"H ομορφιά του παρελθόντος είναι το αποτέλεσμα, όχι ο λόγος της νοσταλγίας"
Μ. Foucault

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2008

... χρόνια σιωπής...

Και ας τελειώσουμε...

Με την Μπλανς στον ψηλότερο πύργο σε ύπνο ατελείωτο, ένα σύννεφο θλίψης τύλιξε τη χώρα και από ευτυχία (να ξερνάς) κατέληξε σε (μελό της δεκαετίας του 60, να ξαναξερνάς) όλη τη χώρα να κλαίει και να οδύρεται και οι γιατροί (καλά, μη φανταστείτε, ούτε ένας Χάουζ, ένας Σέπαρντ, κανείς της προκοπής να κάνει μια ριζοσπαστική διάγνωση, να κλείσει το παραμύθι εδώ και να γλιτώσετε) να μπαίνουν καλήν και να βγαίνουν κακώς από το παλάτι αναζητώντας τη θεραπεία. Το μόνο, βέβαια, που κατόρθωσαν ήταν να καταγραφεί αναλυτικότατα το ιστορικό για τις επόμενες ιατρικές γενεές και όχι μόνο.


Όταν απελπίστηκαν από τους γιατρούς, οι έρμοι οι γονείς, στράφηκαν στο υπερβατολογικό και πιάσαν τους ναούς, τις μονές και της σκήτες αναζητώντας τη λύση σ’ ένα (που δεν ερχόταν) θαύμα. Τι τάματα, τι προσκυνήματα, τι αναθήματα, τι ολονυχτίες, τι εξορκισμοί, τι αφιερώματα, χωρίς να το καταλάβουν βρέθηκε το παλάτι, και οι περιβάλλοντες χώροι, που (με μια αυθαίρετη ερμηνεία από μέρους των μοναχονομομαθών) σήμαινε το σύνολο της παραμυθοχώρας, στην κυριότητα της μονής ΒατοΠΕΔΙΟΥ, που τότε έγινε ΒατοΠΑΙΔΙΟΥ (ευτυχώς που μπαίνετε στο τίμιον τούτο βλόγον και βρίσκετε τις ερμηνείες σε όλες σας τις απορίες), αφού το βασιλοΠΑΙΔΙ ήταν κι αυτό μέσα στα προς ανταλλαγή αγαθά. Οι βασιλείς πήραν έκπληκτοι μια πράξη ανταλλαγής (επικυρωμένη από το Νομικό Συμβούλιο του κράτους) όπου τους πληροφορούσε ότι κατά τη διάρκεια κάποιου προσκυνήματος, με κάποιο χρυσόβουλο, τα είχαν ανταλλάξει όλα με μια καλύβη στα όρια του βασιλείου (εκεί που εντέλει αποσύρθηκαν, αφού φίλησαν μια τελευταία φορά το αγαπημένο τους κοριτσάκι και έζησαν μέχρι το τέλος των ημερών τους) και όλοι οι υπήκοοι μπορούσαν (αν ήθελαν ας έκαναν κι αλλιώς) να εργάζονται ως κολλήγοι (από τον ηγούμενο, πρέπει να βγαίνει αυτή η λέξη) και του μανα(επειδή εκτρέφει μανάρια)στηριού.


Η μονή, από εκείνη τη μέρα και πέρα, επανειλημμένα προσπάθησε να ανταλλάξει το παλάτι με ακίνητα σε εμπορικότερα σημεία (διότι το τάμα του Εφραίμ στη Μεγαλόχαρη ήτο η δημιουργία ιερού εμπορικού κέντρου, όπου θα άνοιγαν καταστήματα πώλησης κομποσκοίνιων πολυτελείας, οίκοι ωτ-κουτύρ με την τελευταία μόδα στα ράσα –μοναχικά και ιερατικά-, εκδοτικοί οίκοι με βιούς αγίων -και λιγότερο αγίων, αλλά που ωστόσο είχαν μέσο-, μουλτιπλεξ κινηματογράφους με μεγάλα ποσοστά κέρδους από το ευλογημένο ποπ-κορν κ.λ.π –φαντάζομαι το ‘χετε το μεγαλόπνοο σχέδιο του φωτισμένου ιερομόναχου). Το εγχείρημα ωστόσο έβρισκε σοβαρό πρόσκομμα στην ύπαρξη του κλειστού δωματίου με την κοιμωμένη Μπλανς, (που όσο να πεις έδινε έναν σπούκι -μπρρρ!- αέρα στο κάστρο) κι έτσι κανένας σοβαρός κτηματομεσιτκός επενδυτής (καθώς όλοι είχαν και τα προβλήματά τους με τις επισφαλείς επενδύσεις σε σύνθετα προϊόντα στεγαστικής πίστης που είχαν καταρρεύσει, όπως το σπιτάκι της μάγισσας στο Χανς και Γκρέτελ, ή τον πύργο της κακιάς νεράιδας στη Ραπούνζελ, δημιουργώντας τεράστια προβλήματα κρίσης της αξιοπιστίας του παραμυθοκαπιταλισμού και άρα παρατεταμένης παραμυθοΰφεσης) δεν αναλάμβανε το ρίσκο μιας τέτοιας επένδυσης. Έτσι το παλάτι έμενε κλειστό με τα βάτα να το κατακλύζουν (αφού σιγά μη φρόντιζε η μονή για τη συντήρησή του, εφόσον δεν ήταν παραγωγικό) και τους αιώνες να περνούν.Και ξαφνικά, μια ωραία πρωΐα έφτασε έξω από το παλάτι νεαρός συντηρητής έργων τέχνης και αποκαταστάτης παλαιών κτηρίων (οκτάμηνης σύμβασης στο Υπουργείο Πολιτισμού αλλά που τον παραμύθιαζαν ότι θα μονιμοποιηθεί) επιφορτισμένος με τη μελέτη για την αναπαλαίωση του πύργου, ο οποίος είχε περάσει πια στην κυριότητα του Δημοσίου, αφού η μονή τον είχε ανταλλάξει με υγροβιότοπο προστατευμένο από το δίκτυο Νατούρα (που αργότερα με θαυματουργό τρόπο η Παναγία –φυσικά με τη γήινη βοήθεια επενδυτών- θα μετέτρεπε σε γήπεδα γκολφ για στελέχη με παραμυθένιες –κυριολεκτικά- αποδοχές).


Ο νεαρός, ανοίγοντας δωμάτια, καταμετρώντας έργα τέχνης, υπολογίζοντας στατικότητες και δομικούς συντελεστές, έφτασε και στη σοφίτα της Μπλανς. Έκθαμβος κοίταξε τη νεαρή που κοιμόταν (αλήθεια, τώρα που το σκέφτομαι, αυτό εννοούν τα περιοδικά μόδας και ομορφιάς όταν μιλάνε για beauty sleep? Όχι γιατί αν εννοούν αυτό, ν’ αρχίσω να το σκέπτομαι!) με ένα βίντατζ νυχτικό και είδε μπροστά του και το χοντρό βιβλίο με όλο το ιστορικό που είχαν κατά καιρούς γράψει οι γονείς αλλά και ιατροί, μοναχοί, κομπογιανίτες (και λοιποί εκμεταλευτές του ανθρώπινου πόνου) με επισυναπτόμενο το συμβόλαιο των νεράιδων. Τα διάβασε και τα δυο πολύ προσεκτικά, έξυσε το κεφάλι του στοχαστικά, και έσκυψε πάνω από τη Μπλανς: Σήκω, Μπλανς, πρέπει να γραφτείς στο Πανεπιστήμιο.... Η Μπλάνς, ω, του θαύματος (ΟΚ, το ξέρετε όλοι ότι θα ξυπνήσει, αλλά κάντε τους έκπληκτους, μου χαλάτε το σασπένς της ιστορίας) άνοιξε τα μάτια και αμέσως εμφανίστηκαν και οι δυο νεράιδες έτοιμες να βουτήξουν η μια την άλλη.


Αυτό είναι το τέλος, μανδάμ, πάρτε την κατάρα σας και ξέρετε τι να την κάνετε, έλεγε η συμβολαιογραφονεράιδα, ενώ με το bluetooth στ’ αυτί (ε, εντάξει! τι να κάνουμε? πέσαμε σε φασιον-βίκτιμ και τεκνο-φρικ νεράιδα, τι θέλετε να την απολύσω?) προσπαθούσε ταυτόχρονα να συνεννοηθεί με την παραμυθοπολεοδομία για τη νέα άδεια κατασκευής του νέου σπιτιού των τριών λυκακίων (αφού για άλλη μια φορά το προηγούμενο το εγκρέμισε ο Ρούνυ-Ρούνυ το ύπουλο κακό γουρούνι). Τι λέτε μανδάμ, διαβάσατε τα συνυπογραφόμενα? Που είναι το τέλος? Ρωτήστε να διείτε τι τσιμπήματα έχει ακόμα... φώναζε η νεράιδα του Γιατί. Α, δε θέλω να αμφισβητείτε την καλή τη πίστη λύση του συμβολαίου ανταπαντούσε η συμβολαιονεράιδα, Ποια καλή πίστη, μανδάμ, εδώ μιλάμε για σαφή καταπάτηση των δικαιωμάτων μου, θα καταφύγω στο Παραμυθοδικαστήριο Νεραϊδικών Δικαιωμάτων... Τόσο απορροφήθηκαν στην ανταλλαγή επιχειρημάτων που καθόλου δεν πρόσεξαν ότι είχαν μείνει μόνες στο δωμάτιο.


Καθώς κατέβαιναν τις σκάλες, αλήθεια, πάνε οι γυναίκες στο Πανεπιστήμιο?.... ρώτησε η Μπλανς για άλλη μια φορά τον νεαρό. Φυσικά, και στο Πολυτεχνείο και στα ΤΕΙ και μη σου πω, πιο πολλές γυναίκες πάνε πια παρά άντρες. Και, Μπλανσούλα, μην ανησυχείς, παραμύθι είναι. Θα πάρεις υποτροφία για να σπουδάσεις κι όταν τελειώσεις θα βρεις αμέσως δουλειά και θα αμείβεσαι με έναν δίκαιο μισθό και θα έχεις φτάσει στο τέλος των αναζητήσεών σου...


Η Μπλανς τον κοίταξε σκεφτική... νομίζω λαογράφος, αναλυτής τπαραμυθιών θέλω να γίνω.


Κι αυτό δεν είναι το τέλος, είναι η αρχή για καινούργια, ολοκαίνουργα παραμύθια....


(Έτσι, νατασσάκι μου, για να έχεις μια άλλη εκδοχή της -που τόσο αγαπώ- ωραίας κοιμωμένης και να σταματήσεις να τη μισείς...)

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2008

... ελευθερία της σιωπής....

Συνέχεια εκ του προηγουμένου...
Λοιπόν, όχι ότι κατάλαβαν και πολλά πράγματα οι βασιλογονείς, πήραν το συμβόλαιο με τη διευκρινιστική φράση, πήραν το μωρό που (προς μεγάλη τους κατάπληξη και απορία) κλαψούριζε και έληξαν άρον-άρον (αφού δεν είχαν φτάσει στα πρώτα γενέθλια) τη γιορτή για να φωνάξουν τον βασιλικό ιατρό, βέβαιοι ότι το μωρούδι (αυτό είναι δανεικό από την Κοκό, που πολύ την ευχαριστούμε) ήτο ασθενές.

Ο ιατρός που δεν επισκεπτόταν και ιδιαίτερα συχνά τα μωρά (αφού τα ευτυχή μωρά, ειδικά στα παραμύθια δεν ασθενούν), ενθουσιάστηκε και έφτασε πλήρως εξοπλισμένος, με τα ακουστικά του, τα ωτοσκόπια του, τα λαρυγγοσκόπια του το νευροσφυράκι (ξέρετε, αυτό με το οποίο ο Γ. Βογιατζής χτυπά το γόνατο του Κωνσταντάρα στην ταινία «Η γυναίκα μου τρελάθηκε», λίγο προτού ο Κωνσταντάρας πει τη μνημειώδη φράση: Τρεις ηλίθιους έχω γνωρίσει στη ζωή μου εμένα, εσένα και τον Μϋϋλερ) και γενικά όλα όσα συνιστούν τον εξοπλισμό ενός αξιοσέβαστου γιατρού. Με το που ξεκίνησε η εξέταση, μπροστά στα ανήσυχα μάτια του βασιλιά και της βασίλισσας, άρχισαν και τα παράδοξα. Αντί η φρεσκοβαφτισμένη πριγκίπισσα Μπλανς να σταθεί στο ύψος του αξιώματός της και της βασιλικής παραδόσεως, έπιασε τα ακουστικά και προσπάθησε να δέσει τον γιατρό παρέα με τον βασιλιά, έβαλε στη μύτη της το ωτοσκόπιο, προσπάθησε με το λαρυγγοσκόπιο να δει το αυτί του γιατρού και το μάτι της νταντάς που την κρατούσε, μασούλησε με μεγάλη βουλιμία τα ξυλάκια που της έβαζε ο γιατρός στο στόμα, χτύπησε επανειλημμένα με το σφυράκι τη βασιλομητέρα και γενικά έκανε ότι αναμένει κανείς από ένα ζωηρό μωρό στον παιδίατρο, αλλά δεν ήτο καθόλου αναμενόμενο από ένα πριγκιπομωρό. Ο γιατρός απεφάνθη ότι η πριγκίπισσα ήταν μια χαρά, αν και λίγο ζωηρότερη από το αναμενόμενο για μια πριγκίπισσα, και συμβούλευσε τους βασιλείς να ανησυχούν για την εκπαίδευση της μικρής και ουχί για την υγεία της.


Ο βασιλιάς και η βασίλισσα ησυχασμένοι πήραν το μωρό τους αγκαλιά, αντάμειψαν το γιατρό βάζοντας το ποσό της αμοιβής σε ένα φάκελο γιατί δεν τους βρισκόταν ένα πουγκί (και τώρα αντιλαμβάνεσθε πόθεν ξεκίνησαν τα προβλήματα των δημοσίων συστημάτων υγείας) και ξεκίνησαν έναν αναστοχασμό προσπαθώντας να εμπεδώσουν τα συμβάντα και να χαράξουν την από δω και πέρα πορεία τους. Άμαθοι όπως ήταν στις παραμυθοσυμβάσεις και τους γρίφους, διάβαζαν και ξαναδιάβασαν το νεραϊδοσυμβόλαιο (δεν τους βρισκόταν κι εύκολος ένας Κούγιας, ένας Αλεφαντάκης, κάποιος, ένας νομομαθής, ο Αρσένιος ίσως, να τους ανοίξει τα μάτια) φυσώντας, ξεφυσώντας καικατέληξαν να μεταφράσουν το τσίμπημα κυριολεκτικά και αποφάσισαν να απομακρύνουν ότι μπορούσε να τσιμπήσει τη Μπλάνς. Άρχισαν με τις βελόνες και τις καρφίτσες, πέρασαν στα ψαλίδια, τα μαχαίρια και τα πηρούνια και τελείωσαν με αυτές τις ανυπόφορες, αιωνόβιες θείες (βασιλικές ή μη) που έχουν τη συνήθεια ν’ αφήνουν το κραγιόν τους πάνω στα μάγουλα των μωρών άχ τι χαριτωμένα που με φτύνει το χρυσούλι μουουουου, και να τα κατατσιμπούν στα μαγουλάκια.


Έτσι μεγάλωναν τη Μπλάνς, σε όλη αυτή την ατμόσφαιρα ανακατωσούρας, οι βασιλείς καθώς είναι πολύ άβολο να πρέπει να φας το ψητό σου με κουτάλι, να μη βρίσκεται μια παραμάνα να στηρίξεις το ξηλωμένο σου σιφόν και να πρέπει να μην καλείς τις θείες χωρίς να παρεξηγηθούν αυτές ή η βασιλοπεθερά σου που δεν καλείτε τη θεία σου την Ισμήνη που σ’ αγαπάει κι όταν ήσουν μικρή σε φρόντιζε (ναι, πώς φρόντιζε, να σου σπάει τα νεύρα και να σε γεμίζει σάλια και κοκκινίλες στα μάγουλα από τα τσιμπήματα!). Άσε που όλοι έπρεπε να ράβονται εκτός βασιλείου, να αγοράζουν τα πλεκτά τους από τους γειτόνοι και γενικά τα προληπτικά μέτρα του βασιλιά πλήττανε ανεπανόρθωτα την οικονομία του κράτους, άσε που δεν είχαν και κανένα αποτέλεσμα αφού η πριγκίπισσα, μεγάλωνε, γινόταν ένα πολύ όμορφο και χαριτωμένο κορίτσι, αλλά εύκολη δεν μπορούσες να την πεις... ολοένα κάτι την τσιμπούσε κι άρχιζε τις ερωτήσεις... Γιατί, νενέ, το νερό όταν βράζει βγάζει μπουρμπουλήθρες τσουκ το χέρι μέσα να πιάσουμε τη μπουρμπουλήθρα, να σου τρεις μήνες στο παθολογικο του παραμυθοπαίδων να τρέχουν οι βασιλογονείς, να σου απολυόταν και η νταντά... Γιατί, κυρία, όταν ανεβαίνω στο περβάζι βλέπω πιο κοντά τον ήλιο, τσούκ μια τούμπα από το περβάζι, να σου τέσσερεις μήνες στο ορθοπεδικό του παραμυθοπαίδων να τρέχουν οι βασιλογονείς, να σου απολυόταν η δασκάλα.... Πόσες φορές μπορώ κύριε να γυρίσω χωρίς να ζαλιστώ, τσούκ μια τούμπα στο παρκέ απ’ τις πολλές φούρλες, να σου δυο βδομάδες στο νευροχειρουργικό του παραμυθοπαίδων οι βασιλογονείς, να σου απολυόταν ο χοροδιδάσκαλος...


Αλλά τα χειρότερα ήταν η εκπαίδευση και η βιβλιοφαγία.... Τρεις νηπιαγωγίνες, έξι δημοδιδάσκαλοι, δύο καθηγήτριες μπαλέτου τέσσερεις ξενογλωσοδάσκαλοι και 22 καθηγητές του σαβουάρ βιβρ κατέληξαν σε νευρολογικές κλινικές, μέχρι να φτάσει η Μπλανς στα δώδεκα. Γιατί το ένα γιατί το άλλο, πώς το ένα πώς το άλλο, πού το ένα πού το άλλο, ποιος το ένα ποιος το άλλο, πότε το ένα πότε το άλλο.... πολύ θέλει ο άνθρωπος??? Οι δάσκαλοι μπαινόβγαιναν στο παλάτι με απίστευτη ταχύτητα (πως αλλάζουν τα εκπαιδευτικά και εξεταστικά συστήματα στη χώρα μας, ένα ανά υπουργό, ενίοτε και δύο? ε, αυτό!). Τα δε βιβλία φτάνανε στο παλάτι με παλέτες. Αρχικά έχτισαν μια παιδική βιβλιοθήκη στη συνέχεια, έφτιαξαν μια δεύτερη αίθουσα δίπλα στην επίσημη βασιλική βιβλιοθήκη και τέλος άρχισαν να ποστιάζουν (που λέει και ο αχαιός καλός μου) στα υπόγεια σε ξύλινες ραφιέρες, κούτες και μπαούλα. Οι βασιλογονείς στην αρχή το διασκέδαζαν, βρε το σκασμένο, τι έξυπνο που ήταν, μετά άρχισαν να αγωνιούν (καθότι δεν ήταν και τα τέρατα μορφώσεως οι ίδιοι, ούτε είχαν ξανακούσει για τέτοια περίπτωση φιλομάθειας σε παραμυθοβασιλοπούλα) για την ανεύρεση κατάλληλου δασκάλου για το καμάρι τους και τέλος (καθότι δεν υπήρχε και τότε το πρόγραμμα της βιβλιοανταλλαγής) άρχισαν να απελπίζονται από τους όγκους βιβλίων (με τις φρέσκες σελίδες των οποίων κάθε τόσο κοβόταν η Μπλανς και τρέχαν με αιμορραγίες και μολύνσεις στο νοσοκομείο) που σωρεύονταν στο παλάτι.


Στα δώδεκα, όπως μέχρι τότε συνηθιζόταν, είπαν της μικρής ότι ήρθε η ώρα να σταματήσει η εκπαίδευση της και ν’ αρχίσει η αναζήτηση του κατάλληλου πρίγκηπος για την αποκατάστασή της. Η Μπλανς έπαθε τέτοια ταραχή και αποπροσανατολισμό, άρχισε να έχει κρίσεις υστερίας, να σπάει τα πιάτα και τα ποτήρια και να απειλεί ότι το ίδιο θα κάνει και με τα κεφάλια των μνηστήρων, που οι βασιλογονείς τρομαγμένοι αποφάσισαν να παρατείνουν τις σπουδές της, για να εξασφαλίσουν την πνευματική ισορροπία της κόρης και την ησυχία του σπιτιού τους και κάνοντας μια τεράστια υπέρβαση την έβαλαν μαζί με τα αγόρια των αυλικών να παρακολουθεί το πρόγραμμα της μέσης εκπαίδευσης της εποχής... Και έτσι, η Μπλανς έφτασε στα δεκαέξι, εποχή της ενηλικίωσης, για να νοιώσει το μεγαλύτερο τσίμπημα ζήλιας, απογοήτευσης και αδικίας της ζωής της... Τα αγόρια (είτε πιο χαζά είτε πιο έξυπνα από αυτήν) θα συνέχιζαν σε κάτι που ονομαζόταν πανεπιστήμιο, ενώ αυτή θα παρέμενε στον πύργο της. Τα πανεπιστήμια ΔΕΝ ήταν για κορίτσια. Έκλαψε, φώναξε, θύμωσε, τσίριξε, κράτησε μούτρα, μα γιατί, γιατί, γιατίιιιιιι, είμαστε στον δέκατο πέμπτο αιώναααα και μου λέτε ότι δεν έχω δικαιώματα (που να ξέρε για πόσα χρόνια ακόμα δε θα χε δικαιώματα...) δε γινόταν τίποτα, κανένα πανεπιστήμιο δε θα δεχόταν ένα κορίτσι. Άρχισε να μαραζώνει το κοριτσάκι, να κλείνετε με τις ώρες στις βιβλιοθήκες της, να μην τρώει, και να κοιμάται με τις ώρες, αφού δεν έβρισκε τίποτα ενδιαφέρον στο παλάτι...


Και τότε εμφανίστηκε η νεράιδα του Γιατί, να υλοποιήσει την υπόσχεση της βάφτισης. Το τσίμπημα της ενηλικίωσης σήμαινε το τέλος... Αμ, δε! Αμέσως οι βασιλείς έβγαλαν το συμβόλαιο και φώναξαν τη συμβολαιονεράιδα, που ήρθε τρέχοντας όσο της επέτρεπαν τα Μανόλο που κοπανάγαν στα μάρμαρα και η πένσιλ της Ντόνα Κάραν.Που πάτε μανδάμ?... Ήρθα να συλλέξω... πώς να συλλέξετε, κυρία μου? Τα μικρά γραμματάκια τα διαβάσατε?... Καλέ ποια μικρά και δεν έχω και το οματογιάλιο της πρεσβυωπίας?... Αυτά κυρία μου που λέει ότι αποτελειώνει δε σημαίνει μας την παίρνετε αλλά την αφήνετε όπου είναι και ψάχνει το τέλος.... Α, σας περικαλώ, λάθος κάμνετε, εκεί που είναι ναι, αλλά δεν ψάχνει μόνη της και τέλος... μη σφαχτούμε εδώ μέσα. Και να μην τα πολυλογούμε, αι δυο νεράιδαι έφτασαν σε εξωδικαστικό συμβιβασμό και η Μπλανς έμεινε να κοιμάται σε ένα δωμάτιο του πύργου μέχρι να βρεθεί από κάποιον το τέλος στο τσίμπημα στην καρδιά της...

Συνεχίζεται νατασσάκι....

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2008

... μες τη χιλιετή σιωπή

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς ευτυχισμένος και χαμογελαστός (να τα θησαυροφυλάκια γεμάτα, να οι υπήκοοι μέσα στην ευμάρεια και την υποταγή, και ούτε ένας γείτονας σαν την Τουρκία ή τη FYROM να του σπάνε τα νεύρα), η βασιλογυναίκα του δίπλα μέσα στην ευτυχία να κεντά χρυσοκλωστές και μαντιλάκια (που τι να τα κάνει? Αφού όλοι ζούσαν μες στην ευτυχία ποιος να κλάψει, ποιος να νοιώσει αδυναμία και φυσικά ποιος να κολλήσει συνάχι), οι αυλικοί μέσα στην τιμιότητα και την καλοσύνη (πώς είναι οι δικοί μας υπηρεσιακοί παράγοντες? ε, καμία σχέση! Αυτοί γυρνούσαν με ένα δίλεπτο από τη μια άκρη της χώρας στην άλλη γυρεύοντας αυτόν που ο φοροεισπράκτορας το παρακράτησε γιατί δεν του ευρίσκονταν τα ρέστα) οι κυρίες επί των τιμών η μία ωραιοτέρα, κομψοτέρα και χρυσοχεροτέρα της άλλης (και μάστα όχι αλλά Μ. Ντενίση, τρία στρώματα πηλός κι από πάνω μια στρώση τερρακότα, όοοοοχι καθόλου. Τόσο εντελώς φυσικές κι αυθεντικές που θα ‘καναν την Κάτια Ζυγούλη να σκάσει απ’ το κακό της) οι δε υπήκοοι και υπηκόες ζούσαν τέτοια άνετη ζωή, είχαν τέτοια καλή διάθεση όλη την ώρα, που στα φανάρια, οι τροχονόμοι ήταν επιφορτισμένοι να υποχρεώνουν τους εποχούμενους να ΜΗΝ παραχωρούν προτεραιότητα γιατί (ευγένεια στην ευγένεια και περάστε εσείς δεν πειράζει θα περάσω εγώ μετά από σας) δεν προχωρούσε κανείς.

Μια χώρα μέσα στην τρελή χαρά (να ξερνάς δλδ, τόση ευτυχία) κι όλα αυτά γιατί στην προηγούμενη παραμυθοαπογραφή (εκατόν πενήντα χρόνια πριν, διότι υπάρχουν και αρκετές αντικειμενικές δυσκολίες στους παραμυθοαπογράφους, ειδικά με τις απογραφές στα δρακόσπιτα όπου εκεί που μόλις ρωτήσει ο παραμυθοαπογραφοϋπάλληλος πόσα δρακοπαίδια έχετε μανδάμ δράκου? δεν προλαβαίνει η δρακοχριστιανή να απαντήσει 34 μέχρις εχθές καλέ...και να σου ο δράκος τρώει μες στη νύχτα καμιά δωδεκάδα, ανατρέποντας διαρκώς τις παραμυθοστατιστικές. Είναι κι αυτοί οι πρίγκηπες που μόλις ο παραμυθοσυγγραφέας τους βάλει ένα σπαθί στο χέρι καθαρίζουν χώρες ολόκληρες και στρατούς ατελείωτους, να σου η καθυστέρηση στην παραμυθοαπογραφή) είχε γίνει λάθος και η Νεράιδα του Γιατί δεν είχε πληροφορηθεί την ύπαρξη της χώρας....


Anyhow και να μην μακρυγορούμε, ήταν τόσο ευτυχείς ο εις με την έτερη, οι δυο μαζί με το κράτος και το κράτος με αυτούς... που όταν η βασίλισσα άρχισε να γίνεται διπλή και τρίδιπλη, να κάνει επιδρομές τη νύχτα στο ψυγείο και να ζητά από τις καλοπροαίρετες μονίμως (όχι έχει τελειώσει το ωράριό μου να πάτε μόνη σας να τον φτιάσετε τον ντάκο) υπηρέτρες σάντουιτς με ψωμί τσιαπάτα, πάστα ελιάς, κρέμα γάλακτος, σαλάμι Νάπολι, παρμεζάνα ρετζιάνο και μαρμελάδα αχλάδι, να ρωτά καλιε σεις ποιος μαγερεύει ντουλμαδάκια και μου έσπασε ο μύτος??? και γενικώς να έχει όλα εκείνα τα συμπτώματα που προοικονομούν ότι η αξιωματικά αποδεκτή πρόσθεση 1+1=2 δεν είναι απαραίτητα και αληθής σε όλες τις συνθήκες, δεν είχαν άλλη χαρά να κάνουν διότι θα πήγαιναν από αποπληξία (και θα τελείωνε εδώ το παραμύθι, τι κρίμα γι’ αυτούς τι ανακούφισή για σας).


Όταν, δε, γεννήθηκε η βασιλοκόρη, η χώρα ζούσε σε παραλήρημα χαράς για εβδομάδες, μήνες... Ξεκίνησαν τα γλέντια στη γέννηση και στα βαφτίσια ακόμα τρωγοπίνανε, χορεύαν και έριχναν κανονιοβολισμούς από τις πολεμίστρες των κάστρων. Κάναν τόση φασαρία που ξύπνησαν την (αρκετά στριφνή είναι η αλήθεια και με λόγια που τσιμπούσαν) νεράιδα του Γιατί, και ρώτησε γιατί γινόταν τόση φασαρία, γιατί αυτή δεν ήξερε την χώρα και γιατί τέλος πάντων δεν την είχαν καλέσει στη βάπτιση. Κι αφού πήρε απάντηση σε όλα τα γιατί της, αποφάσισε να πάει έστω και ακάλεστη, γιατί στο κάτω-κάτω είχε υποχρέωση να κάνει κι αυτή ένα δώρο στο βασιλομωρό, και γιατί είναι παραμυθοπαράδοση, εξ’ άλλου τα βασιλοπαίδια να έχουν νεραϊδονονές.


Φτάνει λοιπόν η καλή (αλλά παρεξηγημένη) σου στο γλέντι της βάφτισης και ζητά να αναγγελθεί στο βασιλιά ως υψηλή καλεσμένη και προχώρησε να δει το μωρό που το είχανε σε μια ροζ βασιλοκούνια, με ροζ, ροδιά, και καραμελί μωρουδιακά. Ο βασιλιάς βεβαίως διαπορών ερώτησε πώς είπατε? Ορίστε? Συγγνώμη κυρία μου ποια είστε? Κι εκεί η αγνοημένη έπαθε ΤΟ ντελίριουμ τρέμενς? Γιατί δεν με γνωρίζουτε? Γιατί δεν με καλέσατε? Γιατί δεν υπάρχει θέση με καρτελάκι με το όνομά μου στο τραπέζι? Γιατί σερβίρετε πρώτα το κόκκινο και μετά το λευκό κρασί? Γιατί βγάλατε για κύριο πιάτο τον αρνή κι όχι μοσχάρι που κάνουνε στα σικ τραπέζα? Γιατί όλοι γύρω-γύρω χαχανίζουν? Γιατί αυτό το μωρό τρώει τον δάχτυλο του ποδιού του και δεν γκλαίει όπως κάνει κάθε μωρό που σέβεται τον εαυτό του στη βάφτιση? Γιατί το έχετε, καλέ, το βρέφος μες στα ροζουλιά? Και άλλες τέτοιες απορίες που πολύ προβλημάτισαν το βασιλοζεύγος και το άφησαν ώρα ενεό, να κοιτά μια τη νεράιδα του Γιατί που ανέβαζε στροφές (και δεν καταλαβαίνανε και τι τρέχει, αφού, όπως προείπαμε, κανείς δεν εκνευριζότανε στη χώρα) και μια το κοριτσάκι που το είχε πάρει στα χέρια της η νεράιδα και όλο και άλλαζε συμπεριφορά κι από εκεί που ήταν ολογέλαστο και ροζ-ροζ γινόταν όλο και πιο νευρικό κι όλο και πιο σκοτεινό.... μάλλον γιατί το τσιμπούσαν τα λόγια της νεράιδας του Γιατί... Κι εκεί έγινε το μοιραίο λάθος. Η βασιλομάνα, άπλωσε τα χέρια να πάρει πίσω το μωρό να δει τι έπαθε καλέ το πουλάκι μου κι η νεράιδα καταπροσβεβλημένη σηκώθηκε να φύγει, αλλά θυμήθηκε (να τους έλειπε των χριστιανών, δλδ με τέτοια μούτρα που το έκανε) το δώρο που έπρεπε να φέρει και μέσα στην τσαντίλα της τους είπε πάντα τα λόγια μου, να την τσιμπούν και το τσίμπημα της ενηλικίωσης να την αποτελειώσει. Οι βασιλογονείς έμειναν άναυδοι και ρωτούσαν ο ένας τον άλλο, τι εννοούσε να την αποτελειώσει? Κάποιος πιο υποψιασμένος από γειτονική (που όσο να πεις τις τράβαγε τις περιοδικές στενοχώριες της) χώρα τους το σφύριξε και πάθανε ΤΟΝ ντουβρουτζά... Μέσα σε ένα λεπτό, ανατράπηκαν όλες οι ευτυχείς σιγουριές τους και εκφράσανε το πρώτο τους μα ΓΙΑΤΙ τους έκανε τέτοιο δώρο? Και οδηγήθηκαν στην πρώτη τους θλίψη (που αμφότεροι την πέρασαν για δυσπεψία, τόσο άσχετοι ήταν οι ευτυχείς) και στις πρώτες τους υποψιασμένες σκέψεις.


Ευτυχώς, βέβαια, που υπάρχουν ατελείωτες νεράιδες στα παραμύθια κι έτσι όλο και κάποια φτάνει αργοπορημένη και τη σκαπουλάρουνε οι ήρωες (και ακόμα συχνότερα οι ηρωίδες). Στην περίπτωσή μας η αργοπορημένη ήταν η συμβολαιονεράιδα, η οποία συντάσσοντας τα προγαμιαία συμβόλαια της Σταχτομπούτας είχε ξεχαστεί και θυμήθηκε τη βάφτιση μόλις κοίταξε το νεραϊδοφάιλοφαξ (τι? δεν μπορούν να είναι χάι τεκ οι νεράιδες? says who?) κι ήρθε τρέχοντας με το ταγεράκι της δουλειάς και την Κέλυ ανα χείρας (ενώ είχε κανονίσει τουαλέτα από του Οσκαρ ντε λα Ρεντα και κλάτς από του Ζούλια) κι ήταν μες στην κακή χαρά. Την ώρα, λοιπόν, που γινόταν το σκηνικό στεκόταν ακριβώς από πίσω από τη νεράιδα του Γιατί, ήταν και στις κακές της, φορούσε και η άλλη μια αηδία Βερσάτσε μες στο πλουμίδι και την παγιέτα, ήρθε και της γύρισε ο μάτης!!!! Τι μας λέτε μανδάμ? Έτσι χωρίς υπογραφή χωρίς συμβόλαιο, χωρίς δικηγορόσημο? Τι θα απογίνουμε εμείς? Απόκληραι θα καταλήξουμε παρέα με τον Καλούση και την Μπουρμπούλια και θα αλωνίζουνε αι Πελέκηδες? Και τσούκ, να σου και συντάσσει μια δικαστική πράξη ακυρώνοντας εν μέρει το πρότερον δώρο με μια διευκρινιστική ερμηνεία της τελευταίας πρότασης σε να βρει eventually το τέλος.....

Νατασσάκι, συνεχίζεται.....

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2008

... With Cats...

είμαστε οικογενειακώς στις (πάρα πολύ) κακές μας, με έναν Θέμο αρκετά άρρωστο...

οπότε ελπίζω αυτό να μας φτιάξει λίγο τη διάθεση...

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2008

... ακούσατε....

Εμείς, σ' αυτό το σπίτι, συχνά συνεννοούμαστε με σημειώματα.......

............................................................κακώς................................................κάκιστα....................................
Καλό Μήνα απανταχού γονείς.....

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2008

.... βροχή Μετεωριτών....

εκτός από τις συνηθισμένες βροχές μετεωριτών, που παρακολουθούμε όλοι με μεγάλο ενδιαφέρον...

στην Αθήνα στις 24/9 συνέβη μια ιδιόρρυθμη βροχή μετεωριτών.... που παρακολούθησε μόνο ένας ευτυχής πατέρας (φαντάζομαι και κάποιοι ευτυχείς γιαγιαδοπαππούδες)

κι έτσι η Φαίη (Mετεωρίτης νο1 και μοναδική) και ο Γιάννης (Μετεωρίτης par excellence) απέκτησαν δυο υπέροχα γερά Μετεωριτάκια (αγόρι και κορίτσι)
Να τους ζήσουν!!!!!

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2008

... προχωρώ...

Τελικά είναι φοβερό όταν αφήνεις κάτι ημιτελές... Εδώ και δυο μέρες τα παραμύθια με τραβούν απ’ το χέρι, δε μ’ αφήνουν να κοιμηθώ. Μια Σταχτομπούτα χωρίς πόδι για το γοβάκι της, μια Κοκκινοσκουφίτσα χωρίς χέρια για να μαζέψει τα λουλούδια της, ένας γάτος με μια μπότα, ένας πρίγκιπας με πόδια βατράχου, η Οντέτ με φτερά κύκνου... όλοι οι παραμυθοχαρακτήρες, μισοί μέσα από το προηγούμενο ποστ, ζητούν την ολοκλήρωσή τους, γυρνούν μέσα στο μυαλό μου ψάχνοντας το κομμάτι που τους λείπει για ν’ αποκτήσουν νόημα, να κατορθώσουν να ολοκληρώσουν την ιστορία τους, να βρουν τη γαλήνη.

Γύρω μου στριμώχνονται οι ηρωίδες απαιτώντας να τους δώσω (τη δική μου) φωνή, να κάνω τον κόσμο (μέσα απ’ τα δικά μου μάτια) να ερμηνεύσει τη ζωή και τις πράξεις τους πέρα από τα εσκαμμένα...

Γιατί, αλήθεια, είναι τόσο συμβιβασμένες και άβουλες όσο τις κατηγορούμε ή μήπως αντίθετα κάθε παραμυθοκαμβάς πλέκεται γύρω από την απειθαρχία τους και την αψήφηση του κανόνα?

Μήπως αυτή η (κατά τη Λιλή Ζωγράφου) πόρνη, η συμβιβασμένη η (που αγαπά να μισεί η mamma) Σταχτομπούτα είναι μάλλον επαναστάτρια, διεκδικώντας και τελικά επιτυγχάνοντας (ίσως με τα μέσα του Κοέλιο, αλλά, εντάξει... παραμύθι είναι) τη συμμετοχή της στο κοινωνικό γίγνεσθαι που της αρνούνται. Αλλά και εντός αυτού, μήπως αγνοεί το όριο που της τίθεται και της απαγορεύει την ολοκλήρωση της συμμετοχής της? Μήπως επιλέγει να διασχίσει το κατώφλι που την κρατά αιωρούμενη, ούτε εντός ούτε εκτός του κοινωνικού συνόλου, παρά την απειλή της επικείμενης τιμωρίας? Μήπως αυτή ακριβώς η αψήφηση κάνει προσωρινή την τιμωρία της πριγκίπισσας του χορού και φέρει τη δικαίωση της δούλας? Μήπως η αποκατάσταση της Σταχτομπουτας με το κρυστάλλινο γοβάκι της πριγκίπισσας και τα παλιόρουχα της υπηρέτριας διδάσκει τα μικρά μας ότι το άτομο μπορεί και πρέπει να επιβάλλει την πραγματικότητα του πάνω από το προσωπείο, δύναται να καταλάβει τη θέση που του ανήκει μέσα από την αλήθεια του?

Μιας αλήθειας τόσο εύθραυστης όσο το κρυστάλλινο γοβάκι και τόσο δυσδιάκριτης όσο ένα μπιζέλι κάτω από άπειρα στρώματα, κομφορμισμού, συμβάσεων, προϊδεασμών, μυστικών και δεισιδαιμονιών, που μόνο ένα αυθεντικό, προσανατολισμένο σ’ αυτήν άτομο θα μπορούσε να διακρίνει. Μήπως λοιπόν αυτή την κρυμμένη αλήθεια, η οποία ταυτόχρονα πιστοποιεί τη δική της αυθεντικότητα (κρυμμένη κάτω από ταλαιπωρημένο εξωτερικό –τα σκισμένα βρεγμένα ρούχα– και εσωτερικό –παγωμένο βρεγμένο και καταπονημένο σώμα), ανακαλύπτει η μικρή πριγκίπισσα των μόλις τριών (που τόσο άκαρδα ΜΕ φαίνεται και βιαστικά κατέστρεψε το βλαστάρι της Δήμητρας) σελίδων του Άντερσεν? Μήπως αυτή την αλήθεια νιώθει στο (μάλλον όχι κακομαθημένο αλλά, αντίθετα, δεκτικό και πρόθυμο) σώμα της, αφού κάθε αλήθεια γίνεται αντιληπτή πρώτα σωματικά (εγώ σας το έχω ξαναπεί ότι ο Άντερσεν ήταν πολύ προχώ και ανατρεπτικός –και όχι μόνο για την εποχή του) και αναγκάζει και τους υπόλοιπους να ομολογήσουν την ύπαρξή της και μαζί να αποδεχτούν την αυθεντικότητα της αναζητούσας ?

Μήπως εξίσου αναζητούσα είναι και η (εχθρός του νατασσακίου) Ωραία Κοιμωμένη και καθόλου αναμένουσα τον πρίγκηπα για τη σωτηρία της εν υπνώσει? Μήπως, αντίθετα, από την αρχή βλέπουμε μια γυναίκα που τριγυρνά στον περιορισμένο από τους γονείς (την κοινωνική τάξη) χώρο αναζητώντας την κατάρα της γνώσης που αποκρύπτεται (γιατί ματώνει και συνεκδοχικά σκοτώνει)? Μήπως ανακαλύπτοντας τη γνώση που της λείπει, αποχωρίζεται από τον υπόλοιπο (της κρυμμένης γνώσης) κόσμο, αδυνατώντας να παραμείνει εντός του? Μήπως δεν είναι η αποχωρισμένη από τον κόσμο πριγκίπισσα εν υπνώσει, αλλά είναι ο κόσμος που πρέπει να αγωνιστεί να φτάσει (πληγωνόμενος και ματώνοντας από τ’ αγκάθια που έχουν καλύψει τον αποχωρισμένο χώρο) τη(ς) γνώση(ς), όχι για να αφυπνίσει την κάτοχο αλλά για να ενταχθεί στον χώρο της, επιτρέποντας έτσι την επανένωση ενός διαιρεμένου κόσμου ανάμεσα στην αθωότητα της άγνοιας και το αιματηρό και επαχθές της γνώσης?

Μήπως από έναν τέτοιο κόσμο άγνοιας και προκατάληψης ξεφεύγει η (που δε μπορεί κάποιος θα της τα ‘σουρε κι αυτηνής, επ’ ευκαιρία) Χιονάτη? Μήπως και αυτή μέχρι να φτάσει στην ένωση με τον πρίγκηπα (που δεν αντιλαμβάνομαι, γιατί επικεντρωνόμαστε στη φιγούρα που δεν εμφανίζεται παρά για μερικές γραμμές στην αρχή και επανεμφανίζεται λίγες γραμμές πριν το τέλος και ακυρώνουμε έτσι όλη την πλοκή και οντολογία του παραμυθιού) καταρρίπτει τις συμβάσεις, τη μια μετά την άλλη? Μήπως αυτή η Χιονάτη που καταφεύγει στο σπιτάκι των (τεράτων) νάνων κατορθώνει το αδιανόητο? Μήπως αποδέχεται μια ετερότητα που την ημέρα εργάζεται στα έγκατα της γης επιβεβαιώνοντας τη χθόνια καταγωγή (δική της και δική μας) και το υπόλοιπο της ζωής της αναγκάζεται να κρατιέται μακριά από τον υπόλοιπο κόσμο για να μην του θυμίζει ότι αν και οι επιδιώξεις του είναι ουράνιες οι ρίζες τους βυθίζονται στο ίδιο χώμα με τον ετερογενή. Μήπως η Χιονάτη, βρίσκει καταφύγιο στον έτερο, αποσυνάγωγός κι αυτή και ετερόμορφη, και υποκύπτουσα (παρ’ όλες τις αποτροπές) επαναλαμβανόμενα (αν θυμάστε το αυθεντικό παραμύθι κι όχι τη γλυκανάλατη σαχλαμάρα του Ντίσνεϊ, η Κακιά Μάγισσα εμφανίζεται τρεις φορές φέρνοντας ένα δηλητηριασμένο χτενάκι, μια μαγική ζώνη και μόνο στο τέλος το μήλο) στην αμαρτία της φιλαρέσκειας, της επιτήδευσης και τέλος της λαγνείας? Μήπως, λοιπόν, εδώ έχουμε άλλη μια ηρωίδα εκτός ορίων, μια μη μετανοούσα και αυτοκαταστροφική ηρωίδα που διαρκώς φλερτάρει με τον θάνατο? Μήπως η Χιονάτη είναι μια αλλότρια γυναίκα που τελικά το πάθος της τη λυτρώνει από το θάνατο, έναν θάνατο στον οποίο την καταδικάζει η (με τη μορφή του μήλου στο λαιμό) καταπιεσμένη λαγνεία?

Αυτή η λαγνεία (που η απελευθέρωσή της οδηγεί στη ζωή), μήπως είναι η κινητήρια δύναμη που πλέκει τους καμβάδες και σε πολυάριθμα άλλα παραμύθια? Μήπως καθόλου δεν είναι μυξοπαρθένες οι ηρωίδες των παραμυθιών αλλά αντίθετα έντονα σεξουαλικά πλάσματα? Μήπως η σεξουαλικότητα είναι αυτό που οδηγεί την Πεντάμορφη να επιστρέψει στο Τέρας, την Κοκκινοσκουφίτσα να ξαπλώσει στο κρεβάτι της γιαγιάς με τον Λύκο, τη μικρή (θα σκάσω που είναι) ανώνυμη πριγκίπισσα να πάρει στο κρεβάτι της τον Βάτραχο και την αταίριαστη τερατο-ανθρώπινη ένωση (που επιστρέφει ως επίμονο μοτίβο) σε πλείστα άλλα παραμύθια? Μήπως αυτό που (με την αρχαιοελληνική έννοια της λέξης) ανα-γιγνώσκουν τα παιδιά μας (κι εμείς από κοντά) δεν είναι ένας φόβος ή μια απειλή αλλά η αποδοχή της ζωώδους, πρωτεϊκής πλευράς της σεξουαλικότητας (το φίδι στο δωμάτιο, κατά τον σοφό παππού Φρόυντ), η τρομακτική μορφή του συγκαλυμμένου πόθου, το θανάσιμο της απώθησης της επιθυμίας, η οδυνηρότητα της εν κρυπτώ ηδονής?

Και οι πρίγκηπες? Τι κομίζουν στον μύθο αυτά τα φαλλοκρατικά γουρούνια που έμπαιναν στο παραμύθι μόνο για να αποδείξουν την ανωτερότητά τους σε σχέση με την αναξιοπαθούσα ηρωίδα? Ή μήπως καθόλου έτσι δε γινόταν? Μήπως, όσο δεν ήταν αναξιοπαθούσες (καθόλου μάλιστα) οι ηρωίδες, άλλο τόσο δεν ήταν ουγκ-γκάου (που λέει και το καμάρι μου) οι ήρωες? Μήπως αντίθετα η (περιορισμένη κατά κανόνα και μόνο σε εξαιρέσεις πρωταγωνιστική) παρουσία τους σημαδευόταν (και σημαδεύεται δλδ) από το ότι ξεσκίζονταν στ’ αγκάθια της αλήθειας, καταδιώκονταν από φλογοβόλους δράκους που προστάτευαν το μυστικό της ζωής, μεταμορφώνονταν σε δύσμορφα και αποκρουστικά τέρατα από μάγους και μάγισσες γιατί αψήφησαν ή θέλησαν να μεταρρυθμίσουν την εξουσία, σκαρφάλωναν σε βουνά και τρύπωναν στα έγκατα σκοτεινών σπηλαίων για να αποζητήσουν τη γνώση, διέσχιζαν θάλασσες και παρασύρονταν από ποτάμια αναζητώντας το άλλο μισό του ουρανού? Μήπως ήταν πρόθυμοι να διακινδυνέψουν τη ζωή, τη θέση, ακόμα και την υπόστασή τους, αναγνωρίζοντας ότι ήταν ανεπαρκείς, ανολοκλήρωτοι χωρίς τον έτερο εαυτό ενυπάρχοντα στο πρόσωπο που έλειπε? Μήπως η αποδοχή πως τα μάγια, που τους κρατούσαν σιδηροδέσμιους, μεταμορφωμένους μαρμαρωμένους, μπορούσαν να λυθούν μόνο από το θηλυκό, με το οποίο θα παρέμεναν μαζί (το ...και ζήσαν αυτοί καλά και μεις καλύτερα... είναι θέμα άλλου παραμυθιού και ποστ πιθανά) δεν είναι παρά η ομολογία της δυικότητας της ύπαρξης? Και τέλος μήπως η αποδοχή της ηρωίδας, ακόμα κι αλλόμορφης (όπως η Οντέτ στη λίμνη των κύκνων), απόμακρης (όπως η Ελίζα στους δώδεκα κύκνους), εκπεσούσης (όπως η θαλασσογενημένη στον ψαρά και στη γοργόνα), διαφορετικής τάξης (όπως στη Χηναρού), δηλώνει μια εκούσια υποταγή στη θηλυκή οντότητα, επίγονο και κληρονόμο της μητέρας-γης?

Σίγουρα τα παραμύθια έχουν κοινωνικούς προσανατολισμούς και προγραμματισμούς. Αυτούς που τους δίνει ο καθένας μας αφού, όπως λέει ο σοφός μακρινός (που καιρό είχε να φανεί, δε συμφωνείτε?) Ντεριντά, το μάτι είναι που συν-διαμορφώνει το κείμενο, γι’ αυτό ας φροντίσουμε να μην αναγκάζουμε τους παραμυθοήρωες να κουβαλούν τις δικές μας φορτωμένες αρνητικά συναισθήματα και φοβίες αποσκευές. Σ’ αυτή τη λογική, εγώ κάθε φορά που διάβαζα (και απαντούσα στα αναρίθμητα γιατί που προέκυπταν από κάθε) ένα από τα (επιπλέον μικρά λογοτεχνικά αριστουργήματα) παλαϊκά παραμύθια είτε για (όπως θα έλεγε και η just me με μάτι προ-νηπίου σε σώμα μετ-ενηλίκου) εμένα, είτε για την πριγκίπισσά μου, άφηνα να εμφανιστούν μόνο γυναίκες εξαιρετικές, να ξεπερνούν το όριο, να αψηφούν τη νόρμα, να ανατρέπουν την τάξη, να αρνούνται να ενταχθούν σε ρυθμιστικές διαταγές, να υποταγούν σε κανονιστικά όρια.

Κάθε μικρή ηρωίδα –από την Κοκκινοσκουφίτσα που παρακούοντας τη μητέρα της, επιλέγει τον δικό της δρόμο θέτοντας την προτεραιότητα της ομορφιάς πάνω από την πρακτικότητα και την ασφάλεια και συναινεί στη συνεύρεση με τον αλλόμορφο ακόμη κι αν (στο αυθεντικό παραμύθι του Περώ, που ΔΕΝ υπάρχει το αναιρετικό εύρημα της παρέμβασης του κυνηγού) αυτό προεικονίζει το χαμό της, τη σιωπηλή Ελίζα που αρνείται την εντολή του βασιλιά/άντρα της και συνεχίζει, ως τον τόπο της εκτέλεσής της, να πλέκει τα τσουκνιδοπουκάμισα που θα λυτρώσουν τους κύκνους/αδέρφια της, δίνοντας ένα αναγνωρίσιμο πρόσωπο σ’ αυτό που οι άλλοι φοβούνται γιατί δεν μπορούν να ερμηνεύσουν και να επικοινωνήσουν και ως την (μην το ξαναπιάσω το θεματάκι ανώνυμη) πριγκίπισσα με τον βάτραχο, που αρνούμενη να υποταγεί σε μια υπόσχεση εκβιαστικά αποσπασμένη, ανατρέπει τους όρους ενός παιχνιδιού στο οποίο εισήλθε ακούσια απελευθερώνοντας τον εαυτό της αλλά και τον άλλο από την υποχρέωση υποταγής στη διαμορφωτικό κανόνα – δίδασκε στη Ν. (όχι με τον διδακτικό και ρυθμιστικό ρόλο των –τόσο της μόδας αλλά σπάνια ενδιαφερόντων λογοτεχνικά – πολιτικώς ορθών παραμυθιών και επιπλέον συνήθως ξενέρωτων αρκετά ώστε να βάζουν τον λύκο παρέα με τον λαγό να αγωνίζονται για τη διάσωση του καραφλοκότσιφα ει μη και του αλιαετού– που στην προσπάθεια τους να δημιουργήσουν μια ψευδαίσθηση ευρυθμίας και ομόνοιας για το παιδί, αγνοούν ότι η θραύση της δεν μπορεί παρά να αποβεί τραυματική γι’ αυτό) κι ελπίζω σε κάποια χρόνια από τώρα να διδάξει στα εγγόνια μου, το διαφορετικό, το όμορφο, το ύποπτο, το ενδιαφέρον και μυούσε σε έναν ενήλικο κόσμο όπου η ομόνοια, η ειρήνη, η συνύπαρξη δεν ήταν αυτονόητα αλλά κατακτήσεις αγώνων και διαπραγματεύσεων ενώ το λάθος, η οδύνη και ο θάνατος δεν είναι εξόριστα στοιχεία, αλλά εγγενή....

Ακόμη μεγαλύτερο το δεύτερο μέρος, αλλά θα ήθελα να πω κι αυτό (αδύνατον να αφήσω και Τρίτη συνέχεια... θα καταλήξω μια τρελλή, σας το ορκίζομαι, να ανοιγοκλείνω τον υπολογιστή στις τρεις η ώρα τη νύχτα και να κρατώ σημειώσεις τις ώρες του μαθήματος, κάνοντας τα παιδιά μου να κρυφογελάνε και να σκουντιούνται) το τελευταίο, συγκρίνοντας τα κλασικά παραμύθια με τα σημερινά μεταμοντέρνα, αποδομιστικά και πολυχρηστικά.

Ίσως φταίει που μεγάλωσα με τα κλασσικά, ίσως φταίει που πίσω από κάθε λέξη βρίσκω μια άλλη, ίσως φταίει που το κραυγαλέα διδακτικό με κάνει να μαζεύομαι στο καβούκι μου εν αμύνη, πάντως μου μένει ένα ανικανοποίητο και μου δημιουργειται ένας σκεπτικισμός όσον αφορά στην ποιότητα των καινούργιων... Ομολογώ ότι ως (προοδευτική, ψαγμένη -και καλά- και ανατρεπτική) μάνα αγόρασα άπειρες φορές, άπειρα νεοπαραμύθια... αλλά πείτε μου ειλικρινά, εμένα μου φαίνεται, ή όντως ήταν ελάχιστες οι επιτυχημένες επιλογές, όχι μόνο όσον αφορά στο διδακτέον, όπου ήταν τόσο κραυγαλέα (σχεδόν χυδαία) εμφανές, όχι μόνο στην εξέλιξη του μύθου, που ήταν από σχηματική ως κακή, όσο και στη μορφή, τη γλώσσα επιτηδευμένα απλοϊκή (λες και τα μωρά δεν είναι μωρά αλλά ηλίθιοι και απαίδευτοι ενήλικες) και την εικονογράφηση, που εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων έφερνε σε κάτι που θα μπορούσαν να το έχουν φτιάξει τα παιδιά ή μάλλον (γιατί τώρα που το σκέφτομαι σιγά μην είχαν αυτά τη φρεσκάδα του παιδικού χεριού) η ατάλαντη εγώ?

Μήπως επειδή τα παλαϊκά παραμύθια, αρχικά απευθύνονταν σε ενήλικες (τα μικρά συνήθως παραμόνευαν σε πόρτες για να κρυφακούσουν και πολύ αργότερα έγιναν το προνομιούχο τους κοινό).... μήπως επειδή διαβάζονταν σε νυχτέρια εργασίας ή βεγγέρες σε τζάκια και μαζώξεις (κατά κανόνα γυναικών) σε κουζίνες και κατώγια.... μήπως επειδή ξεκίνησαν ως προφορική παράδοση (οι Γκρίμ, στην πραγματικότητα δεν έγραψαν παραμύθια, συνέλεξαν τα παραδοσιακά παραμύθια της Κεντρικής Ευρώπης και τα μετέγραψαν)..... μήπως επειδή τα αφηγούνταν ο πρεσβύτερος ή η πρεσβύτερη, ή ο καλύτερος παραμυθάς (χάρισμα που αργότερα μετατράπηκε σε επάγγελμα)..... μήπως επειδή εφευρέθηκαν σε κοινωνίες πιθανά πιο κλειστές, πιθανά πιο συντηρητικές, αλλά σίγουρα όχι τόσο ομοιόμορφες, και κανονιστικές όσο οι δικές μας, μήπως τέλος επειδή ο Άντερσεν και ο Περό είναι σπουδαίοι λογοτέχνες (ακόμη και πριν από σπουδαίοι παραμυθάδες)... Λέω μήπως γι’ αυτό έχουν ένα ενδιαφέρον, μια ποικιλότητα, μια σκοτεινότητα ή φωτεινότητα, που βοηθούν την πραγματική ανάπτυξη της φαντασίας των παιδιών, (κάτι που αδυνατεί να κάνει σχεδόν η πλειοψηφία των κανονιστικών και διδακτικορυθμιστικών νεοαναγνωσμάτων) και μια μοναδική ροή της γλώσσας που εξελίσσει την εκφραστική δεινότητα των παιδιών (όπως ελάχιστα νεοπαραμύθια -με φωτεινές εξαιρέσεις όπως τα πολυαγαπημένα και πολύαναγνωσμένα δικά μου και της Ν. Τρία μικρά Λυκάκια θα το κατορθώσουν ποτέ)??????

Τελικά αυτό το πράγμα βγήκε τεράστιο, ελπίζω να υπολογίζει σωστά η just me, και οι αντοχές σας σε οθόνες να συναγωνίζονται τις ζωές της γατούλας....


Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2008

... μιαν άλλη ιστορία...

Είναι μόλις η δεύτερη φορά που αναρτώ ένα ποστ παρακινημένη από άλλον μπλόγκερ, αλλά τα παραμύθια και οι συμβολισμοί τους είναι ένα από τα κουμπιά (βλέπε εμμονές) μου... Έτσι ενώ ξεκίνησα να γράφω ένα σχόλιο στο ποστ της mamma, βρέθηκα να προσπαθώ να ταξινομήσω έναν ωκεανό από σκέψεις και επιχειρήματα για το αν τα κλασικά παραμύθια αξίζει να διαβάζονται ή αν πια απορρίπτονται...

Κορίτσια (και αγόρια) μην πυροβολείτε τον Άντερσεν, τον Περό τους Γκρίμ και τους παλιούς παραμυθάδες, αφήστε να πυροβολήσουμε όλοι μαζί τον «κότσυφα (που) απαιτεί το δάσος να σωθεί», τον «ποτέ πια δε θα μαλώσουμε» κι όλες αυτές τις ρυθμιστικοδιδακτικές σαχλαμάρες που προσπαθούν να μας πείσουν ότι διδάσκουν τα παιδιά μας τον (με την καρτεσιανή έννοια της λέξης) ορθό λόγο καλύτερα από τα κλασικά τα κλασικότερα και τα κλασικότατα παραμύθια, όπως είναι η Χιονάτη, όπως είναι η Πεντάμορφη και το Τέρας, όπως είναι η Σταχτομπούτα, όπως είναι η Κοκκινοσκουφίτσα, όπως είναι ο Κοντορεβυθούλης, όπως είναι ο Χανς και η Γκρέτελ, όπως είναι η πριγκίπισσα και το μπιζέλι... όπως είναι.... όπως είναι.... όπως είναι....

Θέστε (μαζί μ’ εμένα που διαρκώς και με διαστροφική εμμονή αναρωτιέμαι) ένα ζήτημα:

Μήπως σε κάθε ανάγνωση παραμυθιού που λέει ότι η Σταχτομπούτα και η Χιονάτη και η Πεντάμορφη και η Ωραία Κοιμωμένη είναι οι άβουλες και ανεγκέφαλες σκλάβες που περιμένουν τον ουρανόσταλτο σωτήρα, ότι η πριγκίπισσα με το μπιζέλι και η πριγκίπισσα που φίλησε τον βάτραχο είναι οι ανεγκέφαλες κακομαθημένες, ότι η Κοκκινοσκουφίτσα έχει αντιοικολογική συνείδηση, ότι ο Πρίγκηπας της Χιονάτης, της Σταχτομπούτας, της Κοιμωμένης, και ο Βάτραχος της άλλης (η οποία παρεμπιπτόντως γιατί δεν έχει όνομα???) είναι οι αηδείς φαλλοκράτες που παρεμβαίνουν για να επιβάλλουν την παρουσία τους καταπιέζοντας τα άβουλα θηλυκά κι ότι ο Κοντορεβυθούλης ή ο Χανς και η Γκρέτελ, είναι σιχαμερά σπλάτερ,... μήπως, λέω, υπάρχει και άλλη ανάγνωση του (κάθε) παραμυθιού?

Μήπως αυτά τα παραμύθια προσφέρουν μια ανακούφιση από τις ανέκφραστες συγκρούσεις και τις φοβίες, από τις ένοχες επιθυμίες, τους ανομολόγητους πόθους και τις βαθιά θαμμένες τύψεις και απουσίες???

Θέλετε παραδείγματα?

Ποια πιο πιο πιο πιο πιο πιο πιο πιο (νομίζω το ‘χετε) κρυφή και ταυτόχρονα καταδικαστική σύγκρουση από την (υποφώσκουσα από την κούνια ως το φέρετρο -ενίοτε και μετά από αυτό) σύγκρουση της κόρης (ποια δεν έχει σκεφτεί ότι δεν είναι το φυσικό παιδί της μητέρας της αλλά υιοθετημένη?) με τη μητέρα??????

Ποιος πιο υπόρρητος ανταγωνισμός από αυτών ανάμεσα στα αδέρφια (πείτε μου αν είμαι η μόνη που βλέπω τον εαυτό μου παιδί να τσακώνομαι και να δέρνομαι μέχρι αίματος με τη μικρή μου αδερφή μου την οποία, παρεμπιπτόντως, υπεραγαπούσα και υπεραγαπώ - και συνήθως υπερπροστάτευα και υπερπροστατεύω σπάζοντάς της τα νεύρα- ενώ και αυτή με υπεραγαπούσε και με υπεραγαπά)???????

Ποια μεγαλύτερη απουσία από αυτή του μονίμως (και μιλάω για τις φυσιολογικές περιπτώσεις, πολλώ δε μάλλον για τα διαζύγια και τις μονογονεϊκές οικογένειες) απόντος πατέρα (η κόρη μου να στέκεται μπροστά στην πόρτα και να λέει στον εμβρόντητο καλό μου που προσπαθεί να προλάβει τη δουλεία –ο παρατονισμός ηθελημένος– του «αν φύγειχ χια είναι χια να πεχιάνεις και γιε χιέλω» -όπως έχω τονίσει το παιδί μου αγνοούσε τα χειλικά και οδοντικά φωνήεντα επί μακρώ) με την εξαιρετικά περιορισμένη συμμετοχή στην ανατροφή του παιδιού, τόσο λόγω συνθηκών (άγρια ωράρια, champions league ενίοτε γκόμενες...) όσο και λόγω της (ευτύχως όλο και εξαλειφόμενης) κουλτούρας (του έλληνος υιού ελληνίδος μάνας –τα μικρά εσκεμμένα επίσης, εις πείσμα του Μοζίλος που θέλει να τα κεφαλαιώσει)?????

Ποια δυσκολότερη διαχείριση από αυτή του (φυσιολογικά επερχόμενου) θανάτου (συνήθως υπεραγαπημένων) γιαγιάδων και των παππούδων????

Για πιάστε τώρα τις φιγούρες των παραμυθιών....

Τι ακριβώς κάνει η κακιά μητριά (στη Χιονάτη, στη Σταχτομπούτα, στη Ραπούνζελ και ξεχνάω πια τις άλλες....) μήπως προσφέρει ακριβώς τη μετάθεση και την εκτόνωση της οργής? Μήπως με τα βάσανα της ηρωίδας από την κακιά μητριά προσφέρεται στο κοριτσάκι (και στο αγοράκι, ας μη γελιόμαστε) κατ’ αρχάς η ταύτιση και στη συνέχεια η μετάθεση της οργής αφού... Πόσο ίδια με τα βάσανα της Χιονάτης και τις αγγαρείες της Σταχτομπούτας δεν είναι οι επιταγές της άμετρα και αέναα απαιτητικής μητέρας? Πόσο κοινή η απόρριψη αφού κάθε προσπάθεια αποτυγχάνει να φτάσει στην –παρ’ όλες τις προσπάθειές του– ανικανοποίητη μητέρα? Πόσο ίδια φυλακισμένο με την Ραπούνζελ δεν είναι το κοριτσάκι (και το αγοράκι ενίοτε περισσότερο) τόσο από την φυσική όσο και από την φαντασιακή εξουσία της μητέρας? Μήπως μέσα από την κατίσχυση της Χιονάτης πάνω στην πνιγμένη μητριά, και της Χηναρούς πάνω στην κλεισμένη στο μπαούλο με τα καρφιά μητριά, και της Ραπουνζέλ στην γκρεμισμένη από τον πύργο μητριά, αίρεται η ενοχή του μίσους προς τη μητέρα (αφού η φιγούρα ΔΕΝ είναι η μητέρα, απλά εκτελεί χρέη μητέρας) και το παιδί εκτονώνει έναν συμπιεσμένο προς τη μητέρα θυμό (που αλλιώς παράγει τον Πιέρ Ριβιέρ)? Μήπως τέλος αυτή η κατά κανόνα θανάτωση της μητριάς σε συνδυασμό με τη (μοναδική τότε δυνατή) διαφυγή, της δημιουργίας του δικού οίκου δεν προσφέρεται η απελευθέρωση από τη μητρική εξουσία και –δυστυχώς– η εγκαθίδρυση μιας νέας (μητρικού τύπου) εξουσίας?

Και τι ακριβώς κάνουν οι (ουδεπόποτε όμαιμες) αδερφές και οι (παραδόξως, πάντα όμαιμοι) αδερφοί.... Γιατί της Σταχτομπούτας, είναι άσχημες και κακές όταν η Σταχτομπούτα είναι καρακουκλάρα και άγγελος και φυσικά παίρνει τον πρίγκηπα ενώ αυτές καταλήγουν στα πλυσταριά του κάστρου? Γιατί η αδερφή της Ροδιάς βγάζει βατράχια και (όχι μεταφορικά όπως εγώ) αγκάθια απ’ το στόμα όταν η Ροδιά βγάζει λίρες (ελισσαβετιανές φαντάζομαι γιατί οι γεωργιανές είναι μικρότερης αξίας) και ρόδα και φυσικά την παίρνει ο βασιλιάς, ενώ την κακιά αδερφή την παίρνει το ποτάμι? Γιατί οι (εδώ όμαιμες, αλλά εξίσου κακές και ύπουλες) αδερφές της Πεντάμορφης ζητούν χρυσά και λούσα όταν αυτή ζητά ένα τριαντάφυλλο (το γιατί είναι αυτό το δυσκολότερο θα το δούμε στο κεφάλαιο πατήρ) και φυσικά καταλήγει στο παλάτι του (προσωρινά) Τέρατος, ενώ αυτές μένουν γεροντοκόρες στο αρχοντικό του έμπορα? Γιατί οι μεγάλοι γιοί του μυλωνά είναι απατεώνες που ρίχνουν τον μικρότερο αδερφό και του δίνουν μόνο τον (Παπουτσωμένο) γάτο, ενώ αυτός τα καταφέρνει να γίνει βασιλιάς? Γιατί τ’ αδέρφια του Ιβάν Τσάρεβιτς είναι δειλοί και κρυψίνοες ενώ αυτός αγνός και γενναίος κι έτσι ανακαλύπτει το Πουλί της φωτιάς??? Μήπως έτσι (αφού ο άλλος διαρκώς υπονομεύει και υποβλέπει) γίνεται δυνατή η έκφραση του (πρώτου που βιώνει το παιδί) ανταγωνισμού, του αδερφικού και νομιμοποιείται η βίωση των αρνητικών αισθημάτων απέναντι σε (...τέσσερα, τρία, δύο) ένα πρόσωπο ταμπού? Μήπως η κατίσχυση του/της ήρωα/ίδας με την καλοσύνη, την εξυπνάδα, την ομορφιά την υπομονή, την πίστη απέναντι στην απάτη, την ψευτιά, τον δόλο την κακοπιστία οδηγεί στην εκμάθηση (ώστε να μην καταλήξει ένας Πιέρ Ριβιέρ) του θεμιτού και του αθέμιτου στις (όλες τις μετέπειτα) αντιπαραθέσεις? Μήπως η δικαίωση του ήρωα (και της ηρωίδας από κοντά) επιτρέπει στο παιδί να αποδεχτεί χωρίς ενοχές την ενδόμυχη επιθυμία του να υπερισχύσει και να κατακτήσει μια καλύτερη θέση στην καρδιά του/ων γονιού/ων, να διεκδικήσει την περίσσεια της αγάπης του/ων γονιού/ων εις βάρος του/ης άλλου/ης? Μήπως αυτή η συμβολική τιμωρία και θανάτωση της θετής αδερφής και του όμαιμου αδερφού απομακρύνει τις τύψεις για τη θανάσιμη και βασανιστική ζήλεια απέναντι στον εχθρικό άλλο που (παρεισφρέοντας στη ζωή του και προσπαθώντας να καταχραστεί τους πόρους -της αγάπης-, τον χώρο -της αγκαλιάς-, ακόμα και τη ζωή την ίδια του ήρωα ή της ηρωίδας) διεκδικεί το ίδιο κομμάτι από την προσοχή, την τρυφερότητα, τη φροντίδα του/ων γονιού/ων????

Και ποιος είναι αυτός ο άγνωστος του παραμυθιού, ο πατέρας? Γιατί σχεδόν πάντα ο πατέρας είναι ή νεκρός ή απών? Γιατί ο βασιλιάς πεθαίνει αφήνοντας την Χιονάτη στα νύχια της Κακιάς Μάγισσας? Γιατί ο πατέρας της Πεντάμορφης δυσκολεύεται τόσο να της βρει το τριαντάφυλλο? Γιατί ο Τσάρος πιστεύει τους μεγάλους γιούς ότι ο μικρότερος τον πρόδωσε? Γιατί ο πατέρας της Γκρέτελ και του Χανς συμφωνεί τόσο άβουλα με τη μάνα να αφήσουν τα παιδιά στο δάσος και γιατί στον Κοντορεβυθούλη ο ένας πατέρας είναι αυτός που επιβάλλει την εγκατάλειψη, ενώ ο πατέρας δράκος ξεγελιέται τόσο εύκολα και σκοτώνει τα δικά του τα παιδιά, ώστε να γλιτώσουν ο Κοντορεβυθούλης και τ’ αδέρφια του ενώ ο πατέρας τη Ωραίας Κοιμωμένης παρ’ όλες τις απαγορεύσεις αδυνατεί να την προστατέψει? Μήπως γιατί η (φυσική) απουσία του πατέρα στο παραμύθι λειτουργεί ανακουφιστικά ταυτιζόμενη με τον (συνήθως) απόντα από το σπίτι πατέρα? Μήπως η έλλειψη της πατρικής φιγούρας, ενίοτε η υπο-παρουσία της στο παραμύθι λειτουργεί νομιμοποιητικά στον (κατά βάση κι ας μην το παραδεχόμαστε) μητριαρχικό χαρακτήρα της οικογένειας? Μήπως η δυσκολία να αρθεί ο πατέρας στο ύψος των περιστάσεων, επιτρέπει την αμφισβήτηση της πατρικής εξουσίας από τη μεριά του αγοριού και τη διαφυγή από αυτή από τη μεριά του κοριτσιού, ώστε να δομηθεί μια ζωή εκτός συμπλεγμάτων (αλλιώς ο Πιέρ Ριβιέρ καραδοκεί...)? Μήπως η υποταγή της φιγούρας του πατέρα στη μητριά, τη μητέρα, τη μάγισσα λειτουργεί αποτρεπτικά στην εξάρτηση της κόρης από αυτόν, την ωθεί να ζητήσει τον (φυσιολογικό) έρωτα εκτός της οικίας, όπου την πρωτοκαθεδρία (θα) διατηρεί (εσαεί) η φιγούρα της μάνας? Μήπως η δυσχέρεια του πατέρα να ανταπεξέλθει στις απλές επιθυμίες (όπως το τριαντάφυλλο της Πεντάμορφης) κάνει κατανοητή την αδυναμία έκφρασης και βίωσης της αγάπης που παρουσιάζεται συνήθως στις σχέσεις παιδιού πατέρα? Μήπως η αδυναμία (ενίοτε η άρνηση) του πατέρα να προστατέψει το παιδί δεν αποτελεί ένα μάθημα αυτονομίας, μια αποδοχή της ανάγκης προστασίας του εαυτού μας με ίδια μέσα από ότι μας απειλεί, όπως ο λαβύρινθος που αφήνεται ο Κοντορεβυθούλης σηματοδοτεί τη δυσκολία ένταξης στην ενήλικη ζωή? Και τέλος μήπως ο θάνατος του πατέρα δε σηματοδοτεί την κατάλυση της πατρικής εξουσίας (ο Κρόνος να σκοτώνει τον Ουρανό, ο Δίας να ρίχνει στα Τάρταρα τον Κρόνο, ο Οιδίπους να σκοτώνει τον Λάιο στο τρίστρατο της ζωής του) τη δημιουργία του απαραίτητου κενού ώστε να εξασφαλιστεί όχι απλώς η εναλλαγή και η διαδοχή, αλλά η εξέλιξη και η σταδιακή μεταρρύθμιση της κοινωνικής τάξης?

Μιλάμε έχω κατά πολύ ξεφύγει, όχι απλώς από τη μία οθόνη που είναι το όριο της Just me, αλλά και από τις δυο ίσως και τρεις που είναι το όριο το δικό μου κι έχω ακόμα να πω τόσα πολλά... Γι’ αυτό, είναι η πρώτη φορά που θα αναρτήσω ποστ σε συνέχειες και θα πρέπει να περιμένετε κανα δυο μέρες αν θέλετε να μάθετε πόσο σκλάβα θεωρώ την Σταχτομπούτα, πόσο φαλλοκράτη τον πρίγκηπα, πόσο συγγενής με την Πάρις Χίλτον είναι η πριγκίπισσα με το μπιζέλι και πόσο η Κοκκινοσκουφίτσα καταστρέφει τη χλωρίδα και την πανίδα του τόπου μας...

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2008

... σχολεία...

Για άλλη μια (174 χρόνια μετά την πρώτη) φορά, τα σχολεία ετοιμάζονται να ανοίξουν τις πόρτες τους. Και μπορεί (εδώ και 174 χρόνια) ένα σχολείο να είναι ένα σχολείο να είναι ένα σχολείο, αλλά από τη Σχολή των Αθηνών ως το Χ (όπου κερδίζω το ψωμάκι μου) γυμνάσιο Αθηνών... και από το μονοθέσιο της (δωδεκανήσιας) Χάλκης ως την (κλειστή και άθελά της σύμβολο ενός εμμενούς αλυτρωτισμού) Εκκλησιαστική σχολής της (πριγκηπονήσιας) Χάλκης, εκφράζονται, αναιρούνται και αλληλοϋποκαθίστανται όλες οι πιθανές εικόνες, τόσο του σχολείου όσο και της ζωής, που θα έλεγε και η φιλελληνίς Yourcenar (τι? χωρίς αναφορές και λινκάκια? Τι μπήκατε να διαβάσετε βρε?)

Όπως κάθε χρόνο, εδώ και πολλές δεκαετίες, το σχολείο θα κηρύξει στις (ή ο Μπιν Λάντεν είχε χιούμορ, ή το ελληνικό κράτος είναι γκαντέμικο) 11/09 την έναρξη ενός νέου κύκλου ετήσιας (οιονεί) μαθητοπαιδότρομοκρατίας. Μέσα στο πλαίσιο της κοινωνίας της πληροφορίας, της προσομοίωσης και του θεάματος, που δημιουργεί η παγκοσμιοποίηση, ο επίσημος θεσμός της εκπαιδευτικής αναπλαισίωσης της γνώσης θα υποδεχτεί τους (ασυνείδητα) έν-τρομους (και γι’ αυτό αρνητικά διακείμενους απέναντί του) μαθητές του. Τα ελληνάκια και τα ξένα, τους μικρούς και τους μεγάλους, τις καλές και τις κακές, τους ήσυχους και τους άταχτους, τις αριστεύσασες και τις απορριφθείσες. Σ’ ένα ευρύτερο περιβάλλον κρίσης ταυτοτήτων και πολωτικών διχασμών ανάμεσα στο οικείο και το ανοίκειο, το θεμιτό και το αθέμιτο το ίδιον και το άλλον το σχολείο απλοποιεί την παιδική (μαθητική) ύπαρξη δημιουργώντας μέσα από τους δικούς του δυισμούς υπαρξιακών διαφοροποιήσεων τον Άλλο, τον αποδιοπομπαίο. Όπως σε κάθε μανιχαϊστικό δίπολο ο κυρίαρχος πόλος δομεί τον αντίποδά του μέσα από την έλλειψη ή την αντίθεση.

Είναι εντυπωσιακό ότι 174 χρόνια τώρα το σχολείο (και το εκπαιδευτικό σύστημα γενικότερα) σέρνει πίσω του την κατηγορία της αποτυχίας του ως συνοδό της διατήρησής του. Η αποδοχή και η αποτυχία του σχολείου γεννήθηκαν την ίδια μέρα.

Και το ερώτημα που τελικά τίθεται είναι όχι πώς και γιατί (αν) αποτυγχάνει το σχολείο, αλλά σε τι χρησιμεύει η αποτυχία του! Σε τι είναι χρήσιμα τα φαινόμενα ανεπάρκειας που καταγγέλλει η κριτική του συστήματος τόσο στο γνωστικό όσο και στο παιδαγωγικό επίπεδο? Τι κρύβεται σ’ αυτή την κυνική παρακμή του συστήματος που, ωστόσο, νομιμοποιείται να αποδίδει στους μετέχοντες στο σχολείο (σχεδόν) για πάντα τη σφραγίδα της ιεραρχικής τους θέση σ’ αυτό?

Μήπως, τελικά, το σχολείο (και η εκπαίδευση γενικότερα) αντί να ενδιαφέρεται για την κατάργηση της αμάθειας και των αποκλεισμών αποσκοπεί στην πολιτισμική διάκρισή και ιεράρχησή τους, την κοινωνική κατανομή μέσα από την ποσοστικοποίησή τους και εν τέλει στην αναγωγή τους σε λειτουργικά τμήματα της (όπως νοείται από το καπιταλιστικό σύστημα) οικονομικής παραγωγής?

Μήπως το εκπαιδευτικό σύστημα με μια αφανή και λεπτουργική περιθωριοποιητική λειτουργία, συγκροτούμενη πάνω στους διασταυρούμενους άξονες της επιτυχίας και της αποτυχίας, της επιδοκιμασίας και της απόρριψης, διαμορφώνει τις απαραίτητες συνθήκες νομιμοποίησης της κυριάρχησης άλλα και αποδοχής της υποτέλειας, κατά που θα ‘λεγε και ο σοφός μακαρίτης Foucault (τι? δεν σας είχε λείψει?)?

Είναι πιθανό, μέσα από την αποτυχία του, το σχολείο να επιτυγχάνει το στόχο του προετοιμάζοντας, οργανώνοντας, φέρνοντας στην επιφάνεια και συνεκδοχικά αποδίδοντας στον παραγωγικό τομέα της κοινωνίας την επιβράβευση και τον μηδενισμό ως ποσοτικοποιημένους κλειστούς (αλλά φυσικά) διαπεράτους (ώστε να διασφαλίζεται η λειτουργικότητα και επιβίωση του συστήματος) χώρους / πεδία? Μήπως κατασκευάζει έτσι τα όρια εντός των οποίων δικαιούνται να δρουν και να κινούνται όσοι ανήκουν (ή προσεγγίζουν) τον θετικό πόλο του δίπολου επιτυχία αποτυχία και ταυτόχρονα νομιμοποιεί τον αποκλεισμό των ανηκόντων στον αρνητικό πόλο και την εξουδετέρωση όσων αρνούνται να αποδεχθούν την κανονιστική, αξιολογητική και ιεραρχική λειτουργία του (εντός και εκτός εκπαίδευσης) συστήματος, αντιδρούν στην ένταξή τους σε έναν από τους δυο πόλους?

ΜΕ φαίνεται (που λένε και στο εξωτικό Ντεπώ όπου κατοικεί ο Ίνδικτος), όσο καλοπροαίρετη και να είμαι (που, εντάξει, δεν είναι και από τις αρετές που καταγράφονται στο βιογραφικό μου), ότι το σχολείο αποτυγχάνοντας υλοποιεί την κρυφή ατζέντα της πολιτείας συμπεριλαμβάνοντας μέσα στη συμβολικότητα του απορριπτόμενου κάθε κοινωνικό ανοίκειο και παραβατικό, εγκλείοντας μέσα στο πρότυπο του βραβευμένου (απουσιολόγου και σημαιοφόρου) κάθε κανονικοποιημένη μορφή υποταγής στον κανόνα / νόρμα της κοινωνίας και εκμηδενίζοντας μέσα στο συμβολισμό των γκρίζων ζωνών της παραπομπής (του μεταξεταστέου) κάθε ανυποταγή....

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2008

... έρχομαι....




Καθώς το καλοκαίρι κυλάει στις σκιές της μνήμης, κοιτάζω στο βάθος της επιστροφής μου όπως ο Νίτσε στην άβυσσο με το φόβο της βύθισης μέσα της...





Επέστρεψα, (επιστρέψαμε) στους οντολογικούς, ιδεολογικούς, υπερβατικούς, και (ενίοτε) μεταφυσικούς πειθαναγκασμούς μας τους οποίους νομίζαμε ότι αποσείσαμε από πάνω μας καθώς πηδάγαμε με μανία πάνω στην ξεχειλισμένη (και άρα αρνούμενη να κλείσει) βαλίτσα των διακοπών μας.




Επιστρέψαμε την αναπαράσταση του εαυτού μας, στη διαρκή επανεφεύρεση της πραγματικότητας της αμήχανης πόλης όπου ο φθινοπωρινός πολιτισμός του θεαματικού απλώς αναμένει να προσκυνήσει τα laser της κυρίας Τσικόνε...








Mετά τη (σχεδόν ανακουφιστική) βραδύτητα του dial up όπου το μόνο προσβάσιμο ήταν μια πληροφορία ανίκανη να αναχθεί σε υποκείμενο επικοινωνίας, επιστρέψαμε στην ιλιγγιώδη ταχύτητα του adsl όπου ένα πλήθος (σχεδόν αδιαχωρίσιμη μάζα) πληκτρολογίων, τόπος απειράριθμων, πολυσχιδών και ταυτόχρονα (μέσα από την αντιφατικότητα του μέσου) εξατομικευμένων συνδιαλλαγών, εξατμίζεται αφήνοντας πίσω ένα συνονθύλευμα απομονωμένων υποκειμένων....




Επιστρέψαμε σε μια οθόνη όπου όλα είναι ορατά χωρίς ποτέ να ορούν. Κάθε τερματικό, ένας πανοπτικός, ατέρμονα δι-επεκτεινόμενος Benthamιανός πύργος με στεγανά διαχωριστικά και σχεδιαστικής ακρίβειας ανοίγματα όπου όλοι βλέπουν όλους χωρίς κανένας να είναι ορατός από κανέναν.....





Επιστρέψαμε.....