών που (χωρίς να το ρωτήσουν) το έφεραν στον κόσμο και (σα να μην έφτανε αυτό) έχουν αναλάβει τη διαπαιδαγώγηση και την προετοιμασία του για τις δυσκολίες της ζωής (με τα γνωστά επιτυχημένα αποτελέσματα που βλέπουμε γύρω μας -αν και ποτέ στο σπίτι μας...).
2ον: αφού, λοιπόν, εξευτελιστείς ανά το ιντερνετοσύμπαν, για τις διαστροφικές καρτουνοπαρακολουθοσυνήθειές σου, στη συνέχεια σου ζητούν να φτάσεις στον πάτο, αποκαλύπτωντας το παιδικό σου τραύμα, που σε κάνει να ταυτίζεσαι με τον ήρωα του καρτούν σου
Για παράδειγμα
  • έχεις το σύνδρομο της υποταγμένης γυναίκας, αν σ' αρέσει η Σταχτομπούτα,
  • δεν έχεις την απαραίτητη αυτοεκτίμηση, αν σου αρέσει ο Ντόναλντ Ντάκ,
  • δεν έχεις καλλιεργήσει τις επικοινωνιακές σου ικανότητες αν σου αρέσει ο Ροζ Πάνθηρας,
  • είσαι επιθετικός αν σου αρέσει ο κακός κογιότε ή έχεις σύνδρομο καταδίωξης αν σου αρέσει ο Road Runner,
  • έχεις το σύνδρομο του υπεραλτρουισμού, αν σου αρέσει ο Σούπερμαν
  • κι είσαι απλά ηλίθιος, αν σου αρέσουν τα Πόκεμον....
Λοιπόν, ιντερνετοψυχανάλυτές πιάστε δουλειά... εμένα το αγαπημένο μου είναι η Φαντασία (του 1940 όχι η πρόσφατη του 2000) του Ντίσνευ, και μάλιστα (χωρίς να περιφρονώ τα υπόλοιπα -αισιόδοξα και χιουμοριστικα-μέρη της), το εφιαλτικό προτελευταίο κομμάτι, όπου εικονογραφείται (νομίζω τέλεια) "Η νύχτα στο φαλακρό βουνό" του Μουσόργκσκι.
Κι επειδή οι περισσότεροι από εσάς παθαίνετε ένα nervus collapsus, όταν η κλασική μουσική είναι σε υπερβολική δόση, επαναφέρω τις ισορροπίες σας, με ένα βιντεάκι, όπου η σκηνή παίζεται με μουσική υπόκρουση το Children of the grave των Black Sabbath

Φυσικά, όπως όλα τα blogoπαίχνιδα, δεν τελειώνει παρά όταν βρεθούν οι ατυχείς που παίρνουν την πάσσα για να το συνεχίσουν.... Εγώ νομίζω ότι έχω ενοχλήσει αρκετούς (ήδη η Μετεωρίτης, ούτε που μπαίνει στο blog μου, από φόβο μην της έρθει καμιά πάσα για blogoπαίχνιδο στο κεφάλι, -actually ούτε στο δικό της μπαίνει- αλλά τι κατάλαβε? γλίτωσε από τα παιχνίδια κι έπεσε στα σκληρά... αφού παντρεύεται!!), αλλά δε μου πάει καρδιά να το σταματήσω... κι έτσι θα προσκαλέσω το νατασσάκι και την tzotza (σκεπτόμενη ότι αφού έχουν παιδάκια θα τα χρησιμοποιήσουν ως άλλοθι και δε θα παραεκτεθούν) να πιάσουν την πάσα και να συνεχίσουν το παιχνιδάκι:
Ποίο είναι το αγαπημένο μου καρτούν?

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2008

...ωχ......

Με βρήκατε στην υποχρεωτική χιονοαργία και με εκμεταλλεύεστε... Αλλά χαλάλι σας/σου Sandman (για να γίνομαι πιο σαφής και για να ξέρουν όλοι ότι η δική σου πρόσκληση είναι η αιτία που ταλαιπωρούνται...)

Λοιπόν βήμα πρώτον: Απλώνω το χέρι μου ακριβώς δίπλα μου και πάνω στο πολυμηχάνημα (το οποίο παρεμπιπτόντως αρνείται να επικοινωνήσει με τον υπολογιστή και έτσι ο μόνος ρόλος του πια -τουλάχιστον μέχρι να έρθει ο συνήθης σωτήρας μου ο Γ.- είναι του ραφιού/βιβλιοαποθήκης) βρίσκω το πάνω πάνω βιβλίο....

Βήμα δεύτερον: Το ανοίγω στη σελίδα 123 (τι χαρά καινούργιο κεφάλαιο το 11, ζευγάρια του άσσου, με εντελώς ύπουλο τίτλο: la douceur des peines... Τι σημαίνει? Ας πούμε η ηδύτης των ποινών...)

Βήμα τρίτον: πάω στην πέμπτη πρόταση.... και την περιφρονώ, τη χρησιμοποιώ ως σημείο για να ορίσω τις επόμενες τρεις (η μοίρα του ενδιαμέσου: χωρίς αυτόν δε γίνεται τίποτα, αλλά στο τέλος κανείς δεν μπορεί να θυμηθεί ποιος ακριβώς ήταν)

Βήμα τέταρτον: αντιγράφω τις τρεις επόμενες (έκτη, έβδομη και όγδοη) προτάσεις (Ξύνω το κεφάλι μου... Ο όρος του παιχνιδιού λέει από τελεία σε τελεία. Ναι... Αλλά αν ενδιάμεσα υπάρχουν άνω και κάτω τελείες, οπως εδώ? αν υπάρχουν αποσιωπητικά? αν υπάρχει πρόταση σε εισαγωγικά? Προκρίνω τη λύση που με βολεύει. Η πρόταση με τις άνω τελείες αφού δεν έχει κεφαλαίο ΔΕΝ θεωρείται πρόταση, αυτή όμως μέσα στα εισαγωγικά μετράει ως πρόταση - αφού κοιτώντας την επομενη διαπιστώνω ότι είναι από τις αγαπημένες του συγγραφέα... Τεράστια, με άπειρα κόμματα και άνω τελείες, παρεκβάσεις και παρενθέσεις... α πα πα πα!)

Trouver pour un crime le châtiment qui convient, c’est trouver le désavantage dont l’idée soit telle qu’elle rende définitivement sans attrait l’idée d’un méfait. Art des énergies qui se combattent, art des images qui s’associent, fabrication de liaisons stables qui défient le temps : il s’agit de constituer des couples de représentation à valeurs opposées, d’instaurer des différences quantitatives entre les forces en présence d’ établir un jeu de signes-obstacles qui puissent soumettre le mouvement des forces à un rapport de pouvoir. « Que l’idée de supplice soit toujours présente au cœur de l’homme faible et domine le sentiment qui le pousse au crime »

Ωραίαααααα! Άντε και το αντέγραψα... Τι λέει? Να το αφήσω αμετάφραστο? θα με πουν ψώνιο, που νομίζω ότι όλοι αντιλαμβάνονται την γαλλικήν... Να το μεταφράσω? θα με πούν επιδειξία γνώσεων... Μιλάμε για εντελώς lose lose κατάσταση... αποφασίζω να αποδεχτώ το δεύτερο σκώμμα και το μεταφράζω ή μάλλον το αποδίδω (διότι θυμηθείτε: η μετάφραση είναι σαν τη γυναίκα. Όσο ωραιότερη τόσο λιγότερο πιστή -να βρε! γι αυτό εγώ είμαι πιστή, ως Πηνελόπη μη σου πω...)

Το να βρεθεί για ένα έγκλημα η αρμόζουσα τιμωρία, έγκειται στο να βρεθεί εκείνο το μειονέκτημα του οποίου η ιδέα είναι τέτοια ώστε να αποστερεί οριστικά από την ιδέα του αδικήματος τα θέλγητρα της. Είναι μια τέχνη αλληλοσυγκρουόμενων ενεργειών, τέχνη συνδεόμενων εικόνων, δόμηση σταθερών συνδέσμων που να περιφρονούν το χρόνο: συνίσταται στη δημιουργία αναπαραστατικών εικόνων με αντιτιθέμενες αξίες, στην καθιέρωση ποσοτικών διαφορών ανάμεσα στις υπάρχουσες δυνάμεις, στην εγκατάσταση ενός παιχνιδιού σημείων-εμποδίων που μπορούν να υποβάλουν την κίνηση των δυνάμεων στον συσχετισμό της εξουσίας. «Ότι η ιδέα της τιμωρίας είναι πάντα παρούσα στην καρδιά του αδύναμου ανθρώπου εξουσιάζοντας το συναίσθημα που τον ωθεί στο έγκλημα»

Άντε και το μετέφρασα... Τι θέλει όμως να πει ο ποιητής? Η αρχική μου σκέψη είναι να σας κάνω μια ανάλυση περί τιμωρίας, επιτήρησης και εξουσίας, για να το σκεφτεί πολυυυυυυυ καλά ο Sandman (ή οποίος άλλος θελήσει) πριν να με ξανακαλέσει σε blogoπαίχνιδο, αλλά λυπάμαι τους αποδέλοιπους. Έτσι θα προσπαθήσω να το νοηματοδοτήσω ώστε να μην παραμείνει ένα ακατανόητο, άρα απωθητικό κείμενο στο blog μου, αλλά πολύ συνοπτικά ώστε να μην προσθέσω και μια ακατανόητη ανάλυση επιπλέον...

Μη νομίζετε, δε, ότι ξέχασα τον τίτλο του βιβλίου... απλώς σας τον κρατούσα για το τέλος... για να μη μου τρομάξετε από την αρχή.... Ειναι το Surveiller et Punir (από τους Φουκούς μου, που λέει και η αγαπημένη μου Α. όταν με πειράζει επειδή, πραγματικά, όπου και να απλώσεις το χέρι σου σ' αυτό το σπίτι σε έναν ρημαδο Foucault θα πέσεις, όχι τόσο γιατί είναι πολλοί -οι Φουκοί- αλλά επειδή εγώ είμαι τσαπατσούλα....) τι σημαίνει? ας πούμε... επιτήρηση και τιμωρία... και πραγματεύεται ακριβώς αυτό το πολύπλοκο (που εμείς θεωρούμε αυτονόητο, χωρίς να είναι) ερώτημα: τι είναι έγκλημα? και πώς τιμωρείται?

Ο καλός παππούς Foucault, σ' αυτό το κεφάλαιο και μ' αυτές τις σειρές, ανοίγει το ζήτημα της εξουσίας που υφίσταται στον ορισμό του τι είναι έγκλημα και του ποια είναι η δέουσα ποινή Πρεσβεύει ότι το πρώτο βήμα ορισμού και αντιστοίχισης είναι να αφαιρεθεί από την πράξη η ιδεολογία που της επιτρέπει να τελείται και παράλληλα η συνέπεια να είναι τέτοια ώστε η παραβατικότητα να καθίσταται ασύμφορη. Η εξουσία (είτε με τη μορφή του κράτους, είτε με τη μορφή των θεσμών και των μηχανισμών) επιτυγχάνει τον ορισμό του σύστήματος έγκλημα-τιμωρία μέσα από τη δημιουργία ενός συστήματος αλληλοσυγκρουόμενων εικόνων (καλό-κακό, σωστό-λάθος), διαφοροποιήσεων ανάμεσα στις δυνάμεις (το θετικό είναι ισχυρότερη δύναμη, το αρνητικό λιγότερο ισχυρή, το αίσθημα ηθικότητας είναι εντονότερο-η ανηθικότητα είναι υποτασσόμενη δύναμη) και της κινητοποίησής τους ανάλογα με τις επιθυμίες της (καθώς αυθαίρετα ορίζει αυτό το κακό και το καλό, το σωστό και το λάθος το θετικό και το αρνητικό). Η βασική δε νομιμοποίηση της εγκαθίδρυσης του συστήματος πρόερχεται από την επιβολή της θρησκειοψυχαναλυτικής προσέγγισης ότι ο φόβος και η γνώση της τιμωρίας είναι εμπεδωμένα στο άτομο ώστε να τον καθοδηγούν στο να αποφύγει ή να αποπειραθεί (και συνήθως να αποκρύψει) το έγκλημα.

Σταματώ εδώ, γιατί ξαφνικά έχω την αίσθηση ότι αυτό που έγραψα εγώ είναι πιο δυσνόητο ακόμα κι από αυτό που έγραψε ο σοφός μακαρίτης διανοητής και κρίμα είναι... Και περνώ στο πέμπτο και αγαπημένο μου βήμα... Αν και ο Sandman με πρόλαβε και έδωσε πάσα στη ritsmas (η οποία κάθολου δε με απογοήτευσε, δε θα μπορούσε να διαβάζει κάτι άλλο) υπάρχουν ένα σωρό άλλοι για τις αναγνωστικές συνήθειες των οποίων είμαι περίεργη κι έτσι οι πέντε πρώτοι που μου έρχονται στο μυαλό (ο αγαπημένος μου adaeus, που τη γλίτωσε στο προηγούμενο παιχνίδι, η απρόσμενη single mamma, η χειμαρρώδης just me, o σκωπτικός Alexis B και ο νεοφερμένος menteur) δεν είναι δύσκολη επιλογή (το αν θα ανταποκριθούν, είναι μια άλλη θλιβερή ιστορία -και γι αυτούς και για μένα!)


Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2008

...ωραίος καιρός για ποίηση...

Fresco
Ο Fra Giovani σιωπηλός οδήγαε τη γραφίδα
το αγγελικό σου πρόσωπο χυμένο στη σπουδή
Ορθός ο δούλος δίπλα σας, μακρύς σα νεροφίδα
έτριβε τ' αγια χρώματα σε πέτρινο γουδί

Όργανο σε ξεχάσανε σε ποια κλειστή ροτόντα,
που δεν την ελειτούργησε λιβάνι και παπάς?
Από νωρίς ξεχάστηκες τους βιαστικούς ρωτώντας.
Όθε αγαπάς νυχτώθηκες, μπαίνεις και δε χτυπάς

Σκουφί, σωκάρδι βυσσινί φορώ, μακρύ στιλέτο.
Χρυσόβουλη βαστάω γραφή κι ένα πουγγί φλουριά.
Σκύβεις, κοιτάζεις το νερό που ρέει στο καναλέτο,
γυρνάς, διώχνεις το δούλο σου και σβήνεις τα κεριά.

Άσχημος είμαι, Αμαρτωλός, σε φρέσκο του Ανωνύμου
χυμένο είναι το μάτι μου με χτύπημα σφυριού,
τ' αυτί κομμένο κι έχασα μια νύχτα τη φωνή μου
στη ναυμαχία του Μισιριού.

Κι αυτός ωραίος όπως εσύ, ψηλός, porca miseria!
το σχήμα του κρύβει λαμπρή πολεμική στολή.
Χαϊδεύει τα δυο χέρια σου, τα ευλογημένα χέρια,
πέφτει το ράσο του ο σταυρός γλιστράει και σε φιλεί

Με το καράβι του Θησέα σ' αφήσαμε στη Νάξο.
Γυμνή, μ' ένα στα πόδια σου θαλασσινό σκουτί.
Σε ποιες σπηλιές εκρύφτηκες και πως να σε φωνάξω?
Κοστάρω κι όλο με τραβά μακριά το καραντί.

Ένα κοπάδι ελέφαντες, μαϊμούδες και καμήλες
σου κουβαλούσαν σε μακρύ ποντόνι τα προικιά.
Μα τάπιε ανεμορούφουλας απέξω από τις Μύλες
και ξέστρωσες το νυφικό κρεβάτι σου Θιακιά.
(Ν.Καββαδίας Τραβέρσο 1975)

Δε χρειάστηκε να το σκεφτώ πολύ όταν ο Sandman με κάλεσε στο blogoπαίχνιδο: γράψε το αγαπημένο σου ποίημα. Μπορεί να περιπλανήθηκα στα blog όσων έπαιξαν πριν από μένα, να συνάντησα από αθώα τρίστιχα ως σαγηνευτικές και επίμοχθες στιχοπλοκές, μπορεί να ζήλεψα κάποιους/ες, όχι τόσο για τις επιλογές τους, όσο γιατί είχαν τέτοια πανέμορφα ποίηματα (που εγώ πρώτη φορά άκουγα όπως το ποίημα του Gaiman που ανάρτησε το Elafini ως αφιέρωση στον Sandman) και μπορούσαν να ονειρευτούν, μπορεί κατά καιρούς να περνάω διάφορες ποιητικές φάσεις (καθ' ότι καταναλώνω την ποίηση με ρυθμούς φαστ φουντ, και επιστρέφοντας σχεδόν ψυχαναγκαστικά σε πράγματα που έχω ξαναδιαβάσει και μου φαίνεται ότι κάπου τα θυμήθηκα), αλλά ούτε στιγμή δεν αμφιταλαντεύτηκα... Το fresco είναι το αγαπημένο μου ποίημα ...
(αυτό το γράφω Κυριακή βράδυ, αφού ξέχασα,μεσ' στη φούρια μου ν' ανεβάσω το ποστάκι και να φύγω για τας εξοχάς, ότι πρέπει (άσε που θέλω κι όλας...) να προσκαλέσω κάποιον στο blogoπαίχνιδο. Θα ήθελα λοιπόν να προσκαλέσω στο παιχνίδι τη Μετεωρίτη - καθυστερημένο δώρο για τα γενέθλιά της, τον Navigator -που μόλις επέστρεψε για να μου θυμίσει ότι λατρεύω τη δική του ποίηση- τον Άκη, για να τον προκαλέσω να ξαραχνιάσει το blog του και την Afrodiet, γιατί εμείς οι γάβροι-τι τα θέτε- είμαστε σέχτα....)

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2008

...Et de la musique avant toute chose...

Η κάτοχος του παρόντος blogoϊστολογίου αισθάνεται την ανάγκη να εξομολογηθεί ότι, μικρή σχέση έχει με τη μουσική (σε μια πόλη/χώρα ΡουβάδοΚελεκιδοΜαρτάκηδων τι ακριβώς σημαίνει αυτό πρέπει να μελετηθεί), πέρα από το ότι της αρέσει πολύ να ακούει καινούργια (ή και λιγότερο) πράγματα κι έχει μια τρελλή (μέχρι δακρύων) συμπάθεια στην όπερα, για αδιευκρίνιστους λόγους. Πιθανόν γιατί η δεκαετία του 80 ήταν τόσο απερίγραπτη μουσικά, που η αναζήτηση καταφυγίου την οδήγησε εκεί (κάτι ήξεραν οι Queen, που λίγα χρόνια νωρίτερα συστήναν "Α night at the Opera"). Έτσι μου κάνει φοβερή (καλά, όχι και τόσο) εντύπωση που δείχνω να έχω αποκτήσει (μέσα απο το μουσικοτεχνοπολιτικοκοινωνικοϊστολόγιοτου Ίνδικτου) τόσους φίλους μουσικοbloggers (καλά, τι θα γνώριζα στο blog του Ίνδικτου? κοπτοραπτούδες -χωρίς κανέναν υποτιμητικό υπαινιγμό για τη συμπαθή τάξη εργαζομένων).
Αυτοί/ες λοιπόν οι μουσικοblogerοπαράξενοι, οι οποίοι/ες μου προκύπτουν ο εις καλύτερος της ετέρας, με περισσότερες μουσικές γνώσεις η μία του ετέρου, με παρασύρουν από τη μια μουσικοπεριπέτεια στην άλλη και σε μουσικά ταξίδια με προορισμούς, που υπό φυσιολογικές συνθήκες δε θα μου περνούσε από το μυαλό να εξερευνήσω. Κι έτσι, μετά από ποστάκια των Sandman, Ίνδικτου του Ελαφινιού (και άλλων, που βρήκα από λινκ των προαναφερθέντων), βρέθηκα να βγαίνω από την Πολιτεία με το Muzine, το μουσικοπεριοδικό με το κόκκινο και το λευκό cd, στα χέρια να αναρωτιέμαι τι είναι όλες αυτές οι άγνωστες λέξεις και φτάνοντας σπίτι να βάζω δειλά το κόκκινο cd στο cd-player. Στην αρχή είπα: θα το βγάλω, μετά δίστασα: γιατί να το βγάλω, μετά ξανασκέφτηκα: δε βαριέσαι, μετά απόρησα: βρε για δες, μετά αποφάνθηκα: δεν είναι κακό, μετά ομολόγησα: είναι καλό, πολύ καλό, μετά ξαφνιάστηκα: μπα? τελείωσε, μάλλον θα το ξαναβάλω, αλλά ας ακούσω και το λευκό... για να καταλήξω να αναρωτιέμαι: πότε θα βγεί το επόμενο Muzine? Το επόμενο βγήκε πρίν από 15 περίπου μέρες και οι παραγωγοί του έκαναν μια πολύ όμορφη παρουσίαση-πάρτυ στον Ιανό, όπου με οδήγησαν τα ποστ των προαναφερθέντων/εισών ιστολογομουσικοπολιτισμικων μεντόρων μου και φυσικά η περιέργειά μου, παρέα με τον (αρχικά απορών και απρόθυμο) καλό μου, ο οποίος ωστόσο, το έχει πάρει απόφαση, ότι πάλι κάπου θα τον κουβαλάει η τρελλή, οπότε λίγο διαμαρτύρεται και (άσχετα αν μετά η κριτική του γίνεται Γεωργουσοπολοδανικική και άντε βγάλε άκρη...) επιπλέον περνά καλά...
Δηλώνω, παρεμπιπτόντως, ότι ναι μεν θεωρώ ότι η περιέργεια σκότωσε τη γατούλα, αλλά κι αν ο πρώτος homo-κάτι δεν είχε την περιέργεια να δει πώς είναι να στέκεσαι στα δυο σου πόδια, εγώ θα γύρναγα από κλαδί σε κλαδί με το καμάρι μου κρεμασμένο στην πλάτη μου (και είναι και κοτζάμ κοπέλλα, η άτιμη). Έτσι, παρασύρομαι εύκολα σε τέτοιου είδους παρουσιασοεκδηλώσεις (όπου μπορεί να περάσεις πληκτικά, ανεκτά, ενδιαφέροντα, όμορφα, τέλεια) και σ' αυτή ήμουν και πιο δεκτική γιατί θα συναντούσα κάποιους από τους bloggers (όπως ο Sandman και το Elafini) των οποίων η πεφιλημένη ιδιωτικότητα έχει εγκαταλείψει τον μάταιο τούτον ιστολογοκόσμο εδώ και καιρό (άρα δεν παραβίαζα κανένα προσωπικό δεδομένο και η αδιακρισία και περιέργειά μου δεν ήταν Τριανταφυλοπουλοευαγελατική). Τελικά, κατέληξα με κάποιες νέες γνωριμίες (Η προσωπική επαφή με τους/τις μουσικοbloggers, όπως και η συνάντηση, δυο μέρες μετά την παρουσίαση του Muzine, σε άλλο πολιτισμοπανηγυράκι -γιατί σε αυτή την πόλη πολλά γίνονται φτάνει να έχεις τα μάτια σου κα τα αυτιά σου ανοιχτά- με άλλους -και κυρίως άλλες- bloggers, αποδείχτηκε εμπειρία, αλλά δεδομένης της καχυποψίας που ταλανίζει όσους διαβάζουν καλά λόγια από blogers για ιστολόγους και τούμπαλιν, λέω -προς το παρόν- να την κρατήσω για τον έαυτό μου) και σε ένα πολύ ευχάριστο βράδυ, με μουσική που ΔΕΝ συνηθίζω να ακούω, αλλά που τελικά βρήκα θαυμάσια.
Με αυτό στο μυαλό άπόκτησα τη συνήθεια μιας ενδελεχέστερης ανάγνωσης των ιστολογίων των μουσικόφιλων κι έτσι, δυο μέρες αφότου γλύτωσα το ξύλο και την εξορία από το ιστολόγιο του Ελαφινίου, μετά την επίθεση μου στον μικρό Πρίγκηπα του μεγάλου αστού Exupery (αλλά αυτό είναι μια άλλη θλιβερή αντιπάθεια και κάποτε πρέπει να την αναπτύξω, αλήθεια τι έλεγα? Α! ναι...) έμαθα ότι το Cabaret Voltaire, βαρέθηκε την Dadaική παρακμή , την τάξη την οργάνωση και την πεισιθανάτια ατμόσφαιρα της Ζυρίχης (όπου εγώ είμαι βέβαιη, ότι εκεί που περπατάς, κάποιος/α θα πέσει ξερός/η μπροστά σου από πλήξη και ανία) και μεταφέρθηκε στην αναρχία, τη φασαρία και τη βρώμα του Μεταξουργείου (καλά, μιλάμε, όλα τα συνεργεία αυτής και των γύρω περιοχών, το ένα μετά το άλλο μετατρέπονται σε διασκεδαστήρια, αποδεικνύοντας ότι η πρωτογενής παραγωγή, δεν έχει πια καμιά ελπίδα στην Ελλάδα), ώστε έστω και οριακά να συμβαδίζει με το μανιφέστο των Ντανταϊστών που συνέταξε ο Ball, ακριβώς σε αυτό το Ελβετικό καφωδείον (αν είναι δυνατό να εμπνευστείς το μανιφέστο της αναρχικής και άσκοπης τέχνης στην πόλη των ρολογιών και των καλορυθμισμένων θεσμών...). Έμαθα επιπλέον ότι θα υλοποιόταν εκεί μια μουσική παράσταση (να το πω?), παρουσίαση (να το πω?) εκδήλωση (να το πω? Ότι και να το πω θα το αδικήσω, απ' ότι φάνηκε στη συνέχεια) με μουσική που ο Kurt Weil και άλλοι συνθέτες έγραψαν για μιούζικαλ και μπρεχτικές παραστάσεις. Στο πιάνο θα ήταν το Elafini μας και θα τραγουδούσε ένα κορίτσάκι (όπως αποδείχτηκε) το οποίο (κακώς) αγνοούσα... Καθώς έχω ομολογήσει το σακατιλίκι μας για τα παραξενοκουλτουριάρικα (εμένα που με βλέπετε, ή μάλλον με διαβάζετε, έχω βρεθεί στο Χαμάμ να ακούω την Γιώτα Βέη να τραγουδά ντουέτο με τη Λάμια Μπιεντιούι τραγούδια του Ζορζ Μουστακί και το Rien de rien της Edith Piaf, τι άλλο να πω για να καταλάβετε το μέγεθος της διαστροφής?), και καθώς το Ελαφίνι θα καθόταν στο πιάνο ήταν προφανές πώς θα πηγαίναμε (εδώ δε φοβηθήκαμε την μουσικοπαρουσίαση του Muzine που μας ήταν άσχετη, θα περιφρονούσαμε μια παράσταση με τραγούδια τόσο κοντά σε ύφος, αν όχι σε στυλ, με την όπερα που έχουμε και μια σχέση? Αδύνατο). Και πήγαμεεεεεεε!
Εδώ ήρθε η στιγμή να παραδεχτώ ότι δυστυχώς έχω γεννηθεί πολύ νωρίς για μια πολύ προχωρημένη τεχνολογικά εποχή κι έτσι όσο και να προσπαθεί το γέρικο (λέμε τώρα) βήμα μου να συμβαδίσει, μονίμως η τεχνολογία μου αποδεικνύει το αυτονόητο: Είμαι καθυστερημένη (με παραπάνω από έναν τρόπους....). Έτσι, η απόπειρά μου να πάρω ένα βίντεο από την παράσταση, ήταν μια θλιβερή αποτυχία, αφού κατόρθωσα να κρατώ το κινητό λάθος, με αποτέλεσμα όλο το βίντεο να είναι παρμένο πλάγια, η κοπελιά που τραγουδούσε να φαίνεται σα να τραγουδά ξαπλωμένη ενώ το Ελαφίνι παίζει πιάνο στηριγμένο στο αριστερό του χέρι. Το κεφάλι του κυρίου, που μου κόβει τη θέα, δείχνει σαν το κεφάλι του Ντάρκο (τι πάει να πει ποιου Ντάρκο? δε θέλω τέτοιες ερωτήσεις στο τιμημένο αυτό γαβροblog κι έρχεται και η Chelsea οσονούπω....) την ώρα που χώνει το γκολάκι του στο αντίπαλο τέρμα, οι καρέκλες του μπαρ, ως σεισμόπληκτοι της Χαλανδρίτσας και με λίγα λόγια (εκτός κι αν κάποιος ξέρει να μου πει πώς θα γυρίσω το γμοβίντεο στα όρθιά του) το βίντεο ΔΕΝ βλέπεται και είναι κρίμα...
Παρ' όλα αυτά, και αν και ειλικρινά δεν ξέρω (ξέρω, αγαπητή Ritsmas, το απέδειξα μερικές γραμμές πιο πάνω μιλώντας για τη Ζυρίχη αλλά κάνω το κορόιδο, χεχε) για το πώς κυκλοφόρησε η φήμη ότι είμαι δηκτική και πικρόχολη, θα σας πώ για την παράσταση αφού είμαι πάντα πρόθυμη να πω τα καλύτερότερα για όλους (εξ' άλλου το ξανάγραψα στο blog της ritsmas, ακολουθώ τη συμβουλή της μαμάς μου, αν δεν έχεις κάτι καλό να πεις μη λές τίποτα). Απλά αυτοί οι όλοι δεν μου δίνουν την ευκαιρία, όπως μου την έδωσε το Elafini την Κυριακή το βράδυ, παίζοντας τεχνικά άψογα και ταυτόχρονα αισθαντικά και με τρυφερότητα τα κομμάτια που η (φαντάζομαι με λυρική παιδεία) δεσποσύνη απέδωσε, είκοσι βήματα πίσω από το μικρόφωνο (κι όχι μασώντας το, όπως συνηθίζουν οι γνωστοί αοι(η)δοί και α(οι)ηδές), γιατί αν το πλησίαζε η (μελωδική, φαντάζομαι, κολορατούρα) φωνή της θα μπούκωνε τα ηχεία!
Το διφυές ερώτημα που τίθεται τώρα, και με δεδομένο ότι συντρέχουν όλες οι παραπάνω δηλώσεις, παραδοχές, εξομολογήσεις και απορίες, είναι:
----Πώς, ενώ καμιά σχέση δεν έχω με την κριτική, ενώ θεωρώ ότι οι (ταξινομικές) αξιολογήσεις είναι ηθικά μεμπτές, καθώς ασκούν μια υπόρρητη εξουσία και επιβολή, και ενώ απορρίπτω κάθε κριτική που δημιουργεί έναν μηχανισμό ιεράρχισης και μεροληψίας, πώς, όλο και συχνότερα, μου δίνονται (η μάλλον καταχρώμαι αυθαίρετα και μη σου πω κι ανέκκλητα) ευκαιρίες να δίνω την (εν πολλοίς αστήρικτη και ατεκμηρίωτη) γνώμη μου για γεγονότα για τα οποία καμία κατάρτιση δεν έχω? Και αφού αποδέχομαι την ασχετοσύνη μου, αφού απεκδύομαι της εξουσίας που μου δίνει η δυνατότητα της ρυθμιστικής παρέμβασης ενός κριτικού λόγου, γιατί υποκύπτω στον πειρασμό να δημοσιοποιήσω μια άποψη (που πρωταρχικά ίσως θα έπρεπε να απαντηθεί το ερώτημα πόσο συνιστά κριτική, ει μη και τι εστί κριτική) που επιπλέον είναι (στην ουσία της) ανώνυμη, άρα επιλήψιμη, ενώ θα έπρεπε να περνώ καλά (η λιγότερο καλά), εκεί που πηγαίνω και απλώς να το βουλώνω??????

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2008

Εγώ η γυναίκα, η εργαζόμενη, η σύντροφος, η μάνα....

Το γραπτό που ακολουθεί είναι (απ' ότι μου είπαν) ΕΝΤΕΛΩΣ αυθεντικό (αλλά και se non e vero, e ben trovato), από επιτήρηση και μόλις μου το έστειλαν... Απολαύστε το!!!!!!!!!



Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2008

Ηamlet reloaded....

Όπως κάθε μαθητής της Πρώτης Προκαταρκτικής (εγώ με την απορία τι είναι προκαταρκτικό και τι εντός μαθήσεως θα πεθάνω) αγγλικού φροντιστηρίου γνωρίζει το To be είναι το βοηθητικό ρήμα ΕΙΜΑΙ...

Ο μικρός Βασιλάκης Ρώτας πάλι. σ’ εκείνο το συγκεκριμένο μάθημα είχε κάνει κοπάνα (ίσως πάλι να έκανε ιδιαίτερα στο σπίτι του και η αγγλοδιδάσκουσα να μην έδωσε και μεγάλη σημασία στο μαθησιακό κενό του), βοήθησε και η απεγνωσμένη αναζήτηση της ρίμας και του μέτρου (στην ωριμότητά του πλέον ο λογοτέχνης και θεατρικός συγγραφεύς) κι έτσι το μεγαλύτερο υπαρξιακόοντολογικό δίλημμα όλων των εποχών το to be or not to be «να είσαι ή να μην είσαι» (έστω «να υπάρχεις ή να μην υπάρχεις») στην Ελλάδα έγινε «να ζει κανείς ή να μη ζει» χάνοντας το νόημά του, προς μεγάλη απογοήτευση του Άγγλου βάρδου, που ακόμα (αν και όχι μόνο γι’ αυτό) γυρνά στον τάφο του.

Ο έλλην τώρα (που είναι γνωστό με πόση τελειομανία, κλασικοφιλία και ευρύτατη θεατρική παιδεία διάγει τον βίον του), ακριβώς λόγω αυτού του ερμηνευτικού προβληματακίου της οντολογίας του μύθου του Δανού πρίγκηπα, ψιλοσνομπάρει τα κλασικά ανεβάσματα του Άμλετ του Σεξπίρου (άσε που η πλήρης εκδοχή του έργου είναι τέσσερεις ώρες και τα ελληνικά θέατρα έχουν άβολες καρέκλες, πανάκριβο μπαρ με αγενείς barwomen και εξαιρετικά προβληματικές τουαλέτες) και αναζητεί εναλλακτικές εκδοχές που να καλύπτουν τις οντολογικές και φιλοσοφικές αναζητήσεις του (και να μην του κοστίζει η γρανίτα σαμπάνια).

Τέτοιες εκδοχές προσφέρει αφειδώς η αγγλοσαξονική και γενικώς η δυτική θεατροπαραγωγή, η οποία έχει ασχοληθεί εκτενέστατα με το ζητηματάκι, έχει αναγνωρίσει τις ισορροπίες του περίφημου μονόλογου, όπου το υψιπετές συνταιριάζεται με το χαμερπές και το πνευματικό συμπληρώνει θαυμαστά το σωματικό κι έχει φροντίσει (αλλάζοντάς του, συνήθως, τα πετρέλαια) να το μετατρέψει από όπερα, της οποίας το λιμπρέτο είναι βασισμένο σε προσαρμογή (άλλή μια αιώνια απορία μου: τι είναι αυθεντικό, τι μεταγραφή, τι βασισμένο και τι λογοκλοπή, αλλά τέλος πάντων) του Δουμά (sic!), μέχρι ταινία με τον ό,τι-θέλουν-οι-γυναίκες-braveheart Mel Gibson....

Στο καπάκι διάφοροι δραματουργοί (ζηλώσαντες τη δόξα των Ιμπσεν, Ο’ Νιλ, ει μη και του ίδιου του Σεξπίρου) φρόντισαν να δανειστούν το οντολογικό του Άμλετ, ώστε να αναδείξουν τα σύγχρονα υπαρξιακά, βλέπε του Tom Stoppard's το Rosencrantz & Guildenstern Are Dead, το Hamletmachine του Heiner Müller (και άλλα τα οποία προφανώς αγνοώ, καθώς θεατρόφιλη, θεατρόφιλη, αλλά μην το παρακάνουμε κι όλας...) αποδεικνύοντας, για άλλη μια φορά, ότι όσο περισσότερο περιμένουμε τον Γκοντό (ναι το ξέρω ότι αυτός είναι από άλλη δραματουργική σχολή, αλλά εμένα αυτός μου συμπλήρωνε το νόημα, μη σας πω ότι εκφράζει και το οντολογικό μου άψογα), τόσο λιγότερες οι πιθανότητες να έρθει...

Επειδή όμως ημείς (ως παρέα, ως οικογένεια, ως ζεύγος αλλά και ενίοτε κατά μόνας) είμεθα επίμονοι και δεν σταματούμε να αναζητούμε τη λύση του διλλήματος, Τρίτη βράδυ μέσα στο βαρύ χριστοδούλειο πένθος (που υπόρρητα έθετε το ερώτημα: τι είναι ο άνθρωπος? τι είναι ο θάνατος? τις μου εστί πλησίον? τι ώρα είναι η παράσταση? κ.α. να μη σας κουράζω τώρα και κλέβω και τη δουλειά από τον Γιανναρά) και το ακόμη βαρύτερο ψοφόκρυο (που μας έβαζε στο κρύο κλίμα της Ελσινόρης και την παγωνιά του θανάτου που υποφώσκει στο κάστρο, στις τάφρους, στις ακτές, τις λεωφόρους και τα σοκάκια)... βρεθήκαμε στο Soul stereo να παρακολουθούμε άλλη μια πρωτοποριακή παράσταση έξι πολύ (αλλά μιλάμε για πολύ) νεαρών (και ταλαντούχων) παιδιών, εις εκ των οποίων ο Γιάννης, το έτερο ήμισυ της Μετεωρίτης (παρεμπιπτόντως κούκλος στην παράσταση με το κόκκινο γυαλί), το Άμλετ reloaded (αυτό τώρα πώς θα το μεταφράζαμε στα ελληνικά?), αγνώστου εις εμέ συγγραφέως.

Ομολογώ ότι δεν είχα ξαναπαρευρεθεί σε παρόμοια εκδήλωση τεατράλε, όπου οι ηθοποιοί μπαίνουν μαζί με τους θεατές στο μπαράκι αναζητώντας τη θέση τους πείθοντας μας όλους ότι οι θέσεις είναι αριθμημένες και κάνοντας μας να αναζητούμε στο εισιτήριο το νούμερο μας (τελικά τα νούμερα ήμασταν εμείς που φάγαμε τόσο εύκολα το happening των - γλυκύτατων, το είπα ή το ξέχασα? - παιδιών), οπότε γοητεύτηκα (και σας τα λέω για να ζηλέψετε). Επειδή, φυσικά, δεν υπήρχαν αριθμημένες θέσεις, βολεύει και το μέγεθός μου, εγώ χώρεσα πάνω στο ηχείο, ενώ η υπόλοιπη παρέα βολεύτηκε σε σκαμπό του μπαρ και καναπέδες. Ως μπόνους (που είμαι καλό κορίτσι petite et raffinée) είχα το ποτάκι μου και κάπνιζα και το τσιγάρο μου, άρα ήμουν εξαιρετικά άνετα, ήταν κι ο καλός μου μακριά, άρα κανείς δε με γκρίνιαζε, το παιδί μου κοιμόταν στη φίλη της άρα κανείς δε με σκότιζε στο κινητό, το θέαμα (εδώ δειλά θα μπω στα χωράφια του Γεωργουσόπουλου αλλά θα με συγχωρήσετε και όταν μου κάνει τη μήνυση ο σεβάσμιος πλην χολερικός κριτικός, θα προβάλετε ως υπερασπιστικό επιχείρημα την καλή μου προαίρεση...) ήταν πάνω από τον μέσο όρο πολλών συμβατικών παραστάσεων (ανέφερα ότι ο Γιάννης ήταν κούκλος με το κόκκινο γυαλί??) άρα πέρασα εξαιρετικά.

Τα (πολύ όμορφα και γοητευτικά, σε περίπτωση που δεν το έχω ήδη επισημάνει) παιδιά απόδωσαν με μεράκι και συγκινητικό (στην αρχαία του έννοια της αγάπης προς την τέχνη) ερασιτεχνισμό το (αποδεκτό, αν και αρκετά αμερικάνικο κατ’ εμέ) κείμενο, χόρεψαν (παρεμπιπτόντως έχω να προτείνω στη βουλή των Ελλήνων – και την Ευρωβουλή, αν χρειαστεί – να απαγορέψει δια νόμου στους άντρες – πλην ελαχίστων εξαιρέσεων – να χορεύουν), αποδόμησαν με επιτυχία το σεξπιρικό εργάκι, (με την Οφηλία και τον ίδιο τον Άμλετ, οι μόνοι που εμφανίζονται στην παράσταση, να παραπέμπουν από το ελισαβετιανό θέατρο ως την κομέντια ντελ άρτε και το γαλλικό μπουλβάρ), ακύρωσαν τους σεξπιροθεωμενοαναλύοντες (αν και μέσα από τις στερεοτυπικά χαζές γυναίκες και τον αρχετυπικά επιφανειακό αρσενικό) και συνέδεσαν το οντολογικό και τη μεταφυσική αναζήτηση του 1600 με τις σεξουαλικές νευρώσεις του 2000 (σε μια αρκετά ενδιαφέρουσα τελική σκηνή όπου οι ηθοποιοί βομβαρδίζουν ο ένας τον άλλο με τα εσωτερικά τους νοήματα αντικατοπτρισμένα εντός της δράσης του Άμλετ), χωρίς να κάνουν το Σέξπιρ να γυρνά στον τάφο του.

Και επειδή όπως λέει και ο Γιάννης/Walter (μήπως λησμόνησα να τονίσω ότι το κόκκινο γυαλί του είναι το κερασάκι στην τούρτα της παράστασης?) σε κάποια στιγμή στην παράσταση (για τους Rosencrantz & Guildenstern) δεν έχει σημασία ποιος είναι ποιος, όλα τα παιδιά συμμετείχαν σε μια συλλογική προσπάθεια που κάνει το θεατή να μη θεωρεί ότι «απώλεσε την ημέρα (ή μάλλον τη νύχτα)».

Εμείς περάσαμε πολύ όμορφα, στη συνέχεια κατεβήκαμε και στο κάτω μοδάτο, αλλά όχι πολύ δήθεν, μπαρ (ίσως βοήθησε και η Τρίτη, το ψοφόκρυο, το πένθος και ότι πρέπει να μιλάς δυο ξένες γλώσσες για να κυκλοφορήσεις στην Ευριπίδου βράδυ) και συνεχίσαμε το ποτό (ώσπου από κάποια στιγμή και μετά κυκλοφορούσε αίμα στο αλκοόλ μας) και σας το συστήνουμε (χωρίς αναρωτήσεις αυτή τη φορά) ανεπιφύλακτα...