Αυτό το ποστ ξεκίνησε ως απάντηση σε ένα σχόλιο του Τασου στην προηγούμενη ανάρτηση, αλλά επειδή οι τοποθετήσεις του εγείραν πολλά ζητήματα προτίμησα να το ανεβάσω εδώ, ως γενικότερη τοποθέτηση.
Η θεμελιακή μας διαφωνία, ήταν στο αν γράφουμε για να διαμαρτυρηθούμε και αν γράφουμε για να μην ξεχνάμε, (φράση που, αν αντιλαμβάνομαι σωστά, εντάσσεται σε ένα καταγγελτικό πλαίσιο), ερωτήματα που, νομίζω, ορίζουν το ποσο παρεμβατικό θεωρητικά είναι ένα blog. Για μενα λοιπόν, η τήρηση του blog δε συνιστά παρεμβατική πράξη. Δε γράφω ούτε για να διαμαρτυρηθώ, ούτε για να καταγγείλω. Καλός ο blogoχώρος, αλλά (χωρίς να απαξιώνω τη διαδραστική του λειτουργία στη διάδοση των ιδεών και της πληροφορίας) υπάρχουν οργανωμένοι θεσμοί για να διαμαρτυρηθείς, να καταγγείλεις και να επιδιώξεις (ουσιαστικά) και μέσα από τους μηχανισμούς της συντεταγμένης πολιτείας (εννοώντας κόμματα, οργανώσεις, κινήματα, συνδικαλισμό, εκλογές) την απτή (απτότατη) δικαίωση ή ανατροπή. Η οποιαδήποτε γραφή, ανάρτηση banners, υπογραφή ανούσιων, γενικόλογων και κοινότοπων ιδεολογικών κειμένων (όρα Αμαλία), ακόμη και αυτά τα γραφικά των συγκεντρώσεων διαμαρτυρίας (όπου μαζευόμαστε τρεις κι ο κουκοbloger κι επαιρόμεθα ότι δρούμε κι είμαστε ενεργοί (active – actιβιστές), δεν είναι παρά άλλοθι και εκτόνωση (ανάλογη των καυγάδων στα γήπεδα) που μας προσφέρει (επιτρέπει και καλλιεργεί) η εξουσία (όχι στην καθεστωτική αλλά στην οντολογική της σύλληψη) ώστε να καταστέλλεται (και υποπτεύομαι να ελέγχεται υπόρρητα) η πραγματική πολιτική δράση και αντίδραση.
Από την άλλη, δεν (νομίζω, μάλλον δεν έχω την ψευδαίσθηση, ότι) γράφω (ούτε καν ότι διαβάζω τα υπόλοιπα blog) για να μάθω. Η μάθηση, η πληροφόρηση και η γνώση είναι τρεις έννοιες πολύ διαφορετικές μεταξύ τους, τις οποίες, όμως, συχνά τις συγχέουμε. Κι όπως λέει και ένας διανοητής, που ξεχνώ τώρα (μεγάλη γυναίκα είμαι, το Αλτσχάιμέρ μου προχωρεί), οι δρόμοι της πληροφορίας είναι ανοιχτοί, αλλά οι δρόμοι της γνώσης έχουν ακριβά διόδια… Αν πάλι, το "να μάθω" σημαίνει να κατακτήσω την αυτογνωσία, μέσα από το γράψιμό, τις λέξεις, τη γλώσσα…η διαφωνία μου έγκειται στο ότι η γλώσσα (λέμε εμείς οι μεταμοντέρνοι/ες- μακριά από σας!) μας προσανατολίζει και σχεδιάζει για τον καθένα μια πραγματικότητα, αλλά αυτό ΔΕΝ είναι αυτογνωσία, είναι ένα ιδιοσυμβάν, ένα «καθ’ όδόν Είναι» (αυτό το είπε ο Paul Celan, τον θυμάμαι, άρα έχω ελπίδα).
Όσον αφορά στο αν γράφω για να εκφράσω τις σκέψεις μου, πιστεύω ότι όπως είπε και ο Ίνδικτος, για άλλα ξεκινάμε πολλές φορές και σε άλλα καταλήγουμε… Δεν είμαι σίγουρη ότι εκφράζω τις σκέψεις μου αλλά μάλλον ότι προσπαθώ «να ανακαλύψω τους τόπους μέσα μου» (ούτε αυτό είναι δικό μου, του Βέλτσου είναι, αλλά το σκέφτομαι τόσο πολύ, κάθε φορά που γράφω, ώστε μπορείς να πεις ότι με εκφράζει απόλυτα – και μη σηκώνετε το φρυδάκι ειρωνικά εσείς όλοι οι στρουχτουραλιστές και υπαρξιστές - σας βλέπω…)
Σε καμία, δε, περίπτωση δεν γράφω για να εξασκηθώ να γράφω καλύτερα, καθώς αυτό το καλύτερα (συγκρινόμενο με τι ή ποιον?) δεν έχει για μένα κανένα νόημα. Όπως έχω επανειλημμένα δηλώσει, οι συγκρίσεις, οι ταξινομήσεις και οι ιεραρχήσεις με σκοτώνουν, καθώς βλέπω σ’ αυτές έναν ετεροκαθορισμό, με όρους ηθικής (πτώσης ή ανάτασης, αδιάφορο). Σε κάθε παραίνεση για το καλύτερος/η γίγνεσθαι διακρίνω, με φρίκη, μια ομοιοστοιχία ανάμεσα στα προς περιγραφή φαινόμενα και τις (κατά κανόνα αυθαίρετα δομημένες-από ποιους?) ηθικές κατηγορίες, γεγονός που, κατ’ εμέ ασκεί μια κρυφή (και φυσικά αθέμιτη) βία. Η μόνη προσπάθεια μου είναι συνήθως, να βρω ένα όριο ανάμεσα στη λογοτεχνία και την (οριζόμενη ως) γνώση, να δω αν η (ας πούμε) επιστημονική γραφή, μπορεί να σταθεί με εξω-επιστημονικά ή (μη με βρείτε θρασεία δεν υπάρχει άλλη έκφραση) λογοτεχνικά κριτήρια, αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με το καλύτερο, αλλά με αυτό που έγραψα στην προηγούμενη ανάρτηση για το ταξίδι εντός και εκτός εαυτού μέσω του κειμένου.
Όσον αφορά στο γράφουμε για να λάβουμε τα σχόλια των άλλων, φυσικά και ενστερνίζομαι (πώς θα μπορούσε αλλιώς, αφού, ως μεταμοντέρνα-ξορκισμένη με τον απήγανο! αποδέχομαι τη σύλληψη του Derrida, ότι το κείμενο το διαμορφώνουν εξ’ ίσου ο γράφων και ο αναγνώστης) απόλυτα ότι (όπως λέει και ο Levinas αλλά και ο έτερος μεταμοντερνιστής Derrida) η γραφή μας, δεν είναι παρά ένα αέναο παιχνίδι ανάμεσα στο Λέγειν (η διάταξη του λόγου) και το Λεχθέν (το σημασιολογικό περιεχόμενο μιας απόφανσης) που παράγεται μόνο από την ύπαρξη του Άλλου (του αναγνώστη, του σχολιαστή, του επικριτή). Όμως αυτός ο άλλος δεν κομίζει κάποια προτασιακή αλήθεια, ούτε καν μια κανονιστική ορθότητα. Το κείμενό μου δεν υποβάλλεται στην ελεγκτική ανάγνωσή του, η οποία, μέσα από άπειρες απόπειρες ιδιοποίησης (νάτος πάλι ο Derrida) επιδιώκει, παραγνωρίζοντας τις παραμέτρους του, να καθηλώσει το νόημά του.
Το τι γράφουμε πάλι (αν γράφουμε απλές ή σύνθετες σκέψεις, αλήθειες ή ψέμματα, αν χρησιμοποιούμε τα λόγια, τις φωτογραφίες, τους πίνακες ή τις μουσικές άλλων, αν έχουμε έμπνευση ή αν είμαστε λογοκλόποι – καλά μη φρικάρετε, ακόμη κι ο Χατζιδάκης είχε παραδεχτεί ότι «δανειζόταν» στοιχεία από άλλους μουσουργούς) και οι σκοπιμότητες που μας οδηγούν να γράφουμε (αν σαρκαζόμαστε ή σαρκάζουμε, αν χειραγωγούμε ή αν καθοδηγούμε – που δεν απέχουν και πολύ, μην κοροϊδευόμαστε, αν ξορκίζουμε τα φαντάσματά μας ή αν κυνηγούμε την αναγνωσιμότητα και τη δημοφιλία, αν πολιτικολογούμε ή κοινωνιολογούμε αν κλαψομουνιάζουμε-τι λέξη(!) ή κάνουμε πλάκα), δεν μπορεί από κανένα (ΑΛΛΑ ΚΑΝΕΝΑ) να προκαθορίζονται (και γιατί άλλωστε?) Τα blog ΔΕΝ είναι ταξιδιωτικοί οδηγοί, όπου αυτός που τους διαβάζει πρέπει μετά να αναγνωρίσει το μέρος που επισκέπτεται, από την περιγραφή του. Ο/η καθένας/μια μπορεί και δύναται να αναγνωρίσει το δικό του τόπο (εσωτερικό εαυτό), σε κάθε περιγραφή (κείμενο, πόστ) χωρίς ευθύνη (ίσως και σε πείσμα) του/της γράφοντος/ουσας, καθώς οι ίδιες οι λέξεις που επιδιώκουν να δομήσουν την εμπειρία, εμπεριέχουν και την άρνησή της, την αντίφαση. Λέγοντας εδώ, εννοώ αλλού, λέγοντας τώρα είναι ήδη αργότερα και λέγοντας εγώ, μιλάω για έναν άλλο…
Από την άλλη, δεν (νομίζω, μάλλον δεν έχω την ψευδαίσθηση, ότι) γράφω (ούτε καν ότι διαβάζω τα υπόλοιπα blog) για να μάθω. Η μάθηση, η πληροφόρηση και η γνώση είναι τρεις έννοιες πολύ διαφορετικές μεταξύ τους, τις οποίες, όμως, συχνά τις συγχέουμε. Κι όπως λέει και ένας διανοητής, που ξεχνώ τώρα (μεγάλη γυναίκα είμαι, το Αλτσχάιμέρ μου προχωρεί), οι δρόμοι της πληροφορίας είναι ανοιχτοί, αλλά οι δρόμοι της γνώσης έχουν ακριβά διόδια… Αν πάλι, το "να μάθω" σημαίνει να κατακτήσω την αυτογνωσία, μέσα από το γράψιμό, τις λέξεις, τη γλώσσα…η διαφωνία μου έγκειται στο ότι η γλώσσα (λέμε εμείς οι μεταμοντέρνοι/ες- μακριά από σας!) μας προσανατολίζει και σχεδιάζει για τον καθένα μια πραγματικότητα, αλλά αυτό ΔΕΝ είναι αυτογνωσία, είναι ένα ιδιοσυμβάν, ένα «καθ’ όδόν Είναι» (αυτό το είπε ο Paul Celan, τον θυμάμαι, άρα έχω ελπίδα).
Όσον αφορά στο αν γράφω για να εκφράσω τις σκέψεις μου, πιστεύω ότι όπως είπε και ο Ίνδικτος, για άλλα ξεκινάμε πολλές φορές και σε άλλα καταλήγουμε… Δεν είμαι σίγουρη ότι εκφράζω τις σκέψεις μου αλλά μάλλον ότι προσπαθώ «να ανακαλύψω τους τόπους μέσα μου» (ούτε αυτό είναι δικό μου, του Βέλτσου είναι, αλλά το σκέφτομαι τόσο πολύ, κάθε φορά που γράφω, ώστε μπορείς να πεις ότι με εκφράζει απόλυτα – και μη σηκώνετε το φρυδάκι ειρωνικά εσείς όλοι οι στρουχτουραλιστές και υπαρξιστές - σας βλέπω…)
Σε καμία, δε, περίπτωση δεν γράφω για να εξασκηθώ να γράφω καλύτερα, καθώς αυτό το καλύτερα (συγκρινόμενο με τι ή ποιον?) δεν έχει για μένα κανένα νόημα. Όπως έχω επανειλημμένα δηλώσει, οι συγκρίσεις, οι ταξινομήσεις και οι ιεραρχήσεις με σκοτώνουν, καθώς βλέπω σ’ αυτές έναν ετεροκαθορισμό, με όρους ηθικής (πτώσης ή ανάτασης, αδιάφορο). Σε κάθε παραίνεση για το καλύτερος/η γίγνεσθαι διακρίνω, με φρίκη, μια ομοιοστοιχία ανάμεσα στα προς περιγραφή φαινόμενα και τις (κατά κανόνα αυθαίρετα δομημένες-από ποιους?) ηθικές κατηγορίες, γεγονός που, κατ’ εμέ ασκεί μια κρυφή (και φυσικά αθέμιτη) βία. Η μόνη προσπάθεια μου είναι συνήθως, να βρω ένα όριο ανάμεσα στη λογοτεχνία και την (οριζόμενη ως) γνώση, να δω αν η (ας πούμε) επιστημονική γραφή, μπορεί να σταθεί με εξω-επιστημονικά ή (μη με βρείτε θρασεία δεν υπάρχει άλλη έκφραση) λογοτεχνικά κριτήρια, αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με το καλύτερο, αλλά με αυτό που έγραψα στην προηγούμενη ανάρτηση για το ταξίδι εντός και εκτός εαυτού μέσω του κειμένου.
Όσον αφορά στο γράφουμε για να λάβουμε τα σχόλια των άλλων, φυσικά και ενστερνίζομαι (πώς θα μπορούσε αλλιώς, αφού, ως μεταμοντέρνα-ξορκισμένη με τον απήγανο! αποδέχομαι τη σύλληψη του Derrida, ότι το κείμενο το διαμορφώνουν εξ’ ίσου ο γράφων και ο αναγνώστης) απόλυτα ότι (όπως λέει και ο Levinas αλλά και ο έτερος μεταμοντερνιστής Derrida) η γραφή μας, δεν είναι παρά ένα αέναο παιχνίδι ανάμεσα στο Λέγειν (η διάταξη του λόγου) και το Λεχθέν (το σημασιολογικό περιεχόμενο μιας απόφανσης) που παράγεται μόνο από την ύπαρξη του Άλλου (του αναγνώστη, του σχολιαστή, του επικριτή). Όμως αυτός ο άλλος δεν κομίζει κάποια προτασιακή αλήθεια, ούτε καν μια κανονιστική ορθότητα. Το κείμενό μου δεν υποβάλλεται στην ελεγκτική ανάγνωσή του, η οποία, μέσα από άπειρες απόπειρες ιδιοποίησης (νάτος πάλι ο Derrida) επιδιώκει, παραγνωρίζοντας τις παραμέτρους του, να καθηλώσει το νόημά του.
Το τι γράφουμε πάλι (αν γράφουμε απλές ή σύνθετες σκέψεις, αλήθειες ή ψέμματα, αν χρησιμοποιούμε τα λόγια, τις φωτογραφίες, τους πίνακες ή τις μουσικές άλλων, αν έχουμε έμπνευση ή αν είμαστε λογοκλόποι – καλά μη φρικάρετε, ακόμη κι ο Χατζιδάκης είχε παραδεχτεί ότι «δανειζόταν» στοιχεία από άλλους μουσουργούς) και οι σκοπιμότητες που μας οδηγούν να γράφουμε (αν σαρκαζόμαστε ή σαρκάζουμε, αν χειραγωγούμε ή αν καθοδηγούμε – που δεν απέχουν και πολύ, μην κοροϊδευόμαστε, αν ξορκίζουμε τα φαντάσματά μας ή αν κυνηγούμε την αναγνωσιμότητα και τη δημοφιλία, αν πολιτικολογούμε ή κοινωνιολογούμε αν κλαψομουνιάζουμε-τι λέξη(!) ή κάνουμε πλάκα), δεν μπορεί από κανένα (ΑΛΛΑ ΚΑΝΕΝΑ) να προκαθορίζονται (και γιατί άλλωστε?) Τα blog ΔΕΝ είναι ταξιδιωτικοί οδηγοί, όπου αυτός που τους διαβάζει πρέπει μετά να αναγνωρίσει το μέρος που επισκέπτεται, από την περιγραφή του. Ο/η καθένας/μια μπορεί και δύναται να αναγνωρίσει το δικό του τόπο (εσωτερικό εαυτό), σε κάθε περιγραφή (κείμενο, πόστ) χωρίς ευθύνη (ίσως και σε πείσμα) του/της γράφοντος/ουσας, καθώς οι ίδιες οι λέξεις που επιδιώκουν να δομήσουν την εμπειρία, εμπεριέχουν και την άρνησή της, την αντίφαση. Λέγοντας εδώ, εννοώ αλλού, λέγοντας τώρα είναι ήδη αργότερα και λέγοντας εγώ, μιλάω για έναν άλλο…
Τέλος, (παραβλέποντας το «προσπαθούμε και πρέπει» καθώς δεν το συζητώ… καμιά (ΑΛΛΑ ΚΑΜΙΑ) προσταχτική δεν έχει θέση σ’ αυτό το blog και) επικεντρώνοντας στο γράφουμε απλά, σύντομα, με σαφήνεια… έ! τι να πω? Κανείς δεν έχει παρά να διαβάσει τα ποστ μου, μακροσκελέστατα, σουρεαλιστικά, γεμάτα σύνθετους συντακτικούς τύπους, ανύπαρκτες λέξεις, παρενθετικές προτάσεις (όπου η συγγραφέας, μεταθέτει, συμπληρώνει ή και αναιρεί το νόημα προηγούμενων και επόμενων προτάσεων) και όσο για σαφήνεια… Ούτε εγώ δε θυμάμαι μετά τι (συνήθως ανούσιο ή αδιάφορο για τρίτους) ήθελα να πω… Και μ’ αρέσει! Και δε νομίζω καθόλου ότι μου (σε κανέναν, δηλαδή δεν) χρειάζονται συνταγές κατάλληλες για δοκιμιοεκθέσεις υποψηφίων στις πανελλήνιες. Η γραφή υπενθυμίζει εαυτόν: ηχεί, συνηχεί και αντηχεί τη φωνή ενός σώματος και μόνο: του δικού μου




